«Κανένας δεν θα πρέπει να είναι τόσο πλούσιος, ώστε να μπορεί να εξαγοράσει κάποιον άλλο, και κανένας τόσο φτωχός, ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τον εαυτό του». Ξεκινώντας με το παραπάνω απόφθεγμα του Ρουσσώ, το κείμενο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα από το Ινστιτούτο Αλέξης Τσίπρας, με τίτλο «Μανιφέστο για τη συμπαράταξη της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας», καθιστά ευθύς εξαρχής σαφή τα βασικά συστατικά του πονήματος: ένα μίγμα από χρεοκοπημένες σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες, αοριστολογίες και κενές περιεχομένου διακηρύξεις, αλλά και κατάθεσης διαπιστευτηρίων προς ξένα και ντόπια κέντρα εξουσίας του συστήματος.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην προαναφερθείσα ρήση, που αποτυπώνει το ιδεολογικό κλίμα μιας εποχής στην οποία η ανερχόμενη αστική τάξη μπορούσε ακόμα να επιδίδεται σε ριζοσπαστικές φαντασιώσεις, δύναται να εντοπίσει κανείς την ψευδαίσθηση πάνω στην οποία θεμελιώθηκε κάποτε το οικοδόμημα των σοσιαλδημοκρατικών και ρεφορμιστικών ιδεολογημάτων: ο πλούτος και η φτώχεια μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά, αρκεί να περιοριστούν οι ακραίες εκφράσεις τους, οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι δυνατόν να συμφιλιωθούν, ένας «δημοκρατικός» καπιταλισμός, όπου θα βασιλεύουν η κοινωνική ειρήνη και η ταξική συνεργασία, είναι εφικτός. Εκεί βρίσκεται και η βασική πηγή των σημερινών αδιεξόδων της σοσιαλδημοκρατίας: αν σε μια περίοδο ύπαρξης του αντίπαλου σοσιαλιστικού δέους, όλα αυτά είχαν μια χρησιμότητα για τις δυνάμεις του συστήματος, προκειμένου να εγκλωβίζουν τις μάζες με τις λεγόμενες κεϋνσιανές πολιτικές, στη σημερινή φάση κρίσης και γενικευμένης επίθεσης δεν μπορούν να παίξουν τον παραμικρό ρόλο. Σε αυτές τις συνθήκες, η καταβαράθρωση των μεσοστρωμάτων τούς έχει επιπλέον αφαιρέσει την κοινωνική βάση στήριξης, εξατμίζοντας κάθε υλική δυνατότητα ύπαρξης και αναπαραγωγής μιας σοσιαλδημοκρατικού τύπου διαχείρισης του καπιταλισμού. Δεδομένων τούτων, μπορούμε να κρίνουμε και την ποιότητα των διακηρύξεων του κειμένου, που αναζητούν «ένα νέο δίκαιο κοινωνικό συμβόλαιο με τους μη ευνοημένους των αγορών»!
Στο ίδιο πνεύμα, κεντρικός άξονας του «μανιφέστου» είναι η ανάγκη συνένωσης «των τριών ρευμάτων της Αριστεράς του 20ού αιώνα, της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής και Ανανεωτικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας». Βέβαια, το ξέρουν και οι πέτρες πως τα ρεύματα αυτά, που καμία σχέση δεν έχουν με την Αριστερά, ως Σοσιαλιστές, Πράσινοι και μεταλλαγμένοι ευρωκομμουνιστές, αποτέλεσαν όχι μόνο βασικά συμπληρώματα της πολιτικής του συστήματος για δεκαετίες, αλλά και πρωταγωνιστικούς φορείς της άγριας επίθεσης στην εργατική τάξη και τους λαούς και φανατικούς υποστηρικτές των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων όπου γης. Από τα σάπια υλικά αυτά, λοιπόν, τίποτε το νέο και ελπιδοφόρο για τον κόσμο της δουλειάς δεν μπορεί να παραχθεί. Και αυτό το γνωρίζει και ο ίδιος ο Τσίπρας, που μπροστά στις ανάγκες αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού σκηνικού καταθέτει διαμέσου αυτής της γενικής κατεύθυνσης μια πιθανή γραμμή πλεύσης, ενώ ταυτόχρονα αναζητά όρους διεύρυνσης του μορφώματος που επιχειρεί να συγκροτήσει προς τις δυνάμεις της «παραδοσιακής» κεντροαριστεράς.
Στο κείμενο του Ινστιτούτου Τσίπρα είναι φανερή η προσπάθεια να εγκολπωθούν μια σειρά από αγωνίες που ταλανίζουν τη ντόπια άρχουσα τάξη, σε μια φάση έντασης των αδιεξόδων της, που προκύπτουν κυρίαρχα από τις ανισορροπίες της διπλής της εξάρτησης από Αμερικάνους και Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Είναι χαρακτηριστικές οι αναφορές του στο ζήτημα της ΕΕ, με επίκληση στην ανάγκη «πολιτικής ενοποίησης», που αποτελεί ένα ξεκάθαρο κλείσιμο του ματιού στα κέντρα των Ευρωπαίων εκείνα, που ειδικά το τελευταίο διάστημα εκφράζουν δυσαρέσκειες για τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη διαμέσου των αποκαλύψεων για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις υποκλοπές. Σε αυτά τα θέματα, φυσικά, υπάρχουν οι γενικόλογες καταγγελίες στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και καμία αναφορά στον ρόλο της εξάρτησης της χώρας από τον ιμπεριαλισμό, στην ΚΑΠ, στο γεγονός ότι η χώρα έχει μετατραπεί σε ξέφραγο αμπέλι για τις μυστικές υπηρεσίες και τους μηχανισμούς των ιμπεριαλιστικών κέντρων.
