16 Οκτωβρίου, 1984Κείμενα Κ.Ο.admin

1. Η εποχή μας είναι εποχή γενικευμένης κρίσης του συστήματος. Η οικονομική κρίση εδώ και καιρό έχει επεκταθεί, εκφράζεται και αγκαλιάζει το σύνολο των σχέσεων που διέπουν το σύστημα. Η εποχή μας είναι μια εποχή όξυνσης όλων των αντιθέσεων και αντιφάσεων του συστήματος.
Ενεργοποιείται με ολοένα και πιο οξυμένο τρόπο η βασική αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο. Ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο.
Οξύνεται ολοένα και περισσότερο η κύρια αντίθεση της εποχής μας, η αντίθεση ιμπεριαλισμού-λαών.
Εντείνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και πάνω απ” όλα ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων.
Ταυτόχρονα και στα πλαίσια αυτά ενεργοποιούνται και οξύνονται μια σειρά δευτερεύουσες αντιθέσεις και αντιφάσεις.
2. Κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου που διανύουμε, είναι η γενικευμένη επίθεση της παγκόσμιας αντίδρασης ενάντια στο προλεταριάτο και στους λαούς. Η επίθεση αυτή δεν αφορά απλά τα μέτρα εκείνα που πήρε το σύστημα σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει τις άμεσες συνέπειες της κρίσης, φορτώνοντάς τες πρώτα στους λαούς και όσο μπορούσε ο καθένας ιμπεριαλιστής σε βάρος ανταγωνιστών του. Η επίθεση που αναπτύσσει πλέον το σύστημα ενάντια στους λαούς, έχει ένα ποιοτικά ανεβασμένο χαρακτήρα, και αγκαλιάζει όλο το φάσμα των διαμορφωμένων σχέσεων και σε όλο τους το βάθος.
3. Στο ίδιο αυτό διάστημα η πάλη των μαζών αναπτύσσεται καθημερινά, ενάντια στην πολύμορφη επίθεση της αντίδρασης. Ενστικτώδικα ή συνειδητά οι μάζες αμφισβητούν και τις «λύσεις» και -σε προέκταση- το ίδιο το σύστημα.
Συνεχίζει αδιάκοπα την ανάπτυξη των αγώνων του, το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα που αγκαλιάζει τις εκτεταμένες περιοχές της «ζώνης των θυελλών» και που παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει στην πορεία του, δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να ξεσηκώνει και να δημιουργεί νέες εστίες πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό.
Απλώνεται ολοένα και περισσότερο το απεργιακό κίνημα του προλεταριάτου που ξεσηκώνεται κόντρα στην επίθεση που έχει απολύσει η παγκόσμια αντίδραση ενάντια του και ενάντια στους λαούς.
Όλο και πλατύτερες μάζες συνειδητοποιούν την τύχη που τους επιφυλάσσει ο ανταγωνισμός και η προετοιμασία για αναμέτρηση των δύο υπερδυνάμεων και κάθε τόσο αναπτύσσονται αγώνες ενάντια στον πόλεμο σε πλατειά κλίμακα.
4. Με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιόδου που διανύουμε, μπορούμε να πούμε ότι ήδη έχουμε μπει σε μια μεταβατική περίοδο και ανεξάρτητα από το πόσο αυτή θα διανύσει. Η μεταβατικότητα αυτή, ορίζεται από το τέλος του «παλιού κόσμου» από το ωρίμασμα της κρίσης στο σύνολο των σχέσεων που διέπουν το σύστημα, από την αδυναμία του συστήματος να «ζήσει» άλλο στηριγμένο στις μορφές, τα σχήματα και τους συσχετισμούς που το φέρανε μέχρις εδώ.
Μέσα στα πλαίσια αυτά το σύστημα στο σύνολο του, (σε Ανατολή και Δύση) προωθεί βαθιές μεταβολές στους όρους και τους τρόπους εκμετάλλευσης και καταπίεσης της εργατικής τάξης και των λαών, επιχειρώντας σοβαρές μεταβολές στον εσωτερικό συσχετισμό στη κάθε χώρα και πάντα σε βάρος των λαών.
Ανάλογες προσπάθειες, με τον ίδιο χαρακτήρα, κατεύθυνση και στόχους, προωθούνται και όσο αφορά μεταβολές στον διεθνή συσχετισμό, όπου όμως κάθε ξεχωριστός ιμπεριαλιστής, εκτός από την αντίθεση των λαών, συναντά και την αντίθεση των άλλων ιμπεριαλιστών, που έχουν βεβαίως ανάλογες επιδιώξεις.
Το χαρακτηριστικό αυτό υπογραμμίζεται και από το γεγονός, ότι ανάλογη μεταβατική φάση περνά και το επαναστατικό κίνημα της εποχής μας.
5. Αν ο αντιλαϊκός χαρακτήρας των προσπαθειών (της επίθεσης) του συστήματος είναι ολοφάνερος, άλλο τόσο αποτελεί πραγματικότητα ότι είναι ταυτόχρονα και αδιέξοδος. Το περισσότερο που μπορεί να κατορθώσει το σύστημα με όλα αυτά, είναι να ανακυκλώσει τα αδιέξοδα του.
Έτσι αν στην προμετωπίδα αυτών των ενεργειών, υπάρχει ο στόχος του ξεπεράσματος της κρίσης, (πάντα βεβαίως στις πλάτες των λαών) αυτό που υπάρχει στο υλικό της υπόβαθρο, είναι η αγωνιώδης προσπάθεια του κάθε ιμπεριαλιστή και ιδιαίτερα των δύο υπερδυνάμεων να μεταβάλλουν τον συσχετισμό ο καθένας για λογαριασμό του. Πράγμα που από τη μια οξύνει την αντίθεση με το προλεταριάτο και τους λαούς και από την άλλη κάνει δεδομένο, μόνιμο και ολοένα πιο εντεινόμενο τον ανταγωνισμό τους. Ενώ ταυτόχρονα τέτοιες μεταβολές σε καθοριστική κλίμακα δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν με τους υπάρχοντες όρους και απαιτούν την κλιμάκωση του ανταγωνισμού μέχρι την έσχατη του συνέπεια, τον γενικευμένο πόλεμο.
Το επαναστατικό κίνημα, αναπτυσσόμενο στην πάλη του ενάντια στην επίθεση της αντίδρασης, θα ολοκληρώσει την δικιά του τροχιά και θα δώσει την δική του, την πραγματική διέξοδο στην αγωνία, αλλά και τις προσδοκίες των λαών, κόντρα στους εφιάλτες που προωθούν οι ιμπεριαλιστές, είναι το ερώτημα αλλά και το καθήκον, όχι μόνο για τους επαναστάτες αλλά και για κάθε προοδευτικό άνθρωπο.

ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Το ότι το σύστημα βρίσκεται σε κρίση, το ότι ο ανταγωνισμός γνωρίζει μια όλο και μεγαλύτερη οξύτητα, αυτό δεν είναι κάτι που χρειάζεται να επιχειρηματολογηθεί. Ομολογείται κάθε μέρα και κάθε στιγμή απ” τους ίδιους τους απολογητές του συστήματος. Και αν το σύστημα συνολικά παρμένο, αλλά και ο κάθε ιμπεριαλιστής χώρια, αγωνίζονται απεγνωσμένα να βρουν διεξόδους αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι θα τα καταφέρουν.
Είναι καθαρό -σ” ότι μας αφορά- ότι πραγματική διέξοδος για τους λαούς δεν μπορεί να είναι άλλη από την ανατροπή των κυρίαρχων (καπιταλιστικών) σχέσεων και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας που θα εξαλείψει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Όσο αφορά το σύστημα, αυτό που θα έβλεπε σαν διέξοδο είναι η διατήρηση και αναπαραγωγή των ίδιων εκμεταλλευτικών και καταπιεστικών σχέσεων, και η όσο γίνεται μεγαλύτερη «ανάπτυξη» της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου και των λαών. Αυτό βεβαίως στην πραγματική ζωή δεν είναι καθόλου απλό, αλλά τόσο δύσκολο και περίπλοκο, όσο ακριβώς και οι σχέσεις που το διέπουν και το χαρακτηρίζουν. Και ανεξάρτητα από το πότε η πάλη των λαών θα δώσει την δική της διέξοδο, το σύστημα βρίσκει ανυπέρβλητα εμπόδια στις ίδιες τις δικές του αντιφάσεις. Το ζήτημα γίνεται πολύ καθαρό αν το δούμε μέσα από μια ξεχωριστή (και κυρίαρχη στο προσκήνιο σήμερα) αντίφαση του συστήματος. Τον ανταγωνισμό των δύο υπερδυνάμεων που έχει και μια καθοριστική επίδραση στην πορεία των πραγμάτων γενικότερα.
Οι ΗΠΑ το λιγότερο που επιδιώκουν σήμερα είναι η αποκατάσταση του κυρίαρχου ρόλου που είχαν μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και πριν από την ήττα στο Βιετνάμ. Ταυτόχρονα δεν κρύβουν τις βλέψεις τους για τις αγορές όχι μόνο του 3ου ή του 2ου κόσμου, αλλά και αυτές της Κίνας, των ανατολικών χωρών ακόμα και της ίδιας της ΕΣΣΔ.
Από την μεριά της η ΕΣΣΔ αυτό που επιδιώκει είναι η επαναφορά στα μέτρα και τους συσχετισμούς του 75, που επέτρεπαν στον Μπρέζνιεφ να δηλώνει όλο κομπασμό ότι «βρισκόμαστε σε περίοδο ιστορικής εφόδου του σοσιαλισμού» (sic) και ακριβώς για να μπορέσει συνεχίσει την πολιτική της επέκτασης της κυριαρχίας της σε νέες ζώνες επιρροής.
Είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για αντιτιθέμενες και αγεφύρωτες επιδιώξεις που δεν επιδέχονται κανένα συμβιβασμό ή «συνεννόηση».
Αν αυτό φαίνεται καθαρά σε σχέση με τις υπερδυνάμεις, το ίδιο ισχύει και με το σύνολο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Και αυτό δεν οφείλεται βέβαια στη «κακία» των ανθρώπων αλλά στις ίδιες τις σχέσεις που ορίζουν το σύστημα, και που προϊόν τους είναι ο ιμπεριαλισμός. Και οι δύο υπερδυνάμεις αποτελούν και αυτές εκφράσεις σήμερα του συστήματος και υπόκεινται και αυτές στους γενικότερους όρους κίνησης του. Και αν αναφερόμαστε σε αυτές με ξεχωριστό τρόπο -και όχι μόνο εδώ- οφείλεται στο ότι αυτές έχουν εξελιχθεί σε υποκείμενα ιδιαίτερου βάρους, με δυνατότητες παρσίματος καθοριστικών πρωτοβουλιών και με μεγαλύτερη δύναμη επενέργειας στις εξελίξεις.
Το καπιταλιστικό σύστημα κινείται με βάση το κέρδος. Αν κρίση σημαίνει ότι δεν μπορούν να αντλούν και να πραγματοποιούν το καπιταλιστικό κέρδος, «διέξοδος» από την άποψη αυτή σημαίνει η αποκατάσταση, η αναπαραγωγή εκείνων των όρων που θα έκαναν δυνατή τη πραγματοποίηση του. Και θα έπρεπε συνεπώς είτε α) να επανέλθουν τα πράγματα σε κάποια προηγούμενα σημεία και μεγέθη, στην βάση των οποίων πραγματοποιούσε ο καπιταλισμός κέρδη, είτε β) να προσπαθήσει το σύστημα να αναπαραχθεί σ” ένα άλλο προχωρημένο επίπεδο ή πιο σωστά να «επεκταθεί».
Η άμεση «αυθόρμητη» τάση των φορέων του συστήματος είναι να στρέφονται «προς τα πίσω». Ένας τέτοιος προσανατολισμός ωστόσο είναι αντί ιστορικός και συνεπώς αδιέξοδος. Ταυτόχρονα το σύστημα έχει πλέον και μια συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία από ανάλογες καταστάσεις στο παρελθόν (άνοδος του φασισμού στο μεσοπόλεμο). Αν τότε αναδείχτηκε σαν η ισχυρή τάση του συστήματος, αυτή που έβλεπε «μπροστά», αυτό σήμερα ισχύει περισσότερο. Παρ” όλα αυτά, η τάση αυτή (προς τα πίσω) δεν εξαλείφεται άμεσα αλλά συνυπάρχει με την κυρίαρχη τάση, και χαρακτηρίζει μια σειρά τομείς της δράσης του συστήματος, (συντηρητισμός σε όλες τις κλίμακες).
Ως προς την τάση για επέκταση του συστήματος, αυτή εμφανίζεται με την φόρμουλα του «εκσυγχρονισμού» ή της «αναβάθμισης» του. Αποσιωπάται εντελώς σχεδόν το ζήτημα των αγορών που είναι και το κρίσιμο. Ωστόσο κανείς «εκσυγχρονισμός» δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς ανακατανομή των αγορών. Γιατί το ζήτημα αυτό δεν είναι καθόλου ένα ζήτημα «διεθνούς καταμερισμού» όπως από «κουταμάρα» ή πονηριά λέγεται, αλλά είναι πλέον ένα ζήτημα ζωής και θανάτου για τους διάφορους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς. Ήδη οι όποιες μερικές
«ανακατανομές», γένονται με αντίστοιχες τοπικές αναμετρήσεις, που υποκινούν ή και αναμιγνύονται άμεσα οι ιμπεριαλιστές.
Από μια άποψη συνεπώς έχουμε κύρια τον «εκσυγχρονισμό» των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, την ανακύκλωση των αδιεξόδων του συστήματος που συμπυκνωμένη τους έκφραση αποτελεί ο ανταγωνισμός των δύο υπερδυνάμεων.
Ενώ ακραία μορφή αυτών των αδιεξόδων, είναι ότι ενώ από τη μια το σύστημα παράγει και οικοδομεί ακατάσχετα όρους για ένα γενικευμένο πόλεμο, από την άλλη μεριά μια τέτοια προοπτική καθόλου δεν φαίνεται -με τους σημερινούς όρους- να διασφαλίζει την αναπαραγωγή του συστήματος. Όχι που σκοτίζονται οι ιμπεριαλιστές για το τι θα κοστίσει ένας τέτοιος πόλεμος στους λαούς, αλλά από την άποψη των δικών τους συμφερόντων. Δηλαδή την αναπαραγωγή του συστήματος, ή τη «νίκη» κάποιου συγκεκριμένου ιμπεριαλιστή. Αν δηλαδή κάποια υπερδύναμη, «αναβάλλει» την τελική της επίθεση, είναι μόνο για να προετοιμάσει καλύτερα τους όρους, που θα της διασφαλίσουν (όπως νομίζει) την «νίκη».
Μέσα στο πλαίσιο που δημιουργούν αυτά τα αδιέξοδα μπορούμε να δούμε την ανάπτυξη μιας μεγάλης επίθεσης ενάντια στο προλεταριάτο και τους λαούς γενικότερα, και με βάση τα χαρακτηριστικά που αναδείχνονται γίνονται καθαρά ορισμένα πράγματα.
α) Η επίθεση αυτή θα συνεχιστεί για μεγάλο διάστημα και ολοένα και περισσότερο θα εντείνεται και θα βαθαίνει.
β) θα συνοδεύεται -και ήδη γίνεται- και από στοιχεία που θα προσπαθούν να διαμορφώσουν το «εσωτερικό μέτωπο» σε κάθε χώρα (και τους συμμάχους της) με τρόπο που να εναρμονίζεται με τους γενικότερους επιδιωκόμενους στόχους.
γ) Τα μέτρα καταπίεσης (που ήδη βλέπουμε) αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα αυτής της επίθεσης και των στόχων της. Η φασιστικοποίηση ολοένα και περισσότερο θα γίνεται κυρίαρχο στοιχείο.
Ενώ πάντα μπορούν να αναπτυχθούν καταστάσεις που θα θέσουν υπό αμφισβήτηση -πρακτικά πλέον και όχι ρητορικά- τις «Γιάλτες» και θα επιταχύνουν όλα τα προτσές.

«ΑΝΑΚΑΜΨΗ» Ή ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ

1. Ολοένα και περισσότερο το τελευταίο διάστημα γίνονται αναφορές σε μια διαφαινόμενη ανάκαμψη (που μάλιστα θάχει σαν αφετηρία τις ΗΠΑ), νια την κομπιουτεροποίηση της παραγωγής, την «κατάργηση του εργάτη» και της εργατικής τάξης (με τα σημερινά της χαρακτηριστικά), ενώ κοινό μοτίβο αποτελεί το ότι η «διέξοδος» από την κρίση βρίσκεται στο «ανέβασμα της παραγωγικότητας».
Τι, ωστόσο, αποτελεί αλήθεια σ” όλα αυτά, και πόσο -και πως- χρησιμοποιείται η όποια «αλήθεια» για να συγκαλύψει πολύ σκληρές πραγματικότητες;
Γιατί εκ πρώτης όψεως υπάρχει μια «λογική» σ” όλα αυτά. Μια «λογική», ωστόσο, που ισχύει μόνο στην επιφάνεια των πραγμάτων, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί πολλές αυταπάτες σε πολλούς. Υπάρχει από παλιά η άποψη, που κύρια προβάλλονταν από την μεριά ευρωπαϊκών κύκλων, απέναντι στις ΗΠΑ, ότι η λύση του προβλήματος βρίσκεται στην «αναβάθμιση» του όλου συστήματος, που θα πραγματοποιούνταν αφ” ενός, με την ανάπτυξη τομέων στρατηγικού χαρακτήρα στο κέντρο, και αφ” ετέρου, με την προώθηση επενδύσεων στις άλλες χώρες μικρότερης σημασίας σε σχέση μ” αυτές των μητροπόλεων, αλλά προχωρημένες σε σχέση με τις ήδη υπάρχουσες σ” αυτές τις χώρες.
Τώρα, πως εξηγείται, το ότι οι” ΗΠΑ, που υποτίθεται ότι ήταν οι πιο δύσκαμπτες στην υιοθέτηση και προώθηση ενός τέτοιου «εκσυγχρονισμού», προβάλλονται, σήμερα σαν η ατμομηχανή του, είναι ένα ζήτημα.
Ένα ζήτημα, και όχι το μοναδικό, που η εξήγηση του βρίσκεται στο ότι άλλο πράγμα είναι η τρέχουσα λογική, και άλλο η πραγματική «λογική» με την οποία κινείται το σύστημα.
Γιατί αν στην άποψη αυτή, η «αναβάθμιση» του συστήματος εμπεριέχει και την αναπαραγωγή των υπαρχόντων συσχετισμών, αυτό δεν μπορεί να γίνει στην πραγματική ζωή, ακόμη κι αν θα το θέλανε οι ΗΠΑ (και η ΕΣΣΔ). Πολύ περισσότερο που οι προτεινόμενοι σαν «σημαιοφόροι» της ιστορίας (ΗΠΑ) όχι μόνο δεν θέλουν κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα, προσπαθούν με κάθε τρόπο να δημιουργούν τις προϋποθέσεις εκείνες που μετατρέπουν συνέχεια το συσχετισμό προς όφελος τους. Και μόνο τότε, και μόνο στο βαθμό που πετυχαίνουν αυτούς τους στόχους, θα προχωρούν ανάλογα στους όποιους «εκσυγχρονισμούς», που και αυτοί σαν στόχο θάχουν την κατοχύρωση της υπεροχής τους. Γιατί, κάτω από το λαμπερό περίβλημα της «αναβάθμισης» ή της «διεξόδου» απ” την κρίση, υπάρχουν πολύ πιο συγκεκριμένες επιδιώξεις του συστήματος συνολικά, αλλά και του κάθε ξεχωριστού ιμπεριαλιστή, που δίνουν και το συνολικό αντιδραστικό χαρακτήρα των τάσεων που διαμορφώνονται.
Κεντρικός στόχος είναι η διάσωση και αναπαραγωγή του συστήματος εκμετάλλευσης, η αποκατάσταση των όρων πραγματοποίησης κέρδους μέσα από την ένταση της εκμετάλλευσης.
- Αναζητιέται σ” αυτό που αποτελεί και βασική ιδιότητα του κεφαλαίου, στην προσπάθεια για επέκταση του χώρου δράσης του.
- Από άποψη «χώρου» η επέκταση αυτή αναζητιέται (α) στο εσωτερικό κάθε χώρας με την διεύρυνση του χώρου του κεφαλαίου (β) στις εξαρτημένες χώρες (γ) ακόμη και σε ανταγωνίστριες ιμπεριαλιστικές χώρες (ο κάθε ιμπεριαλιστής χωριστά.
Από άποψη περιεχομένου ωστόσο αυτών των τάσεων που προσδιορίζει και τον χαρακτήρα τους μπορούμε να δούμε μερικές και πολύ βασικές (και αντιδραστικές) επιδιώξεις.
- Επιδιώκεται η αξιοποίηση της υπεροχής των μητροπόλεων με στόχο την αναπαραγωγή των σχέσεων εξάρτησης και εκμετάλλευσης (των φτωχών χωρών) και η διεύρυνση του χάσματος.
- Η ένταση της εκμετάλλευσης των πηγών πρώτων υλών των χωρών αυτών.
- Η ένταση της εκμετάλλευσης του φτηνού εργατικού δυναμικού.
- Ενώ, το όλο εγχείρημα θα προχωρεί και θα οικοδομείται πάνω στην ταυτόχρονη ένταση της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου των μητροπόλεων.
- Ταυτόχρονα, μέσα στο πλαίσιο των γενικότερων αντιλαϊκών επιδιώξεων του συνόλου των φορέων του συστήματος, αναπτύσσονται έντονοι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές, στη βάση των ιδιαίτερων επιδιώξεων του καθένα. Που κι αυτοί σε βάρος κύρια των λαών, επίσης, καταλήγουν.
Αν δούμε το όλο ζήτημα μέσα από ορισμένα προβλήματα που ούτε οι απολογητές του συστήματος αρνούνται την ύπαρξη τους (άλλο το πως τα χαρακτηρίζουν) θα διαπιστώσουμε ότι μας δίνουν τα ίδια δεδομένα, τις ίδιες αντιφάσεις και αντιθέσεις, τα ίδια αδιέξοδα για το σύστημα.
- Το πρώτο αφορά το περίφημο πια ζήτημα της τεχνολογίας. Είναι το ζήτημα στο οποίο, παρά τις προσπάθειες (για ευνόητους λόγους) να δημιουργηθεί μυστήριο και κυρίως δέος, υπάρχουν τα λιγότερα προβλήματα (τουλάχιστον όχι αυτά που προβάλλονται). Η μεταφορά της υπάρχουσας τεχνολογίας, έως και της πιο προωθημένης (όποιους τομείς κι αν αφορά) έχει προβλήματα, αλλά όχι «τεχνολογικού» χαρακτήρα. Έχει προβλήματα π.χ. κεφαλαίων, «χρόνου», ενώ ταυτόχρονα αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού με την έννοια ότι κάθε ιμπεριαλισμός προσπαθεί να εξασφαλίσει υπεροχή και αποκλειστικότητες.
- Κεφαλαιώδες πρόβλημα, αποτελεί το οικονομικό, το πρόβλημα των κεφαλαίων. Η ανανέωση του βιομηχανικού δυναμικού έχει ένα τεράστιο κόστος, όπως επίσης και η (μετ)εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού.
- Στρατηγικής σημασίας είναι ο έλεγχος των πηγών πρώτων υλών. Πρόθεση των ιμπεριαλιστών είναι να εντείνουν την ληστεία των φτωχών χωρών, ενώ ταυτόχρονα ανταγωνίζονται άγρια μεταξύ τους για τον έλεγχο των πηγών αυτών.
- Το κρίσιμο ζήτημα είναι αυτό των αγορών. Για την καπιταλιστική λογική δεν έχει νόημα οποιοσδήποτε «εκσυγχρονισμός», το οποιοδήποτε «ανέβασμα της παραγωγικότητας» αν αυτά που παραχθούν δεν μπορέσουν οι καπιταλιστές να τα «πουλήσουν». (Και με τους όρους που θέλουν.) Εδώ, πια, ο ανταγωνισμός είναι λυσσαλέος και ασυγκράτητος. Τόσο, ώστε να μπορεί να οδηγηθεί μέχρι τις ακραίες του συνέπειες.
Πάνω σ” αυτά τα ζητήματα, είναι που «ξαναβγαίνουν» στο προσκήνιο, και με πιο οξύ τρόπο, οι βασικές αντιφάσεις και αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν το σύστημα. Η αντίθεση με το προλεταριάτο και τους λαούς. Οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί μεταξύ τους. Το ποιος ποιόν είναι ένα ζήτημα που μπαίνει πια με κρίσιμο τρόπο.
Εμφανίζεται -και είναι υπαρκτό- στις μεταξύ των ιμπεριαλιστών σχέσεις. Εκεί πάνω γεννιέται ο κίνδυνος ενός παγκόσμιου πολέμου.
Αναπτύσσεται σαν ζήτημα -αντίθεση- που ζητάει λύση ανάμεσα στους λαούς και τον ιμπεριαλισμό συνολικά. Εκεί πάνω γεννιέται και οικοδομείται η επανάσταση, η κοινωνική ανατροπή, η απελευθέρωση των λαών.

