Ξεκινάμε από αυτό το φύλλο της «Π.Σ.» μια στήλη σε σχέση με την Ολυμπιάδα της Αθήνας του 2004. Οι λόγοι που μας οδήγησαν στη μονιμοποίηση μιας τέτοιας στήλης είναι βασικά οι σοβαρές πολιτικές αλλά και κοινωνικές, καθημερινές επιπτώσεις της Ολυμπιάδας στη ζωή του λαού και της νεολαίας. Επιπτώσεις που αγκαλιάζουν ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών και πολλών άλλων. Στόχος μας είναι να αποκαλύψουμε, όσο μπορούμε, τις αθέατες πλευρές της λαμπρά παρουσιαζόμενης πραγματικότητας του 2004 και να αναδείξουμε τα ζητήματα που απορρέουν από αυτές σε ό,τι αφορά τις πολιτικές κατευθύνσεις που θα μπορούσε να έχει ένα κίνημα αντίστασης στον οδοστρωτήρα των δικαιωμάτων που μας επιφυλάσσεται με αφορμή την Ολυμπιάδα.

Εθελοντισμός: Το θράσος της άρχουσας τάξης

«Αυτοί κερδίζουν, εμείς πληρώνουμε, μας ζητάνε να πάμε και εθελοντές». Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να περιγράψουμε σε αδρές γραμμές αυτό που συντελείται σε σχέση με τον εθελοντισμό.

Ο εθελοντισμός δεν είναι κάτι καινούριο. Εχει κατά καιρούς γνωρίσει διάφορες εκφράσεις, είτε σχετικά με το περιβάλλον, είτε με την ποιότητα ζωής, είτε με τη γενικότερη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών, πολέμων ή άλλων λαϊκών δεινών, υποτίθεται ότι ερχόταν να καλύψει τις ανάγκες μιας κοινωνίας που κέντρο δεν έχει τον άνθρωπο αλλά το κέρδος και άρα εξ ορισμού δεν μπορεί να προβλέψει και ν” αντιμετωπίσει λαϊκές ανάγκες.

Ετσι, δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι εθελοντικές οργανώσεις υποστηρίζονται ευθέως από το σύστημα και τις κυβερνήσεις (κι ας ονομάζονται συχνά «μη κυβερνητικές»). Είναι πραγματικά μεγάλο θράσος από το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα να εκθειάζει το έργο του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου οι οποίοι απαλύνουν τον πόνο από τους πολέμους που το ίδιο δημιουργεί!

Ο προφανής στόχος είναι ο ιδεολογικός. Να δοθεί δηλαδή η εντύπωση ότι το σύστημα έχει και τις καλές πλευρές του, ότι μπορεί να λύσει τις ίδιες του τις αντιφάσεις κι ότι, τελικά, αν όλοι προσπαθήσουμε, μπορούμε να αμβλύνουμε τις συνέπειες της (αναμφισβήτητης φυσικά!) επίθεσης. Και όλα αυτά πάντα μέσα στο πλαίσιο του συστήματος. Ετσι ώστε κάθε ιδέα ανατροπής του και κάθετης εναντίωσης σε αυτό να απομακρύνεται από τα μυαλά των μαζών.

Στην περίπτωση της Ολυμπιάδας του 2004 τα πράγματα είναι κάπως έτσι. Εδώ, βέβαια, υπάρχει και το άμεσο πρόβλημα της διοργάνωσης, το οποίο είναι πολύ οξύ. Η Ολυμπιάδα, ως συνολική επένδυση, δεν θα είναι έτσι κι αλλιώς κερδοφόρα (καμιά απ” τις τελευταίες δεν ήταν). Η ελληνική άρχουσα τάξη, λοιπόν, πρέπει να λύσει με τον πιο φτηνό τρόπο το πρόβλημα των εργατικών χεριών που της χρειάζονται. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ολυμπιάδα του Σίδνεϊ οφείλει κατά γενική ομολογία την επιτυχία της στους 50.000 εθελοντές που για ένα μήνα ξέχασαν τα σπίτια τους για να κάνουν (στην ουσία) τους Αγώνες.

Εναν τέτοιο στόχο έχουν και οι δικοί μας. Να βρουν μερικές δεκάδες χιλιάδες εργατικά χέρια που θα δουλέψουν τζάμπα και θα πάρουν μόνο στο τέλος ένα μπλουζάκι με το σύνθημα «Ημουν κι εγώ εκεί». Αλλιώς, η διοργάνωση πολύ απλά δεν βγαίνει.

