Του ΡaυΙ ΙL. Quintos
Κέντρο Αντιιμπεριαλιστικών Μελετών (CΑIS)
Παρουσιάστηκε στο Αντιιμπεριαλιστικό Κάμπινγκ της θεσσαλονίκης 15 Ιούνη 2003

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχει γίνει τόσο θρασύς που οι εξέχοντες ιδεολόγοι του, μέσα κι έξω από την κυβέρνηση, δεν αισθάνονται πλέον την ανάγκη να κρύψουν την τάση τους για παγκόσμια ηγεμονία. Για παράδειγμα, ο Richard Haas, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας και διευθυντής σχεδιασμού στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί προεδρίας Μπους, που δήλωσε ότι οι αμερικάνοι πρέπει «να επανακαθορίσουν το ρόλο τους από ένα παραδοσιακό έθνος-κράτος σε μια αυτοκρατορική δύναμη». Σε μια έκθεση του το Νοέμβρη του 2000 εξηγούσε ότι «η άσκηση μιας αυτοκρατορικής εξωτερικής πολιτικής είναι εξωτερική πολιτική που προσπαθεί να οργανώσει τον κόσμο σύμφωνα με συγκεκριμένες αρχές που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών και την κατάσταση στο εσωτερικό τους. Ο αμερικάνικος ρόλος θα μοιάζει με της Μ. Βρετανίας του 19ου αιώνα… ο εξαναγκασμός και η χρήση βίας θα είναι υπό φυσιολογικές συνθήκες το τελευταίο μέτρο…»
Σχολιαστές των μεγάλων αμερικάνικων εφημερίδων υμνολογούν συχνά την αμερικάνικη αυτοκρατορία, την Ρax Αmericana. Για παράδειγμα ο Μichael Ιgnatieff καθηγητής της Πολιτικής Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στο πανεπιστήμιο Ηarvard το έγραψε ωμά στην Νew Υork Times Μagazine (28 Ιούλη 2002): «ο ιμπεριαλισμός δεν είναι άχρηστος επειδή είναι πολιτικά ανορθόδοξος». Παρακάτω αναφέρει ότι οι αμερικάνικες Ειδικές Δυνάμεις στο Αφγανιστάν είναι ένα «αυτοκρατορικό απόσπασμα, που προωθεί την αμερικάνικη ισχύ και συμφέροντα στην Κ. Ασία. Πέστε το ειρήνευση ή οικοδόμηση εθνών, πέστε το όπως θέλετε, όμως στο Μσζάρ αυτήν τη στιγμή υπάρχει ιμπεριαλιστική αστυνόμευση. Αυτό μπορεί να σοκάρει τους αμερικάνους που δεν τους αρέσει να θεωρούν τη χώρα τους ιμπεριαλιστική. Όμως τι άλλο κάνει η Αμερική με τις λεγεώνες στρατιωτών, κατασκόπων και Ειδικών Δυνάμεων σ” όλον τον κόσμο;»
Πράγματι μετά την κατάρρευση των ρεβιζιονιστικών καθεστώτων στο πρώην Σοβιετικό μπλοκ, υπάρχει μεγαλύτερη παραδοχή του ιμπεριαλιστικού ρόλου των Η ΠΑ. Όμως πέρα από τα επίσημα κείμενα είναι πλέον πιο εύκολο να ξεσκεπαστεί ο ιμπεριαλισμός αφού ο πόλεμος έβγαλε στην επιφάνεια τη σκληρότερη πραγματικότητα.

Ο πόλεμος ενάντια στο Ιράκ
Η πρόσφατη εισβολή και τωρινή κατοχή του Ιράκ από τις αμερικάνικες δυνάμεις είναι πολύ διδακτική για τη νεότερη γενιά προοδευτικών σκτιβιστών στον κόσμο. Έδειξε σ” όλους ότι βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή του ιμπεριαλισμού, όπου ένα ιμπεριαλιστικό κράτος χρησιμοποιεί τη διπλωματία των κανονιοφόρων για να υποτάξει ένα έθνος και να επιβάλει την πολιτική του σε ένα ως τώρα ανεξάρτητο κράτος, με σκοπό να διασφαλίσει τα οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα της άρχουσας ελίτ του.
Για να ελέγξει τα δεύτερα σε μέγεθος πετρελαϊκά αποθέματα για τις αμερικάνικες πολυεθνικές, να κατευθύνει τις δημόσιες δαπάνες στούς μονοπωλιστές του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος, να υπονομεύσει τον ΟΠΕΚ, να εμποδίσει την πρόσβαση των αντίπαλων δυνάμεων στα πετρέλαια και να ενισχύσει τη δυνατότητα στρατιωτικών επεμβάσεων στην περιοχή, έγινε αυτό που όλοι είδαμε: 0 αμερικάνικος ιμπεριαλισμός να σκοτώνει χιλιάδες πολίτες σε λιγότερο από 3 βδομάδες, να ληστεύει το Ιρακινό έθνος και να στερεί την ανθρωπότητα από την πολιτιστική της κληρονομιά. Χωρίς να υπολογίσουμε τις 150-000 νεκρούς του 1991, και τους πάνω από 1,5 εκατ. άνδρες, γυναίκες και παιδιά που πέθαναν λόγω του αμερικανοκίνητου εμπάργκο,
Για να φτάσει στον πόλεμο η αμερικάνικη άρχουσα τάξη προσπάθησε να κερδίσει υποστήριξη και να προσδώσει νομιμότητα για τον σχεδιαζόμενο επιθετικό πόλεμο, ελέγχοντος και χειραγωγώντας τις πληροφορίες και τα μέσα διάδοσης τους -μπουκώνοντας το λαό με ψεύτικες αναφορές για την απειλή των όπλων μαζικής καταστροφής του Σαντάμ. Παρ” όλο που απέτυχαν σ” αυτό, οι αμερικάνοι επιτέθηκαν στο Ιράκ, αποδεικνύοντας στον κόσμο ότι η ιμπεριαλιστική κυριαρχία δε δεσμεύεται ούτε από διεθνείς νόμους, ούτε από τη διεθνή κοινή γνώμη- Δρώντας έτσι υπονόμευσαν σε σημαντικό βαθμό την αξιοπιστία των πολυμερών οργανισμών -κύρια του ΟΗΕ – που αποτελούν το φύλο συκής της ιμπεριαλιστικής χειραγώγησης των διεθνών σχέσεων.
