Η πρόσφατη οικονομική συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας για διοχέτευση, τους επόμενους μήνες, ρωσικού πετρελαίου στην αμερικανική και παγκόσμια αγορά δεν τροποποιεί τα χαρακτηριστικά και το μέγεθος της πολεμικής σύγκρουσης στην Ουκρανία, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να επιδράσει στα παγκόσμια διακυβεύματα του πολέμου αυτού και να αποτελέσει έναν σταθμό-ορόσημο αποφόρτισης της εκρηκτικής κατάστασης που συνεχώς οξύνεται.
Τρανταχτή απόδειξη της παραπάνω θέσης είναι ότι δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό οι επιθέσεις των αντίπαλων πλευρών, παρά τις δηλώσεις Τραμπ στα κοινωνικά δίκτυα ότι η οικονομική συμφωνία συνοδευόταν από δίμηνη εκεχειρία που προέβλεπε να μη γίνονται εκατέρωθεν επιθέσεις σε εγκαταστάσεις ενέργειας του εχθρού.
Η συμφωνία για το πετρέλαιο αποτελεί προϊόν των αποτυχιών των ΗΠΑ στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής και της συνακόλουθης εκτίναξης των τιμών πετρελαίου και βενζίνης διεθνώς και στις ΗΠΑ, εν όψει μάλιστα των ενδιάμεσων εκλογών και της έντονης δυσαρέσκειας μεγάλου τμήματος των Αμερικανών, που έχει να αντιμετωπίσει ο Τραμπ. Για τον Πούτιν, από την άλλη, η συμφωνία είναι «βούτυρο στο ψωμί του», καθώς αυξάνει τα ρωσικά έσοδα σε μια περίοδο πιέσεων της ρωσικής οικονομίας. Αυτό το γεγονός έσπευσε να τονίσει και ο Ζελένσκι, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τις αμερικανικές-τραμπικές επιλογές. Ταυτόχρονα, ο Πούτιν, μπαίνοντας στη συμφωνία, οξύνει τη δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων και αυξάνει το ρήγμα στις σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης.
Το προηγούμενο διάστημα, για αρκετές μέρες κυριάρχησε η ένταση με επίκεντρο τον ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ. Ο θύλακας αυτός, ένα κομμάτι γης σφηνωμένο ανάμεσα σε Πολωνία και Λιθουανία, ο οποίος έχει λιμάνι στη Βαλτική, το μόνο ρωσικό λιμάνι «χωρίς πάγο» (αν εξαιρέσουμε την Κριμαία), φιλοξενεί τον ρωσικό στόλο της Βαλτικής, πυραυλικά συστήματα, αεροσκάφη και δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες. Αποτελεί προβολή στρατιωτικής και στρατηγικής ισχύος της Ρωσίας στην καρδιά της Ευρώπης. Σε απάντηση στα πολεμικά γυμνάσια του ΝΑΤΟ κοντά στον θύλακα του Καλίνινγκραντ η Ρωσία απείλησε ακόμα και με χρήση πυρηνικών αν η Δύση επιχειρήσει οποιαδήποτε επίθεση στο ρωσικό αυτό έδαφος.
Το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα αναδείχθηκε για άλλη μία φορά το ζήτημα των χωρών της Βαλτικής ως «λαγών» στην προσπάθεια της Δύσης να ασκεί συνεχώς πίεση στη Ρωσία. Οι χώρες αυτές (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία) φιλοξενούν βάσεις εκτόξευσης drones για επιθέσεις εναντίον της Ρωσίας, συνεχίζονται οι «αψιμαχίες» πλοίων τους με αντίστοιχα ρωσικά στη Βαλτική, η Εσθονία φιλοξενεί γερμανικά στρατεύματα και όλες τους προετοιμάζονται για πόλεμο φθοράς και για επιθέσεις της Ρωσίας σε κρίσιμες υποδομές τους, έχοντας όμως ισχυρή βοήθεια από το ΝΑΤΟ. Η είδηση, ωστόσο, ότι η Λιθουανία μπορεί να ψηφίσει νόμο που θα αίρει την απαγόρευση φιλοξενίας πυρηνικών όπλων στο έδαφός της είναι όχι ένα αλλά πολλά βήματα μπροστά στην κλιμάκωση της έντασης στο ευρύτατο ουκρανικό πεδίο.