Ο δε ιδεολογικός στόχος εδώ είναι να πειστεί ένας λαός, που δεν δείχνει και πολύ ενθουσιασμένος με τους Αγώνες, ότι αυτοί θα αποτελέσουν τη «χρυσή ευκαιρία» για την Ελλάδα. Και, κατά συνέπεια, να γίνουν πρόθυμοι να δεχτούν αδιαμαρτύρητα τα όσα θα σύρει πίσω της η όλη υπόθεση. Δηλαδή να φορτωθούν όλο το βάρος (οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό) μιας διοργάνωσης για την οποία, στο κάτω κάτω, κανείς δεν τους ρώτησε.

Τι έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας στο μέτωπο του εθελοντισμού; Εχουμε την πλατιά προπαγάνδα από την κυβέρνηση και τους αρμόδιους υπουργούς και στελέχη (Κούρκουλα, Φασούλας). Η οποία προπαγάνδα αρχίζει από τις αφίσες και φτάνει ως την ανεκδιήγητη δήλωση του Φασούλα ότι «ο ελληνικός λαός έχει παράδοση στον εθελοντισμό για τη δημοκρατία και την ελευθερία». Σύμφωνα με την οποία, όπως ο λαός έδωσε το αίμα του στους αγώνες του για τα δικαιώματα που τώρα του παίρνουν πίσω, έτσι πρέπει να κάνει και για την Ολυμπιάδα τους!

Ενα άλλο σοβαρό ζήτημα είναι τα ολυμπιακά μαθήματα στα σχολεία. Τα οποία θα ξεκινούν μεν από την ενημέρωση για τα ολυμπιακά αθλήματα, στόχο θα έχουν ωστόσο (κατά το ίδιο το υπουργείο Παιδείας) να πείσουν τους μαθητές να γραφτούν εθελοντές. Επειδή για προφανείς λόγους το ζήτημα απευθύνεται στη νεολαία, θα πρέπει να αναμένουμε κάποιες κινήσεις και στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.

Υπάρχει ωστόσο ένα καλό προηγούμενο. Η πρώτη προσπάθεια εγγραφής εθελοντών δεν έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο στόχος τους είναι να φτάσουν τους 60.000 εθελοντές (45.000 για τους Ολυμπιακούς και 15.000 για τους Παραολυμπιακούς) και στην πρώτη φάση εξασφάλισαν λιγότερες από 30.000 συμμετοχές, οι μισές περίπου από τις οποίες ήταν από Ελληνες της διασποράς. Αυτό που φαίνεται είναι ότι ο λαός και η νεολαία δεν έχουν αγκαλιάσει τους αγώνες με τη θέρμη που το σύστημα θα ήθελε. Οχι μόνο γιατί έχουν πολύ σοβαρά προβλήματα για να ασχοληθούν, αλλά και γιατί δεν δείχνουν πεισμένοι ότι έχουν κάτι καλό να περιμένουν από την Ολυμπιάδα.

Βεβαίως το σύστημα θα επανέλθει πιο αποφασιστικά στο ζήτημα. Και θα πρέπει ο λαός και η νεολαία να δώσουν τη μάχη στο μέτωπο του εθελοντισμού, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές διαστάσεις του ζητήματος και αρνούμενοι να συμμετάσχουν.

Με ιδιαίτερο τρόπο τίθεται το ζήτημα στους χώρους της νεολαίας. Ο εθελοντισμός θα πρέπει να απασχολήσει το μαθητικό, σπουδαστικό και φοιτητικό κίνημα, τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίσουν στην πράξη τις πιέσεις που θα δεχτούν. Ο στόχος θα πρέπει να είναι να γίνουν τα σχολεία και οι σχολές χώροι αφιλόξενοι για την κυβερνητική προπαγάνδα περί εθελοντισμού. Το μαθητικό κίνημα θα μπορούσε ήδη να πάρει θέση εναντίωσης στα ολυμπιακά μαθήματα, να απέχει από αυτά και να αναζητά συμμάχους στο χώρο των εκπαιδευτικών.

Η εξέλιξη του ζητήματος θα είναι ένα μέτρο της στάσης του λαού και της νεολαίας απέναντι στην Ολυμπιάδα. Οι αντιστάσεις τους θα εξαρτηθούν, βέβαια, από τις γενικότερες συνθήκες του κινήματος, όμως το ζήτημα όχι μόνο έχει την αυτοτέλειά του, αλλά προσφέρεται για να αποκαλυφθούν σοβαρές πλευρές της πολιτικής της άρχουσας τάξης, αλλά και για να δοθούν μάχες και να κερδηθούν νίκες.