Σήμερα το Ιράκ διοικείται από ένα αμερικάνο διορισμένο από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Η προσωρινή κυβέρνηση αποτελείται από αμερικάνους αξιωματούχους και διορισμένους Ιρακινούς (και Κούρδους) αξιωματούχους. Αυτή η προσωρινή κυβέρνηση ετοιμάζεται να ιδιωτικοποιήσει την πετρελαϊκή βιομηχανία του Ιράκ και όλες τις σχετικές βιομηχανίες, πουλώντας τες σε αμερικάνικες εταιρίες. Παραχωρεί συμβόλαια σε ξένες (κύρια αμερικάνικες ) εταιρίες για την ανοικοδόμηση λιμανιών, δρόμων, τηλεπικοινωνιακών εγκαταστάσεων, σχολείων, νοσοκομείων και άλλων ζωτικής σημασίας βιομηχανιών. Ταυτόχρονα ο στρατός των ΗΠΑ κατασκευάζει 4 βάσεις στο κατεχόμενο Ιράκ και έχει στραμμένη την προσοχή του στις γειτονικές Συρία και Ιράν.
Οι πρόσφατες ενέργειες του καθεστώτος Μπους δείχνουν ξεκάθαρα την αρπακτική και άγρια φύση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και προειδοποιούν για την επικείμενη απειλή ενάντια στους λαούς ιδιαίτερα σε χώρες που καταπιέζονται από τον ιμπεριαλισμό, όπως το Ιράκ και οι Φιλιππίνες. Επέσπευσαν έτσι την χωρίς προηγούμενο άμεση και πλατιά συσπείρωση του αντιπολεμικού κινήματος που κατάφερε να κινητοποιήσει πάνω από 30 εκατ. άτομα σε πάνω από 600 πόλεις στον κόσμο.
Όμως τώρα που η άγρια πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού έγινε ξεκάθαρη στους λαούς, παραμένει το καθήκον να σταθεροποιηθεί αυτό το πλατύ κίνημα με την εμβάθυνση και κατανόηση από το λαό για το τι είναι το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Πρέπει να ξεσκεπάσουμε τη θεμελιακή λογική βάσει της οποίας λειτουργεί ο ιμπεριαλισμός. Τις βασικές αιτίες των πρόσφατων εξελίξεων στον κόσμο ώστε να μην νομίσουμε ότι η τωρινή θανατηφόρα εξόρμηση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού είναι απλά το αποτέλεσμα της εξουσίας των νέο-συντηρητικών γερακιών στην Ουάσιγκτον, ή ότι είναι αποτέλεσμα επιλογών που εξ ίσου εύκολα μπορούν να αλλάξουν από μια πιο φιλελεύθερη κυβέρνηση.

Αποικιοκρατία, νεοαποικιοκρατία και επιθετικοί πόλεμοι.
Η κατάχτηση και ο αποικισμός δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι τόσο παλιά όσο και το ίδιο το κράτος και η ταξική κοινωνία. Η οικονομική επέκταση ενός κράτους μέσω στρατιωτικής υποταγής και πολιτικής κυριαρχίας είναι το κοινό γνώρισμα όλων των αυτοκρατοριών , παλιών και νέων. Αλλά η αποικιακή ορμή στο σύγχρονο ιμπεριαλισμό είναι ποιοτικά διαφορετική από την αποικιακή παρόρμηση του κλασικού ιμπεριαλισμού.
Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπέταξε άλλους λαούς κυρίως για να αιχμαλωτίσει σκλάβους, να επεκτείνει την επικράτεια της και να απομυζήσει φόρους για τη Ρώμη, Από τον 16ο ως τον 19° αιώνα οι εμπορικές δυνάμεις του Παλιού Κόσμου (Ισπανία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Αγγλία) λεηλάτησαν κι αυτές τους φυσικούς πόρους των αποικιών τους, αλλά και τις εκμεταλλεύτηκαν σαν αγορές για τα προϊόντα τους.
Αλλά από το τέλος του 19ου αιώνα η αποικιακή κατάκτηση συμπεριλήφθηκε στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, ειδικότερα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό. Έναν καπιταλισμό όπου ο ελεύθερος ανταγωνισμός έχει αντικατασταθεί οπό το μονοπώλιο. Ολόκληρες βιομηχανίες κυριαρχούνται από μερικές γιγάντιες εταιρίες και οι οικονομίες των καπιταλιστικών κρατών ελέγχονται στην ουσία από μια χρηματιστική ολιγαρχία στα χέρια της οποίας συγχωνεύονται το βιομηχανικό και το τραπεζικό κεφάλαιο.
Στο μονοπωλιακό καπιταλισμό η συγκέντρωση κεφαλαίων έχει φτάσει στο σημείο όπου η επιπλέον συσσώρευση απαιτεί από τους μονοπωλιστές καπιταλιστές να εξάγουν το επιπλέον κεφάλαιο ή να επενδύσουν στο εξωτερικό ώστε να εκμεταλλευτούν τη φτηνή εργασία, να κατακτήσουν αγορές και πηγές πρώτων υλών. Το διεθνές πεδίο δράσης των ενεργειών τους απαιτεί αποφασιστική πολιτική επιρροή ή έλεγχο των περιοχών αυτών ώστε να διασφαλιστούν και να επεκταθούν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Πρέπει να είναι σίγουροι ότι οι επενδύσεις τους στο εξωτερικό δεν θα απαλλοτριωθούν, για παράδειγμα, ή ότι οι εμπορικές τους συναλλαγές και τα συμβόλαια θα τηρηθούν και τα δάνεια θα αποπληρωθούν – με λίγα λόγια, πρέπει να διασφαλιστεί η συνεχής απόσπαση υπεραξίας. Γι” αυτό χρειάζεται να χρησιμοποιούν τις εκτεταμένες δυνατότητες εξαναγκασμού που έχει ένα ιμπεριαλιστικό κράτος.
Ανταγωνιζόμενα ιμπεριαλιστικά κράτη μοιράζουν τον κόσμο σε αντίστοιχες «σφαίρες επιρροής» μέσα από διάφορους τρόπους συμπεριλαμβανομένων των αποικιακών κατακτήσεων και των επιθετικών πολέμων ενάντια σε άλλα έθνη. Από κει και πέρα οι αποικιακές κατακτήσεις κορυφώθηκαν τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μόλις ο καπιταλισμός του ελεύθερου ανταγωνισμού έφτασε στο απόγειο του και στο τελικό του στάδιο, τον μονοπωλιακό καπιταλισμό ή σύγχρονο ιμπεριαλισμό. Επομένως ο κόσμος που υποδέχτηκε τον 20° αιώνα ήταν ένας κόσμος τεμαχισμένος από τις Μεγάλες Δυνάμεις σε αποικίες και εξαρτημένες χώρες.
