Η κατάσταση στον κόσμο, μέρος β’

του Βασίλη Σαμαρά

ΠΟΙΕΣ ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΤΙΣ ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ

Η εξέταση της κατάστασης στον κόσμο μας δείχνει την πραγματικότητα που διαμορφώνει η κυριαρχία των δυνάμεων του συστήματος.
Μας δείχνει τον «κόσμο» που οικοδομούν, το «μέλλον» που μας ετοιμάζουν.
Αυτό προσπαθήθηκε να καταδειχτεί στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου. Το ερώτημα που τίθεται αφορά το πώς αντιμετωπίζεται από τη μεριά των λαών αυτή η πραγματικότητα.
Αν μπορεί, μέσα από ποιους δρόμους και στη βάση ποιων όρων.
Εκείνο που πρώτα και πάνω απ’ όλα οφείλεται να κατανοηθεί είναι πως αυτά που βιώνουμε και εκείνα που μέλλεται να βιώσουμε δεν αποτελούν παρά εκφράσεις μιας αναμέτρησης. Μιας αναμέτρησης που ήδη εξελίσσεται την κάθε στιγμή και σε κάθε πεδίο και έκφραση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Της αναμέτρησης ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος από τη μια και τον κόσμο της δουλειάς, συνολικά τους λαούς από την άλλη. Μιας αναμέτρησης που η έκβασή της θα κρίνει τη μορφή του κόσμου για όλη την επόμενη ιστορική περίοδο.
Σ’ αυτή την αναμέτρηση οι δυνάμεις του συστήματος προσέρχονται με πλήρη συνείδηση του τι διακυβεύεται. Τι είναι αυτό που υπερασπίζουν απέναντι και ενάντια σε ποιον. Και το πράττουν αποφασιστικά αδιάλλακτα, συγκροτημένα και με πλήρη ανάπτυξη των δυνάμεων και των πολύμορφων και πολυπλόκαμων μηχανισμών τους. Οι μεταξύ τους αντιθέσεις δεν θέτουν ούτε κατ’ ελάχιστο σε αμφισβήτηση την κατεύθυνση τής από κοινού αντιμετώπισης αυτού που θεωρούν σαν κοινό τους εχθρό. Την εργατική τάξη και τους λαούς του κόσμου.
Το ερώτημα βρίσκεται στην απ’ εδώ πλευρά. Στο εάν και πώς μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας τέτοιας αναμέτρησης οι λαοί. Ο πρώτος και θεμελιώδης όρος είναι να την αντιμετωπίσουν σαν τέτοια που είναι. Σαν αναμέτρηση.
Αυτό σημαίνει ορισμένα πράγματα.
Κατ’ αρχάς την απόρριψη όλων εκείνων των αυταπατών για εύκολες και ανώδυνες λύσεις που μπορούν να μας απαλλάξουν από τις απαιτήσεις που θέτει μια τέτοια αναμέτρηση.
Πάνω απ’ όλα την κατανόηση ότι η δυνατότητα αποτελεσματικής και προοπτικά νικηφόρας αντιμετώπισης προϋποθέτει την πολύπλευρη και πολύμορφη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων και στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο.
Ότι βασικό όρο και άξονα μιας τέτοιας συγκρότησης αποτελεί η «εκ νέου» συγκρότηση της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της». Δηλαδή της δύναμης εκείνης που αποτελεί τον κορμό και τη βάση ισχύος και προοπτικής της λαϊκής πάλης.
Την ολοκλήρωση αυτής της συγκρότησης της τάξης στο ανώτερο -πολιτικό- της επίπεδο μέσα από την ανασύσταση-ανασυγκρότηση συνολικά του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος σαν οδηγητικής δύναμης της επαναστατικής πάλης.
Την κατανόηση τού ότι η υλοποίηση αυτών των όρων είναι υπόθεση επίμονου καθημερινού αγώνα στο πεδίο της ταξικής πάλης.
Μέσα από τη συγκρότηση και ανάπτυξη των μετώπων πάλης των εργαζόμενων λαϊκών μαζών σε όλα τα πεδία και εκφράσεις, της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.
Μέσα από τον επίμονο και καθημερινό αγώνα στα πεδία αντίστασης και πάλης, στα πεδία που καθημερινά διαμορφώνονται όροι, προϋποθέσεις και συσχετισμοί.
Θέτοντας τα ζητήματα με αυτό τον τρόπο δεν τρέφουμε κανενός είδους ψευδαισθήσεις ότι όλα αυτά μπορούν να πραγματοποιηθούν εύκολα και γρήγορα. Ίσα-ίσα.
Έχουμε πλήρη επίγνωση των αρνητικών συσχετισμών. Των αντικειμενικών δυσκολιών ενός τέτοιου αγώνα, αυτών που υπάρχουν και αυτών που έρχονται.
Ταυτόχρονα έχουμε πλήρη συνείδηση των συνεπειών της ήττας. Των προβλημάτων που έχει κληροδοτήσει στο κίνημα. Των ζητημάτων που θέτει προς αντιμετώπιση.
Έχουμε ωστόσο και αμετακίνητη την άποψη ότι όλα αυτά πρέπει, μπορούν και οφείλεται να αντιμετωπιστούν μέσα από μια πορεία πάλης.

Το ζήτημα των συσχετισμών

Από τα πιο σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η πάλη των λαών είναι οι αρνητικοί συσχετισμοί που έχουν διαμορφωθεί με βάση την ήττα. Αν ξεκινάμε απ’ αυτό είναι επειδή οι επιδράσεις του είναι διαρκώς παρούσες σε κάθε πτυχή της ζωής των εργαζομένων, γενικότερα της κοινωνίας, συνολικά των λαών και βεβαίως στο πεδίο της ταξικής πάλης.
Η επίδρασή τους είναι διαρκής και καθολική. Επιδρά και εκφράζεται σε πολιτικές τάσεις και απόψεις που διαμορφώνονται. Με ιδιαίτερο τρόπο στις πολιτικές απόψεις δυνάμεων που έτσι ή αλλιώς χαρακτηρίζονται από μια εγγενή ροπή σε ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές κατευθύνσεις. Αλλά όχι μόνο. Επιδρούν, επηρεάζουν και εκφράζονται στις διαθέσεις, τη στάση, την αποφασιστικότητα όλων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επίδρασή τους στη διαμόρφωση πολιτικών τάσεων και απόψεων. Εδώ εκδηλώνεται ένα φαινόμενο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αντιφατικό, καθώς διαμορφώνει δύο αντίθετες φαινομενικά κατευθύνσεις. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Στην πρώτη και κύρια πλευρά του εμφανίζεται σαν τάση υποχώρησης, υποταγής στους αρνητικούς συσχετισμούς και διαμόρφωσης αντίστοιχων απόψεων και πολιτικών κατευθύνσεων. Με τον πιο καθαρό τρόπο εμφανίζεται αυτό στις γραμμές του «παραδοσιακού» ας το πούμε έτσι, ρεφορμισμού, με τις γνωστές και δεδομένες απόψεις. Το «σεβασμού» του συστημικού πλαισίου. Της αποθέωσης του κοινοβουλευτικού δρόμου και των αυταπατών που σπέρνει. Της αναζήτησης δρόμων μέσα στα πλαίσια και με τους όρους του συστήματος.
Στον -υποτίθεται- αντίποδα μιας τέτοιας λογικής εμφανίζεται μια αντίληψη «υπέρβασης» των συσχετισμών και των ζητημάτων που θέτουν. Μια αντίληψη που θέτει -υποτίθεται πάντα- τους πιο «προωθημένους» στόχους στη βάση μάλιστα μιας «απαίτησης» υλοποίησης τους «εδώ και τώρα»! Το ότι υπό τους δοσμένους όρους οδηγούνται τελικά στους ίδιους δρόμους με τους προηγούμενους -εδώ και τώρα- μόνο έκπληξη δεν προκαλεί.
Τον δικό της «συνδυασμό» των δύο τάσεων επιχειρεί η ηγεσία του ΚΚΕ απέναντι στο ζήτημα. Από τη μια με την αποφυγή κινήσεων και πρωτοβουλιών που θα την έφερναν σε άμεση αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του συστήματος. Από την άλλη με το ανεκδιήγητο σύνθημα της «αντεπίθεσης».
Ο κοινός παρονομαστής. Η ένταξη όλων των κινήσεων μέσα στο πλαίσιο και πάντα με τους όρους του συστήματος.
Από τη μεριά μας ούτε αγνοούμε, ούτε υποτιμούμε τη σημασία, το βάρος, την επίδραση που έχει το ζήτημα των συσχετισμών και των προβλημάτων που θέτει.
Ταυτόχρονα ωστόσο δεν αποδεχόμαστε ούτε την αντίληψη της συμμόρφωσης σ’ αυτούς αλλά ούτε και μια λογική στρουθοκαμήλου που κρύβει το κεφάλι της στην άμμο για να μην βρεθεί αντιμέτωπη με τις αυταπάτες που θέτει η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.
Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι και κατ’ αρχάς σε σχέση με το ζήτημα των συσχετισμών. Αυτό που μας δείχνει η ιστορία είναι ότι ποτέ στη διάρκειά της δεν υπήρξαν συσχετισμοί που να έμεναν σταθεροί και αμετακίνητοι στο διηνεκές.
Διαφοροποιούνταν (και διαφοροποιούνται) την κάθε στιγμή με βάση την αναπότρεπτη κίνηση των πραγμάτων. Μέσα σ’ αυτήν την κίνηση είναι που σωρεύονται οι διαφοροποιήσεις μέχρι το επίπεδο ανατροπής των συσχετισμών όσο παγιωμένοι και αμετακίνητοι κι αν εμφανίζονται κάθε φορά.
Για να θέσουμε το ζήτημα στο πεδίο που ειδικότερα μας ενδιαφέρει. Αυτό που εκφράζουν οι συσχετισμοί είναι το κάθε φορά επίπεδο συγκρότησης της κάθε πλευράς. Εκφράζουν σήμερα το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι δυνάμεις του συστήματος εμφανίζονται και λειτουργούν συγκροτημένες, με τις δυνάμεις τους αναπτυγμένες σε υψηλό επίπεδο.
Αντίθετα, οι δυνάμεις των λαών, ιδιαίτερα στη σημερινή περίοδο και κάτω από το βάρος και τις συνέπειες της ήττας, εμφανίζονται αποσυγκροτημένες και γι’ αυτό αδύναμες. Αυτό δεν είναι κάτι νομοτελειακό που συνέβαινε, συμβαίνει και θα συμβαίνει εσαεί. Αποτελεί το αποτέλεσμα συγκεκριμένων εξελίξεων και αναμετρήσεων στο πεδίο της ταξικής πάλης. Αναμετρήσεων που είχαν κατά καιρούς είτε τη μια είτε την άλλη έκβαση και αυτό είναι εκείνο που θα συνεχίσει να συμβαίνει.
Η άποψή μας αυτή δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό σχήμα ή μόνο μια εκτίμηση αλλά κάτι που έχει καταδειχτεί ιστορικά και έχει μάλιστα σφραγίσει την πορεία της ανθρωπότητας.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού και το επαναστατικό κύμα που κατέκλυσε τον κόσμο, αποτέλεσαν γεγονότα που ανέτρεψαν συσχετισμούς που φαίνονταν αμετακίνητοι για αιώνες.
Και για να ‘ρθουμε πιο συγκεκριμένα στην περίοδο που διανύουμε. Θεωρούμε πως ένα πράγμα είναι οι υπάρχοντες «εν ενεργεία» συσχετισμοί και ένα άλλο οι συσχετισμοί που μπορεί να διαμορφώσει η ενεργοποίηση της τεράστιας πλειοψηφίας των λαϊκών μαζών απέναντι στη μειοψηφία των δυναστών τους. Θα αναφερθούμε περισσότερο στη συνέχεια σ’ αυτό το ζήτημα, μόνο που είναι αναγκαία μια διευκρίνιση για το πώς το αντιλαμβανόμαστε αυτό.
Η άποψή μας ότι οι αρνητικοί συσχετισμοί μπορούν να διαφοροποιηθούν-ανατραπούν, καθόλου δεν σημαίνει ότι αυτό θα γίνει επειδή θα το «δηλώσουμε», θα το αποφασίσουμε, θα το διακηρύξουμε.
Μια τέτοια εξέλιξη έχει τους όρους και τις προϋποθέσεις της και τις οποίες δεν μπορούμε ούτε να τις υπερβούμε, ούτε να τις παρακάμψουμε για να «κόψουμε δρόμο» όπως συνηθίζεται από ορισμένες δυνάμεις στους καιρούς μας.
Προϋποθέτει τις απαντήσεις στα μεγάλα ζητήματα που έχουν τεθεί για το κίνημα, και οι οποίες αποτελούν τον εκ των ων ουκ άνευ όρο για την αντιμετώπιση της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί.