 

Η ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων είναι η τρομοκρατία ενάντια στους λαϊκούς αγώνες

Στα αποτελέσματα του ταξιδιού Σημίτη στις ΗΠΑ, όπως παρουσιάστηκαν από την κυβέρνηση, περίοπτη θέση κατείχε το ζήτημα της τρομοκρατίας συνολικά και ειδικά σε ό,τι αφορά την Ολυμπιάδα του 2004. Αποφασίστηκε, μάλιστα, πως ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης και της αστυνομίας θα παρακολουθήσουν τους χειμερινούς αγώνες που θα γίνουν σε λίγες μέρες στο Σολτ Λέικ Σίτι των ΗΠΑ, για να δουν πώς τα καταφέρνουν οι Αμερικάνοι σε αυτά. (Βέβαια, αν κρίνουμε από τις βομβιστικές επιθέσεις στη διάρκεια της Ολυμπιάδας της Ατλάντα, ίσως να αμφισβητήσουμε την αποτελεσματικότητά τους!).

Το λεγόμενο ζήτημα της ασφάλειας των Αγώνων είναι από τα πιο σημαντικά που αναδεικνύει η υπόθεση του 2004, στο οποίο η ίδια η κυβέρνηση δίνει μεγάλο βάρος. Φυσικά το ζήτημα είναι συνολικότερο και θα πρέπει να ιδωθεί μέσα στο πολύπλοκο πλέγμα των σημερινών εξελίξεων στη χώρα και τον κόσμο.

Ετσι, η περίοδος που άνοιξε η 11η Σεπτέμβρη, αυτή που ονομάζουν οι ιμπεριαλιστές διεθνή εκστρατεία ενάντια στην τρομοκρατία, πέρα από τα βασικά της χαρακτηριστικά που αφορούν τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, απαιτεί και την πλήρη καθυπόταξη λαών αλλά και αστικών τάξεων στα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών. Αυτό στη χώρα μας εκφράστηκε πολύ άμεσα στο ζήτημα της τρομοκρατίας με την απαίτηση των Αμερικάνων για συλλήψεις.

Επιδίωξη των ιμπεριαλιστών είναι ουσιαστικά να σωπάσει κάθε φωνή που ξεφεύγει έστω και λίγο από τις κατευθύνσεις που έχουν χαράξει. Η επιδίωξη αυτή βρίσκει απόλυτα σύμφωνη την ελληνική άρχουσα τάξη η οποία έχει μεγάλη ανάγκη να ξεμπερδέψει οριστικά με δικαιώματα και κατακτήσεις παλιότερων εποχών και να απαλλαγεί πια από το βραχνά ενός λαού που δεν λέει να σκύψει οριστικά το κεφάλι.

Η Ολυμπιάδα, λοιπόν, παρουσιάζεται σαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να λυθούν μια σειρά τέτοια ζητήματα. Στο όνομα της επιτυχίας της διοργάνωσης και άρα της ασφαλούς και ομαλής διεξαγωγής της γίνεται μια προσπάθεια να πειστούν πρώτα οι ίδιες οι μάζες για την αναγκαιότητα λήψης αυστηρών μέτρων. Μέτρων που, βέβαια, δεν περιμένουμε να παρθούν πίσω μετά τους αγώνες, αλλά αντίθετα θα αποτελέσουν το νέο πλαίσιο λειτουργίας της κοινωνίας.

Εδώ και καιρό οι υποψήφιοι για να αναλάβουν την ασφάλεια της Ολυμπιάδας του 2004 είναι μια αμερικάνικη και μια ισραηλινή εταιρεία. Οριστική απόφαση ακόμα δεν έχει παρθεί. Σε κάθε περίπτωση είναι σαφές ότι οι όποιοι «σερίφηδες» αναλάβουν το έργο αυτό όχι μόνο θα απαιτήσουν αυστηρά μέτρα από νωρίς, γιατί όχι και νέους τρομονόμους, αλλά και θα γεμίσουν τη χώρα με κάθε λογής πράκτορες και μπράβους οι οποίοι θα επαγρυπνούν για τυχόν παρεκκλίσεις από την απαιτούμενη «ηρεμία».

Εδώ αναδεικνύονται δυο ζητήματα. Το πρώτο είναι ότι οι ιμπεριαλιστές δεν έχουν εμπιστοσύνη στη δυνατότητα της ελληνικής άρχουσας τάξης να αναλάβει αυτό το έργο. Και το δεύτερο είναι ότι και η ίδια η ελληνική άρχουσα τάξη δεν φαίνεται να πιστεύει ότι θα μπορέσει να τα καταφέρει μόνη της και αναζητεί στήριξη εκεί που πάντα την αναζητούσε.

