Επιδημίες στη Θεσσαλονίκη άλλων εποχών

Πίσω ακριβώς από το κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου, αυτό της παλιάς Φιλοσοφικής, ξεκίναγαν τα «χολεριασμένα». Ήταν οι τάφοι όλων εκείνων των Εβραίων που πέθαναν στην επιδημία χολέρας του 1911-1913. Βρίσκονταν βαλμένοι πυκνά σε μεγάλη έκταση, μέσα στα Εβραϊκό Νεκροταφείο, τα «εβραίικα μνήματα» όπως τα ξέραμε εμείς. Αυτά που ξεπάτωσαν οι Γερμανοί κι οι έλληνες συνεργάτες τους στην Κατοχή. Κομμάτια από τα μάρμαρα των μνημάτων βρίσκει ακόμα κανείς σε διάφορα περιτοιχίσματα, σε πεζοδρόμια και σε προαύλια ναών της Θεσσαλονίκης.

Οι πανδημίες ήταν ένα συχνότατο φαινόμενο στους πληθυσμούς του παρελθόντος, φαινόμενο που χωρίς διακρίσεις αποδεκάτιζε, γι’ αυτό η πανούκλα ονομάστηκε «η δημοκρατία του θανάτου». Από το 1347 έως το 1352 αποδεκάτισε το μισό πληθυσμό της Ευρώπης. Ήταν ο τρομακτικός κι αμείλικτος «Μαύρος Θάνατος», που κάλπαζε με το δρεπάνι του ανάμεσα στους τέσσερεις «Ιππότες της Αποκαλύψεως». Θέριζε αμείλικτα αφού μόνο στην Κωνσταντινούπολη του 1812 ο λοιμός αποδεκάτισε 70.000 (πέθαιναν καθημερινά 2.000 άτομα), ενώ το 1836-1837 η πανούκλα θέρισε 30.000 άτομα. Στη Θεσσαλονίκη μετά το 1814 πέθαναν 15.000 άτομα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Οι λοιμοί απασχόλησαν γιατρούς, ιστορικούς ερευνητές, λογοτέχνες, κινηματογραφιστές, θεατρικούς συγγραφείς, ακόμα και καραγκιοζοπαίχτες. Ανατριχιαστικός φαντάζει ο «Αττικός Λοιμός» το 429-425π.χ., έτσι όπως τον περιέγραψε ο Θουκυδίδης στον «Πελοποννησιακό Πόλεμο». Είναι ο λοιμός που έστειλε στο θάνατο τον Περικλή.

Όμως πώς χαρακτηρίζεται μια επιδημία; Πρόκειται για αρρώστια που πλήττει για ορισμένη περίοδο, ορισμένο πληθυσμό, ανεξέλεγκτα και που η εξάπλωσή της υπερβαίνει τα αναμενόμενα ή προβλεπόμενα όρια. Πράγματι η λέξη επιδημία κυριολεκτεί γραμματολογικά (επι-δημία: πάνω από τον δήμο).

Η Θεσσαλονίκη, σαν μια περιτοιχισμένη πόλη, όπου η κυκλοφορία των ανέμων ήταν δυσχερής, δεινοπάθησε πολλές φορές από λοιμούς. Κέντρο ελλιμενισμού και διαμετακομιστικού πολυεθνικού εμπορίου, από τη μια ήταν ευεπίφορη στην εξάπλωση των εισαγόμενων λοιμωδών νόσων, ενώ από την άλλη οι συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής ήταν ανύπαρκτες. Στη γενική εικόνα της πόλης το πρόβλημα το επέτειναν τα παλιά σπίτια με συνωστισμό ενοίκων, έλλειψη ικανοποιητικής ύδρευσης κι αποχετευτικού συστήματος, υπηρεσιών καθαριότητας, εξατομικευμένης υγιεινής και συστήματος υγείας. Σκουπίδια κι ακαθαρσίες πετιόνταν από τα παράθυρα ή έξω από την πόρτα. Τα λέσια από τα ζωντανά παρέμεναν στους δρόμους, τα ποντίκια, οι ψύλλοι και τα κουνούπια κυκλοφορούσαν ασύδοτα και θεωρούνταν οι βασικότεροι φορείς μεταδοτικών ασθενειών.

