Η ολοκλήρωση του 33ου συνεδρίου του Εργατικού Κέντρου Αθήνας έγινε στο φόντο των εξελίξεων με τις εργοδοτικές δολοφονίες στη «Βιολάντα», την κάθοδο των αγροτών στην Αθήνα, την ψήφιση του νόμου για το χτύπημα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, αλλά και τις αποκαλύψεις για τη διασπάθιση χρημάτων από ευρωπαϊκά κονδύλια από τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο. Το συνέδριο του ΕΚΑ, με βάση τον συσχετισμό δύναμης που έχει διαμορφωθεί, δεν μπόρεσε να εκφράσει κάτι διαφορετικό από αυτό που εξέφρασε πριν λίγο καιρό το συνέδριο της ΑΔΕΔΥ, αλλά και η εικόνα συνολικά των συνδικαλιστικών οργάνων. Από τη μία η υποχώρηση των συστημικών δυνάμεων, που στην προκειμένη εκφράζεται με διασπάσεις και πτώση ποσοστών, και από την άλλη η κάλυψη του κενού αυτού από τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ, οι οποίες μετά τις αποκαλύψεις Παναγόπουλου «τρίβουν τα χέρια τους» μπροστά στην αναταραχή που υπάρχει στην ΠΑΣΚΕ. Έτσι λοιπόν έχουμε την παραμονή της ΔΑΣ (ΠΑΜΕ) στην πρώτη θέση με 11 έναντι 9 εδρών που είχε στο προηγούμενο ΔΣ, στη δεύτερη θέση είναι η ΠΑΣΚΕ με τον Γιάννη Παναγόπουλο να εκλέγεται και εκπρόσωπος στο επερχόμενο συνέδριο της ΓΣΕΕ, και τρίτο το Μέτωπο Εργαζομένων επίσης με 5 έδρες. Ακολουθούν η Νέα Πορεία (διάσπαση ΔΑΚΕ) με 4 έδρες, οι Εργαζόμενοι Μαζί (διάσπαση ΠΑΣΚΕ) με 3 έδρες και η ΔΑΚΕ με άλλες 3.
Το συνέδριο σαν διαδικασία ήταν άνευρο και γενικά αναμενόμενο. Οι εκπρόσωποι των βασικών δυνάμεων δεν συμμετείχαν, πολλοί από αυτούς ούτε και σαν παρακολουθητές, με εξαίρεση τη ΔΑΣ, η οποία με περισσότερο οπαδικό παρά πολιτικό τρόπο παρέμβηκε στη διαδικασία για να αναδείξει ότι το εργατικό κέντρο… αλλάζει σελίδα. Είναι προφανές ότι από τη μια οι δυνάμεις του εργοδοτικού συνδικαλισμού (ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, Μέτωπο και διασπάσεις), που έχουν και την πλειοψηφία στους συνέδρους, θέλανε μια διαδικασία τυπική και χωρίς πολλά ευτράπελα, ενώ από την άλλη η ΔΑΣ, μπροστά σε αυτό το σκηνικό διάλυσης και με τον οργανωτικό της συσχετισμό να την ευνοεί, επανέλαβε κινήσεις εντυπωσιασμού για να μετατοπίσει όποιους συνέδρους ταλαντευόντουσαν.