Με αυτή την έννοια, το ζήτημα εντάσσεται σε μια από τις πιο σημαντικές (ίσως την πιο σημαντική) πτυχή του ζητήματος Ολυμπιάδα, δηλαδή τη μεγαλύτερη πρόσδεση της άρχουσας τάξης στο ιμπεριαλιστικό άρμα και τη θυσία των λαϊκών και νεολαιίστικων αναγκών στο βωμό των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.

Αυτό που πρέπει να περιμένουμε, αυτό που και οι ιμπεριαλιστές και η ντόπια αστική τάξη επιδιώκουν είναι ουσιαστικά η φασιστικοποίηση της ζωής. Και σε αυτό δεν χωρούν αυταπάτες. Ολα αυτά τα στελέχη των μηχανισμών καταστολής του ιμπεριαλισμού που ήδη πηγαινοέρχονται στην Ελλάδα στόχο έχουν να στήσουν ένα νομικό και θεσμικό πλαίσιο τέτοιο που να θωρακίζει το κράτος απέναντι σε κάθε φωνή αντίστασης. Αυτό εννοούν ουσιαστικά όταν μας λένε οι δικοί μας πως συνεργάζονται αρμονικά με τους ξένους στο ζήτημα της ασφάλειας της Ολυμπιάδας (όπως και στο ζήτημα της «17 Νοέμβρη» και γενικά της τρομοκρατίας).

Ας σκεφτούμε πού θα οδηγήσουν όλα αυτά τις μέρες των αγώνων: Η κινητοποίηση των κρατικών μηχανισμών καταστολής θα είναι πρωτοφανής. Δίπλα σε αυτούς, το ρόλο του χωροφύλακα θα παίξουν όχι μόνο ιδιωτικές εταιρείες προστασίας αλλά, γιατί όχι, και πολλοί από τους 60.000 εθελοντές. Η Αθήνα θα γίνει απαγορευμένη ζώνη για… τους Αθηναίους! Αντίστοιχα οι έλεγχοι σε λιμάνια και αεροδρόμια, το φακέλωμα και ο χαφιεδισμός αναμένεται να έχουν… την τιμητική τους.

Ολα αυτά δεν είναι μόνο μια… μπόρα που θα κρατήσει ένα μήνα και θα περάσει. Προϋποθέτουν προετοιμασία της κοινωνίας και τρομοκράτηση των μαζών από πολύ νωρίτερα. Και ίσως να προϋποθέτουν και δρομολόγηση συγκεκριμένων μέτρων, τα οποία κάθε άλλο παρά προσωρινά θα είναι.

Το καθήκον του λαού και της νεολαίας να αγωνιστεί για να υπερασπιστεί τα δημοκρατικά του δικαιώματα και τις συνδικαλιστικές του ελευθερίες είναι πάντα στην πρώτη γραμμή. Στο ίδιο αυτό καθήκον εντάσσεται, τελικά, και η αντίσταση ενάντια σε όποιες προσπάθειες κάνει το σύστημα για να περιορίσει τα δικαιώματα αυτά με το πρόσχημα της Ολυμπιάδας. Και δεν θα πρέπει να υπάρξει ούτε ένας εργαζόμενος, ούτε ένας νεολαίος, ούτε ένας δημοκρατικός και προοδευτικός άνθρωπος που να πιστέψει έστω και στο ελάχιστο τη σχετική προπαγάνδα του συστήματος. Γιατί σε αυτό το ζήτημα είναι πιο ξεκάθαρο από οποιοδήποτε άλλο ότι δεν έχει τίποτα να κερδίσει, αλλά έχει πολλά να χάσει.

 

Σε δύσκολο σημείο οι προετοιμασίες

Η λαϊκή κινητοποίηση θα τις δυσκολέψει ακόμη περισσότερο!