2. Μ” αυτούς τους όρους προχωρεί το σύστημα στην προσπάθεια «επέκτασης» του.
Όσο αφορά τις προσπάθειες που στρέφονται αποκλειστικά σε βάρος των λαών (ενόσω, δηλ., δεν θίγονται ανταγωνιστικά συμφέροντα) υπάρχει μια «θαυμαστή» ταυτότητα απόψεων σε Δύση και Ανατολή.
Ήδη βρισκόμαστε μπροστά στην εξαπόλυση μιας άγριας επίθεσης ενάντια στους λαούς και σε όλα τα επίπεδα. Οι λαοί καλούνται να πληρώσουν από κάθε άποψη (με ιδρώτα και αίμα) το κόστος όχι μόνο της συντήρησης του συστήματος αλλά και της αναπαραγωγής του.
Το κεφάλαιο στην κάθε χώρα σήμερα προσπαθεί να ισχυροποιήσει τη βάση στήριξης του, και να επεκτείνει όσο είναι δυνατό το χώρο δράσης του. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε ήδη και θα συνεχιστεί σε βάρος των μαζών με τον πιο αμείλικτο τρόπο. Πάνω σ” αυτό ας μην υπάρχουν αυταπάτες. Το κεφάλαιο, όταν πρόκειται να υπερασπίσει τα συμφέροντα του, δεν γνωρίζει φραγμούς. 1-1 συσσώρευση κεφαλαίων πάνω στην οποία στηρίχθηκε η βιομηχανική επανάσταση τον περασμένο αιώνα, δεν έγινε καθόλου με όρους και στυλ τραπεζικών συναλλαγών. Υπήρξε προϊόν ληστείας των λαϊκών μαζών των ίδιων των χωρών αυτών, των λαών των αποικιών (αληθινή γενοκτονία) αλλά και αλληλοφαγώματος ανταγωνιστών λύκων. Οι στρατιές σκλάβων που χώθηκαν στα οι και αυτών που κίνησαν τις φάμπρικες δημιουργήθηκαν με το ποιο απάνθρωπο ξερίζωμα της αγροτιάς.

3. Σήμερα το κεφάλαιο:
- Επιβάλλοντας μια «περιοριστική» οικονομική πολιτική, απομυζώντας δηλαδή τις μάζες, συγκεντρώνει κεφάλαια για τους στόχους του.
- Κλείνοντας εργοστάσια, εξοικονομεί κεφάλαια για να τα ρίξει σε πιο αποδοτικούς τομείς.
- Ταυτόχρονα διαλύει τις δομές μέσα στις οποίες το εργατικό κίνημα είχε παγιώσει βασικές κατακτήσεις. Αυτό έχει επίσης σαν επίπτωση (που άλλωστε είναι και στόχος) το χτύπημα και τη διάλυση των αντίστοιχα οργανωμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
- Προωθώντας την παραπέρα καπιταλιστικοποίηση του αγροτικού χώρου, με την ανάπτυξη μεγάλων καπιταλιστικών αγροτικών επιχειρήσεων, «δημιουργεί» ένα νέο χώρο δράσης του κεφαλαίου. Διαμορφώνει μια ακόμη στρατιά ανέργων που υπολογίζει ότι μπορεί να την «χειριστεί». Ταυτόχρονα, εξοικονομεί κεφάλαια (επιδοτήσεις κ.λπ.) από την συντήρηση ενός χώρου που του χρησίμευε σαν στοιχείο κοινωνικοπολιτικής ισορροπίας, ζήτημα που σήμερα «παρακάμπτεται» χάρη επιταχτικότερων αναγκών του συστήματος.
- Με την μετατόπιση ροών κεφαλαίου από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα (καθώς και τη μεταβίβαση των επιχειρήσεων) εξοικονομεί κεφάλαια στη βάση της » σπατάλης» που προκαλούν τα χαρακτηριστικά του δημόσιου τομέα (δυσκινησία κλπ) σε σχέση με τα «ιδιωτικοοικονομικά» κριτήρια. Ταυτόχρονα, και από οικονομική πάντα άποψη, παραχωρεί στις κυρίαρχες μερίδες του κεφαλαίου όλο το επίπεδο.
- Πολιτικά επιδιώκει να απαλλαγεί από «τριβές» και περισπασμούς στην προώθηση της πολιτικής του. Ταυτόχρονα υποβαθμίζει έτσι και το ρόλο των μεσοστρωμάτων εκείνων που γνώρισαν την άνοδο τους χάρη στην ανάπτυξη του δημόσιου τομέα. Η σχέση αυτή υπηρέτησε θαυμάσια το σύστημα ιδιαίτερα σε εποχές ανόδου του λαϊκού κινήματος. Σήμερα, ωστόσο, το σύστημα αφ” ενός έχει πιο επιτακτικές ανάγκες, και αφ” ετέρου δεν έχει πια εκείνη τη πίεση του λαϊκού κινήματος που το ανάγκαζε να αναζητεί στήριξη και στα μεσοστρώματα (ας όψεται ο ρεφορμισμός).
- Έτσι προωθείται και μια πιο πλήρης ιεράρχηση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων στην πιο «καθαρή» τους μορφή και σε καθολική κλίμακα. Συνέπεια όλων αυτών μπορεί να είναι και μια αναδιαμόρφωση της διαστρωμάτωσης στα πλαίσια συνολικά της αστικής τάξης, έτσι που να διασφαλίζεται η απόλυτη κυριαρχία των μερίδων του μεγάλου κεφαλαίου και χωρίς «περισπασμούς».

4. Το σύνολο των μέτρων αυτών είναι προφανές ότι θα συναντήσει, και ήδη συναντάει, την αντίδραση πρώτα απ” όλα του προλεταριάτου, του συνόλου των λαϊκών μαζών. Ταυτόχρονα οξύνει και αντιφάσεις και μέσα στα πλαίσια της αστικής τάξης.
Είναι καθαρό (και από την ιστορική πείρα) ότι οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις αυτές, δεν μπορούν να οδηγηθούν σε μια σωστή κατεύθυνση, χωρίς ανάλογη πρωτοπόρα δράση του προλεταριάτου, και των επαναστατικών κομμουνιστικών δυνάμεων. Χωρίς το άνοιγμα με ρωμαλέο τρόπο μιας τέτοιας προοπτικής, οι «μικρομεσαίου» θα οδηγηθούν στην αναζήτηση «σιγουριάς» υπό τη σκέπη «δοκιμασμένων» φορέων του συστήματος, θα συρθούν δηλαδή στις επιλογές των κυρίαρχων μερίδων του κεφαλαίου.
Θα πρέπει ωστόσο, να ειδωθούν και να χειριστούν ανάλογα οι αντιθέσεις αυτές, που και υπαρκτές είναι και οξύνονται ολοένα και περισσότερο. (Τις οξύνει η επίθεση των κυρίαρχων μερίδων). Η μεγαλοαστική τάξη δεν επιδιώκει (δεν της αρκεί πλέον) έναν συμβιβασμό με τα μεσοστρώματα, (γραφειοκρατία, τεχνοκράτες κλπ) στον οποίο αυτή να έχει απλά τον πρώτο ρόλο. Χρειάζεται πλέον, απαιτεί και προωθεί την απολυτοποίηση της κυριαρχίας της σ” όλα τα επίπεδα. Για παράδειγμα, η διάσταση όσο αφορά τον χώρο δράσης του κράτους, η διάσταση αυτή (στη χώρα μας, το ζήτημα των αγροτικών συνεταιρισμών) περιέχει βασικά στοιχεία αυτής της πορείας των πραγμάτων.

5. Το άλλο κρίσιμο από πολιτική άποψη ζήτημα είναι ότι η επίθεση αυτή της αντίδρασης συνοδεύεται υποχρεωτικά με κλιμάκωση της καταπίεσης που εκδηλώνεται σ” όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Μια τέτοια πολιτική δεν θα μπορούσε να προωθηθεί χωρίς να εκβιαστεί η συνείδηση των μαζών, χωρίς να ασκηθεί επάνω τους βία. Η φασιστικοποίηση, είναι, και ολοένα και περισσότερο θα γίνεται, κεντρικό χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής. Αν οι «εσωτερικοί» όροι υπαγορεύουν μια τέτοια πολιτική στην αστική τάξη, οι «εξωτερικοί» θα την εντείνουν ακόμη περισσότερο. Οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, το κλίμα που προωθεί ο πολλαπλασιασμός των αναμετρήσεων, η προετοιμασία για την γενικευμένη αναμέτρηση, είναι όροι που θα οδηγήσουν σε όλο και πιο καταπιεστικά μέτρα ενάντια στους λαούς.

