Μετά τις αμερικανικές εκλογές, τι;

Το μόνο σίγουρο ότι ενισχύεται η επικινδυνότητα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Ο Ντόναλντ Τραμπ επικράτησε τελικά της Χίλαρι Κλίντον και είναι ο επόμενος, 45ος στη σειρά, πρόεδρος των ΗΠΑ. Και αυτό, παρά του περί αντιθέτου προβλεπόμενα από το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κατεστημένου της Ουάσιγκτον (και όχι μόνο των Δημοκρατικών), της Wall Street, των μεγάλων πολυεθνικών, των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, και των ΜΜΕ, στις ΗΠΑ και παγκοσμίως. Όπως επισημαίνεται, είναι η πρώτη φορά στην ιστορία των ΗΠΑ που ένας υποψήφιος για την προεδρία είχε απέναντι του τόσους αντιπάλους και συγκέντρωσε τόση απαξίωση για το πρόσωπό του (που έφτασε και σε επίπεδο παροξυσμού, αμφισβητώντας ακόμα και τη διανοητική του κατάσταση), για να μην υπάρξει το αποτέλεσμα που υπήρξε! Βέβαια και ο ίδιος δεν έπαψε να δίνει πολλές και διάφορες αφορμές για μια τέτοια αντιμετώπιση, λες και το έκανε επίτηδες. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: γιατί αυτές οι συνεχείς και με καταιγιστικό ρυθμό επιθέσεις σε ένα πρόσωπο που δεν του έδιναν αρχικά -όταν ξεκινούσε η «κούρσα» για τον Λευκό Οίκο- καμιά ελπίδα εκλογής;

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτών των εκλογών, που επισημάνθηκε από όλες σχεδόν τις δημοσκοπήσεις, αφορά το κλίμα πρωτόγνωρης απαξίωσης και για τους δύο υποψήφιους από την πλειοψηφία των πολιτών. Βέβαια, το κλίμα αυτό διαμορφώθηκε από τους ίδιους παράγοντες και τα ίδια κέντρα που διηύθυναν τα επιτελεία των δύο μονομάχων. Ωστόσο, τα επίπεδα «ανορθολογισμού», σύγχυσης και «αγανάκτησης» που ανέδειξε αυτή η αναμέτρηση υπογραμμίζουν ένα στοιχείο που είναι αρκετά πρωτόγνωρο για τα πολιτικά ήθη των ΗΠΑ! Ανοίχτηκαν ζητήματα αντιπαράθεσης που ο «πολιτικός ορθολογισμός» απέφευγε να τα εμπλέξει με τους ψηφοφόρους. Επιπλέον, έγινε αιχμή της αντιπαράθεσης, βασικά από την πλευρά του Τραμπ, η επίθεση συνολικά στο πολιτικό κατεστημένο, δίνοντας έτσι μια άλλη διάσταση τόσο στη διεκδίκηση της προεδρίας όσο και στις αντιθέσεις που εμφανίστηκαν στο εσωτερικό των δύο κομμάτων εξουσίας. Όλα αυτά ενδεχομένως να αφήσουν ένα αποτύπωμα στην αξιοπιστία του όλου πολιτικού συστήματος που δύσκολα θα ξεθωριάσει. Για κάποιες αναλύσεις, με τη τροπή που πήραν τα πράγματα και για τα δεδομένα των ΗΠΑ, είχαμε τελικά την πιο «πολιτική» ψήφο των τελευταίων δεκαετιών!

Πάντως το εκλογικό τοπίο άρχισε να γίνεται περισσότερο «ρευστό» τις τελευταίες μέρες. Τα ΜΜΕ που μέχρι πριν λίγο έδιναν σαφές προβάδισμα στην Κλίντον σε όλες σχεδόν τις καθοριστικές πολιτείες, τα τελευταία εικοσιτετράωρα μετακίνησαν τις προβλέψεις τους στη περιοχή του «αμφίρροπου», συνεχίζοντας ωστόσο, σε γενικές γραμμές, να θεωρούν σίγουρη την τελική επικράτηση της Κλίντον. Εξαίρεση η περίφημη δημοσκόπηση Daybreak [που διενεργείται από το Κέντρο Οικονομικής και Κοινωνικής Έρευνας του πανεπιστημίου της νότιας Καλιφόρνιας (USC)]. Οι δημοσκοπήσεις που διενεργεί σε βάθος χρόνου (και με ερωτηματολόγια που δεν επιδέχονται απαντήσεις μόνο με «ναι» ή «όχι») θεωρούνται οι πιο ακριβείς. Για το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών έδινε νίκη στον Τραμπ και με σημαντική μάλιστα πλειοψηφία εκλεκτόρων.