Η τομή στην ιστορία

Το πρώτο και κύριο, ο θεμελιακός όρος που πάνω του πατάει η αντιμετώπιση όλων των ζητημάτων είναι η αναγκαιότητα, η πάλη για την «εκ νέου» συγκρότηση» της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της». Χρειάζεται να σταθούμε ιδιαίτερα σε αυτό το ζήτημα.
Η ταξική πάλη δεν είναι μια πρόσφατη έκφραση της κοινωνικής ζωής και εξέλιξης ούτε μια «ανακάλυψη» του Μαρξ, καθώς ο ίδιος μάλιστα φρόντισε να ξεκαθαρίσει. Υφίσταται από τότε που διαμορφώθηκαν οι ταξικές κοινωνίες, δηλαδή εδώ και κάποιες χιλιετίες και ανεξάρτητα από τις μορφές με τις οποίες εκδηλωνόταν αυτή η πάλη στην κάθε ιστορική περίοδο και το αντίστοιχο κοινωνικό σύστημα.
Οι εκμεταλλευόμενες τάξεις πάντα αντιδρούσαν στην εκμετάλλευση και καταπίεση που τους επιβάλλονταν και πάντα οραματίζονταν, προσδοκούσαν μια κοινωνία δικαίου. Μια κοινωνία επί της γης και όχι στα ουράνια, όπως τους έταζαν τα ιερατεία για να τους αποκοιμίσουν. Τον παράδεισο των χριστιανών, των μουσουλμάνων ή μια «καλή» μετεμψύχωση των ανατολικών θρησκειών.
Η εικόνα που μας δίνει η κυρίαρχη άποψη για την ιστορία είναι μιας λίγο-πολύ αδιαμαρτύρητης παθητικής και μοιρολατρικής υποταγής στην κυριαρχία του συνεταιρισμού αρχόντων και ιερατείων. Εκείνο που αποσιωπάται και αποκρύπτεται είναι ότι η ιστορία χαρακτηρίζεται από χιλιάδες απελπισμένες εξεγέρσεις των κολασμένων της γης αλλά και από σποραδικές βραχύβιες απόπειρες δημιουργίας κοινωνιών δικαίου.
Εξεγέρσεις και απόπειρες που πνίγονταν κυριολεκτικά στο αίμα ξεπερνώντας κάθε όριο δολοφονικής μανίας. Είχαν τον λόγο τους οι κρατούντες. Αυτό που επιδιώκουν δεν ήταν απλά και μόνο η καταστολή και η επιβεβαίωση της κυριαρχίας τους αλλά μια σφαγή που στόχος της ήταν να ενσταλάζει τον τρόμο και στις επόμενες γενιές. Αυτό δεν ήταν κάτι που γινόταν μόνο στις «βάρβαρες» περιόδους της ιστορίας αλλά συνεχίστηκε μέχρι τους καιρούς μας με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.
Ένα ακόμη πολύ σημαντικό στοιχείο αυτής της ιστορικής πορείας αποτελεί το ότι ακόμη και κινήματα κοσμοϊστορικής σημασίας, όπως η εξέγερση των δούλων (Σπάρτακος) και η Γαλλική Επανάσταση, είχαν και αυτά τα όριά τους. Αναμφίβολα σηματοδότησαν ανατροπές κοσμοϊστορικού χαρακτήρα, όπως το πέρασμα από τη δουλοκτητική στη φεουδαρχική κοινωνία και την ανατροπή της φεουδαρχίας και το πέρασμα στην κυριαρχία της αστικής τάξης και τον καπιταλισμό. Παρόλα αυτά, ωστόσο, οι κοινωνίες που έφεραν στο ιστορικό προσκήνιο αυτές οι ανατροπές ήταν και αυτές κοινωνίες ταξικής κυριαρχίας μιας τάξης πάνω στις άλλες, ήταν κοινωνίες εκμετάλλευσης και καταπίεσης.
Το εντελώς διαφορετικό, η τομή στην ιστορική εξέλιξη και στην πορεία της ταξικής πάλης έρχεται με την εμφάνιση της εργατικής τάξης στο ιστορικό προσκήνιο. Μια εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με την κυριάρχηση του κεφαλαιοκρατικού (καπιταλιστικού) τρόπου παραγωγής σε μια σειρά χώρες.
Εμφανίζεται έτσι στο προσκήνιο μια κοινωνική τάξη με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δυνατότητες και προοπτικές. Αποτελεί την παραγωγική δύναμη στο βασικό παραγωγικό πεδίο, στο πεδίο-οδηγό της συνολικής οικονομικής ανάπτυξης και εξέλιξης.
Βιώνει άμεσα την εκμετάλλευση και την καταπίεση του κεφαλαίου, μια σχέση μέσα στην οποία γεννιέται και αναπτύσσεται η αγεφύρωτη αντίθεσή της με την αστική τάξη και το κεφάλαιο. Εργάζεται έτσι αλλά και διαβιεί σε συνθήκες που την διαμορφώνουν σε κοινωνική τάξη με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και συμφέροντα και την οδηγεί στη συνειδητοποίηση της ταξικής της θέσης. Λειτουργεί σε συμπαγείς μάζες μέσα στα εργοστάσια, τα ορυχεία και γενικά στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, μια συνθήκη που συμβάλλει στο να αρχίσει να οργανώνει την αντίσταση, τις διεκδικήσεις, τον αγώνα της.
Αναπτύσσει αυτήν την πάλη αρχικά στη βάση στοιχειωδών οικονομικών αιτημάτων και συνθηκών δουλειάς και μέσα απ’ αυτήν αναπτύσσει ολοένα και περισσότερο την ταξική της συνείδηση, κατανοεί με όλο και πιο ουσιαστικό τρόπο τον χαρακτήρα της αντίθεσής της με την κεφαλαιοκρατική αστική τάξη. Μέσα απ’ αυτούς τους όρους συγκροτείται και ανυψώνεται σ’ εκείνη την κοινωνική δύναμη που απελευθερώνοντας τον εαυτό της απελευθερώνει το σύνολο της κοινωνίας.
Καθοριστικό ρόλο σε μια τέτοια εξέλιξη αποτέλεσαν -παρά την ήττα τους- οι εξεγέρσεις του 1848. Μέσα σ’ αυτές η εργατική τάξη είδε πιο καθαρά τα πραγματικά χαρακτηριστικά και τα «όρια» της αστικής τάξης αλλά και των μικροαστικών δυνάμεων. Εξελίξεις οι οποίες έθεσαν στην εργατική τάξη το ζήτημα της αναζήτησης του δικού της ιδιαίτερου ρόλου στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.
Τομή στο κεφάλαιο αυτό αποτέλεσε η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών ιδεών στις γραμμές της. Σημαντική εδώ η συμβολή -παρά τις ανεπάρκειές τους- των «ουτοπικών» σοσιαλιστών. Ο αποφασιστικός ρόλος ωστόσο ανήκει στους Μαρξ και Έγκελς με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και το όλο θεωρητικό τους έργο.
Αυτή η σύνδεση-συγχώνευση της πάλης της εργατικής τάξης με τις σοσιαλιστικές ιδέες αποτέλεσε κομβικό σημείο της ταξικής πάλης και συνολικά της ιστορικής εξέλιξης καθώς εμπεριείχε δύο αποφασιστικής σημασίας στοιχεία.
Έθεσε τους όρους για τη συγκρότηση της εργατικής τάξης στο ανώτερο-πολιτικό της επίπεδο, τη διαμόρφωσή της σε δύναμη ικανή να διεκδικήσει τον ηγετικό ρόλο στην κοινωνία, τη σύνδεσή της με την ιστορική της προοπτική. Ταυτόχρονα, το σοσιαλιστικό όραμα από θεωρητικό ή ουτοπικό σχήμα το μετέτρεψε σε προοπτική με πραγματική υπόσταση, καθώς το σύνδεσε με μια κοινωνική δύναμη που ήθελε και μπορούσε να το υλοποιήσει.
Δεν ήταν μια απλή διαδικασία ούτε ένα ζήτημα που θα μπορούσε να απαντηθεί εφάπαξ. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα σύνθετο κοινωνικό-πολιτικό φαινόμενο που εξελισσόταν σε μια πορεία.
Κατά πρώτο και κύριο λόγο με βάση τους όρους που διαμορφώνονταν στο πεδίο της ταξικής πάλης και το επίπεδο ωρίμανσης που κατακτούσε κάθε φορά η εργατική τάξη. Ταυτόχρονα μέσα από την επίδραση των ιδεών και των απόψεων που διατρέχανε το σώμα της εργατικής τάξης, που διαμόρφωναν τις αντιλήψεις της, τις επιλογές, τους στόχους και ιεραρχήσεις της, τις μορφές συγκρότησης και πάλης. Μια διαδικασία που συνεχίστηκε σ’ όλη την ιστορική της διαδρομή μέχρι τα σήμερα και συνεχίζει να έχει δρόμο μπροστά της.