Η τάση του μονοπωλιακού κεφαλαίου για επέκταση οδήγησε τελικά σε απόπειρες αναδιανομής του κόσμου σύμφωνα με τους νέους συσχετισμούς. Κι αυτό φυσικά σήμαινε ενδο-ιμπεριαλιστικούς πολέμους το 1914-18 (Α” ΠΠ) και ξανά το 1939-45 (Β” ΠΠ) – τους πιο τρομακτικούς πολέμους που γνώρισε ο κόσμος ως τώρα.
Όμως η στρατιωτική επέμβαση και η αποικιακή κατάχτηση είναι απλά ένας μόνον τρόπος με τον οποίο τα ιμπεριαλιστικά κράτη ελέγχουν άλλες χώρες.
Αφού στήσουν τα τοπικά κρατικά όργανα (γραφειοκρατία, στρατός, σχολεία, νόμους, συνθήκες, κλπ) που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του ιμπεριαλιστικού κέντρου, ο αποικιστής μπορεί να αφήσει τις τοπικές κομπραδόρικες ελίτ να κυβερνήσουν για λογαριασμό του. Αυτό λέγεται «οικοδόμηση έθνους» στην Οργουελιανή διάλεκτο των σημερινών ιδεολόγων του ιμπεριαλισμού.
Η εκμετάλλευση και κυριαρχία των πρώην αποικιών από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα μπορεί στη συνέχεια να διατηρηθεί κυρίως μέσω μηχανισμών οικονομικών συναλλαγών – εμπόριο, επενδύσεις, πιστώσεις – υποστηριζόμενα όλα αυτά από μια γερή δόση στρατιωτικών επεμβάσεων.
Τα ιμπεριαλιστικά κράτη υποχρεώθηκαν να στηριχτούν πιο πολύ σε έμμεσες μορφές πολιτικής κυριαρχίας ή νεοαποικισμού μετά τον Β” ΠΠ. Αιώνες αποικιακής λεηλασίας και καταπίεσης γέννησαν αναπόφευκτα αντίσταση στις αποικίες. Έτσι παρατηρήθηκε μια έξαρση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων σε Ασία, Λ. Αμερική και Αφρική στη δεκαετία του 50, εποχή που τα ιμπεριαλιστικά κράτη ήταν αδυνατισμένα από τον ενδοϊμπεριαλιστικό πόλεμο. Αυτό τους εξανάγκασε να αλλάξουν την αποικιακή τους πολιτική σε νεοαποικιακή.
Πάντως στην εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου ο πειρασμός να αποικίσουν και να κατακτήσουν κι άλλες περιοχές είναι πολύ οξυμένος, καθώς ο στόχος είναι να μονοπωλήσουν τις πηγές πρώτων υλών που είναι κυριολεκτικά θαμμένες στο έδαφος. Το πετρέλαιο είναι φυσικά το προεξάρχον παράδειγμα ενός τέτοιου στρατηγικού πόρου εξ ου και η ανελέητη εκστρατεία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σήμερα να επσναποικιοποιήσει τις πλούσιες σε πετρέλαιο περιοχές της Κ. Ασίας και Δ. Ασίας (Μ. Ανατολή).
Σήμερα νέοι επιθετικοί πόλεμοι προκαλούνται από τις ΗΠΑ με πρόσχημα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας ή ενάντια σε κακοποιό κράτη για την προώθηση της ελευθερίας (των αγορών!) και της δημοκρατίας.
Η αποικιακή και νεοαποικισκή κατάκτηση και οι επιθετικοί πόλεμοι είναι αναπόφευκτοι στον καπιταλισμό, ιδιαίτερα κατά το ανώτερο και τελικό στάδιο-το μονοπωλιακό καπιταλισμό. Για να είναι η αντίθεση μας στους επιθετικούς πολέμους πιο ολοκληρωμένη πρέπει να αντιταχτούμε στο ίδιο το ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Φασισμός και κρατική τρομοκρατία
Παρομοίως ο φασισμός και η κρατική τρομοκρατία είναι βασικά χαρακτηριστικά του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Στον καπιταλισμό η συγκέντρωση πολιτικής εξουσίας απορρέει από τη συγκέντρωση του κεφαλαίου. Η μονοπωλιακή αστική τάξη που κατέχει τις μεγαλύτερες βιομηχανίες και τις χρηματιστικές εταιρίες κυριαρχεί στην παραγωγή, διανομή και κατανάλωση στην εθνική και διεθνή οικονομία. Αποτελούν επομένως και τις κυρίαρχες ελίτ που χρησιμοποιούν τις εκτεταμένες εξουσίες των μηχανισμών του ιμπεριαλιστικού κράτους για να προστατεύσουν τις βιομηχανίες τους, να διασφαλίσουν πηγές πρώτων υλών, αγορές και επενδύσεις, να επικρατήσουν πάνω σε μονοπωλιακούς καπιταλιστές άλλων χωρών, αλλά πρωτίστως να καταπνίξουν την αντίσταση των εργαζόμενων μαζών τους οποίους οι ιμπεριαλιστές πρέπει να εκμεταλλευτούν για να βγάλουν κέρδη.
Ο ίδιος ο Μουσολίνι είχε πει: «ο φασισμός θάπρεπε πιο σωστά να λέγεται κορπορατισμός, αφού είναι συγχώνευση του κράτους με την επιχειρηματική ισχύ».
Σε περιόδους «οικονομικού μπουμ» η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι γενικό ικανή να διασφαλίσει τα συμφέροντα της μονοπωλιακής αστικής τάξης. Όμως καθώς οι θεμελιώδεις αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος οδηγούν στην κρίση υπερπαραγωγής, σε καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, σε κοινωνική πόλωση, λαϊκή αντίσταση και διαμαρτυρία, τότε η κυρίαρχη ελίτ στρέφεται όλο και περισσότερο στην καταπίεση.