Σε δύσκολο σημείο βρίσκονται οι προετοιμασίες για την Ολυμπιάδα. Γνωστές οι καθυστερήσεις στα έργα και οι λίστες με τα έργα υψηλού κινδύνου, που κόστισαν μάλιστα και τη θέση σε κάποια από τα στελέχη του «Αθήνα 2004». Η Αγγελοπούλου κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, λέγοντας ότι η προσεχής επίσκεψη της ΔΟΕ τον Απρίλιο αποτελεί «σημείο χωρίς επιστροφή». Μάλλον έτσι είναι για να το λένε και οι ίδιοι. Και γι’ αυτό πολλοί σχεδιασμοί έχουν τροποποιηθεί άρδην. Παρ” όλα αυτά, ο προϋπολογισμός των αγώνων αντί να μειωθεί αυξάνεται και έχει φθάσει αισίως το 1,5 τρισ. δραχμές, από 450 δισ. που ήταν την περίοδο της διεκδίκησης. Κάποια έργα καταργήθηκαν πλήρως. Κάποια άλλα «εκσυγχρονίζονται», όπως για παράδειγμα ο προαστιακός σιδηρόδρομος που από ηλεκτροκίνητος -όπως προβλεπόταν αρχικά- μετατρέπεται σε… πετρελαιοκίνητο! Κτιριακές εγκαταστάσεις, όπως του Αγ. Κοσμά και αλλού, ελλείψει χρόνου θα κατασκευαστούν λυόμενες. Η πρόσβαση σε πολλές εγκαταστάσεις τόσο από άποψη οδικών έργων όσο και από άποψη μεταφορικών μέσων θα είναι από προβληματική έως ανύπαρκτη. Από τώρα αναζητούνται λεωφορεία για ενοικίαση και άλλα τραγελαφικά. Φανταστείτε τι έχει να γίνει με το κυκλοφοριακό τις μέρες των αγώνων…

Επειδή όμως η κατάσταση είναι, όπως αναφέραμε και στην αρχή, δύσκολη και πιεστική, δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλα στραβοπατήματα και καθυστερήσεις. Τα εργατικά ατυχήματα –θανατηφόρα και μη- στα ολυμπιακά έργα πληθαίνουν. Τον περασμένο Δεκέμβρη ο 62χρονος οικοδόμος Χρήστος Μιάμης αφήνει την τελευταία του πνοή στο oλυμπιακό xωριό, θυσία στο βωμό του κέρδους…

Παράλληλα ξεκίνησε η «διευθέτηση» χρονοβόρων διαδικασιών, όπως της εξέτασης των προσφυγών στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) ενάντια στην κατασκευή ορισμένων έργων. Eτσι, με οριακή πλειοψηφία 14-13 το ΣτΕ άναψε το πράσινο φως για την κατασκευή του κλειστού γυμναστηρίου πινγκ πονγκ και γυμναστικής στο κτήμα Βεΐκου στο Γαλάτσι. Από την αρχή η κατασκευή του έργου είχε συναντήσει σοβαρές αντιδράσεις ότι καταστρέφεται χαρακτηρισμένη δασική περιοχή, από τους τελευταίους πνεύμονες πρασίνου της Αθήνας. Οι πιέσεις όμως ήταν τόσο μεγάλες που οδήγησαν στον αποχαρακτηρισμό της περιοχής από την αρμόδια επιτροπή δασών και στην –με συνοπτικές διαδικασίες- απόφαση του ΣτΕ.

Η απόφαση αυτή προδικάζει και την τύχη παρόμοιων προσφυγών. Βέβαια, και για το συγκεκριμένο έργο και για άλλα υπήρχαν και υπάρχουν αντιδράσεις από τοπικούς φορείς, κινήσεις, περιβαλλοντικές οργανώσεις κ.λπ. Μόνο που αυτές οι αντιδράσεις εμπεριείχαν ως τα τώρα έντονο το στοιχείο της αυταπάτης ότι μπορεί το θέμα να λυθεί με προσφυγές, μέσω της δικαστικής οδού. Αυτό ήταν το κυρίαρχο «μέσο πάλης» και λιγότερο η ανάδειξη του ζητήματος ως πολιτικού, η σύνδεσή του με την αντιδραστική κυβερνητική πολιτική και η αναζήτηση στήριξης στο λαό της γειτονιάς.

Οσο η κατάσταση γίνεται πιο πιεστική, απαιτείται και αυτές οι κινήσεις να βρουν αγωνιστική διέξοδο προκειμένου να συνεχίσουν να υπάρχουν. Επί της ουσίας απαιτείται η διεύρυνσή τους και η εξέλιξή τους σε κίνημα αντίστασης ενάντια στις επιπτώσεις της Ολυμπιάδας. Οι δυσκολίες που περιγράψαμε παραπάνω δεν τέθηκαν κατά βάση από το λαϊκό παράγοντα. Είναι δυσκολίες που έχουν να κάνουν μεταξύ άλλων με τις ενδοαστικές κόντρες για το μοίρασμα της πίτας και με τα εγγενή χαρακτηριστικά της ντόπιας άρχουσας τάξης. Η παρουσία όμως του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο μπορεί να οξύνει το πρόβλημα και να οδηγήσει και σε νίκες.

