Το Brexit, και επίσημα, πέρασε τη Μάγχη…

Ο Βρετανός πρέσβης στην ΕΕ, Τιμ Μπάροου, παρέδωσε στις 29 του Μάρτη στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, την επιστολή της Τερέζα Μέι με την οποία ξεκινά και επίσημα η διαδικασία του Brexit. Σύμφωνα με το τυπικό της υπόθεσης, ΕΕ και Βρετανία, έχουν δύο χρόνια για να διαπραγματευτούν τη συμφωνία αποχώρησης, καθώς και τη διαμόρφωση του νέου πλαισίου για τις μελλοντικές τους σχέσεις. Σε ότι αφορά το νέο πλαίσιο και τις συμφωνίες που θα το καθορίζουν, οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι είναι μέρος ξεχωριστής διαδικασίας, της οποίας οι διαπραγματεύσεις ενδέχεται να διαρκέσουν περισσότερο, ενώ η Βρετανία επιδιώκει να εξεταστεί ταυτόχρονα ως ενιαίο «πακέτο».

Έχουμε λοιπόν την ενεργοποίηση του άρθρου 50 της Συνθήκης της Λισσαβόνας, το οποίο σε γενικές γραμμές προβλέπει τόσο τη διαδικασία όσο και ποια ζητήματα πρέπει να καλύπτει η συμφωνία αποχώρησης. Ζητήματα που δεν αφορούν μόνο τις δεσμεύσεις της Βρετανίας στο εσωτερικό της ΕΕ αλλά τις διεθνείς δεσμεύσεις της ως κράτους μέλους της Ένωσης.

Το σημαντικό, ωστόσο, σε σχέση με την ενεργοποίηση αυτού του άρθρου βρίσκεται στο ότι οι πρωτοβουλίες για την τελική διαμόρφωση του «διαζυγίου» ανατίθενται στις Βρυξέλλες. Πράγμα λογικό, μια και το άρθρο αυτό δεν συντάχτηκε για να αντιμετωπίσει περιπτώσεις όπως η Βρετανία. Γι’ αυτό και η ασυμμετρία του είναι εσκεμμένη. Αυτή η ρήτρα συντάχθηκε, από τη μια ως δημοκρατική επίφαση της συγκρότησης της ΕΕ, και από την άλλη και κύρια, για να αποθαρρύνει τις αποχωρήσεις και να διασφαλίζει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι όροι τίθενται από τις Βρυξέλλες, δηλαδή από τους ιμπεριαλιστές της ΕΕ. Να όμως που τώρα κάνει πρώτος χρήση αυτής της ρήτρας ένας από τους ιμπεριαλιστές της ΕΕ! Η πέμπτη οικονομία στον κόσμο, η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη, με πυρηνικά όπλα και με μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Σίγουρα και η αφετηρία της διαδικασίας, που ξεκινά αρκετά «ανορθόδοξα» για τη βρετανική ελίτ, θα μπορούσε να πει κανείς πως, κατά κάποιο τρόπο, θα χαρακτηρίσει και την κατάληξή της, με την οριστική πραγματοποίηση του Brexit. Το βέβαιο είναι πως προβάλλουν για όλους νέες αναγκαιότητες που εμπεριέχουν όμως και πολλές νέες μεταβλητές.

Με δεδομένο πως οι όροι και οι αιτίες που οδήγησαν στο Brexit υπάρχουν και λειτουργούν σε ένα γενικότερο πλαίσιο ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που διαμορφώνει και τις συνολικές εξελίξεις, το Brexit προβάλει ως ένα παραπέρα στοιχείο όξυνσης αυτών των αντιθέσεων. Από την άποψη αυτή, και ένα οριακό όχι στο Brexit καθόλου δεν θα συνεπαγόταν μια ομαλή εξέλιξη των σχέσεων Βρετανίας και ΕΕ. Κατά συνέπεια, σήμερα δεν μιλάμε για κάποιες πολιτικές διαδικασίες σε οριοθετημένο πλαίσιο αλλά για το ξεκίνημα μιας διαδικασίας που αντικειμενικά θα πατά σε αποκλίνοντες τακτικούς και στρατηγικούς στόχους και για τις δύο πλευρές, για το επόμενο διάστημα.

Μέχρι πριν λίγο διάστημα, το Brexit αφορούσε τη Βρετανία. Τώρα πέρασε τη Μάγχη και αφορά την Ευρώπη. Εκεί πλέον βρίσκονται οι πρωτοβουλίες κινήσεων, όχι εξαιτίας του άρθρου 50 αλλά επειδή η άλλη πλευρά εκπροσωπεί ένα ευρύτερο σύνολο. Η Μέι μπορεί να θέσει τις απαιτήσεις της αλλά οι όροι της σχέσης με την «ήπειρο» και το τίμημά τους θα τεθούν και θα αποφασιστούν από τις Βρυξέλλες ή καλύτερα από το Βερολίνο και το Παρίσι.