Η μεγάλη ανατροπή

Μέσα σ’ αυτήν τη διαδικασία και με αυτούς τους όρους η εργατική τάξη ανύψωσε το επίπεδο της διεκδικητικής και πολιτικής της πάλης.
Η δημιουργία της πρώτης και στη συνέχεια της δεύτερης Διεθνούς, καθώς και εργατικών, σοσιαλιστικών οργανώσεων, συνδέσμων και κομμάτων αποτέλεσαν κατακτήσεις της εργατικής τάξης ανεξάρτητα από τις αδυναμίες, ανεπάρκειες που εμφάνισαν ή και το πώς εξελίχθηκαν. Σταθμούς αυτού του αγώνα αποτέλεσε η Παρισινή Κομμούνα το 1871 και η Πρωτομαγιά του 1886 στο Σικάγο.
Μέσα σ’ αυτόν τον αγώνα, μέσα από κατακτήσεις αλλά και ήττες, αναδείχνονταν τα στοιχεία διαμόρφωσης-συγκρότησης του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος σαν δύναμη προώθησης των στόχων και των προσδοκιών των κολασμένων της γης. Μια δύναμη συγκροτημένη ταξικά, πολιτικά, με συγκεκριμένες κατευθύνσεις και προοπτικές. Συνειδητοποιημένης, αποφασισμένης αλλά και ικανής να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις του συστήματος.
Μιας δύναμης που όλο και περισσότερο έπειθε για τη συνέπεια και τις δυνατότητές της και γι’ αυτό κατόρθωνε να ελκύει και να συσπειρώνει γύρω της σημαντικά τμήματα των άλλων καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων τάξεων και να διαμορφώνει όλο και καλύτερους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς.
Κορυφαία έκφραση αυτής της εξέλιξης υπήρξε στη Ρωσία με το κόμμα των Μπολσεβίκων και την εμπνευσμένη επαναστατική ηγεσία του Λένιν. Μια επαναστατική πρωτοπορία που στάθηκε ικανή να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που της πρόσφερε η ιστορική εξέλιξη. Να συνενώσει τα εξεγερμένα, επαναστατημένα στοιχεία της ρωσικής κοινωνίας και να προχωρήσει στην έφοδο στον ουρανό με τη μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917.
Να προχωρήσει στη συνέχεια στην τιτάνια προσπάθεια οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας με ηγετική μορφή τον Στάλιν.
Εξελίξεις που άλλαξαν όχι μόνο τη Ρωσία αλλά τον κόσμο ολάκερο.
Που σηματοδότησαν την είσοδο των μαζών στο προσκήνιο της ιστορίας.
Δεν είναι αυτό ένα απλό σχήμα λόγου.
Με πυροδότη την Οκτωβριανή Επανάσταση και σημείο αναφοράς την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία (μετέπειτα Ε.Σ.Σ.Δ.) ξεσηκώθηκε ένα γιγάντιο εργατικό, λαϊκό, απελευθερωτικό κύμα σε παγκόσμια κλίμακα.
Ένα κύμα που συντάραξε τον κόσμο και πανικόβαλε τις δυνάμεις του συστήματος. Οι οποίες, όπως ήταν αναμενόμενο, αντέδρασαν με τους πιο βίαιους και αιματηρούς τρόπους.
Με τον αποκλεισμό, την περικύκλωση αλλά και τη στρατιωτική επέμβαση σε μια προσπάθεια κατάπνιξης της επανάστασης και του σοσιαλισμού.
Με τη βίαιη καταστολή των εργατικών λαϊκών κινητοποιήσεων σε όλο τον κόσμο.
Με την άνοδο του φασισμού και την επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας στη Σ.Ε.
Το σοσιαλιστικό σύστημα, στηριγμένο στην εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες της Σ.Ε. και στην υποστήριξη συνολικά των εργαζόμενων λαϊκών μαζών στον κόσμο αντιμετώπισε αποτελεσματικά και νικηφόρα όλες αυτές τις απειλές και συνολικά την επίθεση των δυνάμεων του συστήματος.
Ακόμη περισσότερο, μέσα από αυτήν την πάλη σημείωσε μεγαλύτερες νίκες.
Με τη δημιουργία του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» που με την προσθήκη της Κίνας διαμόρφωνε πλέον νέους παγκόσμιους συσχετισμούς.
Με την προώθηση των εργατικών λαϊκών αγώνων που διαμορφώνουν νέους ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς σε όλες σχεδόν τις χώρες και υποχρεώνοντας το σύστημα σε σειρά υποχωρήσεων.
Με την ανάπτυξη του αντιαποικιακού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος που οδήγησε στην κατάρρευση του αποικιοκρατικού συστήματος και την εμφάνιση σειράς νέων χωρών στο προσκήνιο.

Οπισθοχώρηση και ήττα

Ένα συνολικό συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε απ’ όλα αυτά είναι ότι το εργατικό επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα σαν βασική και ηγετική δύναμη του απελευθερωτικού αγώνα των λαών και το σοσιαλιστικό σύστημα σαν βασική κατάκτησή του, αντιμετώπισε αποτελεσματικά και νικηφόρα την αντίδραση, τις επιθέσεις των δυνάμεων του συστήματος. Ή και για να το θέσουμε διαφορετικά, αντιμετώπισε αποτελεσματικά τις «εξωτερικού χαρακτήρα», ας το πούμε έτσι, απειλές.
Δεν συνέβη ωστόσο το ίδιο -και βασικά απ’ ένα σημείο και μετά- όσον αφορά τα δικά του «εσωτερικά» προβλήματα, τις αδυναμίες, αντιφάσεις και ανεπάρκειες.
Αδυναμίες που εμφανίστηκαν κύρια στο πεδίο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μετά από μια περίοδο ορμητικής ανάπτυξης μεγάλων επιτευγμάτων και σοσιαλιστικών κατακτήσεων. Αυτή ακριβώς η ανάπτυξη, αυτό το προχώρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ανέδειξε νέα ζητήματα που ζητούσαν απαντήσεις. Απαντήσεις που δεν δόθηκαν ή δόθηκαν με ανεπαρκή ή και λάθος τρόπο, πράγμα που είχε τις πολύ αρνητικές του συνέπειες.
Εδώ και σε σχέση μ’ αυτό να σημειώσουμε κατ’ αρχάς τα εξής. Το προχώρημα του σοσιαλισμού στη Σ.Ε. βασίστηκε πρώτα απ’ όλα στην καθολική ενεργητική συμμετοχή, συμβολή και αγώνα της εργατικής τάξης. Στην αποφασιστική και πρωτοπόρα δράση των κομμουνιστών με επικεφαλής τον Στάλιν. Το αρνητικό σ’ αυτή την πορεία ήταν η σταδιακή αδρανοποίηση της εργατικής τάξης, η μετατόπιση της «αρμοδιότητας» από την εργατική τάξη στην «εργαζόμενη διανόηση» και από το κόμμα στο κράτος. Με αυτούς τους όρους διαμορφώνονταν και δυνάμωναν τα στοιχεία μιας Νέας Αστικής Τάξης. Η κυριάρχηση αυτών των στοιχείων μετά τον θάνατο του Στάλιν (1953) οδήγησε σε μια αντεπαναστατική στροφή και το άνοιγμα του δρόμου της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.
Σ’ αυτήν τη στροφή αντιτάχθηκαν οι επαναστάτες κομμουνιστές στον κόσμο με καθοριστικό παράγοντα τη θέση που πήραν το ΚΚ Κίνας και το ΚΕ Αλβανίας.
Κορυφαία έκφραση αυτού του αγώνα υπήρξε η ΜΠΠΕ στην Κίνα. Η εμπνευσμένη από τον Μάο Τσε Τουνγκ ΜΠΠΕ αποτέλεσε την πιο προωθημένη απόπειρα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος να απαντήσει στα ζητήματα της επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης που είχε θέσει η εξέλιξη της ταξικής πάλης.
Η ήττα και της ΜΠΠΕ στην Κίνα σήμαινε και την οριστική επικράτηση συνολικά στον κόσμο των ρεβιζιονιστικών, ρεφορμιστικών, οπορτουνιστικών τάσεων στο κίνημα, με ολέθριες συνέπειες συνολικά για τους λαούς και γενικότερα για την πορεία του κόσμου.
Βασικά στοιχεία αυτής της αρνητικής εξέλιξης αποτέλεσαν.
Η πορεία ανατροπής των σοσιαλιστικών κατακτήσεων και εισαγωγής καπιταλιστικών μορφών σε όλες τις σοσιαλιστικές χώρες μέχρι την ολοκλήρωση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης και τις ανατροπές του 1989-1991.
Η σταδιακή «απενεργοποίηση», οπισθοχώρηση, αδρανοποίηση της εργατικής τάξης. Η περιθωριοποίηση και αποδυνάμωση του ρόλου της στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις σε παγκόσμια κλίμακα.
Η όλο και μεγαλύτερη αποσυγκρότησή της σαν «τάξη για τον εαυτό της».
Από την άλλη μεριά, το πέρασμα στο προσκήνιο μικροαστικών τάσεων και δυνάμεων που «αυτονομημένες» πλέον από τον δεσπόζοντα έως τότε ρόλο της εργατικής τάξης αναζητούσαν τη θέση τους στην κοινωνία χωριστά ή και ενάντια στην εργατική τάξη και ευελπιστώντας στην «κατανόηση» και ανταμοιβή της προσφοράς τους από την αστική τάξη.
Σε συνάρτηση με αυτά η πορεία μετάλλαξης των κομμουνιστικών κομμάτων σε ρεφορμιστικά, οπορτουνιστικά και ανάδειξης σαν κυρίαρχων τάσεων ταξικής συνεργασίας. Στην πραγματικότητα ο εκφυλισμός τους και συνολικά η αποσύνθεση αυτού που υπήρχε σαν κομμουνιστικό κίνημα.
Γενικότερα η ισχυροποίηση, κυριάρχηση ρεφορμιστικών οπορτουνιστικών πολιτικών τάσεων και δυνάμεων που «απελευθερωμένες» πλέον από την «καταπίεση» των κομμουνιστικών αντιλήψεων ξεδίπλωσαν όλες τις «αρετές» τους.
Της συνδιαλλαγής με το σύστημα, της αποκήρυξης και συκοφάντησης των κομμουνιστικών αντιλήψεων, της υπονόμευσης των εργατικών λαϊκών αγώνων του, συνολικό ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό αφοπλισμό του κινήματος.
Γενικότερα τη διαμόρφωση εκείνων των όρων που άφησαν ανοιχτό τον δρόμο στην ανάπτυξη της επίθεσης του συστήματος. Τα αποτελέσματα βιώνουν ήδη και με τον πιο οδυνηρό τρόπο οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες σ’ όλο τον κόσμο.
Όλα αυτά οδηγούν σε ένα βασικό και καθολικής ισχύος συμπέρασμα. Αυτό συνδέεται με εκείνο το κρίσιμο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις εξελίξεις συνολικά.
Με το γεγονός ότι η πορεία της ανθρωπότητας είτε προς τα εμπρός σε προοδευτική κατεύθυνση και προς όφελος των λαών είτε στην εντελώς αντίθετη αντιδραστική και αντιλαϊκή κατεύθυνση βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση με το επίπεδο συγκρότησης και παρέμβασης της εργατικής τάξης και γενικότερα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος. Σε συνάρτηση με τον δικό του ρόλο και την καταλυτικού χαρακτήρα επίδρασή του αναπτύχθηκε η πάλη των λαών σε προοδευτική κατεύθυνση οποιαδήποτε μορφή και ειδικότερα χαρακτηριστικά κι αν έπαιρνε ανάλογα τις ιδιαίτερες κάθε φορά συνθήκες και απαιτήσεις. Σε συνάρτηση και πάλι με τη δική του οπισθοχώρηση, περιθωριοποίηση ή και «απουσία» του υπήρξαν οι ήττες, προωθήθηκαν αδιέξοδες επιλογές και εμφανίστηκαν τα σημερινά εκφυλιστικά φαινόμενα.
Αυτό είναι ένα συμπέρασμα που κανείς δεν μπορεί να αγνοεί ή να προσπερνάει με κανένα πρόσχημα. Αντίθετα οφείλεται να αποτελεί την αφετηρία, τη βάση θεώρησης της κατάστασης και προσδιορισμού των καθηκόντων και ιεραρχήσεων τής κάθε δύναμης που θέλει να αναφέρεται στον κομμουνισμό, την επανάσταση και γενικότερα στο κίνημα.