 

Σολτ Λέικ Σίτι – Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες 2002

Σκηνές από ταινία προσεχώς

Στις 8 Φλεβάρη, στο Σολτ Λέικ Σίτι, την πρωτεύουσα της πολιτείας της Γιούτα των ΗΠΑ, άναψε η ολυμπιακή φλόγα για τους 19ους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Η επόμενη αφή της φλόγας θα γίνει στην Αθήνα σε δυο χρόνια. Ετσι, πολλές από τις σκηνές του Σολτ Λέικ είναι τα «προσεχώς» της Ολυμπιάδας της Αθήνας.

Η ελληνική οργανωτική επιτροπή πρέπει να αισθάνεται αρκετά μεγάλη πίεση, όχι μόνο λόγω των βασικών αδυναμιών και προβλημάτων του 2004, αλλά και πλέον από το γεγονός ότι αναλαμβάνει τη διοργάνωση αμέσως μετά τις ΗΠΑ. Οπως και να έχει, είναι ένα σημαντικό προηγούμενο. Για πολλούς λόγους. Οργανωτικούς, οικονομικούς, αλλά βασικά πολιτικούς. Ας πάρουμε μια μικρή γεύση από το πώς οργανώνουν ολυμπιάδες οι ιμπεριαλιστές.

Το ζήτημα της ασφάλειας, δηλαδή της τρομοκρατίας

Οι ίδιοι οι Αμερικάνοι χαρακτήρισαν το Σολτ Λέικ Σίτι «το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο για είκοσι μέρες». Δικαίως, αν σκεφτεί κανείς ότι αντιστοιχούν έξι άνδρες των πάσης φύσης δυνάμεων ασφαλείας σε κάθε αθλητή! Και όταν λέμε δυνάμεις ασφαλείας εννοούμε την τοπική αστυνομία, το FBI, τη CIA, το στρατό, τις ιδιωτικές εταιρείες security, αλλά και ορισμένους εθελοντές.

Ούτως ή άλλως το ζήτημα της ασφάλειας ήταν σημαντικό για τους διοργανωτές. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Ολυμπιάδες σε αμερικανικό έδαφος έχουν το κακό προηγούμενο του 1996 στην Ατλάντα, όταν έγιναν βομβιστικές επιθέσεις στη διάρκεια των αγώνων.

Φυσικά η 11η Σεπτέμβρη έβαλε το ζήτημα σε εντελώς νέα βάση. Ετσι η κινητοποίηση των μηχανισμών καταστολής ήταν πρωτοφανής και από αυτά που μαθαίνουμε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το Σολτ Λέικ είναι μάλλον το μέρος εκείνο του κόσμου όπου για είκοσι μέρες δεν θα κουνιέται… φύλλο! Δηλαδή το μέρος εκείνο όπου η κρατική τρομοκρατία και η φασιστικοποίηση της ζωής θα είναι αυτές τις μέρες πιο έντονες από οπουδήποτε (τουλάχιστον απ” όπου δεν υπάρχει πόλεμος).

Η ελληνική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής την κυρία Αγγελοπούλου, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το πώς οι Αμερικάνοι οργάνωσαν τα ζητήματα ασφάλειας. Μάλιστα, υψηλόβαθμα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας αλλά και της κυβέρνησης βρίσκονται στο Σολτ Λέικ για να μαθητεύσουν κοντά στους… μετρ του είδους! Θα μπορούσαμε, βέβαια, να το σκεφτούμε και ανάποδα. Οτι οι μετρ ήταν αυτοί που ήθελαν να εξασφαλίσουν ότι θα παρθούν ορισμένα συγκεκριμένα μέτρα στην Αθήνα το 2004 και ζήτησαν (ή απαίτησαν;) από τους μαθητευόμενους να παραβρεθούν. Σε κάθε περίπτωση, όπως έχουμε ξαναγράψει, οι Αμερικάνοι ενδιαφέρονται για τον ουσιαστικό και μόνιμο περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα και η Ολυμπιάδα τούς δίνει μια καλή αφορμή.

Μια… ενδιαφέρουσα πλευρά του ζητήματος είναι και η παρακάτω: Περίπου το 70% του πληθυσμού της πολιτείας της Γιούτα ανήκει στη θρησκευτική αίρεση των Μορμόνων. Οι Μορμόνοι εφαρμόζουν με επιμονή το θρησκευτικό προσηλυτισμό, μοιράζοντας φυλλάδια, περιοδικά και εφημερίδες (κάπως σαν τους γνωστούς σ” εμάς Ιεχωβάδες). Τα επίσημα ρεπορτάζ, λοιπόν, λένε ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ των ηγετών των Μορμόνων και της οργανωτικής επιτροπής των αγώνων για να σταματήσει ο προσηλυτισμός κατά τη διάρκεια των αγώνων. Ωστόσο αρκετοί Μορμόνοι καταφέρνουν να βάζουν στα κλεφτά ένα φυλλάδιο στις τσέπες των περαστικών.