6. Η εσωτερική επέκταση στην οποία αναφερθήκαμε, και δεν αρκεί αλλά και ούτε καν μπορεί να πραγματοποιηθεί και να ολοκληρωθεί χωρίς αντίστοιχη και ανάλογη εξωτερική επέκταση. Και επειδή ο χώρος είναι δεδομένος, αυτή δεν μπορεί παρά να πάρει τη μορφή της επέκτασης ενός ή μερικών ιμπεριαλιστικών σχηματισμών σε βάρος των ανταγωνιστών τους, και πάντα σε βάρος των λαών.
Το ότι η εσωτερική επέκταση δεν αρκεί, αλλά χρειάζεται και ο έλεγχος των αγορών, και των πηγών πρώτων υλών, και ότι στο ζήτημα αυτό υπάρχει άγριος ανταγωνισμός, αυτό, είναι κάτι που ήδη γίνεται αντιληπτό απ” τον καθένα. Οι εκφράσεις αυτού του ανταγωνισμού ήδη υπάρχουν και εκδηλώνονται με τον πιο άγριο τρόπο.
Η εσωτερική «επέκταση» και ο «εκσυγχρονισμός» της παραγωγικής μηχανής μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο σ” ένα ανάλογο βαθμό της αντίστοιχης εξωτερικής επέκτασης του κάθε ιμπεριαλιστή (και αντίστροφα). Τα δύο αυτά προτσές είναι σφικτά δεμένα μεταξύ τους κι αυτή η διαλεκτική σχέση, δεν υπάρχει στο χώρο της αφαίρεσης, αλλά ορίζεται από πολύ συγκεκριμένα πράγματα, που κι αυτά είναι δεμένα μεταξύ τους και αλληλοπροσδιορίζονται και αλληλοεξαρτιούνται.
Οι επενδύσεις στο εσωτερικά χρειάζονται κεφάλαια για τα οποία δεν αρκεί η απομύζηση των μαζών της κάθε ιμπεριαλιστικής χώρας. Χρειάζεται να τραβηχτούν κεφάλαια από ανταγωνίστριες χώρες, είτε άμεσα (από την εσωτερική αγορά κεφαλαίων των χωρών αυτών) είτε από τις εξαρτημένες χώρες. (Βλέπε την ιστορία με τα επιτόκια των ΗΠΑ, το ΔΝΤ) Αλλά και πάλι αν πάρουμε υπ” άψη ότι το βιομηχανικό δυναμικά των χωρών αυτών (και όχι μόνο αυτό) οικοδομήθηκε σε μια πορεία δεκαετιών, η ανανέωση τους στον επιθυμητό βαθμό, δεν μπορεί να γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έχουμε μπροστά μας μια ολάκερη διαδικασία, όπου σ” όλη της τη διάρκεια θα συνεχίζεται ο «πόλεμος των κεφαλαίων» (ή των επιτοκίων) και όσο θα αναπτύσσει το εσωτερικό της δυναμικό μια ιμπεριαλιστική χώρα τόσο θα ενισχύεται η δυνατότητα της να απορροφά κεφάλαια, όσο θα κερδίζει αγορές κεφαλαίων τόσο θα μπορεί να ενισχύει το εσωτερικό της δυναμικό. Ο ανταγωνισμός συνεπώς είναι δεδομένος και για μακρύ χρονικό διάστημα. Στο ίδιο αυτά διάστημα η οικονομία θα συνεχίζει βεβαίως να λειτουργεί (με τους σε κάθε στιγμή όρους και συσχετισμούς) και δεν θάναι που θα κτίζονται απλώς νέες εγκαταστάσεις. Η λειτουργία της μεταφέρει πόρους και κέρδη από ορισμένες περιοχές σε άλλες. Κι αυτό ορίζεται από το ποιόν ευνοούν οι όροι και οι συσχετισμοί που υπάρχουν. Και εδώ επίσης ο ανταγωνισμός είναι δοσμένος και διαρκής και έκδηλος, αν παρακολουθήσουμε τον καυγά για τους εμπορικούς όρους, τον «προστατευτισμό» (βλέπε ζήτημα χάλυβα) κι άλλα συναφή.
Την κάθε στιγμή ο κάθε ιμπεριαλιστής διεκδικεί (και παίρνει ή «χάνει») από τους ανταγωνιστές του, όχι μόνο άμεσα κέρδη, αλλά και προϋποθέσεις για τον γενικότερο ανταγωνισμό τους τόσο τον άμεσο όσο και τον μελλούμενο. Ανάλογοι όροι (και άλλοι ακόμη) ισχύουν όσο αφορά τον έλεγχο των πηγών ενέργειας και πρώτων υλών καθώς και των αγορών.
Που θα στηρίζεται ο όποιος «εκσυγχρονισμός» στις μητροπόλεις αν δεν διασφαλίζονται αντίστοιχα οι ανάλογες ροές ενέργειας, πρώτων υλών, η δυνατότητα να πουληθούν τα προϊόντα που θα παραχθούν, και μάλιστα σε μια όλο και διευρυνόμενη έκταση;
Που θα βρίσκονται τα απαιτούμενα κεφάλαια, ή κ αν «βρίσκονται» ποιοι κεφαλαιούχοι θα επενδύουν αν δεν διασφαλίζονται, ή δεν ευελπιστούν ότι σίγουρα θα εξασφαλιστούν στην πορεία αυτές οι προϋποθέσεις;
Και τι σημαίνει άραγε η διασφάλιση αυτών των προϋποθέσεων; Είναι όπως λέγεται οι «νόμοι της αγοράς» που το καθορίζουν, και στα πλαίσια του «διεθνούς καταμερισμού»;
Η άποψη μας είναι αρκετά διαφορετική.

7. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι ένα διεθνές πλαίσιο στήριξης, σχέσεων και εγγυήσεων που περιλαμβάνει όχι μόνο οικονομικούς αλλά και πολιτικούς όρους, και ακόμη στρατιωτική υποστήριξη. Και όποιοι ελέγχουν κι έχουν τον κύριο λόγο μέσα σ” αυτό το διεθνές πλαίσιο” αυτοί είναι που μπορούν να κανονίζουν τον «καταμερισμό» ανάλογα με τα συμφέροντά τους.
Από την άποψη αυτή δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα (όταν δεν είναι εκ του πονηρού), απόψεις για τον «διεθνή καταμερισμό», όπου αυτός υποτίθεται ότι καθορίζεται από οικονομικά κριτήρια, είτε για τον «εκσυγχρονισμό», που, κι αυτός βλέπεται σον μια διαδικασία οικονομικού απλά χαρακτήρα που θα φέρει βέβαια κοινωνικές αλλαγές και αναστατώσεις αλλά με βάση (και μόνο) ότι θα αλλάξει τους όρους παραγωγής και θα «ανεβάσει το επίπεδο της παραγωγικότητας».
Το κεφάλαιο (και τα «κεφάλαια» που χρειάζονται) είναι μια σχέση σίγουρα. Μια σχέση, ωστόσο, που δεν καθρεπτίζει μονάχα οικονομικά μεγέθη. Η τιμή του δολαρίου δεν ορίζεται μόνο από το επίπεδο και την έκταση της αμερικάνικης οικονομίας. Ορίζεται ακόμη από το επίπεδο της πυρηνικής της δύναμης, το επίπεδο ανάπτυξης του διαστημικού της προγράμματος, την ικανότητα (συζητήσιμη για την ώρα) της δύναμης ταχείας επέμβασης. Μ” αυτούς (και άλλους ανάλογους) όρους κερδίζονται ή χάνονται αγορές και «προκύπτει» ο εκάστοτε «διεθνής καταμερισμός» με αυτούς αντλούνται κεφάλαια για να τροφοδοτείται ο «εκσυγχρονισμός», δηλαδή το ανέβασμα του επιπέδου εκμετάλλευσης των λαών, και ισχυροποιείται η θέση απέναντι στους ανταγωνιστές. Και η παρατηρούμενη «τρελή» άνοδος του δολαρίου σχετίζεται ως ένα βαθμό με οικονομικά δεδομένα, αλλά σ” ένα άλλο βαθμό σε πολιτικοστρατιωτικά και πιο συγκεκριμένα στο ότι η επίθεση (των ΗΠΑ) εξακολουθεί να αναπτύσσεται.

8. Αν ο ανταγωνισμός που αφορά τις αγορές είναι λυσσαλέος, τότε αυτός που φθάνει στα επίπεδα διεκδίκησης περιοχών, που αποτελούν «ζωτικό χώρο» του ανταγωνιστή είναι κρίσιμες. Δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ διαδικασία που να μπορεί να διευθετήσει «ειρηνικά» διαφορές αυτού του χαρακτήρα. Η ιστορία μας διδάσκει πολλά, αλλά πολύ σύντομα, ίσως, δούμε στην πράξη το τι σημαίνει κάτι τέτοιο. Αν δηλαδή, οι δηλώσεις του Ρήγκαν για τη Γιάλτα σημαίνουν ότι μετά τις αμερικάνικες εκλογές, η αμερικάνικη επίθεση θα προχωρήσει στα γεμάτα σ” αυτό το μέτωπο, τότε θα δούμε όλα τα προτσές να επιταχύνονται και το σύστημα να φτάνει στα τελικά του αδιέξοδα πολύ πιο σύντομα απ” όσο υπολογίζουν όλοι.