Πράγματι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχει συχνά υποστηρίξει φασιστικά καθεστώτα στα κράτη-πελάτες του, όπως του Μάρκος στις Φιλιππίνες, του Σουχάρτο στην Ινδονησία, του Σομόζο στη Νικαράγουα, του Μπατίστα στην Κούβα, του Ντιβαλιέ στην Αϊτή, του Τρουχίλλο στη Δομινικανή Δημοκρατία, του Σάχη στην Περσία, και φυσικά του ίδιου του Σαντάμ όταν ήταν χρήσιμος στις ΗΠΑ. Γιο τις ΗΠΑ αυτοί οι δικτάτορες ήταν πολύ βολικοί για να καταπιέζουν τις προοδευτικές και επαναστατικές δυνάμεις που αγωνίζονται ενάντια στην τυραννία της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και τη ντόπια κομπραδόρικη – φεουδαρχική εξουσία.
Άμεσα με επιθετικούς πολέμους και έμμεσα με φασιστικά καθεστώτα ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είναι μακράν ο πιο ένοχος στη χρησιμοποίηση τρομοκρατίας ενάντια στους λαούς του κόσμου.
Στο εσωτερικό τους οι ΗΠΑ βασίζονται λιγότερο σε ανοιχτά φασιστικές πολιτικές στο βαθμό που ένα δυνατό και αγωνιστικό εργατικό κίνημα απουσιάζει. Πάντως η ιστορία της αμερικάνικης αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών είναι γεμάτη από περιστατικά μυστικών επιχειρήσεων που γίνονται για παρενόχληση και προβοκάτσια σε βάρος αναδυόμενων «ριζοσπαστικών» κινημάτων όπως οι Μαύροι Πάνθηρες, ακτιβιστές πολιτικών δικαιωμάτων, και φυσικά κομμουνιστές ή ύποπτοι για κομμουνισμό και συμπαθούντες-
Σήμερα το καθεστώς Μπους – κυριαρχούμενο από μια παράταξη της άρχουσας τάξης που έχει ταυτιστεί με το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα και τους πετρελαιάδες – γίνεται όλο και πιο καταπιεστικό, ή και ανοιχτά φασιστικό, και φυσικά σοβινιστικό. Η αίσθηση που είχαν οι αμερικάνοι για την «τρωτότητα» τους (και η συμπάθεια του κόσμου) μετά την 1^ Σεπτέμβρη παραφουσκώθηκε και χειραγωγήθηκε κυνικά ώστε να ξανακαναλιζάρουν την αυξανόμενη κοινωνική αναταραχή, να κερδίσουν την υποστήριξη των μαζών για τον «πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», ακόμη κι αν αυτό σημαίνει στρατιωτική επέμβαση και περιστολή των κοινωνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων στη χώρα και διεθνώς. Η κυβέρνηση Μπους επέκτεινε το καταπιεστικό της οπλοστάσιο στις ΗΠΑ μέσω του Πατριωτικού Νόμου και ενός νέου Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας.

Ιμπεριαλιστική κρίση και «παγκοσμιοποίηση»
Όμως το ογκούμενο κύμα του φασισμού και της στρατιωτικής επιθετικότητας σήμερα είναι στην πραγματικότητα το φρενήρες πρόσωπο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σε παρακμή. Πράγματι οι σημερινοί πόλεμοι πρέπει να τοποθετηθούν στην παρούσα φάση της γενικότερης κρίσης του ιμπεριαλισμού.
Η χωρίς προηγούμενο καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, η οποία οξύνθηκε από τον τελευταίο ενδοϊμπεριαλιστικό πόλεμο ξεκαθάρισε το σκηνικό για περίπου δύο δεκαετίες, μιας σχετικά σταθερής και χωρίς κραδασμούς ανάπτυξη στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες. Όμως στα τέλη της δεκαετίας του ’60 Ευρώπη και Ιαπωνία είχαν ανοικοδομηθεί ολοκληρωτικά σαν βιομηχανικές δυνάμεις ανταγωνιζόμενες τις ΗΠΑ και η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη άρχισε να βραδαίνει μόλις ο μονοπωλιακός καπιταλιστικός ανταγωνισμός εντάθηκε. Ακόμα κι όταν μεγάλες επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν σε νέες τεχνολογίες στην προσπάθεια να κερδοφορήσουν, οι ρυθμοί ανάπτυξης, ο ρυθμός της εθνικής παραγωγής, οι σχηματισμοί των χρηματιστηριακών κεφαλαίων και οι ρυθμοί των καθαρών κερδών βρίσκονται σε καθοδική πορεία από τη δεκαετία του ’70, εκτός από τις ΗΠΑ κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 90. Τα κατά μέσο όρο καθαρά κέρδη στις χώρες του G7 έπεσαν από το 17,6% στις δεκαετίες ’50-’70 στο 13,3% μεταξύ του 1970-1993.
Μόνο η αμερικανική οικονομία εμφανίστηκε σθεναρή στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90. Αυτό όμως ήταν λόγω μια υποθετικής ανάπτυξης στις …… αγορές χρησιμοποιώντας ξένους δανεισμούς, ο οποίος προώθησε υπερεπενδύσεις στην τεχνολογία της πληροφορικής, κάτι που ενίσχυσε τα έξοδα των ακατανάλωτων. Στη Γερμανία και τη Γαλλία η αύξηση ήταν κάτω από το 2% στη δεκαετία του ’90 και οι οικονομίες τους συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τις πτωτικές πιέσεις. Μετά από δεκαετίες έντονης μεταπολεμικής ανάπτυξης η ιαπωνική οικονομία βυθίστηκε στον αποπληθωρισμό και την ύφεση μέχρι να ξεσπάσει η πραγματική φούσκα των μεσιτειών γης το 1989.
Το να υπόκειται αυτή την κρίση είναι η θεμελιακή αντίθεση στον καπιταλισμό: Ανάμεσα στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, η οποία καθιστά δυνατά μεγάλα άλματα στην ικανότητα των παραγωγικών δυνάμεων από τη μια μεριά και η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οποία σιγουρεύει ότι μόνο λίγοι κερδίζουν εκμεταλλευόμενοι τους πολλούς. Αυτή η αντίθεση αναπόφευκτα οδηγεί σε κρίσεις υπερπαραγωγής, μια κατάσταση, στην οποία υπάρχει μια υπερεπάρκεια σε αγαθά σχετικά με την ικανότητα των ανθρώπων να τα αγοράζουν.
