03 ΟΚΤΩΒΡΗ 2026

Απόφαση του Κ.Ο. του ΚΚΕ(μ-λ) - 13 Σεπτεμβρίου 2026

Α. ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Η συνολική εικόνα

Οξύνεται διαρκώς ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, αναζητώντας και επιδιώκοντας σημαντικές μετατοπίσεις του συσχετισμού δυνάμεων. Ένας ανταγωνισμός στον οποίο ηγούνται και καθορίζουν οι τρεις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του πλανήτη – ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα. Ένας ανταγωνισμός που εκδηλώνεται και εξελίσσεται σε όλα τα πεδία και τα ζητήματα: στο γεωπολιτικό, στους εξοπλισμούς, στο οικονομικό πεδίο, στην ενέργεια, στην κατοχύρωση πρώτων και «σπάνιων» υλών, στο εμπορικό και το νομισματικό πεδίο, στον έλεγχο των δορυφόρων και των άλλων συστημάτων στο διάστημα που υποστηρίζουν πολεμικές επιχειρήσεις και τον έλεγχο περιοχών της Γης.

Κρίσιμο ζήτημα και ζητούμενο του ανταγωνισμού αυτού για την κάθε μία ιμπεριαλιστική δύναμη της «γεωστρατηγικής τριάδας» αποτελεί η διαμόρφωση στρατηγικών συμμαχιών, η στοίχιση περιφερειακών δυνάμεων και η διάταξη εξαρτημένων χωρών σύμφωνα και πίσω από τις δικές τους επιδιώξεις, και για τη συγκρότηση των αναγκαίων όρων για την κάθε μία σε αυτό τον ανταγωνισμό. Το ζήτημα αυτό είναι κρίσιμο και καθοριστικό για την πορεία των εξελίξεων, ακριβώς γιατί ο πλανήτης «δεν χωράει» τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα και των τριών, ακριβώς γιατί η μόνη προοπτική αυτού του ανταγωνισμού είναι ο γενικευμένος πόλεμος. Γιατί το σύνολο των εξελίξεων και στη βάση της συνολικής και ολόπλευρης κρίσης του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος, η οποία διαρκώς ανατροφοδοτείται από τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, μόνο αυτή τη διέξοδο έχει για την αναπαραγωγή και την παράταση της κυριαρχίας του συστήματος αυτού και προφανώς με όρους μεγαλύτερης βαρβαρότητας και εκμετάλλευσης για το προλεταριάτο και τους λαούς του πλανήτη.

Βασικό και κύριο θέατρο των πολεμικών και στρατιωτικών επιχειρήσεων αυτού του ανταγωνισμού ήταν, παραμένει και θα παραμένει η Ευρασία και ιδιαίτερα σήμερα η περιοχή από τη Βαλτική, την Κασπία και τη Μαύρη Θάλασσα ως την Ερυθρά και την Αραβική Θάλασσα. Με επίκεντρο τον μεγάλο και με παγκόσμια διακυβεύματα πόλεμο στην Ουκρανία, και με ανοιχτό και κρίσιμο το μέτωπο Ιράν-Μέσης Ανατολής, στην περιοχή αυτή βρίσκονται συγκεντρωμένα βασικά στρατηγικά ζητήματα του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Εδώ κρίνεται η εξέλιξη της δεσπόζουσας στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό αντίθεσης ΗΠΑ-Ρωσίας και δίπλα σε αυτήν η παραπέρα διείσδυση και κατοχύρωση του σύγχρονου κινέζικου δρόμου του μεταξιού, που και τα δύο μαζί αποτελούν βασικούς παράγοντες που θα κρίνουν την εξέλιξη της «ανατολικής συμμαχίας». Ταυτόχρονα, στην περιοχή αυτή και κάτω από το βάρος του Ουκρανικού πολέμου και των επιχειρήσεων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, κρίνεται σε μεγάλο βαθμό το αν και με τι όρους οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές θα «στρατευτούν» στο αμερικάνικο άρμα όπως απαιτεί η πολιτική των ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ πρωταγωνιστούν στην πορεία πολέμου

Στη βάση αυτών των πραγματικών δεδομένων, που αναδείχνουν την Ευρασία (όπως και ιστορικά υπήρξε) ως το βασικό επίκεντρο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, διαψεύδονται/τροποποιούνται εκτιμήσεις και επιδιώξεις που αναφέρονται ακόμα και στην έκθεση «Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ» για την μεταφορά δυνάμεων και των επιδιώξεων τους στον Ινδο-Ειρηνικό ωκεανό. Ήδη από κέντρα αναλύσεων στις ΗΠΑ επισημαίνεται η «εγκατάλειψη» του σχήματος AUKUS, ενώ και μια σειρά δυνάμεις στην περιοχή της ΝΑ Ασίας που συνδέονται με το άρμα των ΗΠΑ εκφράζουν παρόμοιες ανησυχίες.

Βεβαίως, οι ΗΠΑ κάθε άλλο παρά υποτιμούν ή αμελούν την αντιμετώπιση της Κίνας και των παγκόσμιων επιδιώξεων που αυτή θέλει και επιδιώκει να προωθήσει. Αλλά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν το δίλημμα των δύο αντιπάλων (Ρωσία-Κίνα) και το πώς δεν θα τους έχουν και τους δύο μαζί απέναντί τους, ενώ ταυτόχρονα το Ουκρανικό αποτελεί ένα δεδομένο και στρατηγικά κρίσιμο πολεμικό πεδίο. Συνολικά, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την αναντιστοιχία στόχων (παγκόσμια κυριαρχία) και μέσων (οικονομικά, στρατιωτικά, γεωπολιτικά, συμμαχιών) που διαθέτουν για την προώθηση των στόχων τους. Μια αναντιστοιχία που, καθώς η διοίκηση Τραμπ επιδιώκει ταυτόχρονα πολλά βήματα και τυχοδιωκτικές επιχειρήσεις, εκδηλώνεται ακόμα και με δραματικούς όρους (όπως στο αεροπλανοφόρο Λίνκολν) αλλά κυρίως με όρους που πλήττουν το κύρος της πρώτης στον κόσμο ιμπεριαλιστικής δύναμης, με αρνητικές συνέπειες στη στοίχιση πίσω από τις ΗΠΑ των δεύτερης τάξης ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (Ευρωπαίοι), περιφερειακών δυνάμεων (Ινδία), ακόμα και δυνάμεων και καθεστώτων (Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος) που βρίσκονται στο αμερικάνικο άρμα.