Το ζήτημα σήμερα

Πώς τίθεται το ζήτημα στις σημερινές συνθήκες. Όπως έχει κιόλας αναφερθεί, υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που αναζητούν απαντήσεις σε δρόμους το λιγότερο αδιέξοδους και σε κινήσεις που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο χειραγωγούνται από δυνάμεις του συστήματος. Αυτό έχει άμεση σχέση με την κοινωνική βάση και τις ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν αυτές τις δυνάμεις.
Ταυτόχρονα ωστόσο συνδέεται και με την επίδραση των καταθλιπτικών σήμερα αρνητικών συσχετισμών. Συσχετισμών που ενισχύουν τις τάσεις αναζήτησης λύσεων εκεί που δεν …υπάρχουν.
Σε αστικές δυνάμεις ή και φεουδαρχικές σε κάποιες χώρες, σε υποτίθεται «προοδευτικές» δυνάμεις του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού πλέγματος, ακόμα και σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (π.χ. Ρωσία, Κίνα) στη βάση της αντίθεσής τους με τις δεσπόζουσες σήμερα δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Το αν το κύριο στην κάθε περίπτωση είναι ο οπορτουνισμός ή η απελπισία, ο ενδοτισμός ή η αίσθηση αδυναμίας έχει μια κάποια σημασία.
Ο καθοριστικός παράγοντας ωστόσο είναι άλλος. Αυτός βρίσκεται στην απουσία σύνδεσης-στήριξης σε μια εργατική τάξη συγκροτημένη και με ενεργό ρόλο στις εξελίξεις. Συνακόλουθα και στην αποδυνάμωση της εργατικής επαναστατικής κομμουνιστικής άποψης και της επιρροής της.
Απ’ εκεί και πέρα το πώς αντιμετωπίζεται αυτό το έλλειμμα από κάθε οργάνωση-κόμμα κ.λπ. ή πόσο «καταφεύγει» στην «ευκολία» των κυρίαρχων στους καιρούς μας αστικών, μικροαστικών, ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών «λύσεων» είναι ένα κάθε φορά συγκεκριμένο ζήτημα.
Από τη μεριά μας υποστηρίζουμε σταθερά και αμετακίνητα ότι μόνο η εργατική τάξη -και πάντα υπό τον όρο της συγκρότησής της- μπορεί να αποτελέσει τη σταθερή βάση ανάπτυξης επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος αλλά και ανατροπής των αρνητικών συσχετισμών στον κόσμο. Ας ξεκινήσουμε από αυτό το τελευταίο. Το ζήτημα των συσχετισμών.
Η εργατική τάξη πέρα από τα στοιχεία που την χαρακτηρίζουν σαν επαναστατική κοινωνική δύναμη, αποτελεί ταυτόχρονα και μια δύναμη παγκόσμιων διαστάσεων. Τέτοιων που την καθιστούν ικανή (και μάλιστα την μοναδική) να διαμορφώσει άλλον παγκόσμιο συσχετισμό, να τον διαφοροποιήσει, ανατρέψει υπέρ των λαών.
Η άποψη αυτή αμφισβητείται θεωρητικά, πολιτικά, πρακτικά από διάφορες πλευρές και με διάφορα επιχειρήματα. Σειρά θεωρημάτων που έχουν τόσο αστική όσο και μικροαστική, ρεφορμιστική αφετηρία, τα οποία και «επικοινωνούν» με τα αστικά καθώς συγκλίνουν σε έναν κοινό στόχο. Την αμφισβήτηση, αναίρεση του ρόλου της εργατικής τάξης.
Σαφείς οι στοχεύσεις αστικής προέλευσης καθώς επιδίωξή τους είναι η δημιουργία σύγχυσης, αποπροσανατολισμού, η με κάθε τρόπο αποτροπή της συγκρότησης της εργατικής τάξης. Όσο για την μικροαστική ρεφορμιστική αντίληψη, η αναίρεση του ρόλου της εργατικής τάξης δημιουργεί τον «χώρο» για την ενίσχυση, προβολή των οπορτουνιστικών τους πολιτικών κατευθύνσεων.

Θεωρήματα αναίρεσης

Ένα από τα θεωρήματα, που μάλιστα προβάλλεται και σαν η τελευταία λέξη της «επιστημονικής» θεώρησης των πραγμάτων, μας λέει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού με βάση και την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας «καταργεί» πλέον την εργατική τάξη ως τέτοια «που την ξέραμε». Πιο συγκεκριμένα την υποκαθιστά με βάση τις νέες μέθοδες παραγωγής που χρησιμοποιούν την επιστήμη, την τεχνολογία, τα ρομπότ, τους Η/Υ κ.λπ. Το αξιοσημείωτο μάλιστα είναι ότι παρόμοιες απόψεις υποστηρίζονται και από πλευρές που εμφανίζονται και ως «μαρξιστικές». Δεν έχουμε να πούμε πολλά εδώ. Η απάντηση, η μαρξιστική, είναι μια, μοναδική και αμετακίνητη. Το κεφάλαιο δεν μπορεί καν να υπάρξει, δεν μπορεί να αναπαράγεται και μάλιστα σε συνεχώς διευρυνόμενη κλίμακα παρά μόνο με έναν τρόπο. Κεφαλαιοποιώντας την υπεραξία που παρακρατεί που υπεξαιρεί, που υφαρπάζει. Μόνο που υπεραξία δεν παράγουν ούτε τα ρομπότ, ούτε τα κομπιούτερ, ούτε κανενός είδους μηχάνημα παρά μόνο η εργατική δύναμη. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να «καταργήσει» την εργατική τάξη χωρίς να καταργήσει τον …εαυτό του.
Ένα θεώρημα που προβάλλεται τόσο από την αστική πλευρά όσο και από πλευρές που εμφανίζονται σαν «αντισυστημικές» είναι της «ενσωμάτωσης» της εργατικής τάξης στο σύστημα.
Η απάντηση είναι ακριβώς ίδια με αυτή που δόθηκε στο προηγούμενο θεώρημα. Η εργατική τάξη δεν μπορεί να «ενσωματωθεί» -ως τάξη- στο σύστημα μια και κάτι τέτοιο θα αναιρούσε τον ίδιο του τον χαρακτήρα. Το κεφάλαιο, και σε αντίθεση με διάφορους «αντισυστημικούς», το γνωρίζει πολύ καλά αυτό. Όπως επίσης γνωρίζει ότι δεν υπάρχει καμιά «συνεργασία των τάξεων», ότι δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα τα θεωρήματα περί «κοινωνικών εταίρων» κ.λπ. Τα χρησιμοποιεί ωστόσο αυτά και πολλά άλλα και με έναν και μοναδικό στόχο. Να εξουδετερώσει τις αντιδράσεις της εργατικής τάξης, να ευνουχίσει τις διαθέσεις της, να αποτρέψει τη συγκρότησή της. Αυτήν την κατεύθυνση υπηρετούν συνειδητά ή ασυνείδητα, από οπορτουνισμό ή απλώς από σύγχυση όσοι από τ’ «αριστερά» -υποτίθεται- προβάλουν παρόμοιες απόψεις.
Και εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε ότι το στοιχείο της σύγχυσης όντως υπάρχει και συνδέεται με ορισμένες καταστάσεις που κατά καιρούς δημιουργούνται κατά κύριο λόγο στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.
Οι εξορμήσεις τους και οι πόλεμοι που ξεκινούν χρειάζονται ένα όσο γίνεται πιο ελεγχόμενο εσωτερικό μέτωπο. Μια αναγκαιότητα που εμφανιζόταν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στο διάστημα που αντιμετώπιζαν την «κομμουνιστική απειλή». Τα υπερκέρδη που αντλούν από την εκμετάλλευση των εξαρτημένων χωρών τους παρέχουν ορισμένες δυνατότητες, τις οποίες και αξιοποιούν με διάφορους τρόπους. Να εξαγοράζουν στοιχεία προερχόμενα από την εργατική τάξη, να δημιουργούν έτσι το σώμα της λεγόμενης «εργατικής αριστοκρατίας». Αυτά τα στοιχεία όντως ενσωματώνονται στο σύστημα και ακριβώς επειδή παύουν να αποτελούν μέλη της εργατικής τάξης.
Αυτή η «εργατική αριστοκρατία» χρησιμοποιείται για τον έλεγχο των αντιδράσεων της εργατικής τάξης, τον αποπροσανατολισμό, την αδρανοποίησή της. Συνήθως καταλαμβάνουν -με την ανάλογη συστημική προώθηση- τη θέση της «ηγεσίας» των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ταυτόχρονα απέναντι στο κυρίως σώμα της εργατικής τάξης γίνονται ορισμένες παραχωρήσεις ώστε να λειαίνονται οι αιχμές των διεκδικήσεών της και να διευκολύνεται αυτός ο έλεγχος. Ακόμη και πάνω στο έδαφος που διαμορφώνεται με αυτόν τον τρόπο αναδείχνονται και ισχυροποιούνται ρεφορμιστικές πολιτικές δυνάμεις που συντηρούν και αναπαράγουν αυτή τη σχέση πραγμάτων. Το ότι ωστόσο τέτοια φαινόμενα υπήρξαν και ως ένα βαθμό συνεχίζουν να υπάρχουν, δεν αναιρεί την πραγματικότητα.
Πρώτον το ότι η τεράστια πλειοψηφία των εργατικών μαζών σε παγκόσμια κλίμακα, εργάζεται και ζει υπό …προλεταριακές συνθήκες.
Δεύτερον το ότι και το κυρίως «σώμα» της εργατικής τάξης στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις μπορεί να αδρανοποιείται σχετικά αλλά δεν «ενσωματώνεται». Αυτό φαίνεται πολύ πιο καθαρά σήμερα, καθώς οι εργαζόμενες μάζες υφίστανται τις συνέπειες της επίθεσης του κεφαλαίου ακόμη και στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Ακριβώς επειδή το σταθερό και αμετακίνητο δεδομένο στο καπιταλιστικό σύστημα είναι ο απόλυτος και αγεφύρωτος διαχωρισμός ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική αστική τάξη από τη μια και την εργατική τάξη από την άλλη.

