04 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 2016

Τουρκία: μετά την απόπειρα πραξικοπήματος

Σε στενή σύμπλεξη η πορεία των εσωτερικών αναδιατάξεων και (αν)ισορροπιών με την «επαναδιατύπωση» των σχέσεων με τους ιμπεριαλιστές

Πενήντα μέρες έχουν περάσει από την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία στις 15 Ιουλίου. Μέσα σ΄ αυτές τις πενήντα μέρες έχουμε μια πύκνωση των εξελίξεων όσον αφορά το εσωτερικό της γειτονικής χώρας αλλά και το ρόλο της στην περιοχή. Και φυσικά την πορεία των σχέσεών της με τους ιμπεριαλιστές της Δύσης και πρώτα απ’ όλους τις ΗΠΑ, αλλά και τη Ρωσία.

Κατάσταση έκτακτης ανάγκης και εσωτερική αναδιάταξη στους μηχανισμούς

Λίγες ώρες αφότου είχε «κλειδώσει» η έκδοση της «Προλεταριακής Σημαίας» (το φύλλο της 22 Ιουλίου), η ανακήρυξη της χώρας από το τούρκικο Κοινοβούλιο, μετά από πρόταση του AKP και τη στήριξη του κεμαλικού CHP και του ακροδεξιού/εθνικιστικού MHP, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τρεις μήνες ήρθε να επιβεβαιώσει την τότε εκτίμησή μας και πασιφανή άλλωστε γρήγορη ροπή των εξελίξεων στην Τουρκία προς ακόμα πιο αντιδραστικές μορφές και τρόπους διακυβέρνησης.
Η τρίμηνη άρση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ανάλογα έχει πράξει η Γαλλία και η Ουκρανία πρόσφατα) ήρθε να νομιμοποιήσει όχι μόνο το πογκρόμ διώξεων και συλλήψεων, τις μαζικές απολύσεις από το δημόσιο, την επ’ αόριστον παράταση του χρόνου κράτησης, τη μαζική απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και πολλά ακόμα που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα. Αλλά και όλη την αντιδραστική πρακτική που έβαινε κλιμακούμενη μέχρι τότε. Αναφερόμαστε στις εκτεταμένες σφαγές στις κουρδικές περιοχές, στον περιορισμό έως και απαγόρευση κυκλοφορίας, την απαγόρευση συγκεντρώσεων κ.ά. Καθώς και να επεκτείνει αυτή την αντιδραστική, φασιστικού τύπου, νομική βάση, εφοδιάζοντας τον πρόεδρο και το υπουργικό συμβούλιο με τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων με παράκαμψη της Βουλής.
Στο επίπεδο των κρατικών μηχανισμών, από την εικόνα που στη συνέχεια θα παραθέσουμε είναι φανερό ότι πρόκειται για μια σημαντική σε έκταση και βάθος εκκαθάρισή τους από κεμαλικούς και γκιουλενικούς (με ή χωρίς εισαγωγικά) και γενικότερα από όσους θεωρήθηκαν υποστηρικτές των δυνάμεων που επιχείρησαν το πραξικόπημα. Το βάρος πρέπει να δίνεται στους δεύτερους (γκιουλενικούς) διότι, όπως οι ίδιοι οι ιθύνοντες έχουν ομολογήσει, το δίκτυο του Γκιουλέν (που συνδύαζε το μετριοπαθές/πολιτικό ισλάμ με το «ρεαλισμό» της πλήρους ευθυγράμμισης με τη Δύση και ειδικά με τις ΗΠΑ) ως κύριος κοινωνικός συνεργάτης και υποστηρικτής του AKP από το 2006 έως το 2013 είχε απλώσει αρκετά βαθιά τα πλοκάμια του στο κράτος και ειδικότερα στην αστυνομία, το δικαστικό σώμα και στην εκπαίδευση.
Μέχρι στιγμής, λοιπόν, έχουν απολυθεί 76.000 δημόσιοι υπάλληλοι (κοντά 43.000 από το υπουργείο Παιδείας και 8.700 από το υπουργείο Εσωτερικών). Έχουν συλληφθεί 26.000 και παραμένουν υπό κράτηση 17.000, από τους οποίους 7.248 στρατιωτικοί, 3.083 αστυνομικοί και 2.288 δικαστικοί. Στο στρατό οι εκκαθαρίσεις εντυπωσιάζουν: απομακρύνθηκαν 157 στρατηγοί, ναύαρχοι και πτέραρχοι, αριθμός που αντιστοιχεί στο 44% των ανώτατων στρατιωτικών στελεχών. Στο πεδίο των ΜΜΕ έχει μπει λουκέτο σε 131 από αυτά (3 ειδησεογραφικά πρακτορεία, 16 κανάλια, 23 ραδιοφωνικοί σταθμοί, 45 εφημερίδες κ.ά.), ενώ επίσης έκλεισαν περισσότεροι από 2.200 οργανισμοί, ιδρύματα (π.χ. 15 πανεπιστήμια) και σχολεία (1.000).