Το γεγονός, λοιπόν, ότι ο Τραμπ κερδίζει αρχικά (και μέσα από έντονες αντιπαραθέσεις) το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων και στη συνέχεια το προεδρικό, σημαίνει πολλά και σημαντικά πράγματα τόσο μέσα όσο και έξω από τις ΗΠΑ. Επί της ουσίας, δεν έχουμε ένα αποτέλεσμα που διαμορφώνεται αποκλειστικά από τους ψηφοφόρους, και αυτό ίσχυε πάντοτε στις ΗΠΑ. (για την ιστορία, η Κλίντον ξεπερνά σε αριθμό ψήφων τον Τραμπ!). Το διαμορφώνουν οι περίπλοκες σχέσεις και διασυνδέσεις των διαφόρων κέντρων εξουσίας, που όταν οξύνονται, έχουμε φαινόμενα απόκλισης από το «τυπικό» της εκλογικής διαδικασίας, όπως συνέβη και τώρα. Δεν μπορούμε να ξέρουμε «τι» ακριβώς παίχτηκε, αλλά το βέβαιο είναι πως σίγουρα κάτι σοβαρό παίχτηκε. Και για να είναι σοβαρό, σχετίζεται με την τακτική και πολιτική των ΗΠΑ στο επόμενο διάστημα, απέναντι σε ένα όλο και πιο περίπλοκο διεθνές ανταγωνιστικό πλαίσιο.

Ωστόσο, δεν είναι καθόλου απλή η υπόθεση, αν τα διαφορετικά κέντρα, που στήριξαν τις δύο υποψηφιότητες, έχουν και το «κλειδί» του ελέγχου της όλης κατάστασης που διαμορφώθηκε και ακόμη περισσότερο αν έχουν επεξεργαστεί μια ολοκληρωμένη απάντηση για τα συμφέροντα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού με σαφή τρόπο, για τη συνέχεια. Από ότι φάνηκε προεκλογικά, ο Τραμπ θέλει να αποτραβηχτεί από ένα πόλεμο κλίμακας με τη Ρωσία με αστάθμητες επιπτώσεις. Ιδιαίτερα στο ζήτημα των αμερικανό-ρωσικών σχέσεων, έδειχνε να αποστασιοποιείται από τον αναπτυσσόμενο «νέο Ψυχρό Πόλεμο» και με ότι τον συνόδευε. Αντίθετα, η Κλίντον, σύμφωνα με όλες σχεδόν τις σοβαρές αναλύσεις, οδηγούσε εκεί τα πράγματα. Δεν ήταν μόνο ότι είχε δαιμονοποιήσει τον Πούτιν (είναι «ο νέος Χίτλερ», έλεγε) αλλά συχνά – πυκνά απειλούσε τη Ρωσία με στρατιωτική δράση. Έφθασε ακόμα να μιλά απροκάλυπτα για αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία. Από την άλλη, όμως, ένας Τραμπ θα είναι ίσως πολιτικά ευκολότερο να χειραγωγηθεί, από μία πολιτικά δυναμωμένη Κλίντον, παρά την εμπλοκή της σε περίεργες υποθέσεις μέσα και έξω από τις ΗΠΑ, και ακριβώς για αυτές τις διασυνδέσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι προεκλογικά ανοιγόκλεινε το ζήτημα με τα e-mail της Κλίντον, που πήρε διάσταση και ανέκοψε το ρεύμα που είχε. Άσχετα αν προς στο τέλος μαζεύτηκαν τα… «ασυμμάζευτα». Φυσικά, δεν ήταν το FBI και πολύ περισσότερο ο επικεφαλής του, Κόμεϊ, που πήραν από μόνοι τους μια τέτοια πρωτοβουλία. Η τελευταία αναβίωση της έρευνας των ιδιωτικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Κλίντον δεν αφορούσε πλέον θέματα ασφάλειας, αλλά «κομπίνες» που θα μπορούσαν να φτάσουν πολύ μακριά. Από τη μία, των θολών διασυνδέσεων και της ιδιότυπης διαπλοκής που περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση του ιδρύματος Κλίντον από ξένους ηγέτες και πολυποίκιλα συμφέροντα και από την άλλη για τις σχέσεις του ζεύγους Κλίντον με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και τζιχαντιστές.