Η κατάσταση ήταν αφόρητη με τις επιδημίες να επανέρχονται κάθε είκοσι χρόνια σχεδόν. Η πανούκλα του 1497 είχε πολλά θύματα, μεταξύ αυτών και Εβραίους που είχαν εγκατασταθεί στην πόλη το 1493. Επιδημίες ξέσπαγαν συχνά τους επόμενους αιώνες (1550, 1569, 1581, 1588, 1609, 1648, 1679, 1724, 1741, 1748, 1779, 1783, 1832,1857, 1911-1913). Το 1609 η πανούκλα αποδεκάτισε την πόλη, ενώ από το 1832 η πόλη πλήττονταν από τη χολέρα. Στο λοιμό του 1741 στη φάση της έξαρσής του υπήρχαν 500 νεκροί ημερησίως. Τον Ιούνιο του 1783 απροσδιόριστος λοιμός (τύφος, χολέρα;) έπληξε τη Θεσσαλονίκη και προκάλεσε μέσα σ’ έναν χρόνο χιλιάδες νεκρούς. Ο κόσμος εγκατέλειπε την πόλη με προορισμό την ύπαιθρο, γειτονικές πόλεις και χωριά. Ποιες ήταν οι σπουδαιότερες ασθένειες; Η χολέρα, η πανούκλα, ο τύφος, η φυματίωση, η ελονοσία, η λέπρα, ο Δάγκειος πυρετός, η γρίπη (ινφλουέντσα), δυσεντερίες και φυσικά όλες οι παιδικές ασθένειες (ιλαρά, κοκίτης, ευλογιά, διφθερίτιδα, οστρακιά κ.λπ.).

Μπορεί ο κάθε οργανισμός να ήταν ευάλωτος στις επιδημίες, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων ήταν άτομα της κατώτερης και της μέσης κοινωνικής τάξης. Τα λαϊκά στρώματα διαβιούσαν σε άθλια κατάσταση και κανείς δεν νοιαζόταν για την τύχη τους. Η αμορφωσιά, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες οργίαζαν και δυσχέραιναν περισσότερο την κατάσταση. Άκουγαν, λέει, τα βράδια την πανούκλα να γυρνά στους δρόμους και να σημαδεύει σπίτια, οι εικόνες δάκρυζαν, πολλοί θεωρούσαν μια πανδημία σαν τιμωρία από το Θεό και πως οι άρρωστοι ήταν υπαίτιοι για ό,τι κακό τούς βρήκε. Οι προσευχές και οι λιτανείες δεν είχαν τελειωμό. Οι αντιδράσεις θρησκευτικής υστερίας κι ο παραλογισμός δεν έλειπαν. Διωγμοί Εβραίων και μαγισσών ήταν ένα από τα συνήθη ξεσπάσματα, ενώ ένα άλλο ήταν η αυτομαστίγωση σαν μέσο εξιλέωσης. Σκηνές θρησκευτικής υστερίας κι αυτομαστίγωσης παρουσιάζει στην ταινία του «Η 7η σφραγίδα» ο σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

Αν και στη Θεσσαλονίκη η πάνω πόλη (το Μπαΐρι), κατοικία κύρια του μουσουλμανικού στοιχείου, ήταν σχετικά πιο ευάερη, παρ’ όλα αυτά η αναλογία θυμάτων ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τον υπόλοιπο  πληθυσμό ήταν 3 προς 1. Αυτό οφειλόταν στις προλήψεις που πάγια κυκλοφορούσαν και θρέφονταν από τους Δερβίσηδες.

Ένα μεγάλο ποσοστό θυμάτων είχε και η ελονοσία, παρ’ όλο που δεν ήταν μεταδοτική ασθένεια. Όλη η δυτική Θεσσαλονίκη συνόρευε με έλη, γι’ αυτό τμήμα της είχε ονομασθεί «Μπάρα», ονομασία που κρατάει και μέχρι σήμερα (οδός Ειρήνης-Βαρδάρι). Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 τα θύματα της ελονοσίας έφταναν το ένα εκατομμύριο ετησίως.