Ταυτόχρονα, ο Ερντογάν και το AKP έκαναν ένα ακόμα βήμα στον πολιτικό έλεγχο του στρατού: με απόφαση της προεδρίας μεταβιβάστηκε ο έλεγχος της στρατοχωροφυλακής και του Λιμενικού Σώματος απ΄ το τούρκικο ΓΕΕΘΑ στο υπουργείο Εσωτερικών, ενώ το Γενικό Επιτελείο των Ενόπλων Δυνάμεων και η μυστική υπηρεσία πληροφοριών (η διαβόητη MIT) τέθηκαν υπό τον έλεγχο της προεδρίας. Ακόμα, το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο «πολιτικοποιήθηκε» παραπέρα με τη συμμετοχή σε αυτό των αντιπροέδρων της κυβέρνησης καθώς και των επικεφαλής των υπουργείων Δικαιοσύνης, Εσωτερικών και Εξωτερικών. Επίσης αναβαθμίστηκε ο ρόλος της αστυνομίας η οποία εξοπλίστηκε με βαρέα όπλα και για να λειτουργεί, όπως ομολογούν οι ίδιοι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, «ως εξισορροπιστής δυνάμεων».
Στο πολιτικό πεδίο, έχοντας εξασφαλίσει την ανοχή έως και τη στήριξη των κεμαλιστών του CHP (που καταδίκασε από την πρώτη στιγμή το πραξικόπημα – δες άρθρο για τη διάσταση στους κόλπους των κεμαλιστών στο προηγούμενο φύλλο της «Π.Σ.») και του ακροδεξιού κόμματος MHP των γκρίζων λύκων, ο Ερντογάν και το AKP προχωρούν σε μια κλιμάκωση της αντικουρδικής ρητορικής, που χρησιμεύει για τη δικαιολόγηση τόσο των εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ανατολία και τις σφαγές των κούρδικων πληθυσμών όσο και για τον σταδιακό περιορισμό και απονομιμοποίηση του φιλοκουρδικού HDP. Στον ορίζοντα των στοχεύσεών τους οι επαναστατικές δυνάμεις της Τουρκίας και τα αγωνιζόμενα τμήματα του λαϊκού παράγοντα.
Παράλληλα ο Ερντογάν συμφωνεί μαζί τους (με CHP και MHP) για «μικρής κλίμακας αλλαγές» στα πλαίσια της προωθούμενης από τον ίδιο συνταγματικής αναθεώρησης, αναστέλλοντας έστω και προσωρινά τις δικές του φιλοδοξίες/προθέσεις για προεδροποίηση του πολιτεύματος στην Τουρκία (κατά μία άλλη ανάγνωση, η υποχώρηση αυτή του Ερντογάν είναι χωρίς αντίκρισμα, μιας και η προεδροποίηση πραγματοποιείται de facto αυτή τη στιγμή με τις έκτακτες εξουσίες που περιβάλλουν τον πρόεδρο).
Έτσι το AKP και ο Ερντογάν κάνουν βήματα προς μια δεύτερη ιδιότυπη πολιτική «συνάντηση», αυτή του θρησκευτικού ισλαμικού συντηρητισμού με τον τούρκικο εθνικισμό (η πρώτη «συνάντηση» που αποτέλεσε τη βάση της δεκαπεντάχρονης κυριαρχίας του, και που έχει διαφοροποιηθεί σε διάφορα επίπεδα, αφορούσε το γεγονός πως το AKP εξέφρασε τις προσδοκίες των λαϊκών στρωμάτων της Ανατολίας να ξεφύγουν από τη φτώχεια –σε συνδυασμό με μια πιο μετριοπαθή προσέγγιση του Κουρδικού- όσο και τις προσδοκίες των ανερχόμενων φιλελεύθερων αστικών στρωμάτων των δυτικών παραλίων να φύγουν από πάνω τους η βαριά σκιά των πραξικοπημάτων και του βαθέως κράτους. Επιχειρώντας να αλλάξει/διευρύνει τη βάση στήριξής του τόσο μέσα στα λαϊκά στρώματα όσο και -περισσότερο κρίσιμο- στις τούρκικες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές ελίτ. Ευελπιστώντας έτσι πως σε συνδυασμό με την κατάχτηση από μέρους του των κρατικών μηχανισμών θα μπορέσει να γίνει η αδιαφιλονίκητη δύναμη για τα επόμενα χρόνια, στα πλαίσια της άρχουσας τάξης.

