Μνημόνιο Παρανόησης ονόμασαν μια σειρά δυτικοί αναλυτές, από το περιοδικό Foreign Policy μέχρι τους New York Times, το Μνημόνιο Κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν, θέλοντας να τονίσουν ότι, παρά την αποτύπωση στις παραγράφους του στοιχείων επιτυχίας του Ιράν, όλα τα σημεία/παράγραφοι και ειδικά αυτή που αφορούσε τα Στενά του Ορμούζ εμπεριείχαν τέτοιες ασάφειες, που δικαιολογούσαν διαφορετικές ερμηνείες από την κάθε πλευρά. Οι ασάφειες όμως δεν αποτύπωναν παρά τα πολλά αντιφατικά δεδομένα που παρήγαγε η προηγούμενη πολεμική φάση.
Έτσι, με βάση την άρνηση της διοίκησης Τραμπ να δεχτεί την κατοχύρωση των επιτυχιών του Ιράν, οι ασάφειες του Μνημονίου χρησιμοποιήθηκαν για έναν νέο γύρο επίθεσης ενάντιά του. Το ότι η διοίκηση Τραμπ επικεντρώνει στο ποιος ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ είναι δείγμα της προβληματικής που δημιούργησε η επιθετική κίνηση των ΗΠΑ. Παλεύουν να λύσουν ένα πρόβλημα που οι ίδιοι δημιούργησαν! Επιπλέον, αυτή η επικέντρωση όχι μόνο δημιουργεί νέα ερωτήματα για το τι θέλουν να πετύχουν οι ΗΠΑ, αλλά κυρίως δεν αναιρεί τα στρατηγικά αδιέξοδα που προέκυψαν από την προηγούμενη φάση. Μάλλον τα μεγαλώνει, με ό,τι και αν σημαίνει αυτό από την άποψη της επικινδυνότητας και του τυχοδιωκτισμού τους.
Πώς φτάσαμε και τι περιλαμβάνει -ώς τώρα- η νέα φάση κλιμάκωσης
Χρειάστηκε ένας μήνας (18/7) για να ανακοινωθεί επίσημα και από την ιρανική ηγεσία το τέλος του Μνημονίου Κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν που είχε υπογραφεί στις 17 Ιούνη. Οι εχθροπραξίες, βέβαια, που μόλις είχαμε προλάβει στο προηγούμενο φύλλο της «Προλεταριακής Σημαίας», ξεκίνησαν στις 7 Ιούλη, όταν από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ ο Τραμπ δήλωνε πως το Μνημόνιο με το Ιράν «έχει τελειώσει» καθώς και πως «είναι χάσιμο χρόνου να ασχολούμαστε μαζί τους».
Ακολούθησαν λίγες μέρες κλιμακούμενων μεν, περιορισμένων δε αμφίπλευρων χτυπημάτων, με ανίχνευση των εκατέρωθεν προθέσεων, με τις ΗΠΑ να προσπαθούν ανεπιτυχώς να επιβάλουν τη διέλευση από τα χωρικά ύδατα του Ομάν. Η αποτυχία τους αυτή οφείλεται κυρίως στα χτυπήματα του Ιράν και δευτερευόντως στην ανακοίνωση του Τραμπ για επιβολή τελών διέλευσης από τις ΗΠΑ κατά 20%, κάτι που αναγκάστηκε να αποσύρει μία μέρα μετά για να τα αντικαταστήσει «με επενδύσεις που πρέπει να κάνουν» οι αραβικές μοναρχίες στις ΗΠΑ σαν αντάλλαγμα της «προστασίας» που παρέχουν σ’ αυτές.
Όμως, η ανακοίνωση Τραμπ κάθε άλλο παρά αλλοπρόσαλλη ήταν καθώς επιδίωκε –με τον τραμπικό τρόπο- να βάλει τις ΗΠΑ στη θέση του συνεγγυητή της «ασφάλειας» των Στενών. Στις 15/7 τα Στενά του Ορμούζ έκλεισαν ολοκληρωτικά μετά την ταυτόχρονη σχεδόν ανακοίνωση επανεκκίνησης του αποκλεισμού από το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ (για όσα πλοία κατευθύνονται από και προς το Ιράν) και από την απαγόρευση διέλευσης της ιρανικής ηγεσίας (για όσα πλοία δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των Φρουρών της Επανάστασης).
Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές είχαμε την 11η μέρα συνεχόμενων αεροπορικών επιδρομών των ΗΠΑ και σημαντικών πληγμάτων του Ιράν στις αμερικανικές βάσεις όλων των χωρών του Κόλπου και της Αραβικής Χερσονήσου (Συρία, Ιράκ, Ιορδανία). Οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές έχουν πλήξει κέντρα στρατιωτικής διοίκησης, βάσεις εκτόξευσης και αποθήκες πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συστήματα αεράμυνας, ναυτικές και παράκτιες στρατιωτικές υποδομές.
Τις τελευταίες μέρες χτυπήθηκαν επίσης γέφυρες και τούνελ σε στρατηγικά σημεία που οδηγούν προς τα Στενά του Ορμούζ καθώς και μονάδες παραγωγής ενέργειας και σταθμοί αφαλάτωσης. Τα χτυπήματα γεωγραφικά επικεντρώθηκαν κυρίως στη νότια ακτογραμμή της χώρας και σε στρατηγικά σημεία των Στενών του Ορμούζ, όπως το Λιμάνι Μπαντάρ Αμπάς, η πόλη Σιρίκ, το νησί Κεσμ, αλλά και στην ενδοχώρα, όπως στην πόλη Ισφαχάν. Τέλος, χτυπήθηκε για πρώτη φορά άδειο πετρελαιοφόρο στις λιμενικές εγκαταστάσεις του νησιού Καργκ από το οποίο εξάγεται το 90% του ιρακινού αργού πετρελαίου.
Αντίστοιχα η ιρανική ηγεσία κλιμάκωσε και διεύρυνε τα χτυπήματά της στις αμερικανικές βάσεις, ξεκινώντας από το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν και εντάσσοντας σταδιακά τις βάσεις σε Ιορδανία, Ομάν και Κατάρ, στοχεύοντας σημαντικά ραντάρ επιτήρησης και αεράμυνας, αεροδιάδρομους και αποθήκες πυρομαχικών. Σε απάντηση αντίστοιχων χτυπημάτων των ΗΠΑ, το Ιράν κλιμάκωσε με χτύπημα σε κτίριο διαμονής στρατιωτικού προσωπικού στο Μπαχρέιν και σε σταθμό παραγωγής ενέργειας και αφαλάτωσης νερού στο Κουβέιτ, ενώ προκάλεσε ζημιές στις εγκαταστάσεις της αμερικανικής εταιρείας Amazon στο Μπαχρέιν.
Στρατιωτικο-πολιτικά ερωτήματα και ενδεχόμενα
Έχει γίνει φανερό πως η λήξη της εύθραυστης εκεχειρίας και του μνημονίου και η επαναφορά αλλά και κλιμάκωση της πολεμικής σύγκρουσης αποφασίστηκαν από τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της Συνόδου του ΝΑΤΟ. Αντίστοιχα αποφασίστηκε και η κλιμάκωση στο κυρίως μέτωπο της Ουκρανίας.
Οι περίπου τρεις εβδομάδες που είχαν μεσολαβήσει μεταξύ της Συνόδου του ΝΑΤΟ και της υπογραφής του Μνημονίου Κατανόησης ανέδειξαν, όπως ήταν φυσικό, την αδυναμία των ΗΠΑ να επιβάλουν στο Ιράν υποχωρήσεις που δεν είχαν καταφέρει με τη δύναμη των όπλων. Οι επικρίσεις και το «πυρ ομαδόν» από Δημοκρατικούς και κορυφαίες «δεξαμενές σκέψης» για το ότι μια κακή επιλογή (επίθεση στο Ιράν) διαδέχτηκε μία χειρότερη (το Μνημόνιο Κατανόησης) πολλαπλασιάστηκαν, θέτοντας στο στόχαστρο το σύνολο της στρατηγικής της διοίκησης Τραμπ.