Αν όλα αυτά αφορούν μια θρησκευτική αίρεση, πλειοψηφούσα μεν, ακίνδυνη δε και ενσωματωμένη πλήρως, μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα έκαναν σε συλλογικότητες, κινήσεις ή οργανώσεις που θα έθεταν έστω και ψήγματα αμφισβήτησης της κυρίαρχης άποψης. Και μπορεί να φανταστεί κανείς τι ονειρεύονται και για τους αγώνες της Αθήνας. Αλλωστε ήδη έχουν δείξει δείγματα γραφής με τη διά ροπάλου αντιμετώπιση όσων μοίραζαν προκηρύξεις στην πρόσφατη συναυλία για τον εθελοντισμό.

Η τελετή έναρξης. Το θέαμα του αποπροσανατολισμού, της υπεροψίας και… της πυγμής

Αν κάτι ξεχώρισε την τελετή έναρξης στο Σολτ Λέικ από αυτές προηγούμενων διοργανώσεων ήταν… η 11η Σεπτέμβρη. Κρατήθηκαν ενενήντα δευτερόλεπτα σιγής για τα θύματα του χτυπήματος, η ολυμπιακή ομάδα των ΗΠΑ κρατούσε τη σημαία που διασώθηκε από τους δίδυμους πύργους, ενώ φλογερός ήταν ο λόγος του Μπους για το «μεγάλο έθνος» και τη «μεγάλη δημοκρατία». Σχολιάστηκε ως πρωτοφανής η παρέμβαση αυτή του προέδρου και η φράση του «κηρύσσω την έναρξη των αγώνων» και τα αμερικάνικα μέσα ενημέρωσης… έσταζαν μέλι για τη μεγαλειώδη και συγκινητική ατμόσφαιρα της τελετής.

Ακριβώς επειδή οι αγώνες γίνονται σε αυτή την περίοδο, η τελετή είχε ένα παραπάνω νόημα από αυτό που έχουν όλες οι εκδηλώσεις τέτοιου τύπου, δηλαδή τον αποπροσανατολισμό και το κοίμισμα των μαζών με ένα φαντασμαγορικό σόου, από αυτά που τόσο καλά ξέρουν να κάνουν ειδικά οι Αμερικάνοι. Αυτή τη φορά το σόου ήταν η εικόνα του «πολιτισμένου» κόσμου. Ηταν η εικόνα των επιτευγμάτων και της προκοπής. Και ήθελε να αντιπαρατεθεί στο σκοταδισμό των βάρβαρων που προκάλεσαν το δυτικό πολιτισμό. Ηταν, με άλλα λόγια, η περίφημη πια ρήση του Μπους «ή μαζί μας ή εναντίον μας», δοσμένη αυτή τη φορά με φωτάκια και βεγγαλικά.

Οι Αμερικάνοι δεν θα άφηναν χαμένη την ευκαιρία των αγώνων για να τονίσουν με κάθε τρόπο και προς όλες τις κατευθύνσεις τις προθέσεις τους. Να ξαναπούν στους λαούς όλου του κόσμου ότι είναι αποφασισμένοι να τους θαμπώσουν με τα μέσα που διαθέτουν, να τους κάνουν να ξεχάσουν και την παραμικρή ιδέα αντίστασης.

Και βέβαια, να ξαναμιλήσουν με το γνωστό θράσος που τους διακρίνει για πολιτισμό. Αυτοί που έκλεψαν, κατέσφαξαν, βίασαν χώρες ολόκληρες. Και ποιος ξέρει τι θα κάνουν ακόμα.

Το πιο εξοργιστικό, πάντως, στην τελετή έναρξης ήταν το φολκλορικό της μέρος, στο οποίο πρωταγωνίστησαν… ινδιάνοι της περιοχής. Αυτό κι αν είναι θράσος! Οι ίδιοι που εξολόθρευσαν τους ινδιάνους σε όλη τη Δύση -και στη Γιούτα- τους παρουσιάζουν τώρα σαν αναπόσπαστο κομμάτι της αμερικάνικης ιστορίας και παράδοσης!

Το ταμείον είναι μείον!

Ξέραμε πως γενικά οι Ολυμπιάδες μπαίνουν μέσα – και συχνά αρκετά βαθιά. Αλλά όχι κι έτσι! Η οργανωτική επιτροπή των αγώνων είχε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα και μέχρι την τελευταία στιγμή έψαχνε να βρει πώς θα περιορίσει τα έξοδα. Ετσι, συμφώνησε με το δήμο του Σολτ Λέικ να παραμείνει ο χριστουγεννιάτικος στολισμός της πόλης μέχρι το τέλος των αγώνων, γιατί λεφτά για να στολίσουν την πόλη… δεν υπήρχαν. Και, από το τίποτα, καλά είναι και τα αγγελάκια και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα!