Οι στρατηγικές σχέσεις με τη Δύση (ΗΠΑ) και τα ανοίγματα στη Ρωσία

«Τώρα» είμαστε πιο σίγουροι απ’ ό,τι τότε που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα πως αυτό δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα των φανερών τριβών και αντιθέσεων στα πλαίσια της τούρκικης αστικής τάξης (για τις πολιτικές που ακολουθούνται στο εσωτερικό-προεδροποίηση, για τις σχέσεις με την περιοχή και τον δυτικό –δηλαδή αμερικανικό- παράγοντα). Αλλά πως «επικοινωνούσε» και πως είχε τις απολήξεις του στις ιμπεριαλιστικές δυσαρέσκειες, ιδιαίτερα των αμερικάνων ιμπεριαλιστών για τις ακολουθούμενες πολιτικές. Αν και σ’ αυτό το πεδίο δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιοι Αμερικάνοι, ποια πλευρά δηλαδή των ΗΠΑ «έκλεισε το μάτι» στους πραξικοπηματίες, αυτό από ένα σημείο και πέρα έχει μόνο σχετική σημασία. Διότι γνωρίζουμε τα βασικά σημεία όπου εδράζονται οι αμερικανικές δυσαρέσκειες και δυσφορίες ως όλον. Και αυτές δεν είναι άλλες από μια παρεκκλίνουσα συμπεριφορά της Τουρκίας στο Συριακό, αλλά και μια συνεχιζόμενη επαμφοτερίζουσα σχέση με τη Ρωσία. Σ’ αυτό το πλαίσιο καθόλου τυχαίες δεν είναι οι ανεπιβεβαίωτες έως τώρα φήμες για μεταφορά των πυρηνικών από τη βάση του Ιντσιρλίκ σε κάποια άλλη χώρα του ΝΑΤΟ, στα πλαίσια είτε της πίεσης είτε προληπτικών μέτρων.
Αυτά ήρθε να επιβεβαιώσει και ο αντιστράτηγος εν αποστρατεία Ισμαήλ Χάκι Πεκίν, πρώην επικεφαλής του Τμήματος Μυστικών Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, στη συνέντευξή του στη φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Σαμπάχ», όπου ανέφερε ανοιχτά ότι πίσω από τους οπαδούς-πραξικοπηματίες του ιμάμη επιχειρηματία βρίσκονται τμήματα των μυστικών υπηρεσιών και του στρατού των ΗΠΑ, που κατονομάζει ως «νεοσυντηρητικούς», που θέλουν την πλήρη ευθυγράμμιση της Τουρκίας με την πολιτική των ΗΠΑ. Προτείνοντας μια πιο ρεαλιστική σχέση Τουρκίας–ΝΑΤΟ και προσεκτικά ανοίγματα σε Ρωσία, Ιράν και Συρία. Επίσης είμαστε πιο σίγουροι πως η επίμονη απαίτηση του Ερντογάν προς τις ΗΠΑ για έκδοση του Γκιουλέν είναι μια ευθεία αναφορά στο ρόλο των ΗΠΑ στο πραξικόπημα, αλλά επίσης πως χρησιμοποιείται και σαν χαρτί στα πλαίσια της επαναδιαπραγμάτευσης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.
Η αποτυχία του πραξικοπήματος και πολύ περισσότερο η κίνηση του Ερντογάν να συναντηθεί με τον Πούτιν στις 9 Αυγούστου (πριν από την επίσκεψη Μπάιντεν στην Τουρκία) αναζωογόνησε το είδος της δημοσιογραφίας του εντυπωσιασμού. Όμως οι πιο σοβαρές αστικές φωνές στα δυτικά ΜΜΕ επέμεναν, και σωστά, πως δεν είναι καθόλου εύκολο να αμφισβητηθεί από την Τουρκία η στρατηγική σχέση εξάρτησης από τις ΗΠΑ, όσο δύσκολες και αν ήταν πάντα οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας (και κάποιες στιγμές γίνονταν ακόμα δυσκολότερες, όπως το 2003 που η Τουρκία αρνήθηκε στις ΗΠΑ τη χρησιμοποίηση της βάσης του Ιντσιρλίκ για το πέρασμα των αμερικανικών στρατευμάτων και την εισβολή στο Ιράκ).