Η φυματίωση επίσης υπήρξε ο φόβος κι ο τρόμος των φτωχών στρωμάτων κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Χαρακτηρίστηκε σαν η «αρρώστια των κομμουνιστών» (λόγω των φυλακίσεων, εξοριών και στερήσεων). Τέλος, σχετικά με τις παιδικές ασθένειες, ε… τότε κάνανε πολλά παιδιά (όσα φέρει ο Θεός, όπως έλεγαν), όλο και κάποιο θα ζούσε!

Παλιά, όπως και σήμερα, μια πανδημία έπληττε την οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή ζωή της πόλης. Παρακωλύονταν το εμπόριο κι οι συγκοινωνίες και διαλύονταν οι θεσμοί κοινωνικής τάξης. Σκηνές απάνθρωπου κυνισμού και βαρβαρότητας εξελίσσονταν, πάντα σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Κάτω από τον κίνδυνο της λαϊκής κατακραυγής και της κοινωνικής κι οικονομικής αναταραχής άρχισαν να παίρνονται κάποια μέτρα, που πολύ λίγο όμως απέδωσαν.

Από το 1829, με φιρμάνι του Σουλτάνου ιδρύθηκαν λοιμοκαθαρτήρια, πρώτα στη Μολδοβλαχία και στη συνέχεια στις μεγάλες πόλεις της ασιατικής κι ευρωπαϊκής οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί κλείνονταν οι ύποπτοι μόλυνσης, οι ταξιδιώτες και τα εμπορεύματα για ολόκληρες εβδομάδες. Δεν έλειπαν όμως τα κρούσματα μέσα στα λοιμοκαθαρτήρια. Στη Θεσσαλονίκη το πρώτο λοιμοκαθαρτήριο λειτούργησε σ’ ένα μεγάλο σπίτι κοντά στο λιμάνι (οδός Χίου), μεταφέρθηκε στην Οδό Εξοχών (στο ύψος της Σχολής Τυφλών, σήμερα Βασιλίσσης Όλγας), για να μεταφερθεί στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στην περιοχή της Καλαμαριάς (όπου σήμερα η Πλαζ της Αρετσούς). Κάποια από τα κτήρια διασώζονταν μέχρι τη δεκαετία του 1960. Εκεί πηγαίναμε μαθητές και κάναμε μπάνιο. Τα ξέραμε σαν «Απολυμαντήρια».

Το 1869 εκλέγεται δήμαρχος Θεσσαλονίκης ο Σουλεϊμάν Σουντή Μπέης με κύρια αποστολή την καθαριότητα της πόλης. Διοργανώνεται η πρώτη υπηρεσία οδοκαθαριστών από κατάδικους των φυλακών. Τα απορρίμματα φορτώνονταν σε καΐκια και πετιόνταν στα ανοιχτά του Θερμαϊκού κόλπου. Τη δεκαετία του 1860, με πρωτοβουλία του Σαμπρή Πασά, αυτού του μεγάλου αναμορφωτή της Θεσσαλονίκης, που το όνομά του έφερε η οδός Βενιζέλου, πάρθηκε η απόφαση να γκρεμιστούν για λόγους υγιεινής και εμπορίου τα παραλιακά, δυτικά και ανατολικά τείχη. Μέχρι το 1873 η κατεδάφιση είχε ολοκληρωθεί και με τα υλικά των τειχών ξεκίνησε η πρώτη επιχωμάτωση της παραλίας. Με τα υλικά αυτά έγινε κι η διαρρύθμιση της οδού Εθνικής Αμύνης (τότε οδός Χαμιδιέ) και το χτίσιμο όλων εκείνων των κτιρίων που για χρόνια φιλοξενούσαν τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης.