Αντίστοιχα δυνάμωσαν οι επικρίσεις από τμήματα των Ρεπουμπλικάνων, αλλά στην κατεύθυνση προσφυγής ξανά στα όπλα. Επιπλέον στο εσωτερικό της διοίκησης των ΗΠΑ, σε διαφοροποίηση με το τμήμα της (Βανς) που δεν έβλεπε και δεν βλέπει στρατιωτική λύση στην αντιπαράθεση με το Ιράν, μεγάλωνε η «επιρροή» εκείνου του τμήματος (Ρούμπιο) που θεωρούσε πως η συμφωνία δεν πρόσφερε τίποτε στις ΗΠΑ και πως οι ΗΠΑ έπρεπε να επιστρέψουν στη «διαπραγμάτευση μέσω ισχύος». Και στη φάση αυτή με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ.
Πάντως, για να αναφερθούμε στο προφανές, η διοίκηση Τραμπ κάθε άλλο παρά έχει διασαφηνίσει το πώς μπορεί να αποδυναμώσει τον έλεγχο που ασκεί το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ. Ακόμα και αν καταστρέψει όλες τις ιρανικές παράκτιες υποδομές, φτάνει η καθημερινή εκτόξευση από την ενδοχώρα μερικών δεκάδες ιρανικών ντρόουν για να κρατιούνται κλειστά τα Στενά επ’ αόριστο. Ή μήπως εκτιμά ότι η ζημιά που όντως υφίσταται το Ιράν από τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό θα το οδηγήσει σε υποχώρηση, όταν αυτό δεν μπόρεσε να το πετύχει στην αμέσως προηγούμενη φάση;
Βέβαια, αποτελεί ακόμα μεγαλύτερο ερωτηματικό και χαρακτηριστικό δείγμα της ασάφειας αλλά και των αδιεξόδων που δεν έχουν αρθεί το ποιες θα είναι οι επιλογές της διοίκησης Τραμπ εάν οι ΗΠΑ εξαντλήσουν μια «συνηθισμένη» στρατιωτική πίεση προς το Ιράν και δεν καταφέρουν να πετύχουν μια καλύτερη (και ποια ακριβώς;) συμφωνία.
Οι επαναλαμβανόμενες απειλές Τραμπ για ισοπέδωση των ενεργειακών υποδομών και υποδομών μεταφοράς (γέφυρες, σήραγγες) και ύδρευσης, που σε μια πολύ μικρή κλίμακα πραγματοποιούνται ήδη, θα μετατραπούν τελικά σε πράξη; Διαφορετικά διατυπωμένο το ερώτημα είναι αν, μπροστά στα αδιέξοδα που προκάλεσε η αποτυχία στην επίτευξη των στόχων της, η διοίκηση Τραμπ και τμήματα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού αρχίζουν να ερωτοτροπούν με έναν μεγάλης κλίμακας τυχοδιωκτισμό, προκειμένου να αναιρέσουν την αποτυχία του προηγούμενου.
Παράλληλα, και στο ίδιο τυχοδιωκτικό πλαίσιο, φαίνεται ότι η συζήτηση στα αμερικανικά επιτελεία περιλαμβάνει ή τέλος πάντων αφήνει ανοιχτό και το ενδεχόμενο μιας περιορισμένης χερσαίας επέμβασης-κατάληψης του στρατηγικού νησιού Καργκ ή κάποιων παράκτιων ιρανικών στρατηγικών τοποθεσιών. Παρά το γεγονός ότι σημαντικές δυτικές «δεξαμενές σκέψης» και στρατιωτικοί αναλυτές θεωρούν μια τέτοια επιλογή (αυτο)καταστροφική.