Από την «ανάποδη», όμως, αν και απέχουμε –πολιτικά – πάρα πολύ από μια ανατροπή του γεωπολιτικού προσανατολισμού της Τουρκίας (η οποία εάν και όποτε επιχειρηθεί δεν θα γίνει αναίμακτα), πρέπει να είναι καθαρό στη σκέψη μας πως οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε μια φάση επαναδιαπραγμάτευσης μέσα σ’ ένα διεθνές πλαίσιο που καθορίζεται από τον παροξυσμό των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τη δυναμική που περικλείουν οι περίπλοκες καταστάσεις που συντελούνται στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Η τελευταία εξέλιξη, τη μέρα μάλιστα της επίσκεψης του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Μπάιντεν στην Άγκυρα, της εισβολής δηλαδή της Τουρκίας στη βόρεια Συρία (κίνηση που αντικειμενικά διευρύνει τη βάση του πολέμου) που έγινε με τη σαφή στήριξη των ΗΠΑ (στήριξη που εμπεριέχει όμως και το στοιχείο του ελέγχου της Τουρκίας από τις ΗΠΑ), μπορεί να ενταχθεί σε μια τέτοια συλλογιστική. Στο ότι δηλαδή ο Ερντογάν και οι μερίδες της άρχουσας τάξης που εκπροσωπεί, έχοντας βγει ενδυναμωμένες από την επικράτηση έναντι των πραξικοπηματιών, διεκδικούν για λογαριασμό του συνόλου της αστικής τάξης της Τουρκίας αυτό που επί τέσσερα χρόνια της αρνούνται οι ΗΠΑ: τη «ζώνη ασφαλείας» στα συροτουρκικά σύνορα. Και, διαμέσου αυτής, διεκδικεί την αναβάθμιση του ρόλου της στο συριακό ζήτημα (άρα και στην περιοχή) και ειδικά αποτρέπει μια de facto ενοποίηση των κουρδικών καντονιών σε μια ενιαία περιοχή, με ό,τι αυτό θα συνεπαγόταν. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι οι προθέσεις της τούρκικης αστικής τάξης θα γίνουν και πραγματικότητα ή, αντίθετα, η πιο βαθιά εμπλοκή της στη συριακό ζήτημα θα την οδηγήσει πιο γρήγορα και σε ακόμα μεγαλύτερα αδιέξοδα και προβληματικές για την ίδια καταστάσεις.
Όσον αφορά τη συνάντηση Ερντογάν-Πούτιν, απέδωσε ορισμένες ασαφείς οικονομικές συμφωνίες (στρατηγικής όμως βαρύτητας) χωρίς συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Αυτές αφορούν την κατασκευή του πρώτου τούρκικου πυρηνικού εργοστασίου στο Ακουγιού και την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου Turk Stream. Ειδικά το τελευταίο, εάν προωθηθεί, θα γίνει κόντρα στις εκφρασμένες διαθέσεις των ΗΠΑ και γι’ αυτό δεν θεωρούμε τυχαίες τις ασάφειες στο χρονοδιάγραμμα υλοποίησής του.
Κατά τ’ άλλα, το κυρίαρχο ζήτημα των συνομιλιών ήταν η Συρία και μάλλον ανταλλάχθηκαν γνώμες για τα όρια και τις ανοχές του καθένα (εκεί ίσως ο Ερντογάν απέσπασε τη ρώσικη ανοχή για την περιορισμένη εισβολή του τούρκικου στρατού στη βόρεια Συρία στη βάση ότι και η Μόσχα για δικούς της λόγους πριμοδοτεί μια ενιαία και όχι διαιρεμένη σε αυτόνομες περιοχές Συρία). Βέβαια οι κινήσεις της Τουρκίας προς τη Ρωσία δεν πρέπει να διαβάζονται μόνο ως ένδειξη δυσαρέσκειας προς τις ΗΠΑ για το ρόλο (κάποιων δυνάμεών) της στο πραξικόπημα ή ως μια υπενθύμιση στη Δύση και προς τις ΗΠΑ πως η Τουρκία πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια περιφερειακή δύναμη και όχι «ως μπανανία». Αλλά και σαν ανίχνευση από τη μεριά της τούρκικης άρχουσας τάξης των δυνατοτήτων της για διεύρυνση του πλαισίου εξάρτησης από τις ΗΠΑ, της ανίχνευσης δηλαδή των «βαθμών ελευθερίας» που μπορεί να απολαμβάνει στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας. Εξακολουθώντας να θεωρούμε πως έχει τις λιγότερες πιθανότητες το «σενάριο» που λέει πως με αυτή της την κίνηση η τούρκικη αστική τάξη βάζει στην ημερήσια διάταξη μια γεωπολιτική στροφή προς τη Ρωσία, με την οποία σημειωτέον τόσο ιστορικά όσο και σύγχρονα λειτουργεί σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο μιας και είναι διεκδικητές της ίδιας περιοχής.