Το ίδιο, προφανώς, ισχύει και σε σχέση με τις βαρύγδουπες διατυπώσεις ενάντια στη «μονοδιάστατη ανάπτυξη» και περί «παραγωγικής ανασυγκρότησης», λες και δεν είναι η πολύχρονη ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ που έχει παίξει καθοριστικό ρόλο σε μια πορεία παραγωγικής αποδιάρθρωσης και αποβιομηχάνισης. Λες και το γεγονός ότι «το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων κατευθύνεται στον τουρισμό, στα ακίνητα και στο χρηματιστήριο» αποτελεί κάποιους είδους ιδεολογική αγκύλωση αποκλειστικά της ΝΔ και όχι δομικού χαρακτήρα επιλογή της ντόπιας εξαρτημένης άρχουσας τάξης, που έχει ανακηρύξει τον τουρισμό «βαριά βιομηχανία». Παράλληλα, είναι σαφές ότι οι επισημάνσεις του «μανιφέστου» για «το Ταμείο Ανάκαμψης που θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας» και «μετατράπηκε σε μηχανισμό ενίσχυσης μιας ομάδας επιχειρηματιών που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση» επιχειρούν να προσεταιριστούν μερίδες της αστικής τάξης που αισθάνονται ριγμένες από τη μοιρασιά των ευρωπαϊκών κονδυλίων και διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα.
Σχολιάστηκε, επίσης, από αρκετούς το γεγονός της παντελούς έλλειψης αναφοράς στο κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ στο σημείο του κειμένου όπου γίνεται λόγος για τις διεθνείς εξελίξεις: «Μετράμε ήδη εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τη γενοκτονία στη Γάζα, τη στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν, και τους βομβαρδισμούς στο Λίβανο». Για έναν από τους μεγαλύτερους θιασώτες των αμερικανόπνευστων αξόνων με το Ισραήλ, όπως ο Τσίπρας, που γνώρισαν μέρες δόξας επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, προφανώς η γενοκτονία και ο βομβαρδισμός του Λιβάνου δεν έχουν υποκείμενο! Το ζήτημα, ωστόσο, είναι ότι και εκεί που το κείμενο δεν καταφεύγει σε τέτοιες λαθροχειρίες, φροντίζει να στείλει σήματα συμμόρφωσης στους μεγάλους υπερατλαντικούς «προστάτες». Πέρα από τις «ήπιες» αναφορές για την αστάθεια που προκάλεσε η εκλογή Τραμπ και τις ΗΠΑ που μετατρέπονται σε «κράτος ταραξία», από την περισπούδαστη «επιστημονική» ανάλυση απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στις βάσεις, το ΝΑΤΟ και τον ρόλο των Αμερικάνων στη χώρα, στην ποικιλόμορφη εμπλοκή της στα μέτωπα του πολέμου, απέναντι στον οποίο προτάσσεται το αδειανό πουκάμισο του «διεθνούς δικαίου». Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, μιας και είναι γνωστές οι υπηρεσίες του χώρου αυτού στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, από την ενίσχυση των βάσεων, τον «στρατηγικό διάλογο» με τις ΗΠΑ, τη συμφωνία των Πρεσπών και την υπηρέτηση της διείσδυσης του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια της «πρώτης φοράς Αριστερά» μέχρι και τη φανατική στήριξη των κάθε λογής πολεμικών αποστολών, όπως καταγράφηκε πρόσφατα με το παράδειγμα της Κύπρου και της Σαουδικής Αραβίας.
Μόνο θυμηδία προκαλούν, τέλος, οι αναφορές του κειμένου περί «ενίσχυσης του κόσμου της εργασίας», από τον πρωθυπουργό που τσάκισε τον λαό και τη νεολαία με σκληρά αντιλαϊκά μέτρα, αντιασφαλιστική επίθεση, απεργοκτόνους νόμους και το τρίτο μνημόνιο, που προστέθηκε σε αυτά των προηγούμενων κυβερνήσεων. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τις αυταπάτες που επιχειρεί εκ νέου να καλλιεργήσει για «συνεργατικό κράτος», με «ενίσχυση θεσμών συμμετοχικής δημοκρατίας», όπως τα δημοψηφίσματα, όταν και ο ίδιος ο Τσίπρας έχει ομολογήσει ότι δεν αντιμετώπισε τη λαϊκή ετυμηγορία παρά σαν ένα ακόμα διαπραγματευτικό χαρτί στις συναλλαγές του με τους ιμπεριαλιστές.
Το σίγουρο είναι ότι -με τις εκλογές να διαφαίνονται στον ορίζοντα- ο Τσίπρας δεν έχει την πολυτέλεια χρόνου να αντιμετωπίσει στοιχειωδώς το ζήτημα της αναζήτησης μηχανισμού και στελεχών και επισπεύδει κινήσεις για την ανακοίνωση του κόμματός του μέσα στον επόμενο μήνα, ενώ δέχεται και τα κατάλληλα «σπρωξίματα» από μια σειρά κέντρων. Ανεξαρτήτως του που θα καταλήξει η μάχη με το ΠΑΣΟΚ για την πρωτοκαθεδρία, αλλά και του τι θα διαμορφωθεί ως πιθανή πολιτική λύση διακυβέρνησης μέσα στους επόμενους μήνες, το σύστημα στο πρόσωπο του Τσίπρα είναι βέβαιο ότι αναγνωρίζει έναν πρόθυμο υπηρέτη, που οι εξελίξεις θα κρίνουν αν και σε ποιο βαθμό θα αξιοποιηθεί.