Άραγε θα προβεί η διοίκηση Τραμπ σε μια επιχείρηση ισοπέδωσης των ενεργειακών υποδομών του Ιράν, όταν από την άλλη μεριά το Ιράν απειλεί, κατ’ αναλογία των αντίστοιχων απειλών των ΗΠΑ, ευθέως τις μοναρχίες του Κόλπου ότι, αν δεν σταματήσουν αυτές τις κινήσεις των ΗΠΑ, τότε «οι Άραβες θα επιστρέψουν στην εποχή με τις καμήλες και τα σανδάλια»; Μπορούν να αντέξουν οι ΗΠΑ την ανατίναξη όλης της δομής των περιφερειακών τους συμμαχιών, όταν σ’ αυτές βασίζουν την επαναφορά της διαταραγμένης επικυριαρχίας τους στην περιοχή; Μπορούν ν’ αντέξουν και κυρίως να αντιμετωπίσουν και πώς μια επιλογή της ιρανικής ηγεσίας να κάνει τελικά πράξη την προειδοποίησή της ότι θα κλείσει, με τη βοήθεια και των Χούθι που ήδη απειλούν, τα Στενά του Bab el Mandeb και συνακόλουθα την Ερυθρά Θάλασσα και άρα και την πρόσβαση στη Διώρυγα του Σουέζ, προκαλώντας έμφραγμα στο παγκόσμιο εμπόριο;
Γενικότερα, είναι έτοιμες οι ΗΠΑ για μια κατακόρυφη άνοδο της σύγκρουσης σε ανεξέλεγκτα επίπεδα, γεγονός που συνδέεται φυσικά και με το πώς θα κινηθούν τότε οι δύο ευρασιατικοί ιμπεριαλιστές, με δεδομένη την αναβάθμιση της πολιτικοστρατιωτικής συνεννόησης του τριγώνου Ρωσίας- Ιράν-Κίνας;
Από την άλλη, και στη βάση ακριβώς των αδιεξόδων που παράγει μια τέτοια συλλογιστική, ορισμένοι αναλυτές κρίνουν πως οι εξελίξεις οδηγούνται σε ένα είδος «αιώνιου πολέμου» στην περιοχή. Αφενός είναι πολύ νωρίς για να εκτιμήσουμε κάτι τέτοιο, αφετέρου, είναι μάλλον το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, δηλαδή να βαλτώσει σε μια σύγκρουση χαμηλής (ή έστω μεσαίας) έντασης, χωρίς ορίζοντα λήξης, με τα αδιέξοδα να μεγαλώνουν και ενώ οι παγκόσμιες επιδιώξεις τους «φωνάζουν» για αναπροσαρμογή -έστω με κόστος- των επιλογών τους.
Το κύριο μέτωπο στην Ουκρανία «βράζει» και ταυτόχρονα θεωρείται ευνοϊκή συγκυρία για να κλιμακωθεί ο πόλεμος φθοράς της Ρωσίας. Οι εκκρεμότητες στο Δυτικό ημισφαίριο, παρά τις επιτυχίες στον Παναμά (εκδίωξη κινέζικων εταιρειών από τον έλεγχο της ομώνυμης Διώρυγας) και τη Βενεζουέλα έχουν από μια άποψη μεγαλώσει (διαφοροποιήσεις Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών και Καναδά). Ενώ στο θέατρο του Ινδο-Ειρηνικού από τη μια οι ΗΠΑ δεν έχουν εξελίξει σοβαρά τις αντικινέζικες πρωτοβουλίες τους και από την άλλη ορισμένες επιλογές της διοίκησης Τραμπ έχουν δημιουργήσει ερωτηματικά για τις προθέσεις των ΗΠΑ και έχουν οξύνει τις δυσαρέσκειες των «συμμάχων» τους στην περιοχή.
Εξίσου νωρίς είναι να εκτιμήσουμε αν οι ΗΠΑ, που πράγματι ωθούν τα καθεστώτα της περιοχής στη διαμόρφωση εναλλακτικών – έναντι πάντα των Στενών του Ορμούζ- ενεργειακών διαδρομών, έχουν αποφασίσει και κινούνται στην κατεύθυνση μιας μεγάλης υποβάθμισης του ενεργειακού ρόλου των Στενών του Ορμούζ, στη λογική «διάγραψε» αυτό που δεν μπορείς να ελέγξεις.
