Οι τελευταίες δύο εβδομάδες είναι γεγονός ότι συνεχίζουν να επιβεβαιώνουν τον τίτλο «πολεμική εκεχειρία» του προηγούμενου άρθρου μας. Ωστόσο, σ’ αυτές τις δύο εβδομάδες που μεσολάβησαν και ενόσω η ηγεσία του Ιράν αρνούνταν να δώσει στις ΗΠΑ αυτό που δεν πήραν με πόλεμο, οι καταστάσεις περιπλέχθηκαν. Αυξήθηκαν οι αντιθέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπως και οι σπασμωδικές κινήσεις της διοίκησης Τραμπ με τη συχνότερη προσφυγή σε -έστω περιορισμένες- επιδρομές εναντίον του Ιράν. Είναι μια έκφραση των αυξανόμενων αδιεξόδων που συναντούν οι ΗΠΑ στην προσπάθειά τους να αναζητήσουν μια «αξιοπρεπή έξοδο» μετά την αποτυχία των βασικών τους στόχων. Επίσης είδαμε κινήσεις από το Ιράν για διεύρυνση του πεδίου της διαπραγμάτευσης, αλλά και σημάδια διαφοροποιήσεων στο εσωτερικό της ηγεσίας της.
Το εσωτερικό των ΗΠΑ «βράζει»
Η σύγκρουση που σοβεί εδώ και αρκετά χρόνια, στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης των ΗΠΑ και το πολιτικό της προσωπικό, για τους δρόμους και τους τρόπους αναίρεσης της σχετικής τους αποδυνάμωσης έναντι των εχθρών τους, φορτώθηκε με τα άσχημα αποτελέσματα της επίθεσης των ΗΠΑ στο Ιράν. Από τη μια γνωστοί παράγοντες και ΜΜΕ εντός και γύρω από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (Γκράχαμ, Μπόλτον, περιοδικό FORBES κ.ά.) μιλούν ανοιχτά για εγκατάλειψη των συνομιλιών και επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι το αδιέξοδο που παρήγαγε η τυχοδιωκτική επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν, μπορεί να αναιρεθεί μόνο με ένα ακόμη μεγαλύτερο τυχοδιωκτισμό. Όμως με δεδομένο το «όπλο» των Στενών του Ορμούζ που κρατά στα χέρια του το Ιράν, την εγνωσμένη δυνατότητά του να πλήττει τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή, τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις των αραβικών καθεστώτων, καθώς και το σιωνιστικό μόρφωμα, μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστάσεις για τις οποίες ούτε οι ΗΠΑ ούτε κανείς είναι έτοιμος ακόμα.
Από την άλλη, στην βάση των αδιεξόδων, είχαμε την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων (με ψήφους μερικών Ρεπουμπλικάνων) που διατάσσει την απόσυρση των στρατευμάτων των ΗΠΑ που έχουν αναπτυχθεί στη Μέση Ανατολή στο πλαίσιο του πολέμου εναντίον του Ιράν. Το γεγονός αυτό, αν και δεν έχει πρακτική εφαρμογή (ο πρόεδρος των ΗΠΑ διατηρεί το δικαίωμα του βέτο), αποτελεί ένα πολιτικό χτύπημα στη διοίκηση Τραμπ και έκφραση της σοβαρής δυσαρέσκειας για τα ως τώρα αποτελέσματα της επίθεσης αυτής. Ταυτόχρονα συνεχίζεται η «ομοβροντία» δεξαμενών σκέψης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για το τέλμα που η διοίκηση Τραμπ έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ, περιγράφοντας την αποτυχία των ΗΠΑ με τα πιο μελανά χρώματα.
Επιδρομές περιορισμένης εμβέλειας και νέα δεδομένα
Με βάση τα προηγούμενα, θεωρούμε ότι οι επαναλαμβανόμενες επιδρομές των ΗΠΑ σε νησιά των Στενών του Ορμούζ και τις παράκτιες στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Ιράν, που προκλητικά ονομάζονται «αυτοάμυνα»(!), σχετίζονται με την προσπάθεια της διοίκησης Τραμπ να βγει από το αδιέξοδο. Και αυτό δεν συμβαίνει, όπως γράφεται, για να διασκεδαστούν οι πιέσεις που δέχεται ο Τραμπ από τα λεγόμενα «γεράκια». Η διοίκηση του Λευκού Οίκου, θεωρεί ότι η συνεχής αναμόχλευση της έντασης μαζί με τις απειλές και την παράταση του ναυτικού αποκλεισμού (που όμως φαίνεται πως ελάχιστα λειτουργεί), θα μπορέσει τελικά να δώσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μια συμφωνία «καλύτερη από αυτή του 2015», που ο ίδιος ο Τραμπ είχε ονομάσει -πριν βγάλει τις ΗΠΑ από αυτή- προδοτική. Αυτό που όμως βλέπουμε τελικά είναι πως οι ΗΠΑ βιώνουν μια διαρκή διάψευση των προσδοκιών τους.