Οι ουσιαστικές συζητήσεις προβλέπεται να ξεκινήσουν 22 του Μάη, όταν και θα συνεδριάσει το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της ΕΕ, για να εγκρίνει τις διαπραγματευτικές κατευθυντήριες γραμμές των 27 κρατών-μελών. Κάποιοι ισχυρίζονται πως δεν μπορούν να αρχίσουν ουσιαστικές συζητήσεις πριν από τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, πράγμα που με τη σειρά του καθιστά πολύ δύσκολο να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα στα τυπικά χρονικά διαστήματα. Θεωρητικά, αν δεν υπάρξει συμφωνία ούτε και παράταση των διαπραγματεύσεων, τότε η Βρετανία εγκαταλείπει αυτόματα την ΕΕ μετά από δύο έτη. Επίσης, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία για τις μελλοντικές σχέσεις των δύο πλευρών, οι συναλλαγές της Βρετανίας με την ΕΕ θα γίνονται σύμφωνα με τους κανόνες του ΠΟΕ.

Πάντως, το βασικό «διαδικαστικό» -αλλά με πολλή ουσία- πρόβλημα εντοπίζεται στον ορισμό των μεταβατικών περιόδων της διαδικασίας εξόδου και διαμόρφωσης νέου πλαισίου σχέσεων αναφορικά με το ποιοι κανόνες της ΕΕ (οικονομικοί, νομικοί, κλπ) και με ποιο τρόπο θα ισχύουν για τη Βρετανία.

Ωστόσο, το Brexit δεν περιέχει κινδύνους μόνο για τη Βρετανία (που σίγουρα αναρωτιέται, πέρα από όλα, αν εγκαταλείπει την ΕΕ τη σωστή ή όχι στιγμή) αλλά αποτελεί και δυνητική

απειλή για την τελική επιβίωση της ΕΕ. Μπορεί η ΕΕ στην επόμενη φάση να έχει το ατού των πρωτοβουλιών, ωστόσο αυτό από μόνο του δεν εξασφαλίζει πλεονέκτημα. Πάντως, όπως μέχρι στιγμής αποτυπώνεται σε επίσημες τοποθετήσεις και δηλώσεις, εκδηλώνεται και από τις δύο μεριές διάθεση να αποτραπεί άμεση όξυνση και απότομη ρήξη των σχέσεών τους. Δηλωτικό ότι οι διαδικασίες που άνοιξαν, πέρα από το εκβιαστικό των γεγονότων, μοιάζουν -και είναι- πορεία σε «αχαρτογράφητη περιοχή». Αναγκαστικά και αντικειμενικά, η κίνηση αυτή αποτελεί πλήγμα και για τις δύο πλευρές, αφού οξύνει προβλήματα και αντιφάσεις που χαρακτήριζαν τόσο τις μέχρι τώρα σχέσεις Βρετανίας και ΕΕ όσο συνολικότερα τη λειτουργία της ΕΕ. Ταυτόχρονα και για τις δύο πλευρές αποτελεί (με διαφορετικούς όρους) αναγκαστικά και μια διαδικασία «εσωστρέφειας».

Η Μέι έχει δηλώσει ότι για τη Βρετανία «η μη επίτευξη συμφωνίας είναι καλύτερη από μια κακή συμφωνία». Άσχετα του πόσο το πιστεύει αυτό, έχει δεσμευθεί να φροντίσει ώστε η Βρετανία, εκτός από το να διατηρήσει τη μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές, «να προωθήσει ιδιαίτερες εμπορικές συμφωνίες με άλλες χώρες πέραν της ΕΕ».

Ωστόσο, η επίτευξη συμφωνίας με την ΕΕ είναι μια αδήριτη αναγκαιότητα. Είναι κάτι προφανές και όχι μόνο για οικονομικούς λόγους. Θα ήταν εντελώς αντιφατικό να γίνεται προσπάθεια να αποκτηθεί καλύτερη πρόσβαση σε σχετικά μικρότερες αγορές, την ώρα που θα σημειωνόταν μια μεγάλη επιδείνωση στους όρους πρόσβασης σε μια από τις πιο σημαντικές αγορές του κόσμου. Βασικό ζήτημα: πώς θα επανακαθορίσει ή και θα επαναδιαμορφώσει τους όρους η Βρετανία, ώστε το Λονδίνο να μπορέσει να διατηρήσει τη θέση του ως ένα από τα δύο μεγαλύτερα οικονομικά κέντρα στο κόσμο.