Πάντως, με τη δική τους πίεση υπογράφηκε πολύ πρόσφατα η συμφωνία Ιράκ-Συρίας για την ανακατασκευή και αναβάθμιση ενός σημαντικού πετρελαιαγωγού, που θα ονομαστεί «Ζωτικός Ενεργειακός Διάδρομος» και θα μεταφέρει ιρακινό αργό πετρέλαιο μέσω του συριακού εδάφους απευθείας στο λιμάνι της Μπανίγιας, στα παράλια της Μεσογείου. Επίσης, λόγω των εξελίξεων που ακολούθησαν την επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, ήδη το 36% του αργού πετρελαίου της Αραβικής Χερσονήσου διοχετεύεται μέσω αγωγών στην Ερυθρά Θάλασσα (Yanbu), στον Κόλπο του Ομάν (Fujairah) και στη Μεσόγειο (Ceyhan).
Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν μόνο κομβικό ενεργειακό διάδρομο (από αυτά διακινείται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και το 20% του παγκόσμιου LNG), αλλά ταυτόχρονα και «πύλη» γενικού εμπορίου μιας και από αυτά διακινείται το 30% της παγκόσμιας παραγωγής λιπασμάτων, ενώ οι χώρες του Κόλπου εισάγουν μέσω αυτών τα 80-90% των τροφίμων που έχουν ανάγκη. Ως εκ τούτου, θα είναι πολύ δύσκολη μια πλήρης παράκαμψή τους.
Θα λέγαμε πως από την έναρξη των βομβαρδισμών και δώθε, μόνο στον Λίβανο - και αυτό ώς έναν βαθμό - οι ΗΠΑ έχουν καταφέρει να προχωρήσουν κάποιες επιδιώξεις τους σε ευθεία συνεργασία με το σιωνιστικό κράτος. Έτσι, βρισκόμαστε στη φάση που με βάση τη συμφωνία Ισραήλ-Λιβάνου στην Ουάσιγκτον θα αρχίσει η πιλοτική εφαρμογή της αντικατάστασης των ισραηλινών δυνάμεων σε τμήματα των λιβανέζικων περιοχών που αυτές έχουν καταλάβει από τον - χρηματοδοτούμενο από τις ΗΠΑ - λιβανέζικο στρατό του προδότη Αούν. Ενός στρατού που στην προηγούμενη φάση υποχώρησε από τις θέσεις του χωρίς να ρίξει ούτε μια ντουφεκιά ενάντια στους σιωνιστές εισβολείς. Έτσι, όχι μόνο επικυρώνεται η κατοχή τμήματος του Λιβάνου από τους σιωνιστές και τους δίνεται de facto «λόγος» στις εξελίξεις σε μια άλλη χώρα, αλλά μεγαλώνει και ο κίνδυνος ενός εμφυλίου στη Χώρα των Κέδρων. Πάντως, και στο πεδίο αυτό και παρά τα χτυπήματα που έχει δεχτεί, η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να διατηρεί όχι μόνο τη θέληση αλλά και τη δυνατότητα να κάνει δύσκολη τη ζωή των δυνάμεων κατοχής.
Συμπερασματικά, βρισκόμαστε για μια ακόμη φορά μπροστά σε αχαρτογράφητα νερά, με τα διλήμματα και τις επιλογές να δυσκολεύουν. Το βέβαιο είναι πως με βάση τις δυνάμεις που κανοναρχούν τις εξελίξεις δεν προοιωνίζονται καλύτερες μέρες για τον λαό του Ιράν και όλους τους λαούς της περιοχής. Παρά τις εκτιμήσεις (στο αριστερό φάσμα) περί του αντιθέτου, που θορυβούσαν φλύαρα και κυρίως παραβίαζαν συστηματικά τη λενινιστική επιταγή για «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», πριν βέβαια σχεδόν σιωπήσουν το τελευταίο διάστημα…