Πιο νότια, και η Πολωνία προετοιμάζεται να γίνει ένα «ανερχόμενο αστέρι» της ΕΕ σε άμυνα και ασφάλεια. Η Πολωνία δαπανά πάνω από το 4% του ΑΕΠ της σε πολεμικό εξοπλισμό, φιλοξενεί στρατεύματα και βάσεις του ΝΑΤΟ, καθώς και βάση βαλλιστικών πυραύλων, εκπαιδεύει Ουκρανούς στρατιώτες, ενώ πρόσφατο ήταν το αίτημά της (και άλλος «λαγός») να δεχτεί επιπλέον 11.000 Αμερικανούς στρατιώτες στο έδαφός της. Η πολωνική ηγεσία θεωρεί ότι η ΕΕ στρατιωτικά μπορεί να συμπληρώσει το ΝΑΤΟ και η ίδια ν’ αναλάβει ένα μεγάλο βάρος της ευρωπαϊκής αλλά και διατλαντικής ασφάλειας και άμυνας (διάβαζε επίθεσης) απέναντι στη Ρωσία. Μετά τη Γερμανία, φιλοδοξεί και η ίδια να αναδειχθεί σε πολύ μεγάλη στρατιωτική δύναμη, στόχος, βέβαια, όχι εύκολος, καθώς η Πολωνία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα επάρκειας προσωπικού και σύγχρονου εξοπλισμού.
Τελευταία, δημοσιοποιούνται και πραγματοποιούνται συναντήσεις υψηλόβαθμων Ρώσων αξιωματούχων με ομολόγους τους από Ευρώπη και ΗΠΑ με διάφορες αφορμές και σε διάφορα μέρη (ΓΣ του ΟΗΕ, Ρωσία, Γερμανία). Ωστόσο, κανένα νέο όχι για έναρξη ειρηνευτικής διαδικασίας αλλά ούτε καν για μια κάποια εκεχειρία -έστω και πρόσκαιρη- δεν βγαίνει ως αποτέλεσμα. Ίσα ίσα, η πολεμική σύγκρουση στο ουκρανικό μέτωπο επεκτείνεται, οξύνεται και βαθαίνει.
Ο ρωσικός ιμπεριαλισμός κατηγορεί τις χώρες της Ευρώπης ότι με τη συνεχή και μεγάλη βοήθειά τους προς την Ουκρανία (οικονομική, στρατιωτική αλλά και διπλωματική-πολιτική) γίνονται το «στρατηγικό βάθος» της Ουκρανίας. Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές κατηγορούν τη Ρωσία ότι εξαπολύει έναν υβριδικό πόλεμο εναντίον υποδομών των χωρών της Ευρώπης και ότι προετοιμάζεται για έναν πραγματικό πόλεμο εναντίον τους, παρά τις ρωσικές διαβεβαιώσεις για το αντίθετο.
Η όξυνση της πολεμικής ρητορικής συνοδεύει στην ίδια ένταση την όξυνση των πολεμικών επιχειρήσεων. Η δήλωση Πούτιν ότι «δεν βρισκόμαστε στο σημείο να χτυπήσουμε εργοστάσια χωρών της Ευρώπης που εφοδιάζουν με οπλικά συστήματα και drones την Ουκρανία, αλλά παρακολουθούμε στενά τις δραστηριότητες αυτές» απηχούν τη ρωσική τακτική. Η Ρωσία δεν χτυπά τα εργοστάσια στην Ευρώπη, αλλά χτυπά ανελέητα το τελευταίο διάστημα σ’ όλη την ουκρανική επικράτεια. Σε αντίποινα, όπως δηλώνει, του πολέμου φθοράς της Ουκρανίας με τις επιθέσεις της σε ρωσικά διυλιστήρια, βιομηχανίες και εφοδιαστικές αλυσίδες, η ρωσική πολεμική μηχανή τελευταία πλήττει ισχυρά την εφοδιαστική αλυσίδα που μεταφέρει όπλα, καύσιμα, ενέργεια και πολεμοφόδια από την Ευρώπη προς την Ουκρανία. Ισχυρά απανωτά πλήγματα δέχονται τελευταία το Κίεβο, η Οδησσός, το Χάρκοβο και άλλες πόλεις, που προκαλούν προβλήματα όχι μόνο στον ανεφοδιασμό του ουκρανικού στρατού αλλά και στην οικονομική ζωή και τις εξαγωγές της Ουκρανίας.
Η πολεμική σύγκρουση στην Ουκρανία «αγριεύει», οδηγώντας στην καταστροφή και στον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών και αμάχων σ’ ένα επικίνδυνο πολεμικό σπιράλ.