Την ίδια στιγμή, η επίσημη τιμή του εισιτηρίου για τις τελετές έναρξης και λήξης είναι 320 δολάρια (τα φτηνά) και 885 δολάρια (τα ακριβά), δηλαδή περίπου 125.000 και 340.000 δραχμές αντίστοιχα! Πόσο θα κοστίζει, άραγε, το εισιτήριο το 2004;

Ή μήπως να ρωτήσουμε πόσο μέσα θα μπει η διοργάνωση του 2004; Λέτε να αναγκαστούν να κρατήσουν το δέντρο του Αβραμόπουλου μέχρι τον Αύγουστο;

 

Ούτε ένας εθελοντής στις υπηρεσίες του συστήματος!

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό από τα κανάλια (κι άλλα στηρίγματα του συστήματος) για τον εθελοντισμό. Η κυβέρνηση αγωνιά και αγχώνεται να πείσει τη νεολαία (κυρίως αυτήν) να κάνει το όραμα της Oλυμπιάδας του 2004 και δικό της. Σ’ αυτό το πλαίσιο, βάζει και σχετικό μάθημα στο σχολείο (για να «μαθαίνουν» τα παιδιά από μικρά…), διοργανώνει πολυδιαφημισμένες νεολαιίστικες συναυλίες με ελεύθερη είσοδο (όπου γίνεται και η πρόβα τζενεράλε του τρομονόμου πάνω στα κορμιά των παρευρισκόμενων «αντιφρονούντων») και στα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (σε όποια τους το επιτρέπει ο κόσμος) έχει την παράταξή της, την ΠΑΣΠ, να προσπαθεί να μαζέψει δηλώσεις για εθελοντική εργασία στην Ολυμπιάδα, γεμίζοντας τις σχολές με σχετικές αφίσες και ανάγοντας έτσι, αυτό το θέμα σε κύριο στόχο για την κυβερνητική παράταξη.

Είναι φανερό όμως ότι η κυβέρνηση δε σκοπεύει μόνο στο οικονομικό όφελος από τη δημιουργία μιας στρατιάς απλήρωτων εργαζομένων-εθελοντών. Ακόμη περισσότερο μάλλον ενδιαφέρεται για την απήχηση της αστικής προπαγάνδας στη νεολαία. Αυτό για το οποίο προσπαθεί να πείσει είναι ότι ο κόσμος που ζει στην Ελλάδα (πλην των μεταναστών φυσικά) έχει κοινό συμφέρον με βάση το δήθεν κύριο χαρακτηριστικό, αυτό της κοινής ελληνικής εθνικότητας, και άρα το κοινό όφελος από τη διοργάνωση της Ολυμπιάδας. Η άποψη αυτή συνειδητά κρύβει την ταξικότητα της κοινωνίας και τα ασυμβίβαστα συμφέροντα που υπάρχουν στους κόλπους της κοινωνίας αυτής. Προσπαθεί να πείσει ότι «δουλεύουμε όλοι για τον ίδιο σκοπό» και πολύ περισσότερο ότι δεν υφίσταται η άγρια εκμετάλλευση που ζουν τα πλατιά λαϊκά στρώματα καθημερινά στο πετσί τους.

Παρ’ όλη την τεράστια αυτή προσπάθεια του συστήματος να πείσει τη νεολαία ότι αξίζει να (επι)στρατευτεί για τον «εθνικό» στόχο και παρ’ όλη την έλλειψη επαναστατικού κινήματος που να δρα μαζικά στις συνειδήσεις της νεολαίας, οι παθιασμένοι έλληνες εθελοντές παραμένουν δυσεύρετοι.

Και, αλήθεια, από τι να συγκινηθεί κανείς; Από την ολοένα και εντεινόμενη αστυνομοκρατία στην πόλη του; Απ” τα ολυμπιακά έργα που χτίζονται πάνω στα τελευταία δέντρα της Αττικής με τα λεφτά του λαού αλλά χωρίς καμιά χρήση γι αυτόν; Ή πόσοι συναρπάζονται από τους μεταλλαγμένους απ’ την «ντόπα» αθλητές που τα κορμιά τους μοιάζουν με ταμπλό διαφημίσεων; Αλήθεια τι έχει να ζηλέψει η νεολαία απ’ όλα αυτά;

Προλεταριακή Σημαία, φ. 445-446, 12/1/02

Αναζήτηση

Κατηγορίες