Οι δύο όψεις ενός νομίσματος

Στον ίδιο καμβά κινείται και η άποψη για «συρρίκνωση» της εργατικής τάξης και υπερδιόγκωση, κυριάρχηση του τριτογενούς τομέα.
Μια άποψη που παίρνει σαν βάση της το γεγονός ότι στις ιμπεριαλιστικές κύρια χώρες (και σε ορισμένες ιδιαίτερου χαρακτήρα) ο τριτογενής τομέας εμφανίζεται όντως υπερδιογκωμένος.
Η άποψη αυτή παραγνωρίζει -και καθόλου αθώα- βασικά στοιχεία του ζητήματος.
Πρώτον ότι η ύπαρξη του τριτογενούς τομέα βασίζεται στην ύπαρξη και την παραγωγική λειτουργία του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα της οικονομίας. Χωρίς αυτούς απλούστατα δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει τριτογενής τομέας.
Δεύτερο, το ότι αν δούμε το ζήτημα όχι περιορισμένα αλλά στην παγκόσμια διάστασή του, αυτό που θα διαπιστώσουμε είναι πως αυτό που δεσπόζει είναι ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας. Μια εικόνα που αντιστοιχεί άλλωστε και στη σχέση που συνδέει τους διάφορους τομείς της οικονομίας.
Τρίτο, πως όσες χώρες είναι δομημένες και λειτουργούν έξω από αυτήν την σχέση «ισορροπίας» είναι και οι περισσότερο ευάλωτες στις απότομες μεταβολές ενός ιδιαίτερα ανταγωνιστικού σήμερα διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος (και κάποιες βρίσκονται κυριολεκτικά στον αέρα).
Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις παρά την υπαρκτή διόγκωση του τριτογενούς τομέα.
Ας εξηγηθούμε. Στο σύνολο των ιμπεριαλιστικών χωρών ο πρωτογενής τομέας είναι αναπτυγμένος πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στις άλλες χώρες. Οι ΗΠΑ λ.χ. είναι η χώρα που όχι μόνο καλύπτει τις ανάγκες της σε γεωργικά προϊόντα αλλά και εξάγει σε μεγάλη κλίμακα.
Αντίστοιχα στον δευτερογενή τομέα, οι βασικοί βιομηχανικοί κλάδοι (και ιδιαίτερα αυτοί που είναι στρατηγικής σημασίας) και προσφέρουν το μεγαλύτερο μέρος (σε όγκο και ιδιαίτερα σε αξία) της παραγωγής εδρεύουν στο μητροπολιτικό έδαφος και παραμένουν αμετακίνητες στην έδρα τους. Ακόμη και στις περιπτώσεις που μεγάλες ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις (οι εμφανιζόμενες ως πολυεθνικές) δημιουργούν παραρτήματα σε τρίτες χώρες αυτό χαρακτηρίζεται από δύο βασικά στοιχεία. Πρώτον το ότι τα στρατηγικής σημασίας τμήματα συνεχίζουν να εδρεύουν στο μητροπολιτικό έδαφος. Δεύτερο, το ότι οι επενδύσεις σε τρίτες χώρες πραγματοποιούνται υπό τον όρο της διασφάλισής τους (οικονομικής, πολιτικής ή και …στρατιωτικής).
Όσον αφορά την υπερδιόγκωση σ’ αυτές του τριτογενούς τομέα, η -σχετική- «ανισορροπία» που εμφανίζεται είναι πλασματική. Η βάση ύπαρξης αυτού του τριτογενούς τομέα δεν είναι μόνο η μητροπολιτική αλλά το σύνολο των πεδίων στα οποία δραστηριοποιείται το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η δράση σε ευρύτατο-παγκόσμιο πεδίο έχει αντίστοιχα διευρυμένες ανάγκες σε υπηρεσίες κάθε είδους και μορφής που υπερβαίνουν αυτές που θα είχε αν περιοριζόταν στο μητροπολιτικό έδαφος. Και δεν εννοούμε εδώ υπηρεσίες μόνο οικονομικού, τεχνικού, διοικητικού χαρακτήρα. Μια και μιλάμε για ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που δρουν σε παγκόσμια κλίμακα θα πρέπει να συμπεριλάβουμε σ’ αυτές και κάποιες άλλες «υπηρεσίες» που συνθέτουν την εικόνα αυτού του υπερδιογκωμένου τριτογενούς τομέα. Τους πολύμορφους μηχανισμούς ελέγχου και προπαγάνδας, τις δυνάμεις ταχείας αντίδρασης, το προσωπικό των βάσεων, τους στόλους και γενικότερα τις τερατωδών διαστάσεων στρατιωτικές δυνάμεις. Όλους δηλαδή τους μηχανισμούς που στηρίζουν τη ληστρική δράση και κερδοφορία του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου και με τη «σειρά» της αυτή η κερδοφορία συντηρεί αυτούς τους μηχανισμούς.
Όσο για τις «χώρες» (τρόπος του λέγειν) που λειτουργούν με βάση και μόνο τον τριτογενή τους τομέα, όπως λ.χ. τα νησιά «φορολογικοί παράδεισοι» ή ακόμη και το Μονακό, το Λουξεμβούργο ή και το Χονγκ-Κογκ κ.ά. αυτές μπορούν να επιβιώνουν επειδή σ’ αυτούς τους ρόλους τις χρειάζονται (και για όσο τις χρειάζονται) οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και γενικότερα το ιμπεριαλιστικό πλέγμα. Υπάρχουν βέβαια και κάποιες άλλες χώρες όπως η δική μας λ.χ. που η αστική της τάξη φιλοδόξησε να την αναδείξει σε χώρα υπηρεσιών συρρικνώνοντας τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Τα αποτελέσματα τα βιώνει ήδη και με τον πιο οδυνηρό τρόπο ο λαός μας.
Αν η υποβάθμιση του ρόλου της εργατικής τάξης επιχειρείται με απόψεις περί συρρίκνωσής της, κάτι ανάλογο συμβαίνει και με απόψεις που κινούνται στην εντελώς αντίθετη -υποτίθεται- κατεύθυνση. Της «διεύρυνσής» της. Με βάση αυτές τις απόψεις, σαν εργατική τάξη λογίζονται πλέον το σύνολο σχεδόν των μισθωτών εργαζομένων ανεξαρτήτως θέσης, ρόλου και αμοιβών. Το «παράδοξο» εδώ είναι ότι οι απόψεις αυτές προβάλλονται από πλευρές που κατά τα άλλα εμφανίζονται να κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Εξηγήσιμο ωστόσο αν αναλογιστούμε ότι αυτές οι πλευρές έρχονται από την ίδια μήτρα (τη ρεβιζιονιστική στροφή) και τις ίδιες θεωρητικές και ιδεολογικές αφετηρίες. Και ακόμα πιο κατανοητό αν δούμε την ουσία των πολιτικών τους στοχεύσεων. Εκεί θα διαπιστώσουμε ότι αυτό που εμφανίζεται σαν κοινός παρονομαστής, η παράκαμψη δηλαδή του ρόλου της εργατικής τάξης δεν είναι απλώς σύμπτωση. Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι.
Όσον αφορά την «ορθόδοξη» ρεβιζιονιστική τάση και που στη χώρα μας εκπροσωπείται από το ΚΚΕ, αυτή η αντίληψη εκφράζεται στον τρόπο που «ερμηνεύει» την παλινόρθωση, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και συνακόλουθα καθορίζει και την πολιτική του γραμμή.
Στις εκτιμήσεις της για την παλινόρθωση η ηγεσία του ΚΚΕ «προσπερνάει» ένα καίριας σημασίας ζήτημα. Τον ρόλο της ιντελιγκέντσιας (ή «εργαζόμενης διανόησης»), δηλαδή εκείνης της κοινωνικής δύναμης που αποτέλεσε τον φορέα της αντεπαναστατικής στροφής και της παλινόρθωσης. Καθόλου τυχαία. Στην αντίληψή της για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, ο αποφασιστικός ρόλος, η «αρμοδιότητα» ανατίθεται σε αυτήν την «εργαζόμενη διανόηση». Απ’ εκεί και πέρα το να συμπεριλαμβάνεται η εργαζόμενη διανόηση στο σώμα της εργατικής τάξης είναι απλά ένα κατά συνθήκην ψέμα, για όσους καμώνονται πως μιλάν στο όνομα της εργατικής τάξης, του κομμουνισμού κ.λπ. Ταυτόχρονα, μια τέτοια θεώρηση της ταξικής διαστρωμάτωσης και του ρόλου του κάθε τμήματός της αποτελεί και τη βάση μιας ρεφορμιστικής κατεύθυνσης όσο κι αν προσπαθιέται να συγκαλυφθεί με βροντερές «ταξικές» και «κομμουνιστικές» διακηρύξεις.
Πολύ πιο καθαρά φαίνεται αυτό στις πολιτικές απόψεις της άλλης πλευράς, της ευρωκομμουνιστικής «ανανεωτικής» ή όπως εμφανίζεται κάθε φορά.
Η κοινωνική της αναφορά, η βάση στήριξής της είναι ακριβώς το στρώμα της εργαζόμενης διανόησης. Ένα σώμα που κατά την λογική της αποτελεί τη «γέφυρα» σύνδεσης και επίλυσης των ταξικών διαφορών ανάμεσα στην αστική τάξη και τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Άλλωστε δύσκολα πλέον μπορούν να την συγκαλύψουν. Αν ο Μπερλινγκουέρ υπήρξε ο εμπνευστής του «ιστορικού συμβιβασμού», ο Τσίπρας ανέλαβε να μας εμφανίσει το τι ακριβώς σημαίνει. Δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο.
Ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια της τάσης που εμφανίστηκε ανάμεσα στα δυο «μητρικά» ρεφορμιστικά ρεύματα. Της τάσης ή μάλλον των τάσεων που γενικότερα χαρακτηρίστηκαν σαν Νέα Ευρωπαϊκή Αριστερά.
Η «διεύρυνση» της εργατικής τάξης εμφανίστηκε σε ορισμένες απ’ αυτές με «επαναστατικό» περίβλημα. Η μεταβάπτιση μικροαστικού χαρακτήρα ομάδων και στρωμάτων σε εργατική τάξη είχε εδώ πολλαπλές χρησιμότητες. Διαμόρφωνε το σώμα μιας εργατικής πλειοψηφίας μια και το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων χαρακτηρίζονται πλέον ως εργάτες. «Καταργεί» το ζήτημα των συμμαχιών και ταυτόχρονα απαλλάσσει από τον «πονοκέφαλο» της απάντησης στα προβλήματα που συνδέονται με την ύπαρξη αυτού του ζητήματος.
Πάνω απ’ όλα αναιρεί την αναγκαιότητα της αυτόνομης συγκρότησης της καθ’ αυτής εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα ανοίγει τον δρόμο για την ηγεμόνευση των μικροαστικών τάσεων και δυνάμεων στο κίνημα και τις διάφορες παραλλαγές «μεταβατικών προγραμμάτων».
Μεγάλη επίδραση τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό πολιτικό επίπεδο και ιδιαίτερα στις δεκαετίες 1980-1990 και επόμενα είχαν απόψεις (κύρια στον χώρο της αυτονομίας) που αναζητούσαν το «επαναστατικό υποκείμενο» έξω και πέρα από την εργατική τάξη. Στις κάθε είδους καταπιεζόμενες, εκμεταλλευόμενες, περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες έως και σε λούμπεν στοιχεία της κοινωνίας.
Το να υποστηρίζει κανείς τα δικαιώματα κάθε καταπιεζόμενου απέναντι στην πολιτική του συστήματος είναι αναμφισβήτητα καθήκον κάθε προοδευτικού ανθρώπου και αριστερής πολιτικής οργάνωσης. Το να υποστηρίζει ωστόσο ότι αυτές οι ομάδες συγκροτούν το επαναστατικό υποκείμενο είναι μια άποψη τόσο σαθρή που είναι ζήτημα αν αξίζει να συζητηθεί σοβαρά.
Υπάρχει ωστόσο εδώ κάτι που χρειάζεται να σημειωθεί. Αυτό αφορά τον αποπροσανατολιστικό ρόλο αυτών των απόψεων, το γεγονός ότι εκπροσωπούν και πλασάρουν δρόμους «φυγής» από την πραγματικότητα και τα καθήκοντα που αυτή θέτει.