Οι αρρυθμίες και τα ανοιχτά ζητήματα στις ευρωτουρκικές σχέσεις

Κατ΄ ανάλογο τρόπο, η επόμενη μέρα του αποτυχημένου πραξικοπήματος έφερε αναταράξεις και προκάλεσε μια σειρά αρρυθμίες στις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το θέμα της επαναφοράς της θανατικής ποινής λειτούργησε σαν πυροκροτητής για να ανοιχτούν τα εκκρεμή και χρονίζοντα ζητήματα των σχέσεων των δύο πλευρών. Εξηγούμαστε.
Η σχέση της Τουρκίας με την ΕΟΚ και μετέπειτα με την ΕΕ κρατάει πενήντα χρόνια. Η δεκαετία του 1980 και πολύ περισσότερο οι επόμενες δεκαετίες σημαδεύτηκαν από μια έντονη διείσδυση του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου (κυρίως γερμανικού) στη γειτονική χώρα. Στο πολιτικό πεδίο η Τουρκία έχει καθεστώς συνδεδεμένου μέλους από το 1963, υπέγραψε το 1995 τη Συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης με την Ε.Ε. και το 1999, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι, της παραχωρήθηκε καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2004 αποφάσισε την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Από τότε έως και τον φετινό Αύγουστο, πολλές φορές οι σοβαρές ενστάσεις που είχαν η Γαλλία και η Γερμανία για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ γινόταν προσπάθεια να καλυφθούν πίσω από τα ελληνικά ή κυπριακά βέτο. Οι ενστάσεις τους δεν αφορούσαν παρά το πώς θα μπορούσε να ενσωματωθεί μια χώρα του μεγέθους της Τουρκίας και με δεδομένη τη σοβαρή επιρροή και τη σχέση εξάρτησης που είχε από τις ΗΠΑ.
Με δυο λόγια, η Τουρκία ήταν και είναι αρκετά μεγάλη και πολλή φιλοαμερικάνικη για να γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ και αρκετά μεγάλη και σημαντική από γεωπολιτική θέση για να αγνοηθεί. Έτσι, επί χρόνια επιλέχθηκε –χωρίς να λέγεται- η «μέση οδός» της δημιουργίας μιας «ειδικής σχέσης» της ΕΕ με την Τουρκία, που όμως δεν ικανοποιούσε την τελευταία. Η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων το 2005 αναπτέρωσε τις ελπίδες της τούρκικης άρχουσας τάξης για μια πλήρη ένταξη, αλλά μάλλον αυτό ήταν κέρδισμα χρόνου για τις δυνάμεις της ΕΕ, που σε γενικές γραμμές συνέχιζαν να βαδίζουν στη ρότα της «ειδικής σχέσης» και… βλέπουμε.