Πέρα από τον προφανή στόχο μιας ιδιότυπης ομηρίας που μπορεί να κρύβουν τέτοιες «αποκαλύψεις» για τον μελλοντικό πρόεδρο, είναι και το στοιχείο κατά πόσο το εύρος και το βάθος αυτών των διαπλοκών ενδέχεται να τον καταστήσουν σημαντικά ευάλωτο, αφού αποκτούν μια άλλη διάσταση υπό το βάρος της προεδρίας. Άλλωστε, μιλάμε για μία περίοδο που η Κλίντον ήταν υπουργός εξωτερικών και η οποία τότε είχε αντιπολιτευτεί ενεργά την πολιτική του Ομπάμα σε διάφορα ζητήματα.

Ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε στην προεκλογική εκστρατεία αφορά το λεγόμενο «απομονωτισμό» που υποτίθεται ότι κυριάρχησε στη ρητορική του Τραμπ. Εκτός του ότι η αντιφατικότητα των δηλώσεων Τραμπ (και όχι μόνο) εξηγείται από τη σύνθεση του ακροατηρίου στο οποίο απευθύνεται, αυτή καθαυτή η υπόθεση είναι κάτι παραπάνω από αστεία. Κατά καιρούς, οι Αμερικανοί ηγέτες έχουν πει τα πάντα, και έχουμε ακούσει πολλά και διάφορα περί αποχώρησης από την Ευρώπη και αλλού. Ωστόσο, οι μετέπειτα εξελίξεις πείθουν για ακριβώς το αντίθετο! Οι ΗΠΑ «χτίστηκαν» ως ηγεμονική ιμπεριαλιστική δύναμη διακηρύσσοντας τις διάφορες εκδοχές του «απομονωτισμού»! Λένε, επίσης, πως οι Ρεπουμπλικάνοι είναι περισσότερο επιρρεπείς σε αυτόν, σε αντίθεση με τους «επεμβατικούς» Δημοκρατικούς. Φυσικά και μπορούμε να θυμηθούμε το πώς ο «απομονωτισμός» του Μπους του νεότερου ξεκίνησε την αλυσίδα των φοβερών πολέμων που κατέστρεψε τις μισές χώρες της Μέσης Ανατολής, τα τελευταία 15 χρόνια. Έργο που με αρκετή συνέπεια συνέχισε ο Ομπάμα, άσχετα αν περιπλέχτηκαν τα πράγματα.

Βέβαια ο Τραμπ επανέλαβε πολλές φορές –ήταν και κεντρικό του σύνθημα– το «Πρώτα η Αμερική», καθώς και ότι θέλει να κάνει τις ΗΠΑ «ισχυρότερες από κάθε άλλη χώρα»! Πώς θα το πετύχει αυτό και εις βάρος ποιου ακριβώς, δεν το εξήγησε. Ποιος όμως «καταπιέζει» την Αμερική και δεν την αφήνει να γίνει ισχυρή; Η Γκάνα και η Ζιμπάμπουε ή η Ρωσία, η Κίνα;

Στην Ευρώπη, οι αντιδράσεις αποπνέουν σύγχυση και αμηχανία, σε συνέχεια αυτού που κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ. Αρχικά ήταν η προοπτική να γίνει πρόεδρος ο Τραμπ, τώρα είναι το γεγονός. Η πολιτική Κλίντον, ως συνέχεια(;) της πολιτικής Ομπάμα, είχε διαμορφωμένες σταθερές που άνοιγαν την όρεξη σε κάποιους και ιδιαίτερα τους Γερμανούς. Αντίθετα, ο Τραμπ προκαλεί σημαντική αβεβαιότητα. Και για τη προσαρμογή στα όποια νέα δεδομένα παράγει αυτή η εξέλιξη και για τις απαιτήσεις που συνεπάγεται. Πάντως, εκτός από τις άμεσες αντιδράσεις, υπάρχουν και οι άμεσες συνέπειες. Εδώ τα πράγματα κινούνται πιο φυσιολογικά και ίσως σύντομα δούμε να αμβλύνονται οι οξείες φραστικά αντιπαραθέσεις που περίσσευσαν κατά την προεκλογική περίοδο. Εσωτερικά, οι τόνοι δείχνουν να πέφτουν γρήγορα. Ήδη ο Τραμπ έπλεξε ένα μικρό εγκώμιο για την Κλίντον και για το πόσο σκληρά εργάστηκε για τον αμερικανικό λαό! Επιπλέον, οι αγορές αντέδρασαν πολύ φυσιολογικά, περισσότερο και από το Brexit! Ενδέχεται, ωστόσο, η αβεβαιότητα στις σχέσεις ΗΠΑ και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών να κρατήσει περισσότερο. Και αυτό, γιατί τα ανοικτά ζητήματα που τρέχουν και είναι μπλεγμένοι σε μεγάλο βαθμό (από Ουκρανία μέχρι τη Μ. Ανατολή), αναδεικνύουν μεγαλύτερη πολυπλοκότητα για τη συνέχεια, και γιατί οι πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ δείχνουν να επηρεάζουν σχεδόν άμεσα το ευρωπαϊκό πολιτικό γίγνεσθαι. Επίσης, στις άμεσες επιπτώσεις συγκαταλέγεται και το επικείμενο ταξίδι Ομπάμα σε Ελλάδα και Γερμανία.(από εδώ σίγουρα θα ζητούσε, εκεί μάλλον θα πρόσφερε). Σίγουρα δεν ήταν μια εθιμοτυπική επίσκεψη και αναμφίβολα θα είχε άλλο πλαίσιο αν είχαμε νίκη της Κλίντον. Τώρα το τι είδους αξιοποίηση θα προκύψει με αυτό το ταξίδι, και όχι μόνο από πλευράς ΗΠΑ, είναι ένα ερωτηματικό.