Η κατάρρευση του «μνημονίου συνεννόησης» των ΗΠΑ με το Ιράν, αφενός, επιβεβαίωσε ότι αυτό για τις ΗΠΑ δεν ήταν τελικά παρά ένα μέσο για να διαφύγουν από το αδιέξοδο που τους οδήγησε η πολεμική τους επιδρομή στη χώρα αυτή. Αφετέρου, το μίγμα των οικονομικών και στρατιωτικών επιθέσεών τους μετά την κατάρρευση του μνημονίου επιβεβαιώνει πως οι ΗΠΑ ούτε θέλουν ούτε μπορούν να παραιτηθούν από τις επιδιώξεις τους απέναντι στο Ιράν και σε όλη τη Μέση Ανατολή, καθώς μια τέτοια «παραίτηση» θα παρήγαγε πολύ σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα για τις ίδιες στην περιοχή και συνολικά στις παγκόσμιες επιδιώξεις της. Με τις επιθέσεις τους αυτές επιδιώκουν συνεπώς να αντιμετωπίσουν, από τη μια, τις παρενέργειες και τις αντιφάσεις που προέκυψαν στην περιοχή από την αποτυχημένη πολεμική επιδρομή τους (συμφωνία της Μέκκας, αντιδράσεις της Σαουδικής Αραβίας, αποστάσεις της Αιγύπτου, όξυνση των αντιθέσεων Τουρκίας-Ισραήλ), αλλά, βέβαια, και την ένταση των «αντιρρήσεων» Βρετανών και άλλων Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών για τον παραγκωνισμό τους από ρόλους (Κύπρος) ή δυνατότητες ρόλων στην περιοχή. Από την άλλη, με τις επιθέσεις αυτές οι ΗΠΑ επιδιώκουν να εντείνουν τη φθορά του καθεστώτος του Ιράν, να ενισχύσουν τους διχασμούς που έχουν εκδηλωθεί στο εσωτερικό του, επιμένοντας στη βασική τους επιδίωξη: να πάψει να αποτελεί μια δύναμη με στενές και σημαντικές πολιτικές, οικονομικές, ενεργειακές και στρατιωτικές σχέσεις με Ρωσία και Κίνα, και κόμβο των επιδιώξεών τους προς τον Ινδικό ωκεανό, την Κ. Ασία, την Ευρώπη, και να τραβηχτεί προς την πλευρά των ΗΠΑ και της Δύσης.

Ωστόσο, και με δεδομένα όλα τα προηγούμενα, θα ήταν σοβαρό και επικίνδυνο για τη λαϊκή πάλη και τους λαούς λάθος να θεωρηθεί πως οι ΗΠΑ βρίσκονται στα «πρόθυρα της ήττας και της κατάρρευσης».

Γιατί, πρώτον, με βάση τις πολεμικές-στρατιωτικές επιχειρήσεις τους και συνολικά την ισχύ τους, έχουν μια σειρά επιτυχίες. Από την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ και στο άρμα τους έως τις επιτυχίες (έστω «στα σημεία», με την ενίσχυση του πολιτικού τους ελέγχου) σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σημαντικές είναι και οι ανάλογες επιτυχίες τους στον Καύκασο που αποτελεί κρίσιμο πεδίο της σύγκρουσής τους με τη Ρωσία, για την έξοδο στον Ινδικό αλλά και προς την Κ. Ασία. Αν και ανολοκλήρωτη, σημαντική είναι η επιτυχία τους με την ανατροπή Άσαντ στη Συρία που, παρά την «εκκρεμότητα» της τύχης των ρώσικων βάσεων, αποτελεί σε κάθε περίπτωση ένα βασικό δεδομένο. Τέλος, όσον αφορά την Ευρασία, η πιο σημαντική ως τώρα επιτυχία τους –με στρατηγικά στοιχεία που μέλλει να κριθεί αν θα σταθεροποιηθούν– είναι η επιβολή της διακοπής (έως και με ανατίναξη!) των σχέσεων (ενεργειακών, πολιτικών) των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών με τη Ρωσία, η επιβολή ενεργειακής εξάρτησης (ιδιαίτερα της Γερμανίας) από τις ΗΠΑ και η ενεργητική στράτευση των Ευρωπαίων στην κλιμάκωση των στρατιωτικών επιθέσεων και των οικονομικών αποκλεισμών ενάντια στη Ρωσία. Δηλαδή, η ενεργητική στράτευσή τους στη γραμμή της κλιμάκωσης της φθοράς και του «εγκλωβισμού» της Ρωσίας ως ένα βασικό εργαλείο για να επιδιώξουν «παραίτηση» της Μόσχας από τις επιτυχίες της στο Ουκρανικό πεδίο.

Πιο «καθαρές» και ολοκληρωμένες είναι οι επιτυχίες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην εφαρμογή του δόγματος Ντονρόε και ειδικότερα όσον αφορά στην αμερικάνικη ήπειρο. Στη Βενεζουέλα (κυρίως) αλλά και στο Μεξικό, τη Χιλή, τον Παναμά και στην Κούβα (όπου εντείνεται η ασφυκτική περικύκλωση), οι ΗΠΑ όχι μόνο αποκτούν «δικά τους» καθεστώτα, αλλά κυρίως εκκαθαρίζουν την ήπειρο από σχέσεις και παρουσία των ανταγωνιστών τους (Ρωσία, Κίνα) και βάζουν σε πλήρη έλεγχο και την παρουσία των συμμάχων τους (Ευρωπαίοι) στην αμερικάνικη ήπειρο.

Γιατί, δεύτερον, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός κινητοποιεί και θα κινητοποιήσει κάθε δύναμή του, ενεργοποιεί και θα ενεργοποιήσει κάθε δυνατότητά του για να υπερασπιστεί την πρωτοκαθεδρία του, για να αποκρούσει και να αντιστρέψει τη μείωση της σχετικής απόστασής του από τους ανταγωνιστές τους. Είναι έξω από τη φύση του ιμπεριαλισμού γενικά η «παραίτηση», η «αποδοχή» της ήττας. Η ανατροπή των συσχετισμών στο ιμπεριαλιστικό ταμπλό, η ανατροπή της κυριαρχίας ενός έναντι άλλου ποτέ δεν ήταν (ας δούμε τους δύο παγκόσμιους πολέμους) ζήτημα που κρίνεται από τον οικονομικό ανταγωνισμό και τις «διευθετήσεις». Είναι απολύτως ενδεικτικό ότι η διοίκηση Τραμπ –εν μέσω όλων των προβλημάτων, παρενεργειών ακόμα και αδιεξόδων που αντιμετωπίζουν οι επιδιώξεις των ΗΠΑ– επαναφέρει τους εκβιασμούς στον Καναδά και με φόντο την επιδίωξη της προσάρτησής του. Η τακτική αυτή δεν είναι, ωστόσο, «ιδιοτροπία του Τραμπ» αλλά απηχεί και εκφράζει την –κοινή σε όλα τα κέντρα εξουσίας στις ΗΠΑ– στρατηγική για την αδιαμφισβήτητη επικράτηση, κυριαρχία/ηγεμονία στον πλανήτη. Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοέμβρη στις ΗΠΑ με τα αποτελέσματά τους μπορεί να επιφέρουν-επιβάλουν αλλαγές στην τακτική, αλλά δεν θα αλλάξουν τη στρατηγική στόχευση. Εξάλλου, οι «φραξιονιστικοί» –και όχι συντεταγμένοι– όροι με τους οποίους αποφασίζονται επιλογές στο Πεντάγωνο και στο Στέητ Ντιπάρτμεντ σήμερα, η μεγάλη ένταση και οι άγριοι διχασμοί εντός του πολιτικού συστήματος και εντός των δύο κομμάτων του στις ΗΠΑ των πολλών τελευταίων χρόνων, αποτελούν εκφράσεις της σύγκρουσης και της αναζήτησης της δέουσας τακτικής που θα αντιμετωπίζει την αναντιστοιχία στόχων-μέσων, μετατοπίζοντας τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των ΗΠΑ, κάνοντας βήματα προς τη διαμόρφωση των στρατηγικών συμμαχιών που χρειάζονται για να διεκδικηθεί στο θερμό πεδίο η παγκόσμια νίκη. Σε αυτή την κατεύθυνση, και ενόψει των εκλογών του Νοέμβρη, είναι ενδεχόμενο η διοίκηση Τραμπ να επιχειρήσει νέους τυχοδιωκτισμούς.