Η στροφή στις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές τη δεκαετία του ’80 είναι η προσπάθεια του μονοπωλιακού κεφαλαίου να αναζωογονήσει την πτώση των κερδών του, λόγω της αυξανόμενης κρίσης υπερπαραγωγής -επιβάλλοντας ανοιχτές αγορές, εκμαιεύοντας φτηνή εργασία και πρώτες ύλες και διασφαλίζοντας κερδοφόρες επενδύσεις. Μέσω του ΔΝΤ, της ΚΤ και της ΠΟΕ -που όλα ελέγχονται από ιμπεριαλιστικούς πολυμερείς οργανισμούς- η απελευθέρωση των επενδύσεων και του εμπορίου, η ιδιωτικοποίηση δημόσιας περιουσίας και η απορύθμιση των οικονομιών επιβάλλονται σε εξαρτημένες χώρες κάτω από το αγαθό σύνθημα της «παγκοσμιοποίησης» της ελεύθερης αγοράς.
Όμως οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες στοχεύουν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη και να ελαχιστοποιήσουν τους μισθούς, τις παροχές και τις κοινωνικές δαπάνες για τους εργαζόμενους και το λαό είχαν μόνο σαν αποτέλεσμα την εξαθλίωση των πλατιών μαζών. Και αυτό ακόμα περισσότερο συμπιέζει τις αγορές για υπερπαραγμένα αγαθά του μονοπωλιακού κεφαλαίου και έτσι για την ακρίβεια κάνει πιο έντονη την κρίση υπερπαραγωγής.

Ο πόλεμος ενάντια στους λαούς
Μετά από δύο δεκαετίες νεοφιλελεύθερης ανασυγκρότησης η «παγκοσμιοποίηση» είναι υπεύθυνη για την ασύγκριτη φτώχια στον κόσμο, την ανισότητα, το χρέος, την περιβαλλοντική υποβάθμιση, την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια για τη τεράστια πλειοψηφία, ενώ ο πλούτος του μονοπωλιακού κεφαλαίου μεγάλωσε υπερβολικά.
Σα συνέπεια η αντίσταση των λαών στην ιμπεριαλιστική «παγκοσμιοποίηση» δυναμώνει όχι μόνο στις καταπιεσμένες χώρες, αλλά και στα κέντρα του καπιταλισμού. Μαζικές διαδηλώσεις ένωσαν εκατοντάδες χιλιάδες διαμαρτυρόμενους από μεγάλο φάσμα οργανώσεων και εθνών τα οποία αντιτίθενται μ’ ένα πλατύ τρόπο στη νεοφιλελεύθερη «παγκοσμιοποίηση» και στην επιχειρηματική ισχύ. Ξεκινώντας με την κινητοποίηση στη Μανίλα το 1996 και στο Βανκούβερ το 1997 ενάντια στην Οικονομική Συνεργασία Ασίας- Ειρηνικού (ΟΣΑΕ) μεγάλες συναντήσεις της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ συναντήθηκαν με μαζικές διαδηλώσεις. Οι διαδηλωτές ενάντια στην «παγκοσμιοποίηση» «κυνήγησαν» κάθε μεγάλη επίσημη συνάντηση κορυφής από την πρωτοπόρα μάχη του Σιάτλ του 1999.
Όχι λιγότερο σημαντικές, αλλά λιγότερο δημοσιοποιημένες τοπικές μαζικές οργανώσεις βάσης και εκστρατείες για ειδικά ζητήματα έχουν ξεσκεπάσει επίσης και αντιτέθηκαν ιδιαίτερες πολιτικές και προγράμματα της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης σε πολλά μέρη όπως η λαϊκή αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση του νερού, της περίθαλψης, εκπαίδευσης κλπ.
Σε πολλά μέρη του κόσμου η αντίσταση των λαών κατάφερε να αποτρέψει ή τουλάχιστο να καθυστερήσει τη νεοφιλελεύθερη επίθεση. Η ΟΣΑΕ δεν προχωράει και η Σύνοδος του Παγκόσμιου Εμπορίου στη Ντόχα (Κατάρ) καθυστερεί. Αυτό ανάγκασε τους μονοπωλιακούς καπιταλιστές να γίνουν πιο επιθετικοί στην προώθηση των στόχων τους. Ετοιμάζονται για μια μεγάλη ώθηση στην Υπουργική Συνάντηση του ΠΟΕ στο Κανκούν. Ταυτόχρονα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα των ΗΠΑ και της ΕΕ υπογράφουν διμερείς και τοπικές εμπορικές συμφωνίες με κράτη-πελάτες ή με δευτερεύουσες καπιταλιστικές χώρες για να χωρίζουν και να κυβερνούν τους λαούς που αντιτίθενται στην «παγκοσμιοποίηση» όπως η FTA και η AFTA και μια σειρά άλλες διμερείς συμφωνίες ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Χιλή, τη Σιγκαπούρη και ορισμένα άλλα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη.
Επίσης επιβάλλουν νομοθετικές ρυθμίσεις για να αφαιρέσουν τα εμπόδια στο να μπουν ξένα κεφάλαια και στο δικαίωμά τους να κατέχουν και να ελέγχουν πρώτες ύλες σε άλλες χώρες. Κατά τον ίδιο τρόπο οι μονοπωλιακοί καπιταλιστές εισάγουν τροποποιήσεις στην εργατική νομοθεσία για να πάρουν πίσω κατακτημένα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα των εργαζομένων.
Γι’ αυτό το λόγο, καθώς οι μονοπωλιακοί καπιταλιστές προσπαθούν να συσσωρεύσουν κεφάλαια και να εξαπλωθούν, βρίσκουν αντίσταση από τα λαϊκά κινήματα, τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις, την αυξανόμενη ενδοϊμπεριαλιστική αντιπαλότητα. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός οδηγείται να αυξήσει τη χρήση ανοιχτής βίας και τη μονομέρεια της υπερδύναμης για να οργανώσει και να επιβάλει την παγκόσμια εκμετάλλευση. Στην απελπισία του να ελέγξει περισσότερες αγορές, πηγές πρώτες υλών και παράδεισους φτηνής εργασίας, στρατηγικές περιοχές και να περιορίσει τους ιμπεριαλιστές αντιπάλους του ή τις χώρες που δεν υποκύπτουν, ξεκίνησε μια εκστρατεία για να επεκτείνει και να σταθεροποιήσει την πολιτική και στρατιωτική του ηγεσία σε όλο τον κόσμο με σκοπό να διασφαλίσει τα οικονομικά του συμφέροντα.