Όλα αυτά έχουν μπει πια στο τραπέζι και διατυπώνονται ανοιχτά απ’ όλες τις πλευρές. Ο Ερντογάν, απευθυνόμενος προς τους ιθύνοντες της ΕΕ, λέει πως «εσείς δεν θέλετε να μας βάλετε ποτέ στην ΕΕ» και αναφέρει με νόημα πως «η ΕΕ δεν είναι ολόκληρος ο κόσμος», ενώ ο καγκελάριος της Αυστρίας λέει πως πρέπει να τελειώνει η ΕΕ με τη «διπλωματική μυθοπλασία» (!) υπονοώντας τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις και καλεί την ΕΕ να αναζητήσει και να κάνει μια νέα πρόταση προς την Τουρκία, πιο κοντά στις πραγματικές δυνατότητες των δύο πλευρών (ουσιαστικά να μπει ξανά η ατζέντα της «ειδικής σχέσης»).
Η Γερμανία, Η Γαλλία αλλά και η Κομισιόν, έχοντας το μεγάλο θέμα του προσφυγικού, στη διαχείριση του οποίου χρειάζονται την Τουρκία, έχοντας το ακόμα πιο μεγάλο θέμα του βρετανικού δημοψηφίσματος και των αναταράξεων που έχει προκαλέσει στην ασθενούσα συνοχή της ΕΕ, αλλά και μη θέλοντας να πάρουν αποφάσεις που θα τραυματίσουν περαιτέρω τις ευρωτουρκικές σχέσεις, συνιστούν… ψυχραιμία και αποφυγή λήψης αποφάσεων εν θερμώ.
Ταυτόχρονα, τόσο στο ζήτημα της επαναφοράς της θανατικής ποινής στην Τουρκία όσο και της κατάργησης της βίζας για τους τούρκους πολίτες που ταξιδεύουν στην ΕΕ, στέκονται με αυστηρότητα, θέλοντας έτσι να υπογραμμίσουν προς την Άγκυρα πως η όποια σχέση περνάει μέσα από σεβασμό κανόνων (οι ίδιες βέβαια μπορούν να τους παραβιάζουν). Από την άλλη, επιταχύνουν τις εκταμιεύσεις ποσών που έχουν συμφωνηθεί στα πλαίσια της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό σε μια προσπάθεια να δελεάσουν το πολιτικό κατστημένο αλλά και να αλλάξουν το αναμεταξύ τους κλίμα.
Σε κάθε περίπτωση, όπως πολλοί αναλυτές επισημαίνουν, η τούρκικη οικονομία είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το ξένο (κύρια δυτικοευρωπαϊκό) κεφάλαιο, ενώ και η πολιτική επιρροή των δυτικοευρωπαίων ιμπεριαλιστών στην Τουρκία έχει αυξηθεί σε σημαντικό βαθμό. Δεδομένα που η τούρκικη άρχουσα τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι δύσκολα μπορούν να προσπεράσουν χωρίς σοβαρές αναταράξεις.

Νέος κύκλος

Είμαστε λοιπόν μπροστά στο άνοιγμα ενός νέου κύκλου σημαντικών διεργασιών και ανακατατάξεων στη γειτονική χώρα καθώς και στις σχέσεις της με τους γύρω της και με τους ιμπεριαλιστές, σε μια τροχιά όμως και σ’ ένα πλαίσιο που μόνο νέες και μεγαλύτερες συμφορές μπορεί να προκαλέσει για τους λαούς της Τουρκίας και της γύρω περιοχής

Τ.Σ.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Κατηγορίες
Βιβλιοπωλείο-Καφέ

Γραβιάς 10-12 - Εξάρχεια
Τηλ. 210-3303348
E-mail: books@ektostonteixon.org

 
ΒΙΝΤΕΟ