Επίσης, είναι φανερό πως μπαίνουν σε δοκιμασία στρατηγικά και πολιτικά ζητήματα. Το Λονδίνο χάνοντας το ρόλο του στα όργανα της ΕΕ, αποδυναμώνει την επιρροή του σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε χώρες που ιστορικά είχε σημαντικά ερείσματα. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να διαχειριστεί σε νέες συνθήκες και σε μεγαλύτερη ίσως ένταση τα του οίκου του. Θα καταφέρει να διατηρήσει ενωμένη τη Βρετανία; Θα αντεπεξέλθει στην απειλή ενός νέου δημοψηφίσματος για την ανεξαρτητοποίηση της Σκωτίας ή και της Βόρειας Ιρλανδίας για απόσχιση;

Η Βρετανία, έτσι κι αλλιώς, είναι μια ευρωπαϊκή χώρα και δεν μπορεί να αγνοήσει γεγονότα στο τόσο κοντινό της περιβάλλον. Θα επηρεάζει και θα επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην ήπειρο. Κατά κάποιο τρόπο, η «γεωγραφία» αποτελεί ένα πολιτικό πεπρωμένο. Τώρα όμως το Λονδίνο απομακρύνει την άμεση επιρροή του από το όλο «σύστημα» που οργανώνει την ήπειρο, και σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπο με διάφορες απειλές που επιβάλλει η σκληρή πραγματικότητα. Για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, ένα μεγάλο μέρος των λειτουργιών της χώρας είχε συνδεθεί με τις Βρυξέλλες. Για να αναπαραχθούν αυτές οι λειτουργίες (κάποιες ζωτικής σημασίας) σε νέα βάση, θα χρειαστούν πολύ περισσότερα από δύο χρόνια.

Απέναντι σε όλα αυτά, οι άλλοι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές στρέφονται αναγκαστικά στην αντιμετώπιση των υπαρχόντων εσωτερικών προβλημάτων που προστιθέμενα σε αυτά του Brexit, διαμορφώνουν μια νέα, όσο και εκρηκτική, κατάσταση. Όχι τυχαία, ο Ευρωπαίος επίτροπος Προϋπολογισμού Έτινγκερ, μιλώντας στο γερμανικό περιοδικό Spiegel, επιχείρησε να προετοιμάσει τα υπόλοιπα 27 κράτη-μέλη για αύξηση της οικονομικής τους συνεισφοράς στην ΕΕ μετά την αποχώρηση της Βρετανίας, η ετήσια συνεισφορά της οποίας την κατατάσσει δεύτερη στη λίστα μετά τη Γερμανία.

Αναμφίβολα για τους άλλους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, και ιδιαίτερα για τη Γερμανία, η ρεαλιστική προσέγγιση στη φάση αυτή είναι η αναζήτηση ενός νέου «συμβολαίου» τόσο με τη Βρετανία όσο βέβαια και με τις ΗΠΑ, από όπου ο Τραμπ συνεχίσει να επιδεικνύει δημοσίως την ικανοποίησή του για το Brexit, αναγκάζοντας τον πρόεδρο της Κομισιόν Γιούνκερ να απειλήσει από τη Μάλτα ότι θα ενθαρρύνει το Οχάιο ή το Τέξας να αποσχιστούν από τις ΗΠΑ!

Τελικά και για την ΕΕ, δεν είναι μόνο ότι η πορεία των διαπραγματεύσεων για το Brexit είναι αβέβαιη. Είναι και το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει άμεσα και άλλες υπαρξιακές απειλές από τις πολιτικές εξελίξεις σε Γαλλία και Ιταλία. Απειλές που τροφοδοτούν προβληματισμούς για το αν θα υπάρχει η ΕΕ των «27» και η Ευρωζώνη των «19» τόσο στη σημερινή σύνθεση όσο και σε θεσμική αποτύπωση.

Η Βρετανή πρωθυπουργός Μέι είπε στη βουλή των κοινοτήτων ότι «το Brexit είναι η ευκαιρία της Βρετανίας». Και άφησε να εννοηθεί πως το μέλλον τώρα ανήκει σε κάτι που ονομάζεται «παγκόσμια Βρετανία»! Το προφανές πρόβλημα είναι ότι, πέρα από την αναμόχλευση μιας αυτοκρατορικής νοσταλγίας, τέτοιες δηλώσεις στερούνται περιεχομένου. Πόσο μάλλον που η ΕΕ δεν ήταν αυτή που είχε στερήσει αυτή την ικανότητα της Βρετανίας!

Πάντως η αστική τάξη της Βρετανίας, πέρα από τα προβλήματα που δημιουργεί το Brexit αλλά σε σύνδεση με αυτά, θα βρεθεί απέναντι σε ακόμη πιο σκληρά ερωτήματα σε σχέση με τη θέση και τον ρόλο της σε ότι διαμορφώνεται παγκόσμια μέσα από γενικότερες μεταβολές και αναδιατάξεις. Και είναι βέβαιο είναι ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν βρίσκεται πλέον στον 19ο αλλά στον 21ο αιώνα.

Χ.Β

Κατηγορίες

Αναζήτηση