Όπως έγραψε ο Thomas Barnett, καθηγητής στο Κολέγιο Ναυτικού Πολέμου και σύμβουλος του Υπουργείου Άμυνας (Esquire Magazine, Μάρτης 2003) με πολύ ωμό αλλά παρόλα αυτά ακριβή ορολογία «εάν χαρτογραφήσουμε τις αμερικανικές στρατιωτικές απαντήσεις από το τέλος του ψυχρού πολέμου θα βρούμε μια τεράστια συγκέντρωση δραστηριοτήτων στις περιοχές του κόσμου, οι οποίες είναι εκτός του πυρήνα της παγκοσμιοποίησης- παράδειγμα Καραϊβική, σχεδόν όλη η Αφρική, Βαλκάνια, Καύκασος, Κεντρική Ασία, Μέση Ανατολή και Νοτιοδυτική Ασία και μεγάλο κομμάτι της Νοτιοανατολικής Ασίας. Εάν μια χώρα βρίσκεται εκτός παγκοσμιοποίησης ή απορρίπτει τα σχετικά με την προώθηση της παγκοσμιοποίησης υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι ΗΠΑ να τους στείλουν στρατό κάποια στιγμή. Αντίθετα, αν μια χώρα λειτουργεί κατά βάση μέσα στην παγκοσμιοποίηση, συνήθως δεν στέλνουνε στρατεύματα εκεί για να επιβάλλουν την τάξη και να αποσοβήσουν απειλές… Εν κατακλείδι, είναι πάντοτε πιθανό να κατέβει απ’ το τρένο της παγκοσμιοποίησης και όταν γίνεται αυτό, ακολουθεί αιματοχυσία. Εάν είσαι τυχερός, το ίδιο και τα αμερικάνικα στρατεύματα».
Μέσω του πολέμου και του μιλιταρισμού ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επωφελείται από την ασύγκριτη στρατιωτική υπεροχή του με σκοπό να διατηρήσει την παγκόσμια ηγεμονία, ενώ ταυτόχρονα ξεφορτώνεται υπερβάλλον κεφάλαιο και αυξάνει τα κέρδη για τους μονοπωλιστές. Τα πολεμικά έξοδα είναι μια δοκιμασμένη τακτική για να τονώσει την οικονομία. Πιο σημαντικό γεγονός είναι η αποικιακή κατάκτηση και η «οικοδόμηση εθνών» ανοίγει νέους ορίζοντες για οικονομική επέκταση και έλεγχο ιδιαίτερα σε χώρες οι οποίες δεν ήταν φιλόξενες στην διείσδυση του αμερικάνικου μονοπωλιακού κεφαλαίου (π.χ. χώρες οι οποίες διακηρύσσουν την ανεξαρτησία τους, αλλά δαιμονοποιούνται ως «κακοποιά» κράτη). Επιπλέον ο έλεγχος του πετρελαίου ενισχύει τη δυνατότητα των ΗΠΑ να ελέγχουν τις οικονομίες άλλων χωρών. Μια τακτική που αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου μειώνονται.

Αμερικάνικη μονομέρεια και ενδοϊμπεριαλιστική αντιπαλότητα

Η ξεδιάντροπη επιδίωξη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού να επαναποικιοποιήσουν τις πλούσιες σε πετρέλαιο περιοχές, ξεκινώντας από το Ιράκ έχει προκαλέσει κατακραυγή από τους πιο πιστούς συμμάχους του στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Η Γαλλία και η Γερμανία κατηγόρησαν ανοιχτά τις ΗΠΑ για την πολεμοκαπηλεία τους στο Ιράκ, για τη μη συμμόρφωσή τους με τις διεθνείς συμφωνίες και για την αυξανόμενη μονομέρεια στις διεθνείς σχέσεις γενικά. Η απομόνωση των ΗΠΑ έφτασε στο σημείο όπου οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (εκτός από την πιστής Βρετανίας) αντιτάχτηκαν ενεργά στις μηχανορραφίες τους στον ΟΗΕ και στην παγκόσμια κοινή γνώμη.
Το παραπάνω δε σημαίνει ότι αυτές οι χώρες προσηλώνονται σταθερά στις αρχές πολυμερούς συνεργασίας ή στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών. Μέχρι τον Α’ ΠΠ οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ήταν περισσότερο σίγουρες για την χρησιμότητα και την ηθικότητα της αποικιοκρατίας και της λεηλασίας. Αλλά οι Αμερικάνοι βγήκαν από το Β’ ΠΠ ενισχυμένοι χωρίς προηγούμενο στρατιωτικά και επομένως είχαν μεγαλύτερη δυνατότητα να δράσουν μονομερώς. Η έκκληση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για πολυμέρεια και το διεθνισμό σήμερα απορρέει από την επιθυμία τους να συγκρατήσουν τις αμερικάνικες ηγεμονικές φιλοδοξίες σε σχέση με τις δικές τους.
Η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ ώθησε τη Ρωσία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Κίνα σε πιο στενή επαφή μεταξύ τους σε αντίθεση (αν και με μισή καρδιά) με τα αμερικάνικα συμφέροντα στο Ιράκ. Αυτό σηματοδοτεί το λυκόφως της διατλαντικής συμμαχίας του ψυχρού πολέμου και την πιθανή ανάδυση μιας νέας ιμπεριαλιστικής αντίπαλης συμμαχίας με τη Γαλλία και τη Γερμανία στον πυρήνα. Αυτή είναι μια σημαντική εξέλιξη μιας και κανένα κράτος από μόνο του δεν πλησιάζει καν στο να αποτελέσει αξιόπιστο αντίπαλο στην παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ, ενώ μια ιμπεριαλιστική ευθυγράμμιση ενάντια στη μοναδική υπερδύναμη έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει σε ενδοϊμπεριαλιστικό πόλεμο.