Ρωσία-Κίνα: Βήματα και προβλήματα

Η Ρωσία, στο φόντο της έντασης των ανταγωνισμών και με βάση όλα τα προηγούμενα, θα μπορούσε να ειπωθεί πως παραμένει εγκλωβισμένη στην επιτυχία της στην Ουκρανία, καθώς δεν της έχει επιτραπεί από τη Δύση να αποκρυσταλλώσει και να «νομιμοποιήσει» πολιτικά την επιτυχία αυτή. Αντίθετα, δέχεται κλιμακούμενες στρατιωτικές και οικονομικές πιέσεις με την καθοδήγηση και την άμεση συμμετοχή ΗΠΑ και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Απαντά κρατώντας και διευρύνοντας αργά τις εδαφικές κατακτήσεις στην Ουκρανία και εντείνοντας τα χτυπήματα ενάντια στα Δυτικά κέντρα μέσα στην Ουκρανία. Στο διπλωματικό πεδίο, επικαλείται «τις αρχές που συμφωνήθηκαν στο Άνκορατζ της Αλάσκας» με τις ΗΠΑ, κυρίως για να οξύνει τις πολιτικές πιέσεις προς τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, αναζητώντας ρήγμα στη Δύση σε αυτούς, ως προϋπόθεση για να ανοίξει ο δρόμος της πολιτικής αποκρυστάλλωσης των πολεμικών επιτυχιών της, ο δρόμος για μια «νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη». Με τον όρο αυτό το Κρεμλίνο περιγράφει την επιδίωξη του να σπάσει στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας την περίσφιξή της, να «βγει» στη διεθνή σκηνή ως ιμπεριαλιστική δύναμη με παγκόσμιο ρόλο. Για τις ΗΠΑ δεν τρέφει αυταπάτες και ακόμα και πίσω από τις ευγενικές διπλωματικές διατυπώσεις για «συμφωνία» οι Ρώσοι αξιωματούχοι σπεύδουν να προσθέσουν την καταγγελία ότι η στρατιωτικοποίηση της Αρκτικής αποτελεί σχέδιο με στόχο τον πόλεμο ενάντια στη Ρωσία.

Παράλληλα με αυτά, η Ρωσία ενίσχυσε και ενισχύει πολλαπλά το Ιράν, για να εντείνει τη φθορά των ΗΠΑ και να οδηγήσει σε αποτυχία την επιδρομή τους, και ενισχύει σταθερά τη «στρατηγική της συνεργασία» με την Κίνα για να παρουσιάζονται «μαζί» απέναντι στις ΗΠΑ. Εξάλλου, και οι δύο μαζί (Ρωσία και Κίνα) συνεχίζουν να παρουσιάζουν την «ανατολική συμμαχία» (Σύνοδος Σαγκάης και BRICS) ως μια ευρύτερη γεωπολιτική-οικονομική απάντηση σε ΗΠΑ-Δύση, ως ένα πεδίο το οποίο μπορεί να υποδέχεται και να αξιοποιεί τις αποστάσεις και αντιθέσεις σημαντικών περιφερειακών δυνάμεων (όπως η Ινδία), αλλά και άλλων χωρών, από την πολιτική και τις επιδιώξεις των ΗΠΑ.

Η Κίνα, που και αυτή βρίσκεται βέβαια στο ίδιο πλαίσιο των εξελίξεων, από τη μια συνεχίζει να έχει τους μεγαλύτερους (αν και μειούμενους) ρυθμούς ανάπτυξης, την οποία «επενδύει» κυρίως στη συγκρότηση-αναβάθμιση του πολεμικού (και πυρηνικού) οπλοστασίου της και απαντά στις προκλήσεις και τους εκβιασμούς που δέχεται από τις ΗΠΑ είτε αναφορικά με το ζήτημα του Ιράν είτε στην περιοχή της. Ωστόσο, παραμένει «μπλοκαρισμένη» από τις «αλυσίδες» που οι ΗΠΑ με τις δυνάμεις τους και με μια σειρά άλλες χώρες έχουν εγκαταστήσει στην περιοχή που αποτελεί τον δικό της ζωτικό χώρο και που, αν δεν τον ελέγξει-«κατακτήσει», δεν μπορεί να αναλάβει παγκόσμιο ρόλο. Το μπλοκάρισμα αυτό (που στην περίπτωση της Ταιβάν καταγράφηκε ως μια άτυπη «συμφωνία» με τις ΗΠΑ «δεν επεμβαίνουμε ούτε εμείς ούτε εσείς») παραμένει το κύριο ζήτημα για τον κινέζικο ιμπεριαλισμό και παράγει εντάσεις στο εσωτερικό του Πεκίνου, όπως μαρτυρά και η καθαίρεση σειρά στρατηγών και η δίωξη ενός από αυτούς σαν «πράκτορα» της Ουάσιγκτον.

Στάση και αιτίες αδιεξόδων των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών

Τέλος, οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές κάτω από το βάρος αυτών των εξελίξεων βρίσκονται και μεταξύ τους περισσότερο διχασμένοι και με -το λιγότερο- αποκλίνοντα σχέδια που παρακάμπτουν την «ευρωπαϊκή ενότητα» (Ε3, συμμαχία προθύμων κ.λπ.), αλλά και με σοβαρούς τριγμούς και εντάσεις ο καθένας στο εσωτερικό του. Το όχημα της ΕΕ παρουσιάζει όλο και μεγαλύτερες οικονομικές και τεχνολογικές καθυστερήσεις έναντι ΗΠΑ και Κίνας, και εκδηλώνει ολοφάνερα την αδυναμία να έχει δική του γεωπολιτική κατεύθυνση και την ανάλογη στρατιωτική κάλυψη. Πιο χαρακτηριστική η περίπτωση της Γερμανίας, όπου η διακήρυξη για τη συγκρότηση του «ισχυρότερου στρατού της Ευρώπης» συγκρούεται –λόγω της ενεργειακής εξάρτησης από το πανάκριβο αμερικάνικο LNG– με συνθήκες αποβιομηχάνισης, ακόμα και μεταφοράς βιομηχανιών στο αμερικάνικο έδαφος! Πώς, λοιπόν, θα συγκεραστεί ο περιορισμός της βιομηχανικής βάσης με την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας που απαιτείται για τη συγκρότηση του «ισχυρότερου στρατού»; Αυτοί οι διχασμοί και τα στρατηγικά αδιέξοδα των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών είναι και μια βασική αιτία για τις εκδηλώσεις πολιτικής κρίσης και αστάθειας, και όπως αυτή εκδηλώνεται με διάφορες μορφές και επίμονα σε Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία και με κοινό χαρακτηριστικό την ενίσχυση ή και τη διεκδίκηση πρωταγωνιστικού ρόλου από ακροδεξιές δυνάμεις (Afd, Λεπέν, Φάρατζ). Δυνάμεις που, από τη μια, εκφράζουν την αντίθεση κέντρων απέναντι στην «άνευ όρων» πρόσδεση στις επιδιώξεις των ΗΠΑ και αναζητούν (όπως χαρακτηριστικά εκδηλώθηκε στη Γερμανία) την άμβλυνση του «αντι-ρωσικού μετώπου» και την αποκατάσταση κάποιων σχέσεων με τη Ρωσία σύμφωνα με τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα και ανάγκες.