Οι κινήσεις του Ιράν μεγέθυναν τα προβλήματα των ΗΠΑ. Δεν ήταν μόνο ή κυρίως η στρατιωτική απάντηση που έδινε σε κάθε επίθεση των ΗΠΑ. Ήταν άλλωστε ήδη γνωστή αυτή του η δυνατότητα. Κυρίως ήταν το γεγονός ότι η ηγεσία του Ιράν, για πρώτη φορά στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια, συνέδεσε την επίτευξη συμφωνίας με τις ΗΠΑ με το σταμάτημα των σιωνιστικών βομβαρδισμών στον Λίβανο. Ανεξαρτήτως των αντιθέσεων και αντιφάσεων που διέπουν την σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ, η εισβολή των σιωνιστών στον Λίβανο είχαν όχι μόνο την έγκριση των ΗΠΑ, αλλά χρησιμοποιούνταν από τις ΗΠΑ στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, την ίδια στιγμή μάλιστα που οι ΗΠΑ αρνούνταν ότι ο Λίβανος είναι μέρος της εκεχειρίας, οπότε και της διαπραγμάτευσης! Έτσι η στόχευση του Ισραήλ από την πλευρά του Ιράν, έστω με μία περιορισμένη στρατιωτική δράση, έβαλε ξανά το ζήτημα του Λιβάνου στα τραπέζι της διαπραγμάτευσης και διεύρυνε το πεδίο και τις προϋποθέσεις επίτευξης μιας συμφωνίας. Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η ανακοίνωση των Χούθι πως, αν συνεχιστούν οι επιθέσεις του Ισραήλ στον Λίβανο, το Στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα θα κλείσει για τα πλοία που με οποιονδήποτε τρόπο συνδέονται με το Ισραήλ!
Από κει και πέρα, αν και η ιρανική ηγεσία εμφανίζεται σχετικά ενιαία, δεν αποτελεί μυστικό η διαφορετική προσέγγιση (πιο πραγματιστική, πιο ισορροπιστική) που έχει ο πρόεδρος Πεζεσκιάν σε σχέση με την θρησκευτικο-πολιτική ηγεσία ή τους Φρουρούς της Επανάστασης. Ακόμα και αν τα περί παραίτησής του ήταν στα πλαίσια του ψυχολογικού πολέμου των ΗΠΑ-Ισραήλ, η δημόσια παρέμβασή του για την ανάγκη διεύρυνση της βάσης εξουσίας του καθεστώτος, ως όρος για την μακροημέρευσή του, δεν πέρασε απαρατήρητη από κανέναν. Πρόκειται για μια παρέμβαση, που αν την δεις από άλλη σκοπιά, προσπαθεί να δώσει διέξοδο σε υπαρκτές αδυναμίες του καθεστώτος και άρα είναι υπέρ και όχι εναντίον του, θέλοντας φυσικά να ευνοήσει το δικό του τμήμα της άρχουσας τάξης.
Μια συνόψιση για το μέλλον
Η χειρουργική επέμβαση και συνολικά η κίνηση των ΗΠΑ να πλαισιώσουν την επίθεση του Ισραήλ στον «πόλεμο των 12 ημερών» πατούσε στα δεδομένα που είχαν διαμορφώσει με το χτύπημα της Παλαιστινιακής Αντίστασης, της Χεζμπολάχ, τους βομβαρδισμούς εναντίον της Υεμένης, κυρίως της ανατροπής του Άσαντ στη Συρία. Ήταν μια δοκιμή που οι ατελείς και περιορισμένες επιτυχίες της άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας επαναφοράς. Η Μέση Ανατολή έδειχνε να προσφέρεται τόσο για ένα πισώπλατο χτύπημα στη Ρωσία που ξόδευε το μεγαλύτερο μέρος του στρατηγικού της κεφαλαίου στην ουκρανική σύγκρουση όσο και για τον γεωπολιτικό περιορισμό της αναδυόμενης Κίνας.