Ακόμα και πριν τον πόλεμο στο Ιράκ ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των μονοπωλιακών καπιταλιστών ήταν φανερός στις εμπορικές διαφωνίες μεταξύ των ΗΠΑ και των ιμπεριαλιστών αντιπάλων. Μετά από παράπονα της ΕΕ και άλλων παραγωγών χάλυβα ο ΠΟΕ αναμένεται να αποφασίσει ενάντια στην απόφαση της αμερικάνικης κυβέρνησης να ανεβάσει πέρσι τους δασμούς στο χάλυβα κατά 30%. Τον περασμένο μήνα ο ΠΟΕ παραχώρησε στην ΕΕ το δικαίωμα να επιβάλλει 4 δις δολάρια δασμούς – ποινή ενάντια στις αμερικάνικες εξαγωγές δικαιολογώντας ότι οι αμερικάνικες περικοπές φόρων για τα αμερικανικά μονοπώλια είναι αντίθετες με την GATT. Η κυβέρνηση Μπους, λειτουργώντας για λογαριασμό των αμερικάνικων βιοτεχνολογικών και αγροβιομηχανικών επιχειρήσεων, απάντησε κάνοντας ένσταση σχετικά με την απαγόρευση από την ΕΕ των γενετικά μεταλλαγμένων τροφίμων. Ενώ η Σύνοδος της Ντόχα βρίσκεται σε αδιέξοδο, η δυνατότητα για φιλικούς συμβιβασμούς στο εμπόριο μεταξύ των αντίπαλων ιμπεριαλιστών φαίνεται ακόμα αδύνατη.
Όλες αυτές είναι εκφράσεις της ενδοϊμπεριαλιστικής αντιπαλότητας και του ανταγωνισμού μεταξύ μονοπωλιακών καπιταλιστών διαφόρων χωρών. Οικονομικές συγκρούσεις μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων είναι μόνιμα χαρακτηριστικά του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Αλλά καθώς η γενική κρίση του ιμπεριαλισμού οξύνεται ακόμη περισσότερο, η ενδοϊμπεριαλιστική διαπάλη τείνει να μετατραπεί σε στρατιωτική σύγκρουση.
Στα τέλη Απριλίου αυτής της χρονιάς η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο ανακοίνωσαν ότι σκοπεύουν να στήσουν ένα επιτελείο σχεδιασμού στρατιωτικών επιχειρήσεων της ΕΕ. Στη σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι το ’99, οι ηγέτες συναίνεσαν στη δημιουργία μιας δύναμης ταχείας επέμβασης 60.000 ανδρών η οποία θα αναπτύσσεται μέσα σε 60 ημέρες και θα παραμένει για 1 χρόνο σαν τμήμα της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ) η οποία θα είναι ανεξάρτητη από το ΝΑΤΟ που καθοδηγείται από τους Αμερικάνους.
Επίσημες διακηρύξεις για την ΕΠΑΑ αναφέρουν ότι θα συμπληρώνει παρά θα αντιπαρατίθεται στο ΝΑΤΟ. Όμως η νεογέννητη ΕΠΑΑ καθοδηγείται από την ίδια παρόρμηση η οποία έχει κάνει τέτοιες κινήσεις όπως τη δημιουργία πολιτικής, νομισματικής, φορολογικής ενοποίησης της καπιταλιστικής Ευρώπης. Οι ευρωπαϊκές μονοπωλιακές καπιταλιστικές επιχειρήσεις βλέπουν την ανάγκη όχι μόνο να σταθεροποιήσουν την εγχώρια αγορά, αλλά να προετοιμαστούν και για τις αυξανόμενες συγκρούσεις πάνω στα μερίδια μιας υπερφορτωμένης παγκόσμιας αγοράς και για τις πεπερασμένες πρώτες ύλες του κόσμου -μια «ανάγκη» η οποία έχει ήδη φανεί από τον αμερικάνικο πόλεμο για την απελευθέρωση των πετρελαιοπηγών του Ιράκ από το Σαντάμ. Από τη μεριά της η αμερικάνικη κυβέρνηση «καλωσόρισε» την πρωτοβουλία για την ΕΠΑΑ ώστε να «μοιραστούν το βάρος» της αστυνόμευσης της Ευρώπης για λογαριασμό του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά έκανε επίσης γνωστό ότι δεν θα την ανεχτεί στο βαθμό που θα προσπαθήσει να αντικαταστήσει το ΝΑΤΟ και ότι δεν θα εμπλακεί σε επιχειρήσεις τις οποίες αναλαμβάνει το ΝΑΤΟ.
Πάντως για την ώρα η ενότητα των αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στο προλεταριάτο και τους λαούς των καταπιεσμένων χωρών υπερτερεί της διαπάλης ανάμεσά τους.

Το ξεχείλωμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού

Όμως το εποικοδόμημα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού είναι τελικά τόσο ισχυρό όσο και η οικονομική του βάση. Και αυτή η βάση τρίζει. Η στρατιωτική ανάπτυξη των ΗΠΑ κατά ένα μέρος βασίστηκε πάνω στο πλεόνασμα της κυβέρνησης Κλίντον. Αυτό το πλεόνασμα γρήγορα λιγόστεψε με τις πολεμικές δαπάνες του Μπους και μετατράπηκε σε έλλειμμα που αντιστοιχεί σε 3.6% του ΑΕΠ για το 2002 και αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο στο 4,6% για φέτος.
Ακόμα χειρότερα, πόλεμος ενάντια στο Ιράκ είναι «πολύ μικρός πόλεμος» για να τονώσει την πεσμένη αμερικάνικη οικονομία επειδή οι συνθήκες λόγω των συνθηκών της οξείας υπερπαραγωγής. Απλά ανέβασε κάποιες μετοχές και συνέβαλλε σε κάποια βιομηχανική παραγωγή αλλά όχι στο βαθμό που να αυξήσει τις επενδύσεις και τις θέσεις εργασίας σημαντικά.
Στην πραγματικότητα οι επενδύσεις πέφτουν από την εποχή που κατέρρευσε η οικονομία της «φούσκας» τη δεκαετία του ’90. Από τότε που άρχισε η ύφεση το Μάρτη του 2001 η αμερικάνικη οικονομία έχασε πάνω από 2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Αυτή τη χρονιά μόνο οι καπιταλιστές εξαφάνισαν 357.000 θέσεις εργασίας το Φεβρουάριο και 108.000 το Μάρτιο. Παρόλα αυτά η παραγωγική δραστηριότητα είναι ακόμα στο 73,8% πολύ κοντά στο χαμηλότερο επίπεδο σύμφωνα με τον Economist.
Η κατανάλωση είναι το μόνο που σπρώχνει την αμερικανική οικονομία σήμερα. Αλλά αυτή βασίζεται στο χρέος. Τα νοικοκυριά δανείζονται βάζοντας υποθήκη στα σπίτια τους τα οποία είναι έτσι κι αλλιώς υπερτιμημένα λόγω της οικιστικής «φούσκας». Αυτή η οικιστική «φούσκα» μπορεί να σκάσει όπως η χρηματιστηριακή «φούσκα» το 2001 η οποία στην ουσία σταμάτησε τις επιχειρησιακές επενδύσεις από τότε. Η κατάρρευση της
αγοράς σπιτιών στις ΗΠΑ θα χρεωκοπούσε ακόμα περισσότερο τα νοικοκυριά και θα οδηγούσε σε αποπληθωρισμό και σε παρατεταμένη ύφεση παρόμοια με της Ιαπωνίας.