Δύναμη ανατροπής

Ας ξαναγυρίσουμε ωστόσο στο ζήτημα των συσχετισμών. Το πώς έχουν και πώς θα μπορούσαν να εκφραστούν κάποιοι άλλοι συσχετισμοί στον κόσμο.
Η εργατική τάξη σήμερα έχει μια κατά πολύ ευρύτερη βάση ύπαρξης απ’ ό,τι το 1917. Αν συνεπώς το ζήτημα τίθεται σε βάση μεγέθους, σήμερα έχει και θα μπορούσε να αναπτύξει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες απ’ ό,τι στις αρχές του 20ου αιώνα. Αν λοιπόν το 1917 και επόμενα ταρακούνησε και άλλαξε τον κόσμο, σήμερα έχει το μέγεθος για πολύ μεγαλύτερες ανατροπές.
Βεβαίως αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Απαράγραπτη προϋπόθεση αποτελεί η «εκ νέου» συγκρότησή της σε «τάξη για τον εαυτό της» και μάλιστα σε διεθνή κλίμακα.
Το πρώτο ερώτημα εδώ είναι το αν μπορεί. Η απάντηση σ’ αυτό συνδέεται με το αν η εργατική τάξη έχει αλλάξει στα ουσιώδη ταξικά της χαρακτηριστικά. Αν έχει αλλάξει η θέση της στην παραγωγή, στην κοινωνία. Αν έχει αλλάξει ο χαρακτήρας της αντίθεσής της με το κεφάλαιο και την αστική τάξη. Αν παραμένει η τάξη που κατ’ εξοχήν μπορεί να αναπτύξει διεθνιστική συνείδηση και δράση.
Η απάντηση, όσο τουλάχιστον μας αφορά, είναι σαφής και κατηγορηματική. Η εργατική τάξη παραμένει …εργατική τάξη. Ακριβώς όπως το καπιταλιστικό σύστημα παραμένει καπιταλιστικό.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το ζητούμενο. Αυτό δεν είναι άλλο από τη συγκρότησή της στο ανώτερο-πολιτικό της επίπεδο. Αυτή περνά κατ’ αρχάς μέσα από την ανάπτυξη, ισχυροποίηση της εργατικής ταξικής της συνείδησης. Της κατανόησης-εμπέδωσης της ιδιαιτερότητας των ταξικών της συμφερόντων που την φέρνουν σε αγεφύρωτη αντίθεση με το κεφάλαιο και την αστική τάξη.
Πάνω σ’ αυτά και σε συνάρτηση με αυτά, οικοδομείται η συνείδηση του ιδιαίτερου ρόλου της στην κοινωνία. Η ιστορική της προοπτική. Η κατανόηση της αναγκαιότητας και δυνατότητας ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας. Καθοριστικό ρόλο σε μια τέτοια εξέλιξη έχει η ανάπτυξη στα πλαίσια της εργατικής τάξης των σοσιαλιστικών απόψεων και αντιλήψεων. Η διαλεκτικού χαρακτήρα σύζευξη της πάλης της με την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη.
Η σύζευξη αυτή αποτελεί όρο για τη συγκρότηση της τάξης σε όλο και ανώτερο επίπεδο. Ταυτόχρονα άλλο τόσο μέσα από αυτή τη σύνδεση η κομμουνιστική κοσμοαντίληψη αποκτάει πραγματική -«υλική»- πολιτική υπόσταση, αναπτύσσεται και διαμορφώνει τα επαναστατικά της χαρακτηριστικά.
Το τρίτο ερώτημα αφορά το πεδίο όπου εξελίσσεται, όπου συντελείται αυτό το προτσές. Αυτό δεν είναι άλλο από το πεδίο της ταξικής πάλης και τίποτα δεν μπορεί να το υποκαταστήσει.
Θέτοντας έτσι το ζήτημα δεν υποτιμούμε καθόλου τη σημασία αλλά και την αναγκαιότητα των προσπαθειών που απαιτούνται στο θεωρητικό, ιδεολογικό, πολιτικό πεδίο. Ίσα-ίσα. Έχουμε ωστόσο την άποψη ότι οποιαδήποτε άποψη, θέση κ.λπ. αποκτά υπόσταση και αξία μόνο δοκιμαζόμενη, αναβαπτιζόμενη, «τροποποιούμενη» συνεχώς και μορφοποιούμενη στο πεδίο της ταξικής πάλης. Σ’ αυτό το πεδίο, μέσα στους αγώνες της η εργατική τάξη «αναγνωρίζει» τη φύση και τον χαρακτήρα των προβλημάτων της. Τις αιτίες που τα δημιουργούν. Τους εχθρούς και τους φίλους της. Μέσα στην καθημερινή της αναμέτρηση με το κεφάλαιο «ανακαλύπτει» τον εαυτό της. Τον ρόλο και την προοπτική της. Είναι στο «εργαστήρι» αυτής της σύγκρουσης που αναπτύσσονται οι απόψεις ΑΡΝΗΣΗΣ αυτού του συστήματος. Που γεννούνται οι πρώτες ιδέες για την αναγκαιότητα ανατροπής του και οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας. Μετατροπής της ΑΡΝΗΣΗΣ σε ΘΕΣΗ. Είναι στο «σχολείο» της ταξικής πάλης που αναπτύσσονται οι επαναστατικές, θεωρητικές και πολιτικές απόψεις και αντιλήψεις. Είναι σ’ αυτό το πεδίο που διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ανασύσταση, ανασυγκρότηση συνολικά του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας.
Θα θέλαμε εδώ να σταθούμε λίγο περισσότερο στη σημασία που έχει, ιδιαίτερα στις μέρες μας το στοιχείο της άρνησης του συστήματος. Βεβαίως, και όπως θα μπορούσε να παρατηρήσει ο καθένας, αυτό δεν αρκεί. Αναγκαίος ο μετασχηματισμός της σε θέση. Πολύ περισσότερο που οι θέσεις, οι «διέξοδοι» που προβάλλονται είναι αποπροσανατολιστικές, αδιέξοδες έως και αντιδραστικές. Ωστόσο το πρωταρχικό πεδίο πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν τα στοιχεία θέσης είναι το πεδίο της άρνησης. Αυτής που γεννιέται στη βάση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Της επίθεσης που δέχονται. Της Αντίστασης που προβάλλουν. Των διεκδικητικών αγώνων που προωθούν. Τη συνολικότερη ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία περνάει ο εργαζόμενος λαός από την άρνηση στη θέση. Αυτή είναι η διαλεκτική των πραγμάτων. Και βεβαίως όσο θα διαμορφώνονται και ενισχύονται τα στοιχεία θέσης τόσο και θα δυναμώνει το στοιχείο της άρνησης (και αντίστροφα).