Το «κλειδί», λοιπόν, για να καταλάβουμε πού το πάει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, δεν είναι τι λέει για τον εαυτό του, αλλά τι κάνει με τους πολεμικούς σχεδιασμούς, κύριο και βασικό στοιχείο της διεθνούς πολιτικής του εδώ και πάνω από έναν αιώνα. Το μόνο βέβαιο είναι πως οι ΗΠΑ θα είναι και επεμβατικές και επεκτατικές.

Σήμερα, το ΝΑΤΟ κοντεύει να φτάσει τα περίχωρα της Μόσχας, η συμφωνία ΑΒΜ, θεμέλιο του ελέγχου των εξοπλισμών, έχει καταργηθεί, η Αμερική ξοδεύει υπέρογκα ποσά για όπλα και διατηρεί βάσεις και στρατεύματα σε περισσότερες από πενήντα χώρες και έχει διεξάγει πάνω από δεκάδες πολέμους. Τόσο η Κλίντον όσο και ο Τραμπ έχουν ταχθεί υπέρ της αύξησης αυτών των δαπανών (για την ιστορία, μείωση ζητούσε ο ηττημένος από την Κλίντον, Σάντερς). Φαίνεται αυτή μια χώρα που ετοιμάζεται να «αποσυρθεί» από τον κόσμο; Βέβαια, στα διάφορα μέτωπα που οι ίδιοι άνοιξαν και με τον τρόπο που τα άνοιξαν, διαμόρφωσαν περίπλοκες καταστάσεις και επέφεραν δυστοκία στις κινήσεις τους. Έφτασαν στο σημείο το επόμενο βήμα να σημαίνει άμεση σύγκρουση με τη Ρωσία, με ότι συνεπάγεται αυτό. Εκεί βρισκόμαστε σήμερα.

Ο Τραμπ και η Κλίντον εμφανίστηκαν να αντιπροσωπεύουν – δυνητικά – διαφορετικές στρατηγικές. Το πόσο διαφορετικές θα φανεί σύντομα, μια και δεν αποκλείεται ο Τραμπ να επιστρέψει τελικά στην πολιτική Κλίντον. Γιατί δεν διαφέρουν καθόλου στο ότι εκπροσωπούν και εξυπηρετούν τις ανάγκες και τα συμφέροντα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Μπορεί η Κλίντον να χρεώθηκε (καθόλου άδικα) μία από τις πιο τρομακτικές εκδοχές της εξέλιξης των αμερικανορωσικών σχέσεων (άμεση σύγκρουση). Αλλά και ο Τραμπ, για να εξασκήσει τη νέα –δυνητικά- «διαφορετική» στρατηγική του, πού θα στηριχτεί; Στα ίδια κέντρα και στο ίδιο κατεστημένο που τόσο καυτηρίασε! Όπως και στους Ρεπουμπλικάνους του Κογκρέσου και της Γερουσίας (ελέγχουν πλέον όλα τα θεσμικά κέντρα εξουσίας) για την εξωτερική πολιτική που θα εφαρμόσει. Και αυτό τον κάνει εξίσου ή και ακόμα πιο επικίνδυνο. Τελικά η πραγματικότητα (όροι, συνθήκες, δυνατότητες) ενδέχεται να προσγειώνει προς στιγμή κάποιους, αλλά η επικινδυνότητα των στόχων που προωθούν καθόλου δεν μειώνεται.

Χ.Β

Αναζήτηση

Κατηγορίες