Πιο ανησυχητικό για την αμερικάνικη οικονομία είναι το έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών το οποίο αυξάνεται από τη δεκαετία του ’80 όταν ο μεγαλύτερος δανειστής του κόσμου έγινε το μεγαλύτερος χρεώστης. Είναι ήδη στο 5% του ΑΕΠ και αναμένεται να φτάσει στο 7-8% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια.
Αυτό το έλλειμμα καλύπτεται με το δανεισμό τεράστιων ποσοτήτων χρήματος. Ουσιαστικά όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις επενδύουν τα αποθέματά τους σε δολάρια σε αμερικάνικες μετοχές. Αυτή τη στιγμή στους ξένους επενδυτές ανήκει το 20% του αμερικάνικου ΑΕΠ. Τα τελευταία χρόνια οι ξένοι επενδυτές στις ΗΠΑ έχουν στραφεί σε βραχυπρόθεσμο δανεισμό ο οποίος είναι πιο ευμετάβλητος και απαιτεί υψηλότερους τόκους στο κοντινό μέλλον.
Αυτό γίνεται ακόμα χειρότερο από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να εξάγουν την κρίση του ελλείμματος. Οι πολυμερείς εμπορικές συζητήσεις και οι διμερείς εμπορικές συμφωνίες με πολλές όμως χρεωκοπημένες οικονομίες δεν προσφέρουν διέξοδο στις αμερικάνικες εξαγωγές. Επομένως η μονομέρεια σηκώνει άγρια κεφάλι ακόμα και στο εμπόριο και στην οικονομική πολιτική με τη μορφή της πολιτικής του αδύνατου δολαρίου. Το Υπουργείο των Οικονομικών ενθαρρύνει την υποτίμηση του αμερικάνικου νομίσματος απέναντι στο Ευρώ και στο Γεν ώστε να τονώσει τις εξαγωγές σε βάρος των ιμπεριαλιστών αντιπάλων τους και σε βάρος άλλων κρατών που βασίζονται σε εξαγωγές. Αλλά αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη τελμάτωση και αστάθεια της παγκόσμια οικονομίας. Αυτό πραγματικά θυμίζει τις ανταγωνιζόμενες υποτιμήσεις των αντίπαλων νομισματικών ζωνών κατά τη διάρκεια της μεγάλης κρίσης τη δεκαετία του ’30.
Ακόμα περισσότερο η πτώση του δολαρίου μπορεί να υπερακοντιστεί ιδιαίτερα μπροστά στο τεράστιο χρέος της αμερικάνικης οικονομίας απέναντι στο ξένο κεφάλαιο. Η υπεραπαραγωγή και το τεράστιο έλλειμμα μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών στην αμερικάνικη οικονομία. Η φυγή κεφαλαίων ή ακόμα και μια σημαντική μείωση εισροής κεφαλαίων από το εξωτερικό μπορεί ακόμα και να οδηγήσει στην κατάρρευση του αμερικάνικου οικονομικού τραπουλόχαρτου πυροδοτώντας μια παγκόσμια ύφεση βαθύτερη από αυτή του ’30.
Πράγματι μια στροφή προς το Ευρώ σαν το προσφορότερο μέσο για τις διεθνείς συναλλαγές είχε ξεκινήσει ήδη όταν το Ιράκ αποφάσισε το 2000 ότι οι εξαγωγές πετρελαίου θα πληρώνονται σε ευρώ αντί για δολάρια (δίνοντας ακόμα μια αφορμή για την αμερικάνικη εισβολή). Ένας ανώτερος αξιωματούχος του ΟΠΕΚ είχε ήδη εκφράσει από πέρσι ότι τέτοια στροφή στο Ευρώ για όλες τις πετρελαϊκές συναλλαγές δεν θα ήταν απίθανη. Εάν και όποτε αυτό γίνει, το δολάριο σίγουρα θα χάσει την προεξάρχουσα θέση του στο παγκόσμιο εμπόριο και θα επιταχύνει τη στρατηγική πτώση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Η μόνη λύση του Μπους για την οικονομική κρίση είναι οι στρατιωτικές δαπάνες και οι φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους. Ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες δεν αρκούν οι φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους απλά συγκεντρώνουν επιπλέον κεφάλαιο στα χέρια μιας ελίτ η οποία είναι ήδη βουτηγμένη στο χρήμα για το οποίο όμως υπάρχουν πολύ σοβαροί περιορισμοί στις ευκαιρίες για επένδυση. Εν τω μεταξύ η πλατιά μάζα φτωχαίνει ακόμη περισσότερο σαν αποτέλεσμα των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες, επομένως χειροτερεύοντας την κρίση υπερπαραγωγής και προκαλώντας μεγαλύτερη αντίσταση από την αμερικάνικη εργατική τάξη και από άλλα περιθωριοποιημένα τμήματα της αμερικάνικης κοινωνίας.
Όπου και να γυρίσουν οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές βρίσκονται αντιμέτωποι με την κρίση και την αντίσταση.
Η σχετική ευκολία με την οποία οι Αμερικάνοι νίκησαν στο Ιράκ συνδυασμένη με την άλυτη εσωτερική κρίση σίγουρα θα ενθαρρύνει την κυβέρνηση Μπους να δράσει και πάλι επιθετικά και να λεηλατήσει τον κόσμο. Αλλά αυτό ενέχει το ρίσκο του ιμπεριαλιστικού ξεχειλώματος επειδή ο επεκτατισμός αυξάνει αναντιστοιχία με τη σχετική οικονομική της δύναμη, η οποία μειώνεται από τη δεκαετία του ’70. Σ’ αυτή την περίπτωση αυτό θα ενδυνάμωνε την αντίσταση των λαών στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και θα ενέπνεε τις προοδευτικές και επαναστατικές δυνάμεις σ’ όλο τον κόσμο να προωθήσουν τον αγώνα τους ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Όλα αυτά επαληθεύουν τη θέση του Λένιν για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό σαν το τελευταίο και ετοιμοθάνατο στάδιο του καπιταλισμού.

Αναζήτηση

Κατηγορίες