9. Αν δούμε λίγο την ιστορία, παρουσιάζει μερικές καταπληκτικές αναλογίες ακόμη και σε σχέση με το περίφημο ζήτημα του «εκσυγχρονισμού».
Το ίδιο το σημερινό καπιταλιστικό σύστημα (και κύρια η Δύση) όσο αφορά τους όρους εκμετάλλευσης (την οικονομική «φιλοσοφία») βασίζεται στον «εκσυγχρονισμό» που περισσότερο είναι γνωστός σαν Νιου Ντηλ και που είχε σαν αφετηρία τις ΗΠΑ.
Πως έγινε ωστόσο και κυριάρχησε στον κόσμο;
Ο Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος «λύνει» ως ένα βαθμό το πρόβλημα των ανακατανομών σε βάρος κύρια των «κεντρικών» δυνάμεων που χάνουν (η Γερμανία) τις αποικίες τους αλλά και εδάφη στον ευρωπαϊκό χώρο. Ταυτόχρονα, αφαιρεί απ* το σύστημα μια τεράστια αγορά, την ΕΣΣΔ.
Μπροστά στην κρίση, μπροστά στο ανερχόμενο εργατικό κίνημα, το σύστημα αντιδρά κατ” αρχήν με τον φασισμό. Δηλαδή, την προσφυγή στις πιο αντιδραστικές αντιλήψεις και νοοτροπίες, και την συσπείρωση γύρω από τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις. Είναι μια «φυγή» προς τα πίσω. «Ιδανικό» της η «συντριβή του μπολσεβικισμού». Κριός η ναζιστική Γερμανία. Γρήγορα ωστόσο αρχίζουν να γίνονται αντιληπτά κάποια πράγματα. (α) Ότι η αντίληψη αυτή είναι αδιέξοδη, ότι «βήματα προς τα πίσω» δεν ανοίγουν κανένα δρόμο για το σύστημα. (β) Ότι οι δυνάμεις που αναδείχτηκαν σε «ιππότες της σταυροφορίας» αυτής (η Γερμανία αλλά και οι Ιταλία-Ιαπωνία) διεκδικούν για τον εαυτό τους πολύ περισσότερα πράγματα απ” όσα υπόσχονται (αλλά και πολύ αμφίβολα ως προς τη δυνατότητα πραγματοποίησης τους) συνολικά στο σύστημα και στους άλλους φορείς του (Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ).
Έτσι μετά από λίγο, αρχίζει να αναπτύσσεται ένα παράλληλο προτσές, που όχι τυχαία, γνωρίζει τη μεγαλύτερη του ανάπτυξη στον πιο ακμαίο καπιταλισμό των ΗΠΑ. Ο εκσυγχρονισμός του Ρούσβελτ, το «Νιου Ντηλ».
Αξίζει να σημειωθεί ότι ανάλογες «εκσυγχρονιστικές» τάσεις αναπτύσσονται στην ίδια την Γερμανία, στη «σκιά» της συνολικής αντιδραστικής στροφής και για την εξυπηρέτηση των στόχων του ναζισμού. (Με άξονα βασικά την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας). Έτσι είχαμε την ιδιόρρυθμη «συνάντηση» της πιο αντιδραστικής με την πιο μοντέρνα έκφραση του συστήματος, ενώ παραμένουν συντηρητικές σ” όλα τα επίπεδα και βουλιάζουν στην παρακμή τους οι «γηραιές αυτοκρατορίες». (Αγγλία-Γαλλία).
Με αυτούς τους όρους ωστόσο άρχισε να περιπλέκεται το ζήτημα του «ποιος θα ήταν ο πόλεμος». Έτσι είχαμε εκείνο το «περίεργο» διάστημα, όπου στις δυνάμεις της Δύσης επικρατεί πλήρης σύγχυση ως προς τα που πρέπει να προσανατολιστούν. Και μετά από μια σειρά εξελίξεις και γεγονότα πραγματοποιείται τελικά η ιδιόρρυθμη τριπλή αντιφασιστική συμμαχία στην οποία μετέχουν. (α) Η Σ. Ε. επικεφαλής ενός ευρύτερου λαϊκού κινήματος (β) Αγγλία-Γαλλία σέρνοντας τις αποικίες τους, (γ) οι ΗΠΑ. Ως προς την έκβαση του πολέμου αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ να σημειώσουμε μετά από την σύντομη αυτή αναφορά, είναι ότι, αν απ” τη μια μεριά τον κέρδισαν οι λαοί (διαμόρφωση σοσιαλιστικού στρατοπέδου-κατάρρευση αποικιοκρατίας) απ” την άλλη νικητές ήταν και οι ΗΠΑ. Κι αυτοί που χάσανε δεν ήταν μόνο οι δυνάμεις του Άξονα αλλά μ” ένα τρόπο και οι Αγγλία, Γαλλία. Και όσο αφορά τα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού κόσμου έχουμε πλέον τον θρίαμβο της αμερικάνικης άποψης. Και θα πρέπει, να επισημάνουμε ότι αυτός ο «εκσυγχρονισμός» δεν θα μπορούσε να γνωρίσει την πλατιά εφαρμογή που γνώρισε στη συνέχεια (και που ίσχυσε ως τα σήμερα) χωρίς την συντριβή ορισμένων παλιών μορφών και σχέσεων, αλλά και χωρίς την ήττα των φορέων τους. Και δεν εννοούμε μόνο τις δυνάμεις του Άξονα αλλά. και τις Αγγλία, Γαλλία. Δεν θα μπορούσε να επεκτείνει τη βάση της «πυραμίδας» του, σε παγκόσμια κλίμακα, χωρίς την κατάρρευση της αποικιοκρατίας. Με άλλα λόγια δεν θα μπορούσε να βρει «διέξοδο» χωρίς τον πόλεμο.
Στην ιστορία αυτή υπάρχουν και πολλές άλλες αναλογίες. Όπως η άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας για να «στρώσει το δρόμο» κλπ κλπ. Αν υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά όσο αφορά μια βασική παράμετρο του ζητήματος, αυτή αφορά το λαϊκό κίνημα. Τότε το σύστημα είχε να αντιμετωπίσει ένα οργανωμένο επαναστατικό εργατικό κίνημα, που μάλιστα στηρίζονταν στη πρώτη σοσιαλιστική χώρα και από το νικηφόρο παράδειγμα του ρώσικου προλεταριάτου. Σήμερα, με βάση την κρίση που αντιμετώπισε το επαναστατικό κίνημα, το σύστημα, έχει για την ώρα μια μεγαλύτερη «ελευθερία κινήσεων» όσο αφορά αυτήν την πλευρά, με το ζήτημα αυτό ωστόσο θ» ασχοληθούμε ειδικότερα.

10. Είναι καθαρό, λοιπόν, με όλα αυτά ότι:
- Το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα, μπροστά στη γενίκευση της κρίσης του, έχει εξαπολύσει μια πολύμορφη και άγρια επίθεση ενάντια στους λαούς σ” όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, αναζητώντας τη «διέξοδο» στην ένταση της εκμετάλλευσης των λαών, ενώ ταυτόχρονα οξύνει τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς στα πλαίσιά του.
- Το σύστημα έτσι γαντζωμένο στα γρανάζια των ίδιων των δικών του αντιφάσεων, ανακυκλώνει τα αδιέξοδα του και οδηγείται στην τροχιά εκείνη που στο τέλος της βρίσκεται η γενικευμένη αναμέτρηση.
- Οι λαοί δεν έχουν να περιμένουν τίποτε άλλο από το σύστημα, παρά μόνο την παραπέρα ένταση της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, τα «τοπικά» μακελειά, τον πόλεμο.
- Και το πιο βασικό συμπέρασμα που εμείς μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι η μοναδική πραγματική διέξοδος για τους λαούς, είναι ν” αναπτύξουν την πάλη τους και να οικοδομήσουν ένα αυτόνομο επαναστατικό κίνημα, που να φράξει το δρόμο στα σχέδια της αντίδρασης και να ανοίξει το δρόμο για την κοινωνική απελευθέρωση.

[…]

Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΕΩΝ — ΟΙ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

1. Ο ανταγωνισμός των δυο υπερδυνάμεων (και από κοντά των υπόλοιπων ανταγωνιστών) γνώρισε μια μεγάλη όξυνση γύρω από το ζήτημα των ευρωπυραύλων, που κορυφώθηκε με την εγκατάσταση τους στον ευρωπαϊκό χώρο.
Στη συνέχεια, είχαμε μια φαινομενική «χαλάρωση και πολλές «πρωτοβουλίες» από πολλές πλευρές για την επανάληψη των συνομιλιών της Γενεύης, «σπάσιμο των πάγων» κλπ. Ποια είναι η σημασία αυτών των εξελίξεων;
Για να τις κατανοήσουμε χρειάζεται να πάμε λίγο προς τα πίσω. Να αναφερθούμε, κύρια, στην εκδήλωση και ανάπτυξη της επίθεσης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Στόχος αυτής της επίθεσης ήταν και είναι να ανακτήσει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αυτά που «έχασε» με την ήττα που υπέστη από την πάλη των λαών της Ινδοκίνας. Αποτελέσματα της ήττας αυτής ήταν:
— Προχώρησε ορμητικά το επαναστατικό κίνημα των λαών σε ορισμένες περιοχές «άμεσου ενδιαφέροντος» του, χωρίς ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός να μπορέσει να παρεμποδίσει αποτελεσματικά την ανάπτυξη και τη νίκη τους (π.χ. Περσία, Νικαράγουα κλπ).
— Η επίθεση του σοσιαλιμπεριαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα που τον επέτρεψε να διευρύνει τον χώρο κυριαρχίας του, και να αποκτήσει νέα ερείσματα.
— Η προβολή, από την μεριά των ευρωπαίων συμμάχων-ανταγωνιστών, διεκδικήσεων, ρόλου συνεγγυητή του συστήματος και περίπου ισότιμου συνεταίρου. Ανάλογες
—στην κλίμακα τους- απαιτήσεις άρχισαν να προβάλλουν και μικρότεροι «εταίροι» -υποτακτικοί.
Τέτοιες εξελίξεις φυσικά καθόλου δεν τις ήθελε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και σύντομα προσανατολίστηκε στην ανατροπή τους. Η αποκατάσταση της συνοχής στο εσωτερικό μέτωπο που είχε διασπασθεί μπροστά στην ήττα, αποτέλεσε ένα πρώτο όρο αυτού του «νέου» προσανατολισμού. Άλλοι ευνοϊκοί όροι γι αυτόν υπήρξαν η κρίση του πετρελαίου, που περισσότερο έθιξε τους ευρωπαίους ανταγωνιστές, αλλά και τα προβλήματα που ήδη αντιμετώπιζε στην επέκταση του ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός. Καθοριστικής σημασίας εξέλιξη που μετέβαλε τον παγκόσμιο συσχετισμό υπέρ των ΗΠΑ υπήρξε η στροφή της Κίνας ενώ η οικονομική τους υπεροχή, καθώς και ο έλεγχος που ασκούν σε μια σειρά μηχανισμούς (ΔΝΤ-ΔΟΕ. κλπ) δηλαδή ο κυρίαρχος ρόλος τους στις σχέσεις που διέπουν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, τους έδινε πρόσθετα πλεονεκτήματα.

2. Βασικοί στόχοι της επίθεσης των ΗΠΑ και στα πλαίσια της προσπάθειας για παγκόσμια κυριαρχία και ηγεμονία υπήρξαν:
(α) Η αποκατάσταση (και διεύρυνση) του ηγεμονικού τους ρόλου στο δυτικό μπλοκ.
(β) Η επιβολή όρων στην «Ανατολή» (ΕΣΣΔ) τέτοιων που να περιόριζαν το ρόλο της στα παγκόσμια πράγματα.
Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι οι διάφορες ενέργειες που προωθούσαν οι ΗΠΑ, προωθούσαν τις περισσότερες φορές και τους δύο στόχους, π.χ. η ένταση στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης, ο αντίστοιχος περιορισμός των συναλλαγών ΕΟΚ-ΕΣΣΔ, έθιγε τόσο την ΕΣΣΔ, όσο και την ΕΟΚ, ενώ ωφελούσε μόνον τις ΗΠΑ.