Η ουσία όμως του συνεδρίου αποτυπώνεται στα αποτελέσματα και τις αποφάσεις του. Η κατάπτυστη απόφαση για 4ωρη στάση εργασίας (με πρόταση της ΔΑΣ) τη μέρα κατάθεσης του νόμου για τις ΣΣΕ και της καθόδου των αγροτών στην Αθήνα είναι τροχιοδεικτική για το τι θα ακολουθήσει. Οι βαριές κουβέντες της αλλαγής συσχετισμών και οι κορώνες ενάντια στον νόμο αλλά και τη «συνδικαλιστική μαφία» της ΓΣΕΕ εξανεμίζονται την ίδια στιγμή και δεν βρίσκουν κανένα κινηματικό αντίκρυσμα. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει αλλιώς, όταν οι μεν εργατοπατέρες κάθε απόχρωσης κινούνται στην ίδια πολιτική αντίληψη με τον Παναγόπουλο και έχουν γίνει στρώμα που σιτίζεται από το σύστημα, το δε ΠΑΜΕ αποθεώνει την ανάθεση και την εικονική πραγματικότητα μιας αντεπίθεσης που υποτίθεται γίνεται από το ίδιο, με τους εργαζόμενους έξω από τα σωματεία στην πλειοψηφία τους. Με αυτή τη συζήτηση και τις δυνάμεις με αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι λογικό άλλοι να προαλείφονται για την πρώτη θέση στη ΓΣΕΕ (Φωτόπουλος) και άλλοι να διεκδικούν τον ρόλο του μεσάζοντα με το σύστημα (ΔΑΣ). Το βασικό πρόβλημα είναι ο ίδιος ο Παναγόπουλος, ο οποίος μπορεί να έχει απέναντί του όλους αυτούς, το επίσημο ΠΑΣΟΚ και την… ΕΕ που του έβγαλε τα «σκάνδαλα», αλλά έχει δηλώσει ότι δεν παραιτείται από πρόεδρος της ΓΣΕΕ και θα ξαναθέσει υποψηφιότητα με μεγάλο κομμάτι των συνδικαλιστών της ΠΑΣΚΕ το οποίο τον στηρίζει ανοιχτά.
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ είναι 71 χρονών και εργάζεται ακόμα (τυπικά) στην Εθνική Τράπεζα, αν και βάσει του κανονισμού της θα έπρεπε να έχει συνταξιοδοτηθεί από το 2013, όταν συμπλήρωσε 38 χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας και 58 χρόνια ηλικίας. Επίσης -όπως δήλωσε και ο ίδιος- δεν έχει ανάγκη να υπεξαιρέσει χρήματα μιας και πληρώνεται με αρκετές δεκάδες χιλιάδες ευρώ τον χρόνο. Είναι ενδεικτικό ότι στους λογαριασμούς του που δεσμεύτηκαν βρέθηκαν πάνω από 2 εκατομμύρια ευρώ. Ακόμη, είναι από τους μακροβιότερους προέδρους της ΓΣΕΕ με 20 χρόνια θητεία.
Όλα αυτά δεν τα αναφέρουμε γιατί είναι ζήτημα προσωπικό, αλλά γιατί αυτά τα στοιχεία δείχνουν πώς λειτουργεί αυτό το στρώμα των εργατοπατέρων, το οποίο -όπως αναφέραμε- σιτίζεται από το σύστημα. Αυτή η εργατική αριστοκρατία έχει τέτοια χαρακτηριστικά. Είναι αριστοκράτες που κάνουν τους εργαζόμενους και δεν έχουν καμία σχέση με την εργατική τάξη και τον κόσμο του μόχθου. Εξυπηρετούν το σύστημα και δεν μπορούν να υπάρξουν έξω από τις σχέσεις τους με αυτό. Αυτή τους τη θέση υπερασπίζονται και στα όργανα του εργατικού κινήματος. Και για αυτόν τον λόγο κρατάνε τους εργαζόμενους έξω από τα σωματεία και μποϊκοτάρουν τους αγώνες και τις απεργίες. Για να υπερασπιστούν δηλαδή τα συμφέροντα του κεφαλαίου, το οποίο τους φροντίζει και τους κρατά στις θέσεις αυτές. Αυτούς και όποιους επίδοξους αντικαταστάτες τους, μαζί με τις αντιλήψεις που καλλιεργούν σπέρνοντας την απογοήτευση και την ηττοπάθεια πλατιά στους εργαζόμενους, πρέπει να αποκαλύψει και να αντιπαλέψει το εργατικό κίνημα.