Ωστόσο, ταυτόχρονα, η ενίσχυση και η παρουσία ακόμα και με πρώτο ρόλο των ακροδεξιών και φασιζουσών δυνάμεων είναι μια πανευρωπαϊκή (από την Ισπανία ως τη Σουηδία, την Κ. Ευρώπη και τα Βαλκάνια) αλλά και παγκόσμια πραγματικότητα. Ο μύθος (ή έστω τα προσχήματα) της «δημοκρατικής Δύσης» έχει καταρρεύσει ήδη στον μεγαλύτερο πύργο της (ΗΠΑ) και υπερ-αντιδραστικά πολιτικά κύματα απλώνονται από τη λατινική Αμερική ως τις σκανδιναβικές χώρες που θεωρούνταν «υποδείγματα δημοκρατικής και κοινωνικής ευαισθησίας». Αυτό που παράγει, θρέφει και μεγαλώνει αυτές τις αντιδραστικές ακροδεξιές δυνάμεις δεν προέρχεται από τους λαούς και την εργατική τάξη! Οι δυνάμεις αυτές συγκροτούνται και ενισχύονται από την πολιτική του συστήματος στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, στην περιφέρεια και στις εξαρτημένες χώρες. Από την πολιτική που ορίζει τον εργάτη σαν δούλο του κεφαλαίου, από την πολιτική καταλήστευσης των λαϊκών κοινωνικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων, από την πολιτική που δολοφονεί και διώκει μαζικά πρόσφυγες και μετανάστες, από την πολιτική που καταργεί και τσαλαπατά τα πιο στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα και απαιτεί τη στοίχιση των μαζών στις ανάγκες προετοιμασίας ενός γενικευμένου πολέμου. Γι’ αυτό οι υπηρέτες και διαχειριστές αυτής της πολιτικής, όπως ο Μερτς και το SPD ή όπως ο Μακρόν και ο Μελανσόν, «χάνουν» από το Afd και τη Λεπέν, γι’ αυτό τα «διλήμματα» στήριξης των «δημοκρατικών δυνάμεων» έναντι των ακροδεξιών είναι κάλπικα, αντιδραστικά και αδιέξοδα για τα συμφέροντα των εργατικών λαϊκών μαζών. Γι’ αυτό η απάντηση στην ενίσχυση των ακροδεξιών δυνάμεων είναι η συγκρότηση και η ανάπτυξη της εργατικής-λαϊκής πάλης ενάντια στην πολιτική του συστήματος και στον πόλεμο που αυτό φέρνει.

Το ζήτημα των λαών

Συνολικά στον πλανήτη αναδύεται και αναδείχνεται –και με τη βαρβαρότητα της πολιτικής του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος, αλλά και με τις συνθήκες που επικρατούν στο επίπεδο των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων– μια κατάσταση γενικευμένης κρίσης και σήψης. Παντού στον κόσμο οι κυβερνητικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν την αποστροφή και την αντίθεση των μαζών, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύονται έως αδυνατούν να χαράξουν πολιτική και στρατηγική που να διαμορφώνει διέξοδο για την άρχουσα τάξη που υπηρετούν και –εννοείται– σύμφωνα με τα «μεγέθη» της, την ισχύ της και τις επιδιώξεις της. Αλλά και οι δυνάμεις του συστήματος που βρίσκονται στην αντιπολίτευση διαμαρτύρονται και ασκούν «κριτική» στην εφαρμοζόμενη πολιτική, χωρίς ωστόσο να έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν μια πραγματικά εναλλακτική πολιτική που θα έδινε ρόλο και διέξοδο για την άρχουσα τάξη και θα αποτελούσε και ένα «αφήγημα» για τον αντίστοιχο λαό. Η κατάσταση αυτή ισχύει σε όλη την κλίμακα των χωρών, από τις ΗΠΑ ως την... Ελλάδα, και αποτελεί μια αποτύπωση της κρίσης και της σήψης. Ταυτόχρονα και κυρίως, αποτελεί ένα κάλεσμα στους λαούς και στο προλεταριάτο να βγουν αποφασιστικά στο προσκήνιο της μαζικής πάλης. Να συγκροτήσουν εκ νέου τη δική τους οργάνωση και την επαναστατική προοπτική τους, και να διεκδικήσουν τον δικό τους λεύτερο κόσμο χωρίς τυράννους και εκμεταλλευτές.

 

Β. ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ

Η άρχουσα τάξη βρίσκεται –περισσότερο από κάθε άλλη «στιγμή» τα τελευταία 50 χρόνια– σε συνθήκες περιδίνησης, αδυνατώντας να χαράξει μια, έστω βραχυπρόθεσμη, πορεία, με το πάγιο δόγμα της (όντας εξαρτημένη από ΗΠΑ και Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές) «βλέποντας και κάνοντας» να είναι σε εφαρμογή από... εβδομάδα σε εβδομάδα. Οι γενικές αιτίες αυτής της κατάστασης βρίσκονται στο πλαίσιο της κρίσης και της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών διεθνώς, οι οποίοι στην περιοχή που βρίσκεται η χώρα έχουν την οξύτερη (και πολεμική) μορφή και εκδοχή, παράγοντας διαρκώς αντιφάσεις και αντιθέσεις για το πώς θα υπηρετηθούν «όλοι οι αφεντάδες» και μεγάλα ερωτήματα για τις «δουλειές», τον ρόλο και τις αποστολές που μπορεί να έχει στην περιοχή αυτή η άρχουσα τάξη.

Πιο συγκεκριμένα, στα σημερινά δεδομένα οι όροι που προκαλούν την περιδίνηση μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

  • Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και η προετοιμασία του νέου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ (2028-2034), που κύριο στοιχείο του είναι η μείωση χρηματοδοτήσεων με βάση τους πολεμικούς προϋπολογισμούς των ιμπεριαλιστών της ΕΕ. Ταυτόχρονα, η ΕΚΤ αυξάνει το κόστος δανεισμού και οι τιμές της ενέργειας βρίσκονται σε διαρκή ανηφόρα. Για τη μεταπρατική και αεριτζίδικη άρχουσα τάξη της χώρας τα δεδομένα αυτά σημαίνουν στένεμα και πνιγμό, σε μια χώρα όπου σταθερά αποψιλώνεται ο πρωτογενής τομέας, αυξάνεται το έλλειμμα και ο τουρισμός σε μια περιοχή φλεγόμενη δεν μπορεί να εγγυηθεί προοπτικές εσόδων. Μένουν οι –όποιες– «μεγάλες δουλειές» (οδικοί άξονες, Ελληνικό, data centers) που, ακόμα και αν εξελιχθούν απρόσκοπτα, αφορούν τις 5-10 «μεγάλες οικογένειες» του συστήματος αφήνοντας απ’ έξω μεγάλα τμήματα μεσαίων και παραπάνω από μεσαίων αστικών στρωμάτων. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τις μεγάλες αρπαχτές του εφοπλιστικού κεφαλαίου που ούτε στο ΑΕΠ της χώρας δεν μπορούν να εγγραφούν. Το «όραμα» των εξορύξεων είναι πολύ δύσκολο να μπει στον οικονομικό λογαριασμό, αφού συνδέεται και καθορίζεται από τις γεωπολιτικές και πολεμικές εξελίξεις στην περιοχή.
  • Η ολοένα μεγαλύτερη πρόσδεση στο αμερικάνικο άρμα, στις δοσμένες συνθήκες στην περιοχή έχει μετατρέψει τη χώρα σε βασικό στοιχείο των πολεμικών βημάτων και σχεδιασμών των ΗΠΑ. Γι’ αυτό χρειάζονται οι ατελείωτοι εξοπλισμοί και οι –κατά παραγγελία των ΗΠΑ– «άξονες» με αντιδραστικά καθεστώτα της περιοχής. Ωστόσο, πρώτον, για να ισορροπηθεί η διπλή εξάρτηση απαιτούνται και γίνονται αγορές εξοπλισμού και από τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, φορτώνοντας πολύ παραπάνω το λογαριασμό. Δεύτερον, η χρέωση της πλήρους στήριξης και σύμπλευσης με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ, αλλά και οι «άξονες» με άλλους, παράγουν διαρκώς αντιφάσεις και αντιθέσεις που δεν μπορεί να τις διαχειριστεί η αστική «καπατσοσύνη». Το ζήτημα με τους Πάτριοτ στη Σαουδική Αραβία (για τους οποίους το ΥΠΕΞ έφτασε να δηλώνει πως «θα εξετάζεται κάθε μήνα η σκοπιμότητά τους») είναι απολύτως ενδεικτικό των παλινωδιών και των τυχοδιωκτισμών στους οποίους καταφεύγουν για να υπηρετήσουν ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, αλλά και της θερμοκέφαλης μωροφιλοδοξίας τους «ανάληψης ρόλου» στη ΝΑ Μεσόγειο.
  • Στο πλαίσιο των παραπάνω βρίσκεται και η αναθέρμανση της έντασης με την Τουρκία. Η ελληνική πλευρά προσβλέπει ανιστόρητα και τυχοδιωκτικά, στη βάση των υπηρεσιών της στις ΗΠΑ (αλλά και «επιστρατεύοντας» τάχα τη Γαλλία και την ΕΕ) να πάρει πόντους και νίκες από τον «προαιώνιο εχθρό» στη ΝΑ Μεσόγειο και στο Αιγαίο για το οποίο παραμένει ο μισόκρυφος πόθος να γίνει «λίμνη ελληνική». Ταυτόχρονα, βέβαια, και η πλευρά της Τουρκίας (που για τους ιμπεριαλιστές αυξάνει σταθερά η αξία χρήσης της με το δοσμένο μέγεθός της και τη θέση της) εκδηλώνει τις δικές της αντίθετες απαιτήσεις και τους μεγαλοϊδεατισμούς της «γαλάζιας πατρίδας». Αν και αυτός ο αντιδραστικός ανταγωνισμός είναι χρήσιμος απέναντι στους λαούς (και για τις δύο άρχουσες τάξεις), αν και οι ΗΠΑ δεν θέλουν βέβαια θερμό επεισόδιο που θα πλήξει τη ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ο ανταγωνισμός αυτός παράγει διαρκώς τα αρνητικά δεδομένα του και οπωσδήποτε περιπλέκει και βραχυκυκλώνει τους αστικούς «σχεδιασμούς» με τους «άξονες» και τις «πρωτοβουλίες» τόσο στη ΝΑ Μεσόγειο όσο και στο Αιγαίο (καλώδιο, πάρκα). Εξάλλου, δεν παραγράφεται ούτε ο μακιαβελισμός των ΗΠΑ, ούτε η αστική θερμοκεφαλιά που στο προκείμενο μπορούν εκτός των άλλων να εκδηλωθούν στο ζήτημα της Κύπρου που η διαμόρφωση της σε αμερικανονατοϊκή βάση αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για τις ΗΠΑ και ταυτόχρονα θερμό σημείο τριβής των ΗΠΑ με τη Βρετανία και τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές.

Στα παραπάνω ζητήματα, που καταγράφουν τα αδιέξοδα και τα προβλήματα της άρχουσας τάξης, πρέπει βεβαίως να προστεθεί ο παράγοντας «εχθρός-λαός» (και νεολαία) που απασχολεί και ανησυχεί πολύ σοβαρά όλες τις κυρίαρχες δυνάμεις. Έχουν επίγνωση της συσσωρευμένης οργής και αντίθεσης στην πολιτική του συστήματος που έχει διαμορφώσει τις πιο εκτεταμένες συνθήκες φτώχειας, εξαθλίωσης, άγριας εκμετάλλευσης και κοινωνικής αγριότητας. Έχουν επίσης επίγνωση πως όχι μόνο δεν πρόκειται να αμβλύνουν τις συνθήκες αυτές, αλλά θα τις επιδεινώνουν πολύ περισσότερο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ίδια τα κυβερνητικά στελέχη και μέσα σε μόλις λίγες μέρες, έσπευσαν να διαψεύσουν τα ψήγματα «αισιοδοξίας για καλύτερες μέρες» που προσπάθησε να παρουσιάσει στη ΔΕΘ ο Μητσοτάκης.

Βέβαια, η συσσωρευμένη αυτή οργή και αντίθεση των εργαζομένων και της νεολαίας δεν εκδηλώνεται με μαζικούς αγώνες, αντιστάσεις, διεκδικήσεις. Προς το παρόν εκδηλώνεται και καταγράφεται με τον κατακερματισμό και τη –μεγαλύτερη από κάθε άλλη περίοδο- αποστροφή και απαξίωση του πολιτικού συστήματος και των «λύσεων» που προτείνονται από αυτό. Αυτό το δεδομένο, που καταγράφηκε στις εκλογές του 2023, στις ευρωεκλογές του 2024 και –κλιμακούμενο και γενικευόμενο– σε όλες τις δημοσκοπήσεις, έχει σημασία να επισημάνουμε πως δεν προέκυψε αιφνίδια. Είναι έκφραση της συσσωρευμένης λαϊκής εμπειρίας για τις κυβερνήσεις και τα κόμματα του συστήματος από το 2012 μέχρι σήμερα. Σε αυτή την πορεία διαψεύστηκαν ξανά και ξανά και οδυνηρά για το λαό και τη νεολαία όλες οι εξαγγελίες της «ανάπτυξης», της «δικαιοσύνης», της «προόδου», όπως και από όποιον αυτές εκφωνήθηκαν. Ταυτόχρονα -και αυτό είναι επίσης κρίσιμο- το σύστημα έχει ξεμείνει από «αφηγήσεις» και «σπουδαίες ιδέες» που να απευθύνονται στον λαό και τη νεολαία. Η «ιδέα της ΕΕ» και συνολικά της «δημοκρατικής Δύσης» (στην οποία «ανήκουμε» και την ακολουθούμε στο δρόμο που μας χαράζει) έχει πληγεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, κάτω από το βάρος των πραγματικών δεδομένων που αναδεικνύει και η λυκοσυμμαχία της ΕΕ και η κάθε ιμπεριαλιστική (και οι υπόλοιπες) χώρες των «27» και βέβαια οι ίδιες οι ΗΠΑ με όσα εξελίσσονται εντός της χώρας αυτής και όσα φέρνουν οι κάθε λογής επεμβάσεις τους στον πλανήτη.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, τα κόμματα του συστήματος (ΝΔ, ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ) έχουν διαμορφώσει μια ομόψυχη και ενιαία γραμμή πλεύσης με την οποία επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν τον λαό και τη νεολαία, να τους κρατήσουν «στον καναπέ του ψηφοφόρου» και μακριά ακόμα και από τη σκέψη της οργάνωσης και της πάλης. Βασικά στοιχεία αυτής της κοινής γραμμής είναι:

  • Το θεώρημα της «κοστολόγησης» των κυβερνητικών προγραμμάτων και εξαγγελιών που οφείλουν να βρίσκονται στα όρια που καθορίζουν οι ιμπεριαλιστές-ληστές της χώρας και του λαού και βέβαια το ντόπιο κεφάλαιο. Δηλαδή είναι αδήριτη αναγκαιότητα η υποταγή στα ξένα και ντόπια αφεντικά, είναι πολιτικά παράνομη και «εθνικά επικίνδυνη» η διεκδίκηση δικαιωμάτων και η υπεράσπιση κατακτήσεων. Φτάσαμε ήδη στο σημείο η λεγόμενη αντιπολίτευση να κάνει κριτική στις κυβερνητικές εξαγγελίες ότι δεν είναι επαρκώς «κοστολογημένες».
  • Η υπεράσπιση της εξάρτησης της χώρας από ΗΠΑ-Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, όχι πλέον σαν επιλογή «προόδου και ευημερίας», αλλά με όρους εκβιασμού των λαϊκών μαζών. «Δεν μπορούμε να ζήσουμε ΧΩΡΙΣ προστάτες» είναι η ομόφωνη ομοβροντία των κομμάτων του συστήματος, ακόμα και αν αυτοί μας εξαθλιώνουν και μας οδηγούν σε πολεμικές περιπέτειες, ακόμα και αν αυτοί απαιτούν το πιο στενό σφιχταγκάλιασμα με το σιωναζιστικό μόρφωμα του Ισραήλ. Αυτό είναι το «εθνικό μας συμφέρον».
  • Η ανάδειξη του εθνικισμού σαν γραμμή που πρέπει και μπορεί να συσπειρώσει, ακόμα και να εμπνεύσει τον λαό και τη νεολαία! Όλα τα κόμματα του συστήματος (αλλά και οι παραφυάδες τους), ίσως με διαβάθμιση στους τόνους, προβάλλουν και υπερασπίζονται σαν «δίκαια» όλα τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις της ελληνικής πλευράς έναντι της Τουρκίας, υποστηρίζουν την ψεύτικη κατασκευή της «επιτιθέμενης Τουρκίας και της αμυνόμενης Ελλάδας». Διαμορφώνουν πολιτικούς όρους για να συρθούν οι δύο λαοί σε έναν ΑΔΙΚΟ πόλεμο και, σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζουν την κούρσα των εξοπλισμών και τις κάθε είδους αποστολές που ορίζουν οι Αμερικανονατοϊκοί στην περιοχή σαν «απόκρουση του τούρκικου κινδύνου». Στο ίδιο πλαίσιο, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες ορίζονται σαν «εισβολείς» και «επικίνδυνοι» για τη χώρα, οι οποίοι –όταν δεν δολοφονούνται και δεν φυλακίζονται μαζικά και σε απάνθρωπες συνθήκες– μπορούν να δουλεύουν σε συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα στα κάτεργα του κεφαλαίου (και να δολοφονούνται και εκεί).
  • Η ένταση της πολιτικής της φασιστικοποίησης της δημόσιας και πολιτικής ζωής, η διαρκής επέκταση του πλέγματος νόμων και πρακτικών που απαγορεύουν την οργάνωση και την πάλη των μαζών, τη διαδήλωση, την απεργία, το Άσυλο, και η βροχή διώξεων ενάντια σε κάθε «παρανομούντα» εργαζόμενο και νέο. Βεβαίως, την πολιτική ευθύνη και τον πρώτο ρόλο εφαρμογής αυτής της πολιτικής έχει –ως όφειλε στο σύστημα– η κυβέρνηση. Αλλά η λεγόμενη αντιπολίτευση παρέχει την απαιτούμενη συναίνεση και στήριξη (τουλάχιστον με τη σιωπή της) ακριβώς γιατί βρίσκεται στην ίδια γραμμή, γιατί έχει επίγνωση πως η υπεράσπιση της «κοστολόγησης» και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης δεν μπορεί να σταθεί χωρίς φασιστικοποίηση, με ελευθερίες και δικαιώματα στην πάλη για τις μάζες.

Αυτή η πολιτική γραμμή των κομμάτων του συστήματος θα λέγαμε συνοδεύεται από δύο ακόμα πολιτικά στοιχεία και δεδομένα που έχουν σημαντικό έως κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση και επιδείνωση του αρνητικού πολιτικού συσχετισμού σε βάρος του λαού.

Το πρώτο είναι η ευνόηση και ανάδειξη από κέντρα του συστήματος των πιο ακροδεξιών, φασιζουσών και φασιστικών φωνών και δυνάμεων. Είναι προφανές ότι από γενική άποψη οι φωνές και οι δυνάμεις αυτές ευνοούνται αντικειμενικά από την ίδια την πολιτική των κομμάτων του συστήματος, που στρώνει το έδαφος και ρίχνει και το λίπασμα για την ανάπτυξή τους. Ωστόσο, η περίπτωση της αποφυλάκισης Κασιδιάρη, η προβολή της και τα λεγόμενα «νομικά μπερδέματα» για το ποια πολιτική διαδρομή μπορεί να έχει, μπορούν να εκτιμηθούν σαν μια νέα προσπάθεια συγκρότησης μιας «χρήσιμης Χ.Α.». Με νέα προβιά και «καθώς πρέπει» στάση, ένα τέτοιο μόρφωμα θα ήταν διπλά χρήσιμο για το σύστημα. Από τη μια, σαν χώρος υποδοχής (και τελικά τσαλαπατήματος και συντριβής) της οργής τμημάτων των νέων, αλλά και εργαζομένων. Από την άλλη, σαν απειλή που η «απάντησή» της είναι η υπερψήφιση των «δημοκρατικών» κομμάτων του συστήματος και ίσως ιδιαίτερα της «κεντροαριστεράς».

Το δεύτερο –υπαρκτό ήδη– πολιτικό στοιχείο που συμβάλλει σημαντικά έως καθοριστικά στον αρνητικό πολιτικό συσχετισμό και στην πάλη των μαζών, είναι τα –ας τα πούμε– «κόμματα διαμαρτυρίας», που, ακόμα και με ανοιχτά δεξιό λόγο και προφίλ, εμφανίζονται να συμμερίζονται την οργή και τα προβλήματα του λαού. Να τα συμμερίζονται και να στοχεύουν να «δικαιώσουν» την οργή, να «λύσουν» τα προβλήματα. Αυτά όλα θα τα πετύχουν πριν από όλα με την ενισχυμένη παρουσία τους στη Βουλή, με την ενεργοποίηση θεσμών και μηχανισμών του αστικού κράτους (από τον «Συνήγορο του πολίτη» και τις κοινοβουλευτικές επιτροπές έως τα δικαστήρια και το ΣτΕ) με επερωτήσεις και παρεμβάσεις στο Ευρωκοινοβούλιο, στο ευρωπαϊκό δικαστήριο. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν προφανώς τα κόμματα της Καρυστιανού και της Κωνσταντοπούλου, και –από γενική άποψη– τα ρεφορμιστικά κόμματα, με πρώτο και μακράν ισχυρότερο από όλα τα άλλα το ΚΚΕ.