3. Έχουμε επαλειμμένα αναφερθεί στα χαρακτηριστικά αυτής της επίθεσης. Χρειάζεται ωστόσο έστω και σύντομα να επαναλάβουμε μερικά πράγματα και περισσότερο για να συνδεθούμε και να κατανοήσουμε καλύτερα τις σημερινές εξελίξεις. Μπορούμε, συνεπώς, να δούμε ότι:
- Στο στρατηγικό πεδίο είχαμε την προώθηση της έντασης στο μάξιμουμ. Αιχμή στο κεφάλαιο αυτό αποτέλεσε το ζήτημα των ευρωπυραύλων.
Ειδικότεροι στόχοι στο επίπεδο αυτό υπήρξαν.
• Το «στρίμωγμα» της ΣΕ μέσα από μια κλιμάκωση εξοπλισμών, στον οποίο έκριναν ότι η ΣΕ (που είχε μικρότερες οικονομικές δυνατότητες) δεν θα άντεχε.
• Η υποταγή των Εοκικών (κύρια) «εταίρων» αλλά και όλων των άλλων (Ιαπωνία κλπ) Οι ΗΠΑ, που σε μια σειρά επίπεδα (οικονομικό κλπ) αντιμετώπιζαν τις αντιθέσεις, τον ανταγωνισμό και τις διαφοροποιημένες επιλογές των ευρωπαίων, έκριναν (και «διορατικά» όπως αποδείχτηκε) ότι όσο μεγαλώνει η ένταση, όσο ο ανταγωνισμός μεταφέρεται στο στρατηγικό πεδίο τόσο περισσότερο όλες οι άλλες πλευρές «μεταφέρονται» και μετριούνται με αυτό το δεδομένο. Στο στρατηγικό πεδίο οι ευρωπαίοι εξαρτιούνται απόλυτα από τις ΗΠΑ. Αν η ύφεση στο επίπεδο αυτό (το στρατηγικό) τους άφηνε περιθώρια, η ένταση τους υποχρεώνει να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ και να υποτάσσουν τις επιλογές τους συνολικά πλέον στις επιταγές των ΗΠΑ. Όπως και έγινε.
• Η διαμόρφωση στρατηγικών (οπλικών) δεδομένων ευνοϊκών για τις ΗΠΑ, τόσο σε σχέση με την προοπτική γενικευμένης αναμέτρησης, όσο και σε σχέση με το ενδεχόμενο «περιορισμένου» ατομικού πόλεμου, προοπτική από την οποία καθόλου δεν έχουν παραιτηθεί οι ΗΠΑ.
• Στον οικονομικό τομέα οι ΕΙΊΑ επιδίωξαν και επιδιώκουν.
• Να εκτοπίσουν από μια σειρά αγορές τους ανταγωνιστές τους, να διεισδύσουν και να κυριαρχήσουν οι ίδιες. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα υπάρχει ακριβώς σε σχέση με την ΣΕ και τις ανατολικές χώρες, από την μια, κι από την άλλη την ΕΟΚ. (Το κτύπημα της ΟSΤ POLITIΚ). Οι ΗΠΑ ζητούσαν επίμονα (και μέσα στα πλαίσια της γενικευμένης έντασης που προωθούσαν) από τους ευρωπαίους να διακόψουν, ή να περιορίσουν δραστικά τις οικονομικές τους συναλλαγές με την ΕΣΣΔ. Το ίδιο, ωστόσο, διάστημα, οι ίδιες (οι ΗΠΑ) ανάπτυσσαν τις οικονομικές τους συναλλαγές με την ΕΣΣΔ, ενώ δεν παύουν ούτε στιγμή να ορέγονται το παραπέρα άνοιγμα (για λογαριασμό τους) αυτής της τεράστιας «αγοράς». Το κεφάλαιο αυτό είναι εκείνο στο οποίο οι ΗΠΑ είχαν και τις λιγότερες «επιτυχίες» με πιο σημαντική την αποτυχία τους στο να «πείσουν» τους ευρωπαίους να μην γίνει ο αγωγός από την ΣΕ Ο αγωγός ήδη λειτουργεί, και αυτό είναι κιόλας ένα γεγονός καθοριστικής σημασίας από κάθε άποψη.
• Μέσα στα πλαίσια και της εξελισσόμενης κρίσης, να φορτώσουν όσο γίνεται περισσότερα βάρη, πρώτα στους λαούς, αλλά και από κει και πέρα και σε εχθρούς και «φίλους». Ταυτόχρονα και μέσα από μια τέτοια διαδικασία, αφ” ενός να αναδειχθούν σε κυρίαρχη οικονομική δύναμη, και αφ” ετέρου να περιορίσουν όλους τους άλλους σε δεύτερο ρόλο, και ιδιαίτερα τους «συμμάχους» τους που είχαν «σηκώσει κεφάλι». Είναι πολύ γνωστές πλέον οι ιστορίες με τα επιτόκια (με τα οποία οι ΗΠΑ τραβάνε κεφάλαια και από την ΕΟΚ και από παντού), με τους όρους που επιβάλλουν στις εμπορικές συναλλαγές (χάλυβας), τους εκβιασμούς που ασκούν με βάση τον κυρίαρχο ρόλο τους στους διάφορους οικονομικούς οργανισμούς κλπ. Ας αναφερθούμε λίγο περισσότερο στο ζήτημα του «εκσυγχρονισμού» ή της «αναβάθμισης» του συστήματος, στο οποίο έχουμε κιόλας -γενικά- αναφερθεί. Εδώ, έχουμε το «παράδοξο» φαινόμενο, να προωθείται η αντίληψη αυτή κατ” αρχήν από ευρωπαϊκούς κύκλους, να «δυστροπούν» οι ΗΠΑ, και μετά από ένα διάστημα να εμφανίζονται (οι ΗΠΑ) περίπου σαν σημαιοφόροι αυτού του «εκσυγχρονισμού». Χρειάζεται ξανά να πάμε λίγο πίσω για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει εδώ.
Οι ΗΠΑ βγήκαν πανίσχυρες από τον Β” παγκόσμιο πόλεμο με δυνατότητα βιομηχανικής παραγωγής που κάλυπτε πάνω από το μισό της συνολικής παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής. Σε μια πορεία ωστόσο, ανασυγκροτούνται βιομηχανικά οι ευρωπαϊκές χώρες και στη συνέχεια η Ιαπωνία, (ενώ στην παγκόσμια αγορά αρχίζει -κύρια στη δεκαετία του 60- να διεισδύει και ο σοσιαλιμπεριαλισμός). Ο βιομηχανικός τους εξοπλισμός (ΕΟΚ-Ιαπωνία) -σαν μεταγενέστερος- είναι και ο πιο εκσυγχρονισμένος και, περισσότερο, αυτός της Ιαπωνίας. Αυτό μεταβάλλει αρκετούς όρους σε βάρος των αμερικάνων. Και είχαμε το, επίσης, παράδοξο, οι ΗΠΑ να διαθέτουν την πιο προχωρημένη τεχνολογία σε επίπεδο αιχμής, και ταυτόχρονα, την πιο «γερασμένη» (μαζικής κλίμακας) βιομηχανία. Στα πλαίσια αυτά, αν η άποψη για συνολική «αναβάθμιση» του συστήματος συναντούσε την «δυσκαμψία» των ΗΠΑ, ήταν γιατί εξυπονοούσε και την αναπαραγωγή των συσχετισμών που διαμορφώνονταν. Κάτι τέτοιο, βεβαίως, καθόλου δεν το θέλανε σι ΗΠΑ. Και είχανε όλα τα φόντα (μέσα και τρόπους) να βάλουν τα πράγματα σε μεγάλο βαθμό στην τροχιά που θέλουν.
Σ’ ένα πρώτο επίπεδο «αξιοποίησαν» τις δυνατότητες τους για επενδύσεις σε χώρες με φτηνό εργατικό δυναμικό (Ν. Κορέα, Ταϊλάνδη, Φορμόζα, Χονγκ Κονγκ κ.λπ.). Δώσανε έτσι διέξοδο σε κεφάλαια τους, χτύπησαν τους ανταγωνιστές τους (κύρια την ΕΟΚ) με φτηνά προϊόντα, πειραματίστηκαν στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών, δέσανε περισσότερο αυτές τις χώρες (και σαν αγορές) στο άρμα τους. (Ήδη, προετοιμάζονται να κανονίσουν τους λογαριασμούς τους και με την Ιαπωνία, την πολιτική της οποίας θεωρούν πλέον, πολύ «εγωιστική»). Ταυτόχρονα δεν θα πρέπει να ξεχνάμε το ρόλο που έχει το αμερικάνικο κεφάλαιο στις ίδιες τις ευρωπαϊκές χώρες και την Ιαπωνία.
Σήμερα, εξακολουθώντας να τραφούν κεφάλαια με ψηλά επιτόκια -και αφού έχουν διαμορφώσει μια σειρά ευνοϊκούς όρους- προχωρούν σε εκσυγχρονισμούς της βιομηχανίας και στον μητροπολιτικό χώρο, γίνονται δηλαδή «σημαιοφόροι» του εκσυγχρονισμού, ενώ σπεύδουν Καταϊδρωμένοι να τους ακολουθήσουν και οι ευρωπαίοι.
Καθοριστικός σ” όλα αυτά (και όχι μόνο από οικονομική άποψη) υπήρξε ο ρόλος της πολεμικής βιομηχανίας. Ο προσανατολισμός της ροής των κεφαλαίων στην πολεμική βιομηχανία, υπήρξε το ακριβές ανάλογο και συμπλήρωμα της έντασης που προωθούν στο στρατηγικό επίπεδο. Τροφοδοτούσε την ένταση και τροφοδοτούνταν απ* αυτήν. Επηρεάζοντας, έτσι, σε μεγάλο βαθμό την γενικότερη ροή κεφαλαίων σ” ένα πεδίο όπου οι ΗΠΑ έχουν υπεροχή, αυτό τους προσκόμιζε και τα ανάλογα οικονομικά και πολιτικά κέρδη.
• Ανάλογα χαρακτηριστικά πήρε η επίθεση των ΗΠΑ και στο πολιτικό πεδίο.
Προωθώντας την ένταση στα επίπεδα της ψύχωσης, πίεσε -και σε μεγάλο βαθμό το κατόρθωσε-:
• Να ενισχύσει το εσωτερικό μέτωπο στις ίδιες τις ΗΠΑ
• Να βρει συμμάχους σε επιλογές της
• Να προωθήσει και να ενισχύσει αντιδραστικά καθεστώτα σε μια σειρά χώρες.
• Συνολικά να προωθήσει μια «συσπείρωση» σε μια τροχιά όλο και πιο αντιδραστική.
• Αντίστοιχες διεργασίες συντελέστηκαν και στο άλλο στρατόπεδο τόσο από ενδογενείς όρους, όσο και σαν αποτέλεσμα της αμερικάνικης επίθεσης, με γενικότερο αποτέλεσμα την προώθηση της πόλωσης γύρω απ” τις δύο υπερδυνάμεις.
4• θεωρώντας σαν οριακό σημείο την εγκατάσταση των ευρωπυραύλων χρειάζεται να εκτιμήσουμε η «πέτυχε» και τι δεν πέτυχε έως εκεί η αμερικάνικη επίθεση και ποια η σημασία προοπτικά αυτών των αποτελεσμάτων.
Αναφερόμενοι στους δύο βασικούς στόχους, υποταγή των «συμμάχων» και από την άλλη υποχρέωση (επιβολή όρων) στην ΣΕ για βασικές υποχωρήσεις, μπορούμε γενικά να πούμε ότι: 1) Όσο αφορά την υποταγή των «συμμάχων» την πέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Ζ) Κατόρθωσε να «στριμώξει» την Σ.Ε σε σημαντικό αλλά όχι καθοριστικό βαθμό. Ειδικότερα:
• Στήριξε την αντιδραστική στροφή στις παγκόσμιες εξελίξεις συμβάλλοντας καθοριστικά στην εκδήλωση και ανάπτυξη της γενικευμένης επίθεσης της αντίδρασης (σ” Ανατολή και Δύση) ενάντια στους λαούς.
• Κατόρθωσε να υποτάξει τους εταίρους της κι άλλους μικρότερους υποτακτικούς σε βασικές της επιλογές.
• Κατόρθωσε να έχει σημαντικά οικονομικά κέρδη και να ξανακερδίσει και να διευρύνει ένα προβάδισμα στον οικονομικό τομέα, να αναβαπτίσει το ρόλο της σαν οικονομία-οδηγός, τουλάχιστον για τη Δύση. (Σε μεγάλο βαθμό και για την Ανατολή αλλά αυτό έχει και κάποιες άλλες ιδιαιτερότητες).
• Ανάπτυξε και αναπτύσσει τα οπλικά της συστήματα. Επιτυχία της καθοριστικής σημασίας η εγκατάσταση των πυραύλων στην Ευρώπη. Από την άλλη μεριά:
• Δεν πέτυχε να επιβάλλει τους όρους της στην ΣΕ
• Δεν μπόρεσε να εξαναγκάσει τους ευρωπαίους να διακόψουν τις οικονομικές σχέσεις με τις ανατολικές χώρες, με σημαντικότερη αποτυχία το ζήτημα του αγωγού.
• Δεν κατόρθωσε να επιβάλλει τις «λύσεις» της σε μια σειρά περιοχές του κόσμου παρά τα μέσα που μεταχειρίστηκε.
Συνολικά μπορούμε να πούμε ότι είχε τακτικές επιτυχίες, αλλά όχι μια νίκη καθοριστικής σημασίας.
Αν δούμε τα ζητήματα αυτά από την άποψη της προοπτικής τους, ο περιορισμένος χαρακτήρας των επιτυχιών τους γίνεται πιο έντονος.
Η ΣΕ, όπως και να έχει το ζήτημα, και με όποιες δυσκολίες, μπορεί να τις ακολουθήσει, τουλάχιστον, στο κυνήγι των εξοπλισμών, ενώ ταυτόχρονα, δεν είναι καθόλου διατεθειμένη -το αντίθετο, μάλιστα- να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις σε οποιοδήποτε πεδίο.
Οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΕΟΚ, Ιαπωνία κλπ) με τις όποιες δυσκολίες τους είναι πάντα, ωστόσο, σε θέση να τις ακολουθήσουν -έστω και από κάποια απόσταση- στο πεδίο του «εκσυγχρονισμού», και να μην τις αφήσουν να δημιουργήσουν εκείνες τις ριζικές διαφορές που θα τις μετέτρεπαν σε απλά εξαρτήματα της αμερικάνικης οικονομίας. Το παράδειγμα της Γαλλίας είναι χαρακτηριστικό και σημαντικό από πολλές πλευρές. Ο Μιτεράν δεν αγνοούσε καθόλου το πολιτικό κόστος που συνεπάγονταν τα μετρά που προώθησε και όπως τα προώθησε. Δεν δίστασε, ωστόσο, καθόλου να «ρισκάρει» όχι απλά τα ποσοστά, αλλά και την ίδια την ύπαρξη του κόμματος του, προκειμένου να υπηρετήσει τα συνολικά συμφέροντα της αστικής τάξης. Ανάλογα μέτρα προωθούν και ακόμη πιο δραστικά, αν χρειαστεί, είναι διατεθειμένες να προωθήσουν γενικά οι αστικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών.
Αν ωστόσο επιστρέψουμε στην εκτίμηση των αποτελεσμάτων της αμερικάνικης επίθεσης, θα διαπιστώσουμε ότι αυτό που αποτέλεσε και την μεγαλύτερη επιτυχία τους (η εγκατάσταση των ευρωπυραύλων) αποτέλεσε ταυτόχρονα, και «πρόβλημά» τους.
Στο ζήτημα των ευρωπυραύλων σε μια πορεία, συμπυκνώθηκε συνολικά η αμερικάνικη επίθεση και ο ανταγωνισμός της με την άλλη υπερδύναμη. Η εξέλιξη αυτή είχε τελικά δύο -και αντιφατικά μεταξύ τους- αποτελέσματα. Απ” τη μια αποτέλεσε αναμφισβήτητη επιτυχία των ΗΠΑ. Απ” την άλλη, ωστόσο, και μετά την «εκτόνωση» που ακολούθησε την εγκατάσταση τους, η αμερικάνικη επίθεση (την οποία θέλουν βεβαίως να συνεχίσουν οι ΗΠΑ) έμεινε κατά κάποιο τρόπο «ακέφαλη», έχασε δηλαδή την αιχμή που έσυρε πίσω της τα υπόλοιπα στοιχεία της επίθεσης. Η προώθηση στη συνέχεια του διαστημικού προγράμματος δεν μπόρεσε και δεν θα μπορούσε να καλύψει αυτό το «κενό». Αλλά στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε.

ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

1. Αναφερθήκαμε στα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει το σύστημα και ιδιαίτερα όσο αφορά τη θρυλούμενη ανάκαμψη ή την προοπτική «αναβάθμισης» του.
Μια «διέξοδος» και γύρω από την οποία περιστρέφεται αρκετά η «προβληματική» ιδιαίτερα των υπερδυνάμεων, είναι η προοπτική μιας αναμέτρησης γενικής ή «περιορισμένης». Στο μεταξύ ήδη αναπτύσσονται διά-φορες στρατηγικές, όπως η αμερικάνικη επίθεση στην οποία αναφερθήκαμε, και η αντίστοιχη σοβιετική. Ο σοσιαλιμπεριαλισμός παρακολουθεί βήμα το βήμα (όταν δεν «προηγείται») τους αμερικάνους σ” όλα τα επίπεδα. Στην ανάπτυξη του οπλοστασίου του, στην προώθηση της λιτότητας , στις προσπάθειες εκσυγχρονισμού, στις επεμβάσεις, στην επίθεση ενάντια στους λαούς. Αν εμφανίζεται μ” ένα «ήπιο» και «διαλλακτικό» προσωπείο, σήμερα, είναι γιατί εκτιμά (και μάλλον σωστά από τη μεριά του ) ότι ο παγκόσμιος συσχετισμός σήμερα είναι σε βάρος του. Έτσι, απ” τη μια προσπαθεί να ι-σχυροποιηθεί σ” όλες τις κλίμακες, κι από την άλλη προσπαθεί να προκαλέσει ρήγματα, και να ανατρέψει, ή, να διαφοροποιήσει καθοριστικά, το συσχετισμό εκείνο, που σήμερα επιτρέπει στους αμερικάνους να κινούνται από θέση υπεροχής.

2. Ότι ο πόλεμος, είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, αυτό είναι πια μια πασίγνωστη αλήθεια.
Άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι το σύστημα εμπεριέχει την λογική του πολέμου, και μέσα στις σημερινές συνθήκες, καθημερινά, σωρεύει προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση του. Με άλλους όρους, από τους σημερινούς, το πιο πιθανό, ο πόλεμος νάχε κιόλας ξεσπάσει. Σήμερα διατηρώντας τα βασικά του χαρακτηριστικά και όρους, το ζήτημα αυτό υπάρχει, ωστόσο, και μέσα σ” ένα διαφοροποιημένο σε ορισμένες βασικές του πλευρές, πλαίσιο. Οι ενέργειες, οι οποιεσδήποτε του συστήματος έχουνε σαν στόχο την αναπαραγωγή του.
Ο πόλεμος έχει πάντα τον ίδιο χαρακτήρα (αναπαραγωγή του συστήματος) και εξακολουθεί να έχει το ίδιο περιεχόμενο και στόχο. Ταυτόχρονα και για τον κάθε ξεχωριστό ιμπεριαλιστή σήμαινε την προσπάθεια να κυριαρχήσει, να κερδίσει τον πρώτο ρόλο μέσα από τον πόλεμο. Οι προϋποθέσεις που προσπαθούσε να δημιουργήσει αφορούσαν (α) στην απόκτηση στρατιωτικής υπεροχής (β) την ισχυροποίηση του εσωτερικού μετώπου και (γ) την ισχυροποίηση στο επίπεδο του διεθνούς συσχετισμού (συμμαχία-ενδιάμεσες ζώνες κλπ).
Σήμερα τα ζητήματα αυτά εμφανίζονται αρκετά περίπλοκα. Ο πόλεμος στις σημερινές συνθήκες δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αναπαραγάγει το σύστημα, και αυτό είναι κάτι που σ” αυτόν ή σε εκείνον τον τρόπο, το συνειδητοποιούν οι ιμπεριαλιστές. Από την άλλη μεριά, (και για τον κάθε ξεχωριστό ιμπεριαλιστή) τα πράγματα στα άλλα ζητήματα εμφανίζονται αρκετά «ρευστά» (τουλάχιστον). Ούτε η στρατιωτική στρατηγική υπεροχή κα-νενός φαίνεται στον ορίζοντα, ούτε ένα ευνοϊκό παγκόσμιο συσχετισμό μπορεί να οικοδομήσει (ή να σταθεροποιήσει), ούτε το εσωτερικό του μέτωπο μπορεί να συγκροτήσει στη βάση μιας πολεμικής ψύχωσης στο βαθμό που οι λαοί έχουν σε μεγάλο βαθμό συνειδητοποιήσει το τι θα σήμαινε γι” αυτούς ένας πόλεμος.