Αυτό που ακολούθησε, δηλαδή ο αποκλεισμός της Βενεζουέλας και η μαφιόζικη απαγωγή Μαδούρο σε συνάρτηση με την αντικατάστασή του με την χειρίσιμη Ροντρίγκεζ, έδωσε άλλον αέρα στη διοίκηση Τραμπ. Η συσσώρευση σιδερικών γύρω από το Ιράν, αλλά και η προσπάθεια εκμετάλλευσης των κινητοποιήσεων του ιρανικού λαού, προϊδέαζε για την επικείμενη επίθεση. Τα προηγούμενα συναρθρώθηκαν με την εκτίμηση πως ένας αποκεφαλισμός της ηγεσίας του Ιράν, που η διαβόητη Μοσάντ «πρόσφερε στο πιάτο», θεωρήθηκε ο καταλύτης για τον βασικό στόχο. Ποιος ήταν αυτός; Δεν έφτανε πια η αποδυνάμωση του καθεστώτος και το «σβήσιμο» της επιρροής του στην περιοχή. Ο θεωρητικά διακηρυγμένος, εδώ και 47 χρόνια, στόχος αλλαγής του καθεστώτος, το οποίο μάλιστα την τελευταία δεκαετία δημιουργούσε στρατηγικούς δεσμούς με την Ρωσία και την Κίνα, φάνταζε πιο κοντά από ποτέ. Έτσι ο ρώσικος ιμπεριαλισμός θα έχανε έναν στρατηγικό εταίρο μεγάλης σημασίας στη Μέση Ανατολή. Σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στη Συρία αλλά και στον Νότιο Καύκασο (Αρμενία- Αζερμπαιτζάν, διάδρομος Zangezur), ο ευρασιατικός διάδρομος Ρωσίας-Ιράν θα έμπαινε σε αμφισβήτηση, όπως και η πρόσβαση της Ρωσίας προς τον Ινδικό. Ταυτόχρονα και όσον αφορά το Πεκίνο, ο κινέζικος ιμπεριαλισμός θα έβλεπε να μπαίνει σε αμφισβήτηση, αν όχι να αναιρείται, ο διάδρομος Κίνας-Ιράν, στρατηγικό τμήμα του BRI (Πρωτοβουλία Ζώνη Δρόμος). Ο διάδρομος αυτός υπηρετεί δύο στρατηγικές αποφάσεις: α) τη διείσδυση σε Μέση Ανατολή, Αφρική και φυσικά Ευρώπη και β) τη μείωση της μεγάλης εξάρτησης του εμπορίου της από τα Στενά της Μάλακα που ελέγχονται από χώρες προσκείμενες στις ΗΠΑ, οι οποίες παράλληλα προωθούν τον ανταγωνιστικό στην ΒΡΙ, αμερικανο-ινδικό IMEC. Δευτερεύον ζήτημα ήταν το χτύπημα της ενεργειακής πρόσβασης της Κίνας στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Μπορεί από εκεί να προμηθεύεται το 50% του πετρελαίου που έχει ανάγκη, όμως το πετρέλαιο αντιστοιχεί μόνο στο 6% του ενεργειακού μείγματος της οικονομίας της. Επιπλέον, οι προσπάθειές της για ντόπια εξόρυξη και παραγωγή, καθώς και τα μεγάλα στρατηγικά της αποθέματα, μειώνουν τις επιπτώσεις αυτής της εξάρτησης.
Το καθεστώς άντεξε, αναπλήρωσε γρήγορα την δολοφονημένη ηγεσία του, έδειξε ότι είχε προετοιμαστεί -με βάση και τα μαθήματα του «πολέμου των 12 ημερών»- για μια παρατεταμένη σύγκρουση σε όλα τα επίπεδα. Πολιτικά είχε φέρει σε πρώτο πλάνο τις αναφορές στο έθνος, βάζοντας τις αναφορές στη θρησκεία σε δεύτερο πλάνο. Στρατιωτικά αποκέντρωσε την δομή της άμυνάς του και των απαντήσεων που θα έδινε. Γνωρίζοντας την μεγάλη απόσταση που χώριζε τις δύο πλευρές, επέλεξε τη στήριξη στο βαλλιστικό του πρόγραμμα, τις ασύμμετρες απειλές και αποφάσισε τα στάδια της κλιμάκωσης των απαντήσεών του. Τα προηγούμενα ωστόσο, θα έμεναν ανολοκλήρωτα αν όχι έωλα, αν το Ιράν δεν έπαιρνε από τη Ρωσία και την Κίνα σημαντικές βοήθειες που κατέστησαν τις επιθέσεις του τόσο αποτελεσματικές, στρατιωτικά και πολιτικά. Μετέτρεψε τις αμερικανικές βάσεις από παράγοντα ασφάλειας των αραβικών καθεστώτων σε μαγνήτη ανασφάλειας και κινδύνων. Έσπασε τον μύθο του άτρωτου Ισραήλ. Κυρίως αμφισβήτησε ευθέως τη δυνατότητα των ΗΠΑ να επιβάλουν τη θέλησή τους.
Με αυτά τα δεδομένα και με πολλά ερωτηματικά για το πώς ακριβώς θα κινηθούν οι εξελίξεις, για ένα είμαστε σίγουροι. Το «στριμωγμένο θηρίο» δεν θα παραιτηθεί από τις παγκόσμιες στοχεύσεις του, δεν θα αποσυρθεί από την ιστορία, όπως και οι άλλοι δύο της τριάδας (Ρωσία και Κίνα) θα εντείνουν τις προσπάθειές τους να διεκδικήσουν αναβαθμισμένο παγκόσμιο ρόλο. Οι αντιθέσεις τους και η μάχη για την παγκόσμια κυριαρχία, όπως έχει δείξει η ιστορία του 20ου αιώνα, λύνονται με την δύναμη των όπλων. Αυτή την αιματηρή πορεία μόνο οι λαοί με την πάλη τους μπορούν να σταματήσουν.