Όροι συγκρότησης

Ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο αποτελούν οι όροι και οι προϋποθέσεις στη βάση των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η συγκρότηση της εργατικής τάξης, οι απαντήσεις που οφείλονται στα ζητήματα που έχουν τεθεί.
Ένας πρωταρχικός όρος είναι η κατανόηση της πραγματικότητας που βιώνει, αυτή που διαμορφώνει η κυριαρχία του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος τόσο στα βασικά της χαρακτηριστικά όσο και το πώς εκφράζεται στις σημερινές συνθήκες.
Αυτή η πραγματικότητα προσπαθήθηκε να καταδειχθεί στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου και δεν κρίνεται αναγκαίο να αναφερθούμε περισσότερο.
Για τον ίδιο λόγο δεν θα αναφερθούμε περισσότερο και στον δεύτερο όρο. Την αναγκαιότητα απόρριψης των κάθε είδους ρεβιζιονιστικών ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών αντιλήψεων, των αυταπατών που καλλιεργούν, των αδιέξοδων πολιτικών που προωθούν. Και στο ζήτημα αυτό έχουμε αναφερθεί αρκετά και σ’ ένα βαθμό θα αναφερθούμε και παρακάτω.
Εδώ θα σταθούμε περισσότερο σ’ έναν τρίτο όρο. Την αναγκαιότητα ενίσχυσης και ανάδειξης της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης και κατεύθυνσης στην εργατική τάξη στο κίνημα, στην κοινωνία. Το θεωρούμε αυτό σαν βασική προϋπόθεση για να βρει το κίνημα τον δρόμο του, να αναπτυχθεί, να γίνει ικανό να εκπληρώσει τους στόχους και τις προσδοκίες των λαών.

Ισχυροποίηση της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης

Θα μπορούσε εδώ να τεθεί -και τίθεται από διάφορες πλευρές- ένα ερώτημα. Γιατί επιμένουμε σ’ αυτό, σε μια περίοδο μάλιστα που η κομμουνιστική άποψη έχει δεχτεί σοβαρά χτυπήματα;
Το πρώτο που θα ‘χαμε να πούμε είναι πως στο ζήτημα αυτό υπάρχει ένα δεδομένο που κανείς δεν μπορεί ούτε και δικαιούται να προσπερνάει. Το γεγονός ότι η σύζευξη της εργατικής τάξης και της πάλης της με την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη έδωσε τον παράγοντα της μεγάλης ανατροπής της Οκτωβριανής Επανάστασης και της αλλαγής της πορείας του κόσμου. Αυτό δεν συνέβη επειδή «έτυχε». Άλλωστε σ’ όλα αυτά τα χρόνια υπήρξαν σειρά άλλων αντιλήψεων, θεωριών, ιδεολογιών και πολιτικών προτάσεων που αποδείχτηκαν ανεπαρκείς, αποπροσανατολιστικές, αναποτελεσματικές και αδιέξοδες.
Το ότι αυτή η σύζευξη έδωσε αυτό των ιστορικών διαστάσεων αποτέλεσμα συνδέεται άμεσα τόσο με τα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης όσο και με τα στοιχεία που συγκροτούν την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη.
Το πρώτο και θεμελιώδες στοιχείο είναι ότι ανταποκρίνεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην κοσμοαντίληψη, την ιδεολογία της εργατικής τάξης. Αυτή που «παράγεται» πρωτογενώς από τη θέση της στην παραγωγή και την κοινωνία, την αγεφύρωτη αντίθεσή της με το κεφάλαιο.
Αυτής που με την καθοριστική συμβολή των Μαρξ και Έγκελς επεξεργάζεται παραπέρα, αναπτύσσεται, «κωδικοποιείται» και διαμορφώνεται σ’ ένα συνεκτικό «σώμα» ιδεολογικών και πολιτικών απόψεων καθολικής απόρριψης του καπιταλιστικού συστήματος.
Σαν τέτοια συνέβαλε αποφασιστικά στη συγκρότηση της εργατικής τάξης στο ανώτερό της επίπεδο, της προσέδωσε τη δυνατότητα να «αναγνωρίσει τον εαυτό της» και την προοπτική της να διαμορφώσει την πολιτική της πρόταση, να οργανώσει την πάλη της.
Ταυτόχρονα υπήρξε μια αντίληψη που δεν περιοριζόταν σε αναλύσεις και διακηρύξεις αλλά και επεξεργαζόταν σε όλα τα πεδία τους θεωρητικούς ιδεολογικούς, πολιτικούς και οργανωτικούς όρους προώθησης στην πράξη και υλοποίησης των στόχων της. Με αυτούς τους όρους από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και μέσα από δεκαετίες σκληρών αγώνων διαμορφώθηκαν οι όροι που οδήγησαν στον μεγάλο Οκτώβρη.
Με βάση αυτά μπορεί να ειπωθεί ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν πέραν των άλλων και μια ιστορικών διαστάσεων επιβεβαίωση της αξίας και των δυνατοτήτων της σύζευξης της πάλης της εργατικής τάξης με την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη. Αυτή η επιβεβαίωση μάς δίνει και ένα θεμελιώδες κριτήριο για το πού και πώς πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στα σημερινά προβλήματα του κινήματος.
Δεν εννοούμε εδώ ότι η ιστορία θα επαναληφθεί ξανά και ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Αυτό που υποστηρίζουμε είναι πως η υπόθεση της απελευθέρωσης των λαών θα βασιστεί ξανά στην «αναβίωση», ανασύσταση της σχέσης ανάμεσα στην πάλη της εργατικής τάξης με την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη και στη βάση των σημερινών απαιτήσεων. Αυτό το καθήκον έχει, οφείλει και μπορεί να υπηρετήσει η κομμουνιστική κοσμοαντίληψη. Και το μπορεί με βάση τα στοιχεία που την συγκροτούν αλλά ταυτόχρονα επειδή δεν είναι ένα σύνολο στερεοτύπων, ένα «δόγμα» αλλά έκφραση της ζωντανής, διαλεκτικής και γόνιμης σχέσης ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα της ταξικής πάλης. Έτσι προχώρησε από τους Μαρξ και Εγκελς στον Λένιν και απ’ εκεί στον Στάλιν και τον Μάο Τσε Τουγκ, αλλά και με τη συμβολή σειράς γνωστών ή «αφανών» επαναστατών κομμουνιστών που με τον αγώνα τους προσέφεραν, προσέθεταν διαρκώς νέα στοιχεία. Αντίθετα, στην «αποσύνδεση», την αναίρεση αυτής της σχέσης βρίσκονται οι βασικές αιτίες της οπισθοχώρησης, της παλινόρθωσης, της ήττας.
Το ότι η κομμουνιστική κοσμοαντίληψη μπορεί και πάλι να υπηρετήσει αυτή την υπόθεση, πέρα από όσα αναφέρθηκαν, συνάγεται και από ορισμένα άλλα δεδομένα.
Κορυφαία έκφραση αυτών των χαρακτηριστικών και αυτής της δυνατότητας αποτελεί η πραγματοποίηση της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα. Η πραγματοποίησή της δείχνει ότι στην κομμουνιστική κοσμοαντίληψη ενυπάρχουν σαν οργανικά της στοιχεία εκείνα που την χαρακτηρίζουν σαν μια επαναστατική εργατική αντίληψη πραγμάτων.
Που την καθιστούν ασύμβατη με τη διαμόρφωση ενός εκμεταλλευτικού, αντιλαϊκού καθεστώτος.
Που την διαμορφώνουν σαν μια ζωντανή θεωρία που θέλει και μπορεί να εξελίσσεται, που αναζητά δρόμους και απαντήσεις στα ζητήματα που θέτει η ζωή και η ταξική πάλη.
Το ότι η ΜΠΠΕ τελικά ηττήθηκε δεν αναιρεί το ότι αποτέλεσε μια τομή που άνοιξε δρόμους, που άφησε παρακαταθήκες τις οποίες και οφείλουμε να αξιοποιήσουμε.
Το ότι η κομμουνιστική κοσμοαντίληψη είναι ασύμβατη με τη διαμόρφωση εκμεταλλευτικού καθεστώτος, φάνηκε και από τις εξελίξεις στη Σ.Ε. Σε δηλώσεις του ο Πούτιν ανέφερε πως η διάλυση της Σ.Ε. «ήταν μια τραγωδία» προσθέτοντας βέβαια πως θα ήταν «έγκλημα» η προσπάθεια ανασύστασής της (μην τον πάρουνε και για «κομμουνιστή»). Ποια η ουσία του πράγματος. Η διάλυση της Σ.Ε., η κατάργηση του -ρεβιζιονιστικού έστω- «κομμουνιστικού» κόμματος αποσύνθεσε τα στοιχεία συνοχής τού σοβιετικού κράτους. Αυτό πέραν όλων των άλλων οδήγησε και σε μια ιστορικών διαστάσεων ήττα του αναδυόμενου μεγαλορωσικού ιμπεριαλισμού. Αυτό πέραν από το κατά πόσο ήταν ή δεν ήταν σε θέση να το αντιληφθεί η ρωσική Νέα Αστική Τάξη το γεγονός είναι ότι αυτό που κυριαρχούσε στις αντιλήψεις και τις κινήσεις της ήταν το «εσωτερικό» ζήτημα. Το πώς δηλαδή θα απαλλαγεί ακόμη και από τα ελάχιστα απομείναντα στοιχεία σοσιαλιστικής προέλευσης και χαρακτήρα, και έτσι «απελευθερωμένη» να προχωρήσει στην ολοκλήρωσή της σαν αστική τάξη.
Εδώ και σε σχέση με το ζήτημα αυτό, θα μπορούσε ίσως να προβληθεί μια ένσταση. Στην Κίνα λ.χ. συνεχίζει να υπάρχει στην εξουσία το «κομμουνιστικό» κόμμα και να διατηρείται -υποτίθεται- το σοσιαλιστικό καθεστώς. Το ζήτημα έχει την εξήγησή του.
Αυτό που ο Πούτιν αντιλήφθηκε με καθυστέρηση, η κινεζική ηγεσία βλέποντας και τις διαλυτικές εξελίξεις στη Σ.Ε. επέλεξε έναν άλλο δρόμο. Την προώθηση της καπιταλιστικοποίησης με διατήρηση της διοικητικής δομής και του ελέγχου πάνω στις εξελίξεις. Μόνο που εδώ υπάρχει μια αντίφαση που αργά ή γρήγορα θα αναζητήσει τη «λύση» της. Η όλο και ενισχυόμενη μερίδα της κινεζικής αστικής τάξης (αυτή που αναπτύσσεται σε καθαρά καπιταλιστική βάση) είναι αναπόφευκτο να διεκδικήσει την «απελευθέρωσή» της από τον έλεγχο εκείνης της μερίδας που βασίζει την υπόσταση και τον ρόλο της στις διοικητικές, κομματικές δομές. Και όπως συμβαίνει πάντα, όταν πρόκειται για ζήτημα εξουσίας αυτό δεν θα είναι μια απλή υπόθεση.
Τέλος θα μπορούσαμε να αναφερθούμε και σε ορισμένες άλλες εκφράσεις του ζητήματος που από την «άλλη μεριά» ενισχύουν την άποψη για τη σημασία -την αξία της κομμουνιστικής άποψης για το κίνημα. Στο γεγονός ότι παρά την ήττα δεν έχει εμφανισθεί καμιά πρόταση που να μπορεί να δώσει απαντήσεις και διέξοδο. Αντίθετα όσες πλασάρονται ως τέτοιες είτε προωθούν την υποταγή στο σύστημα (στον καπιταλιστικό «μονόδρομο») είτε σε δρόμους αδιέξοδους και πρόσφορους στη χειραγώγησή τους από δυνάμεις του συστήματος.
Αναφερθήκαμε ήδη στη σημασία που έχει η στάση του συστήματος απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα ακόμη και σήμερα. Στο γεγονός ότι παρά τις διακηρύξεις του πως ο «κομμουνισμός είναι νεκρός» συνεχίζει να καταβάλλει τις μεγαλύτερες των προσπαθειών του ενάντια σ’ αυτόν τον «νεκρό» που μάταια προσπαθεί να «θάψει». Ακριβώς επειδή οι δυνάμεις του συστήματος γνωρίζουν πολύ καλά πού βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος γι’ αυτές. Αυτός είναι ο εφιάλτης τους και αυτόν προσπαθούν να εξορκίσουν.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι παραγνωρίζουμε, προσπερνάμε τις συνέπειες και τα ζητήματα που έθεσε η παλινόρθωση, η ήττα. Αντίθετα, θεωρούμε πως η αντιμετώπισή τους βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των καθηκόντων που έχουν οι κομμουνιστές.
Μόνο που δεν θεωρούμε ότι μπορούν να αντιμετωπισθούν ενδίδοντας σε απόψεις και θεωρήματα των δυνάμεων του συστήματος και των πάσης μορφής κολαούζων τους.
Μπορούν, πρέπει και θα αντιμετωπισθούν στη βάση των απαιτήσεων της ταξικής πάλης και με όρους κινήματος. Αλλά σ’ αυτά θα αναφερθούμε και στη συνέχεια.