3. Αν, ωστόσο, αυτά ισχύουν για τη μια πλευρά του ζητήματος, απ” την άλλη ισχύουν ορισμένα άλλα.
Το πόσο ισχυρή είναι η τάση του συστήματος να αναζητά την διέξοδο του στον πόλεμο ( πέρα από τα όσα κιόλας αναφέραμε) φαίνεται στις αγωνιώδεις προσπάθειες, και παρά το φάσμα του πυρηνικού ολέθρου, να διατυπωθεί ένα δόγμα, να βρεθεί ένας δρόμος που θα κάνει τον πόλεμο εφικτό και πραγματοποιήσιμο.
Έτσι κατά καιρούς είχαμε:
• Το δόγμα του κεραυνοβόλου κτυπήματος. Την προβολή δηλαδή εκείνης της «λογικής» κατά την οποία ένα μαζικό αιφνιδιαστικό χτύπημα αφ” ενός θα κατέστρεφε τον αντίπαλο και αφ” ετέρου θα «προλάβαινε» την απάντηση του, καταστρέφοντας στο έδαφος του τους πυραύλους του. Οι διάφορες εκτιμήσεις ωστόσο απόδειξαν αρκετά πειστικά, ότι όσο «κεραυνοβόλο» και νάναι το κτύπημα, πάντα ο αντίπαλος θα προλάβαινε ν* απαντήσει.
• Την «αμυντική» θωράκιση σε συνδυασμό με το «κεραυνοβόλο» κτύπημα που υποτίθεται ότι θα συμπλήρωνε αποτελεσματικά. Και πάλι ωστόσο οι εκτιμήσεις δίνανε διαφορετικά δεδομένα.
• Διατυπώθηκε στη συνέχεια το δόγμα του «περιορισμένου ατομικού πολέμου». Κατά το δόγμα αυτό ο πόλεμος θα διεξαγόταν σε «περιορισμένη» κλίμακα (π.χ. στον ευρωπαϊκό χώρο). Μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε τέτοια φθορά και τόσες καταστροφές στην ΣΕ (αλλά και στην Ευρώπη) που στην συνέχεια θα αναγκαζόταν να δεχτεί τους αμερικάνικους όρους. Χωρίς να εγκαταλειφθεί το δόγμα αυτό, έχει γίνει ωστόσο στο μεταξύ αρκετά καθαρό (οι Ρώσοι τόχουν δηλώσει ξεκάθαρα) ότι ένας τέτοιος πόλεμος δεν μπορεί να παραμείνει «περιορισμένος». Κατά κάποιο τρόπο δηλαδή επανερχόμαστε στα γνωστά μέτρα.
• Μέσα σ” αυτές τις συνθήκες, ρίχνεται το βάρος στο διαστημικό πρόγραμμα, σε συνδυασμό (και μέσω του διαστημικού προγράμματος) με την «αμυντική» θωράκιση.
Εδώ πριν προχωρήσουμε θα θέλαμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις:
(α) Ο όρος «αμυντικός» σήμερα είναι από τους πιο υποκριτικούς που έχουν υπάρξει στην ιστορία. Αν κάτι «αποτρέπει» (αναστέλλει) σήμερα την αναμέτρηση, είναι ακριβώς η δυνατότητα του αντιπάλου να «απαντήσει». (Η λεγόμενη «ισορροπία του τρόμου»). Από την ώρα που μια υπερδύναμη διασφαλίσει την «άμυνα» της -πράγμα για την ώρα ανέφικτο- θα περάσει αμέσως στην επίθεση.
(β) Η δεύτερη παρατήρηση είναι όσο αφορά στο πόσο «σίγουρη» είναι αυτή η «ισορροπία του τρόμου» (και το αντίστοιχο δόγμα πάνω στο οποίο πορεύτηκε η «ύφεση») σαν παράγοντας ειρήνης. Αλλά η πυραυλική ισορροπία αφορά ένα τεχνικό, στρατιωτικό, στρατηγικό ζήτημα. Σημαντικό πάντα, -ιδιαίτερα σήμερα αποκτά μια πολύ μεγαλύτερη σημασία- ωστόσο, ποτέ δεν είναι (και ποτέ δεν ήταν) αυτό που «αποφασίζει». Ο πόλεμος είναι στη βάση του πολιτικό ζήτημα κι έτσι θα κριθεί. Κι αν θα υπάρξει αναμέτρηση αυτό δεν θα γίνει όταν και εφόσον διασφαλίσει κάποιος μια «σίγουρη» στρατηγική υπεροπλία, αλλά στη βάση κύρια πολιτικών δεδομένων. Και ήδη μια σειρά παράγοντες όχι πάντα στρατιωτική θέτουν υπό εξαίρεση αυτό το δόγμα και βάζουν μπροστά άλλες διαδικασίες. Αν, μάλιστα ανατρέξουμε στην ιστορία, θα δούμε ότι, π.χ. τον 5′ παγκόσμιο πόλεμο τον χάσανε οι δυνάμεις που τον ανοίξανε (Άξονας), αλλά και οι δυνάμεις που κύρια τον υποκινήσανε (Αγγλία-Γαλλία). Που σημαίνει ότι άλλοι όροι πέρα από τη διασφάλιση της «σιγουριάς» είναι αυτοί που οδήγησαν στον πόλεμο. Για να ξανάρθουμε στα δόγματα του πολέμου, Η φιλολογία γύρω από το ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ και τον διαστημικό πόλεμο, αναφέρεται στην δυνατότητα να μεταφερθεί ο ανταγωνισμός και η αναμέτρηση στο διάστημα, έτσι ώστε ο νικητής στο διάστημα να επιβάλλει τους όρους του στη γη. (όπως π.χ. η συντριβή της πάλαι ποτέ κραταιός ισπανικής αρμάδας από τον αγγλικό στόλο έκανε την Αγγλία αυτοκρατορία, ενώ έσπρωξε την Ισπανία στο περιθώριο). Από άποψη χαρακτήρα η «φιλοσοφία» αυτή δεν εκφράζει τίποτε άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια του συστήματος να κάνει «εφικτή» αυτή που βλέπει σαν μοναδική διέξοδο, δηλαδή την αναμέτρηση. Εκφράζει μ” άλλα λόγια τα εφιαλτικά χαρακτηριστικά του συστήματος που κυριαρχεί σήμερα στην ανθρωπότητα. Από την άλλη μεριά και όσον αφορά τις τρέχουσες εξελίξεις δείχνει, ότι ακόμη και ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων έχει φθάσει σε κάποια ιδιόρρυθμα αδιέξοδα. Η μεταφορά του στο διάστημα σημαίνει αρκετά πράγματα, αλλά πολύ λίγα όσο αφορά τις μεταβολές που υποτίθεται θα επιφέρει στο στρατηγικό πεδίο, (τουλάχιστον για όσο διάστημα μπορούμε να προβλέψουμε).
Το διάστημα σήμερα χρησιμοποιείται πρακτικά σε επίπεδο συλλογής πληροφοριών. Με τα υπάρχοντα δεδομένα (και όσα μπορούν να προβλεφτούν) είναι αδύνατη η εγκατάσταση μονάδων στρατηγικού (με την στρατιωτική έννοια) χαρακτήρα, και το κυρίως πρόβλημα δεν είναι τεχνολογικό. Για ένα τέτοιο πρόγραμμα χρειάζεται όχι απλά ένα άλλο τεχνολογικό επίπεδο (που χρειάζεται), αλλά πρώτα και κύρια οικονομικό. Από την άποψη αυτή, η οικονομία, όχι απλά των ΗΠΑ, αλλά συνολικά της ανθρωπότητας, είναι ιστορικά πίσω από τις απαιτήσεις ενός τέτοιου προγράμματος. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο προϋπολογισμός μαμούθ του Ρήγκαν, που όντως αποτελεί πρόκληση από κάθε άποψη απέναντι στην ανθρωπότητα, είναι ωστόσο, ανεπαρκής σε σχέση με τις υποτιθέμενες διαστημικές φιλοδοξίες. Μπαίνει, συνεπώς, το ερώτημα, προς τι ο όλος θόρυβος για όλα αυτά;
Ολοφάνερο είναι ότι αποτελούν μια υποθήκη για το μέλλον. Έχουν, επίσης, μια σημασία από άποψη γοήτρου για την κάθε υπερδύναμη, και «κύρους» της απέναντι σε συμμάχους και αντιπάλους. Το άμεσο, ωστόσο, ενδιαφέρον της όλης υπόθεσης, και υπάρχει, και είναι και πολύ συγκεκριμένο.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι ο θόρυβος μεγάλωσε «συντονισμένα» μόλις «έκλεισε» το ζήτημα των ευρωπυραύλων. Αναφερθήκαμε, ήδη, ότι με την νέα επιτυχία τους στο ζήτημα αυτό οι ΗΠΑ χάσανε ταυτόχρονα και την αιχμή της επίθεσης τους. Το διαστημικό πρόγραμμα που με έμφαση προωθήθηκε, προορίζονταν να καλύψει και αυτό το κενό, καθώς και μια σειρά άλλες επιδιώξεις.
Με βάση τα χαρακτηριστικά, ωστόσο, που αναφέραμε (την αδυναμία ολοκλήρωσης στο προβλεπτό μέλλον) το διαστημικό πρόγραμμα αδυνατεί να εκπληρώσει την βασική πολιτική (στρατηγική) επιδίωξη. Δηλαδή να προ-καλέσει μια ένταση (κι επόμενα μια «συσπείρωση»-υποταγή των «συμμάχων») ανάλογη αυτής που πέτυχαν οι ΗΠΑ με τους ευρωπυραύλους. Όσο κι αν από πρώτη άποψη φαίνεται αυτό «περίεργο» τα πράγματα έτσι έχουν. Η ψευδαίσθηση οφείλεται στο ότι τα διαστημικά όπλα είναι ένα βήμα πολέμου προχωρημένο, ίσως, από στρατιωτική άποψη, σε σχέση με τους ευρωπυραύλους, οι δεύτεροι, ωστόσο, υπήρξαν ένα αντίστοιχο βήμα προχωρημένο από πολιτική άποψη. Αν ανατρέξουμε και πάλι σε κάποιες ιστορικές (και γι αυτό οικείες) αναλογίες, θα λέγαμε ότι το διαστημικό πρόγραμμα αντιστοιχεί στον προγραμματισμό γιο ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας δύο ανταγωνιζόμενων χωρών, ενώ η εγκατάσταση των ευρωπυραύλων στην συγκέντρωση στρατευμάτων στα σύνορα τους.
Ο όλος θόρυβος δεν αντιστοιχεί καθόλου στους πραγματοποιήσιμους στόχους του διαστημικού προγράμματος. Αυτό είναι το ένα ζήτημα. Ταυτόχρονα, η προσπάθεια των αμερικάνων να το τοποθετήσουν στην αιχμή της στρατηγικής τους, δεν δίνει καθόλου τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Από την άλλη μεριά, ωστόσο, υπάρχουν άμεσοι και συγκεκριμένοι στόχοι που καλύπτονται από την προώθηση του διαστημικού προγράμματος.
• Το διαστημικό πρόγραμμα (της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης), αποτελεί το πιο προωθημένο «εργαστήρι» της τεχνολογικής έρευνας για εφαρμογές τόσο στρατιωτικές, όσο και στη βιομηχανία.
• Καλύπτει στρατιωτικές εφαρμογές (δορυφόροι) που δεν υποκαθιστούν, βέβαια, αλλά συμπληρώνουν το οπλοστάσιο των ιμπεριαλιστών.
• Από την άλλη μεριά, αποτελεί ένα ακόμη δρόμο (ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ) για την συγκέντρωση κεφαλαίων, όχι μόνο από τη χώρα που άμεσα το προωθεί, αλλά και από άλλες χώρες που έχουν έτσι (ή υποτίθεται ότι έχουν), μερτικό στα αποτελέσματα της έρευνας.
• Ταυτόχρονα, χρησιμοποιείται και σαν ατμομηχανή για τον προσανατολισμό των επενδύσεων στην πολεμική βιομηχανία.
• Η προσέλκυση κεφαλαίων σε συνδυασμό με άλλους χειρισμούς μπορεί να ξεπεράσει τα όρια αυτού καθαυτού του διαστημικού προγράμματος, και να ενισχύει την τάση μαζικής ροής κεφαλαίων, προς τη χώρα οδηγό.
• Όλα αυτά έχουν και το πολιτικό τους αντίκρισμα, την ενίσχυση του «κύρους» της υπερδύναμης, και γενικότερα την υποταγή άλλων χωρών στην υπερδύναμη-οδηγό.

Αναζήτηση

Κατηγορίες