Από το 1840 η Οθωμανική Πολιτεία μερίμνησε για την ανέγερση «Κοινού της πόλεως θεραπευτηρίου». Προς τα τέλη του 19ου αιώνα και στο έμπα του 20ού ανεγείρονται σειρά νοσοκομείων όπως: Παλαιό Θεαγένειο (κάηκε το 1890 και μεταφέρθηκε στα 1893-94 στη σημερινή θέση του), Ιταλικό (πρόκειται για το Λοιμωδών, ανεγέρθηκε το 1893-94), Λαϊκό (Άγιος Δημήτριος, εγκαινιάστηκε στις 19 Αυγούστου 1904), Ιπποκράτειο (ολοκληρώθηκε με τη συνένωση δύο νοσοκομειακών μονάδων, λειτουργεί από τις 4 Μαΐου 1908) και, τέλος, το Ρωσικό, που εγκαινιάστηκε το 1910 και το 1925 μετατράπηκε στη «Μακεδονική Μαιευτική Κλινική», με πρώτο διευθυντή τον γυναικολόγο και μετέπειτα πρόεδρο της ΕΔΑ Γιάννη Πασαλίδη. Στην κλινική αυτή γεννήθηκα εγώ κι η γυναίκα μου. Είναι χαρακτηριστικό ότι μαζί με πολλά άλλα, χαρίστηκε στην ελληνική κυβέρνηση από την κομμουνιστική κυβέρνηση της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης.

Το 1277 ιδρύεται από Ενετούς ο Φραγκομαχαλάς, που αργότερα φιλοξενεί εκκλησία, τη σχολή των Φρέρηδων (Ντε Λασάλ, Καλαμαρί, Άγιος Βικέντιος) και νοσοκομείο (γνωστό στον πολύ κόσμο για τις καλογριές του, που ξεβούλωναν τ’ αυτιά). Το νοσοκομείο αυτό ήταν σε λειτουργία μέχρι τον Νοέμβριο του 1999, όπου είχε την τελευταία του εφημερία.

Παρ’ όλη αυτή τη νοσοκομειακή υποδομή, η επιδημία χολέρας στα 1911-13 δεν αποφεύχθηκε, αποδεικνύοντας ότι οι συνθήκες διαβίωσης κι εργασίας του πληθυσμού ήταν απαράδεκτες κι ότι η υγειονομική φροντίδα και οι καραντίνες δεν μπορούσαν ν’ αντιμετωπίσουν τις επιδημίες.

Μια συγκριτική εξέταση κι ανάλυση του τότε και του σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, θα έβρισκε πολλά κοινά. Η επιδημία του κορονοϊού απέδειξε όχι μόνο το πόσο απροετοίμαστο είναι το σύστημα για την αντιμετώπιση μιας πανδημίας, αλλά και πόσο πολύ προσπάθησε για να το πετύχει αυτό, με την απαξίωση και ιδιωτικοποίηση της δημόσιας υγείας και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Ασθένειες ξεχασμένες ξαναγυρίζουν δριμύτερες, ασθένειες που θεωρούνταν τριτοκοσμικές εισβάλλουν στις μεγάλες καπιταλιστικές μητροπόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Η φύση εκδικείται, αλλά ο καπιταλισμός τα κάνει όλα καραμπόλα στις πλάτες του λαού, προσπαθώντας να βγάλει από τη ζημία κέρδος, την ώρα που όλοι μας ανησυχούμε «για όλα αυτά που γίνονται για μας, χωρίς εμάς». Θεωρείται σίγουρο ότι κυοφορείται με πρόσχημα την επιδημία ένα νέο εργασιακό και ασφαλιστικό τοπίο, μια παραπέρα παρέμβαση σ’ όλα τα δικαιώματά μας. Ταυτόχρονα, πολλά αφηγήματα και φούσκες έχουν ξεμασκαρευτεί από τη σκληρή καθημερινότητα της εποχής του κορονοϊού. Πρέπει να πάρουμε κυριολεκτικά μέτρα προστασίας μας κι αυτά δεν είναι μόνο τα προτεινόμενα, αλλά και να διεκδικήσουμε από τώρα τη σωτηρία μας από τους «σωτήρες». Ο κόσμος τους δεν είναι ο δικός μας κόσμος και στον δικό μας κόσμο ο άνθρωπος είναι το πολυτιμότερο κεφάλαιο.

Γιάννης Χατζής