Λέμε από «γενική άποψη» γιατί θεμέλιο της ρεφορμιστικής γραμμής και αντίληψης είναι η «συνεννόηση», η «συνεργασία» με τον ταξικό αντίπαλο υπό την (στις παρούσες συνθήκες πολύ) διακριτική στήριξη ενός κάποιου κινήματος. Αυτήν ακριβώς τη γραμμή προωθεί η ηγεσία του ΚΚΕ, με όλο πιο διακριτική, έως δυσδιάκριτη και ανύπαρκτη, τη στήριξη των προτάσεών του στον αντίπαλο από κινητοποιήσεις. Γι’ αυτό ακριβώς μοιάζει πολύ περισσότερο σήμερα με τα άλλα «κόμματα διαμαρτυρίας» που δεν είναι ρεφορμιστικά αλλά μικροαστικά πολιτικά μορφώματα με σαφή δεξιά κατεύθυνση. Άρα το ΚΚΕ έχει τη σημαντική διαφορά ότι χρησιμοποιεί κομμουνιστικά σύμβολα και ορολογία και αναφέρεται κατά κόρον στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος. Με τη δεδομένη ιδεολογικοπολιτική του γραμμή και στάση πρόκειται για καπηλεία που του είναι επιτακτικά αναγκαία για να διαχωρίζεται όχι μόνο από τη δεξιά σοσιαλδημοκρατία, αλλά και από αυτά που αναφέραμε σαν κόμματα διαμαρτυρίας.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι η πρώτη του θέση σε ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα, σε σωματεία και στους φοιτητές χρησιμοποιείται για τη στήριξη της πολιτικής του συστήματος. Η «αλλαγή του συσχετισμού», δηλαδή, που πρόβαλλε ως στόχο τα προηγούμενα χρόνια έχει σε σημαντικό βαθμό επιτευχθεί και αποδεικνύεται ότι είναι εργαλείο αποσυσπείρωσης των μαζών από τη γραμμή του αγώνα και την οργάνωση, καλλιέργειας «από τα αριστερά» των πιο επικίνδυνων (αυτ)απατών στη νεολαία και στους εργαζόμενους, αποτύπωση της δεξιάς μετατόπισης μέσα στους χώρους που κατεξοχήν απαιτείται η αντίθετη κατεύθυνση. Η ισχυρή του (πολιτική, «συνδικαλιστική») παρουσία στα ανώτερα κλιμάκια στρατού-αστυνομίας, η απροσχημάτιστη πολιτική στήριξη που παρέχει στην άρχουσα τάξη σε κρίσιμα ζητήματά της (ελληνοτουρκικά, πρόσφυγες, εθνικισμός) είναι επίσης βασικά στοιχεία της εικόνας ενός κόμματος που είναι αντίπαλος στην υπόθεση των δικαιωμάτων και της προοπτικής της εργατικής τάξης και του λαού.

Με αυτά τα δεδομένα και με το εξωκοινοβούλιο, αλλά και τους α/α, να θαμπώνονται και να αντιγράφουν ιδεολογικοπολιτικές κατευθύνσεις και πρακτικές της ηγεσίας του ΚΚΕ στο κίνημα, στα σωματεία και στους φοιτητικούς συλλόγους, πρέπει να είναι σαφές ότι η εκ νέου συγκρότηση της κομμουνιστικής κατεύθυνσης και μιας μάχιμης και μαχητικής Αριστεράς, έχει ως προϋπόθεση τη ρήξη και την ανατροπή όλης της σκουριάς που συσσωρεύτηκε όλες τις δεκαετίες που ακολούθησαν τη δεξιά στροφή και την επικράτηση του ρεβιζιονισμού-ρεφορμισμού.

Επιστρέφοντας στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και για να συνοψίσουμε, με αυτή την κοινή πολιτική γραμμή που περιγράψαμε και με τη βοήθεια των δύο άλλων πολιτικών συνοδευτικών στοιχείων (την ευνόηση-ανάδειξη ακροδεξιών, φασιζουσών και φασιστικών φωνών και δυνάμεων, και τα «κόμματα διαμαρτυρίας») θα βαδίσει το πολιτικό σύστημα σε όλη την προεκλογική περίοδο. Με αυτή τη γραμμή τα αστικά κόμματα θα επιδιώξουν να καθυποτάξουν και να σύρουν τις λαϊκές μάζες ξανά πίσω τους και να διαμορφώσουν ένα μετεκλογικό πολιτικό πεδίο ανοιχτό στην κλιμάκωση των αντιλαϊκών-αντεργατικών μέτρων και στην ακόμα βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στον πολεμικό βηματισμό των αφεντικών.

Βεβαίως, παραμένουν ανοιχτά μια σειρά ζητήματα: από την κυβερνητική λύση που θα διαμορφωθεί (με ή χωρίς τον Μητσοτάκη, με ποια συνεργασία ποιων δυνάμεων) έως το κόμμα Σαμαρά που δεν έχει ακόμα εγκριθεί και αποφασιστεί από τα ξένα κέντρα στα οποία αναφέρεται. Πάντως, ήδη, «ανεπίσημα» από στελέχη των κομμάτων του συστήματος εκδηλώνεται προθυμία για κάθε πιθανό μετεκλογικό κυβερνητικό συνδυασμό μεταξύ των τριών βασικών κομμάτων που αναφέραμε, αλλά και των κομμάτων Βελόπουλου και Λατινοπούλου που αποτελούν αναμφίβολα σημαντικές και χρήσιμες δυνάμεις και εφεδρείες του συστήματος. Γιατί, βέβαια, όλοι συμμερίζονται την ανάγκη «η χώρα να κυβερνηθεί», δηλαδή να υπάρχει συμφωνία, αποδοχή και στήριξη για τον φορέα εκείνο που θα εφαρμόζει και θα προωθεί τις επιταγές των ιμπεριαλιστών και του κεφαλαίου. Το βέβαιο είναι ότι τα ζητήματα αυτά δεν είναι ζητήματα του λαού, αλλά του συστήματος και των πατρώνων του. Αυτοί θα τα λύσουν, επιδιώκοντας τη μεγαλύτερη ενίσχυση της αντιδραστικής κατεύθυνσης και στην κυβερνητική λύση και στη συνολική διάταξη και διαμόρφωση του πολιτικού συστήματος.

 

Γ. ΓΙΑ ΤΑ ΑΜΕΣΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΜΑΣ

Το –όσο- διάστημα παραμένει ως τις εκλογές δεν θα είναι βέβαια απαλλαγμένο από τη συνέχιση της επίθεσης του συστήματος και της κυβέρνησής του, ούτε απαλλαγμένο από εξελίξεις στα γεωπολιτικά ζητήματα, από την επιθετικότητα και τις αντιδραστικές μανούβρες των ιμπεριαλιστών, διεθνώς και στην περιοχή. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης σπεύδει να διακηρύξει το «σημαντικό έργο» που έχει να κάνει η κυβέρνησή του ως τις εκλογές. Και πράγματι, το κυβερνητικό «έργο» σε όλα τα ζητήματα από το 2019 είναι από τα βασικά ατού που η κυβέρνηση έχει να επιδείξει στα ξένα και ντόπια αφεντικά. Σε αυτή, λοιπόν, τη συγκυρία, με τον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία φορτωμένους με τεράστια οικονομικά, εργασιακά και κοινωνικά προβλήματα, με την αναθέρμανση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού να σέρνει το σύνολο των πολιτικών εξελίξεων σε ακόμα πιο αντιδραστική τροχιά, δεν υπάρχει κανένας και σε καμιά περίπτωση λόγος να επικρατήσει «εκλογική αναμονή» στον λαό και τη νεολαία, ούτε βέβαια η δική μας παρέμβαση και δράση πρέπει να προσανατολιστεί σε μια «προεκλογική» (και ποια θα μπορούσε να είναι αυτή, άλλωστε;) κατεύθυνση.

Η συνολική κοινωνική και πολιτική κατάσταση, και η τροχιά των εξελίξεων απαιτούν την πιο αποφασιστική πολιτική ενεργοποίησή μας, την ανάληψη πρωτοβουλιών που θα συγκρουστούν με το «κλίμα» (προ)εκλογικής παράλυσης που θέλουν να επιβάλουν από δεξιά και από «αριστερά» το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, και θα προβάλλουν τον δρόμο του αγώνα, της αντίστασης, της διεκδίκησης.

Η σπουδαία νίκη του αγώνα για την επιστροφή της σ. Χρύσας Χοτζόγλου στο σχολείο της, που ανέτρεψε τη δηλωμένη κατεύθυνση πρωθυπουργού και υπουργείου για την απόλυσή της, πρέπει να προβληθεί σαν παράδειγμα και σαν οδηγός των αγώνων λαού και νεολαίας. Πρέπει να προβληθεί ως νίκη της γραμμής μας για «Μαζική Αντίσταση στην επίθεση, με παρατεταμένους αγώνες», νίκη που επιτεύχθηκε σε έναν νευραλγικό και κρίσιμο τομέα της πολιτικής του συστήματος ενάντια και στους εργαζόμενους και στη νεολαία. Αξεχώριστη από αυτή τη γραμμή είναι η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις και στις αγωνιστικές διαθέσεις των μαζών, και γι’ αυτό η γραμμή της Αντίστασης ΔΕΝ υποκλίθηκε στο συσχετισμό που το σύστημα και ο ρεφορμισμός έχουν διαμορφώσει σε ομοσπονδίες και σε σωματεία. Δεν υποτάχτηκε, δηλαδή, στη γραμμή του ακολουθητισμού στο σύστημα και στον ρεφορμισμό, που είναι η κυρίαρχη γραμμή όχι μόνο στην εκπαίδευση αλλά παντού. Επεδίωξε και πέτυχε να διαμορφώσει εστίες αντίστασης και πάλης κόντρα σε αυτόν τον συσχετισμό και πανελλαδικά συσπειρώνοντας ένα δυναμικό που ήταν και είναι «έξω και ενάντια» από την πολιτική που έχει επιβληθεί σε όλη την κλίμακα του «οργανωμένου συνδικαλισμού». Εστίες που στη συνέχεια παρέσυραν και επέβαλαν τη γραμμή της πάλης και εντός των σωματείων.

Η συνολική, κοπιώδης και παρατεταμένη αυτή προσπάθειά μας, εφάρμοσε σωστά και δημιουργικά το δίπολο «ενότητα-πάλη», μακριά από μια στρεβλή, άτοπη λογική που αντιλαμβάνεται τον συντονισμό και την κοινή δράση δυνάμεων σαν αποτέλεσμα «συνεννόησης και διαλόγου» με άλλες δυνάμεις, χωρίς τον καθοριστικό ρόλο που έχει η διαμόρφωση με δική μας ευθύνη ενός συσχετισμού που θα πιέζει και θα απαιτεί στην πράξη τον αγώνα και την κλιμάκωσή του.

Συνεπώς, ο αγώνας αυτός και η νίκη που έφερε πρέπει και μπορεί να γίνει οδηγός ευρύτερων αγωνιστικών διαθέσεων σε εργαζόμενους και νεολαία. Αλλά πρέπει να γίνει οδηγός και για τη δουλειά μας σε όλους τους τομείς, σε κάθε οργάνωσή μας. Δεν «αντιγράφεται» σαν «συνταγή», αλλά τα πολιτικά του στοιχεία αποτελούν ένα πολύ καλό παράδειγμα για το πώς οφείλουμε να προωθήσουμε τον βασικό στόχο που έθεσε η 10η Συνδιάσκεψη για «την αναβάθμιση του ρόλου μας στην ταξική και πολιτική πάλη».

Με παρακαταθήκη τη νίκη αυτή και τις προηγούμενες σημαντικές επιτυχίες μας απέναντι στα πρόστιμα και τις διώξεις μελών και στελεχών της Οργάνωσης, στην τωρινή συγκυρία οφείλουμε να αναπτύξουμε την πολιτική μας δράση και τις κινηματικές μας πρωτοβουλίες σε τρία βασικά μέτωπα:

  • Για αυξήσεις στους μισθούς που να καλύπτουν το κόστος ζωής και πάλη ενάντια στις άγριες εργασιακές συνθήκες.
  • Για την καταγγελία του αντιδραστικού ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, ενάντια στον εθνικισμό και την προβολή της φιλίας, αλληλεγγύης και κοινής πάλης των δύο λαών και όλων των λαών της περιοχής.
  • Για τη συγκρότηση της αντιπολεμικής-αντιιμπεριαλιστικής πάλης και του αγώνα ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας.

Εκτός από τα κεντρικά υλικά που θα βγουν για τα ζητήματα αυτά, θα χρειαστεί μια πιο συγκεκριμένη μορφοποίησή τους, είτε σε πόλεις (όπου π.χ. μπορεί να γίνουν εκδηλώσεις για τα ελληνοτουρκικά) είτε σε χώρους δουλειάς ή συνοικίες.

Παράλληλα με τα μέτωπα αυτά, ξεκινά μια προσπάθεια που επιδιώκει να δημιουργήσει μια πρωτοβουλία εργαζομένων του Δημοσίου και φοιτητών ενάντια στην προετοιμαζόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση. Τα κόμματα του συστήματος είναι όλα σύμφωνα με τις γνωστές βασικές κατευθύνσεις που έχουν προπαγανδιστεί δημοσίως, και απλώς αρνήθηκαν να το δηλώσουν και με την ψήφο τους στην παρούσα Βουλή για να μην παρουσιάσουν με τον πιο επίσημο τρόπο στον λαό τη σύμπτωσή τους σε όλα τα βασικά ζητήματα της επίθεσης. Συνεπώς, παρόλο που δεν επείγει, χρειάζεται από τώρα να αρχίσει να οικοδομείται μια προσπάθεια που επιδιώκει να συντονίσει και να συνενώσει σε μια γραμμή πάλης ένα δυναμικό αγωνιστών και σχημάτων που δεν ακολουθούν ούτε τον καθεστωτικό ρεφορμισμό, ούτε εμπνέονται από διακηρύξεις για «κόκκινο σύνταγμα».

Σε εξέλιξη είναι, επίσης, η επίθεσης σε μαθητές (χρονοδιάγραμμα για εθνικό απολυτήριο), φοιτητές (διαγραφές 5ετών και όροι σπουδών), και είναι αναγκαία η άμεση δική μας παρέμβαση.

Συνολικά για τη νεολαία (μαθητική, φοιτητική, περιπλανώμενη, μισοάνεργη) παράγονται καθημερινά μεγάλα αδιέξοδα από την πολιτική του συστήματος, που τροφοδοτούν όρους μαζικών αντιστάσεων και αγωνιστικών εκρήξεων. Συνεπώς, είναι κρίσιμο και αναγκαίο να ενταθούν οι πολιτικές-ιδεολογικές και οργανωτικές προσπάθειες και πρωτοβουλίες που θα συγκροτούν δυνάμεις και δυνατότητες στην κατεύθυνση της άρνησης του συστήματος, της πολιτικής του και των δυνάμεών του, στην κατεύθυνση της μαζικής διεκδίκησης και της κόκκινης προοπτικής της πάλης της, στο πλευρό του εργαζόμενου λαού και στα μέτωπα πάλης που παραπάνω καταγράψαμε.

Με αυτά τα καθήκοντα καλούμαστε να παλέψουμε στο αμέσως επόμενο διάστημα που ο προεκλογικός του χαραχτήρας όχι μόνο δεν αμβλύνει, αλλά αντίθετα οξύνει τα αντιδραστικά πολιτικά χαρακτηριστικά και ανεβάζει την ένταση της επίθεσης.

 

Το Καθοδηγητικό Όργανο του ΚΚΕ(μ-λ)

13/9/2026

 

Αναζήτηση
Διεθνιστικό Ενημερώτικο Δελτίο
Σημεία Πώλησης
Εκδήλωση για την εξέγερση στο Νεπάλ
 
Συζήτηση με αφορμή την επιστολή Μολότοφ

(Το βίντεο αναρτήθηκε ξανά μετα απ΄ την διόρθωση των ηχητικών προβλημάτων που υπήρξαν)

 
Αφίσες
Κατηγορίες
Βιβλιοπωλείο-Καφέ

Γραβιάς 10-12 - Εξάρχεια
Τηλ. 210-3303348
E-mail: ett.books@yahoo.com
Site: ektostonteixon.gr