Η δύναμη του σοσιαλιστικού οράματος

Αποφασιστικής σημασίας ζήτημα αποτελεί η αποκατάσταση της ελκτικής δύναμης του σοσιαλιστικού οράματος, της σοσιαλιστικής προοπτικής. Η αντιμετώπιση της φθοράς που έχει υποστεί στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών. Μια φθορά που λιγότερο οφείλεται στις επιθέσεις των εχθρών του σοσιαλισμού και περισσότερο στο υπαρκτό γεγονός της παλινόρθωσης. Μια εξέλιξη με σοβαρές αρνητικές συνέπειες. Την απογοήτευση των λαϊκών μαζών, την ηττοπάθεια και κυρίως την ενίσχυση μιας αίσθησης αδιεξόδου. Μια αίσθηση που οδηγεί είτε στην αδρανοποίηση και την υποταγή είτε στην αναζήτηση «διεξόδων» σε λαθεμένες, αδιέξοδες ή και ελεγχόμενες από το σύστημα κατευθύνσεις με αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερες απογοητεύσεις.
Η αναγκαιότητα μιας τέτοιας αποκατάστασης αποτελεί ζήτημα κρίσιμης σημασίας και για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Η προοπτική του σοσιαλισμού, η προσδοκία για μια κοινωνία δικαίου αποτελούσε πάντα ένα όραμα με μεγάλη ελκτική δύναμη για τους κολασμένους της γης ανά τους αιώνες.
Ένα όραμα που αποτελούσε πηγή έμπνευσης που οιστρηλατούσε τους πρωτοπόρους αγωνιστές και τους ωθούσε στο να εντάσσονται με αυταπάρνηση στον αγώνα για την υλοποίηση μιας τέτοιας προοπτικής. Σ’ αυτή τη βάση διαμορφωνόταν και σε ενοποιητικό παράγοντα που συνένωνε, οργάνωνε και συγκροτούσε τις λαϊκές δυνάμεις στον αγώνα τους ενάντια στο σύστημα και για μια άλλη κοινωνία.
Ειδικότερα για την εργατική τάξη αποτελεί το στοιχείο που ολοκληρώνει τη συγκρότησή της. Που ορίζει την προοπτική του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος. Που αποτελεί την πολιτική του «πρόταση» στην κοινωνία με όλη τη σημασία που έχει αυτό και τη δυναμική που προσδίδει στον αγώνα του. Που αποτελεί τη μόνη πραγματική διέξοδο της πάλης των λαών και την απάντηση στα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Η αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος δεν είναι μια εύκολη και απλή υπόθεση ούτε και θα πραγματοποιηθεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Προϋποθέτει αγώνα και απαντήσεις σε μια σειρά ζητήματα.
Πού, πώς, σε ποιο πεδίο μπορεί να πραγματοποιείται αυτή η κατάσταση.
Αν είναι εφικτός ο σοσιαλισμός, η ουτοπία όπως υποστηρίζεται από τις δυνάμεις του συστήματος. Συναφές το ερώτημα για το αν η Οκτωβριανή Επανάσταση και ο σοσιαλισμός στη συνέχεια αποτελούσε ένα «συμπτωματικό» γεγονός, η έκφραση της ιστορικής εξέλιξης.
Αναγκαία η υπεράσπιση της προσφοράς του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και του σοσιαλισμού απέναντι στην απαξίωση και τις συκοφαντίες εχθρών και «φίλων».
Αποφασιστικής σημασίας η πειστική ερμηνεία των όρων και των αιτιών της παλινόρθωσης. Δεν είναι ένα απλά θεωρητικό ή ιστορικό ζήτημα αλλά όρος ανάπτυξης της πάλης για τον σοσιαλισμό. Δεν μπορούμε να απευθυνόμαστε στον κόσμο της δουλειάς χωρίς πειστικές εξηγήσεις γι’ αυτό που συντελέστηκε. Χωρίς τη συναγωγή διδαγμάτων και συμπερασμάτων που θα εξοπλίζουν το κίνημα απέναντι στον πάντα υπαρκτό κίνδυνο πισωγυρισμάτων. Που να πείθουν για τη δυνατότητα αντιμετώπισης των ανεπαρκειών που εμφανίστηκαν. Που θα μας καταδείχνουν ταυτόχρονα το πώς αντιλαμβανόμαστε τον σοσιαλισμό για τον οποίο του προτείνουμε να αγωνιστεί. Που θα προσφέρουν πολύτιμα και ουσιαστικά στοιχεία στη διαμόρφωση της σημερινής φυσιογνωμίας και γραμμής του κινήματος.
Σε σχέση με το πού και πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η αποκατάσταση αναφερθήκαμε ήδη στις προηγούμενες σελίδες. Στο πεδίο της ταξικής πάλης. Εκεί που μέσα στον αγώνα της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών διαμορφώνονται οι όροι απόρριψης, ΑΡΝΗΣΗΣ του καπιταλιστικού συστήματος. Που δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τον μετασχηματισμό αυτής της άρνησης σε ΘΕΣΗ.
Αναφερθήκαμε επίσης ως ένα βαθμό και στο αν ο σοσιαλισμός είναι ουτοπία.
Η άποψη περί ουτοπίας προσπερνάει (και καθόλου αθώα) την πραγματικότητα. Το γεγονός ότι ο σοσιαλισμός …υπήρξε. Το ότι άλλαξε όχι μόνο τη Ρωσία αλλά τον κόσμο ολάκερο. Αλλά εδώ περισσότερο θα θέλαμε να σταθούμε σε μια συναφή (και υποστηρικτική της προηγούμενης) άποψη. Αυτήν που υποστηρίζει ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση (και συνακόλουθα ο σοσιαλισμός) δεν ήταν παρά ένα «συμπτωματικό» γεγονός. Μια «ιδιοτροπία» της ιστορίας, έξω από την «κανονικότητα» της εξέλιξής της. Κάτι που μπόρεσε να υπάρξει στη βάση ιδιαίτερων και απρόβλεπτων συνθηκών και το οποίο δεν μπορεί να επαναληφθεί. Πως η παλινόρθωση δεν αποτελεί παρά την επιβεβαίωση αυτής της εκτίμησης καθώς και της άποψης πως ο σοσιαλισμός είναι μια ουτοπία η οποία δεν μπορεί να υπάρξει και να επιβιώσει σαν κοινωνικό σύστημα.
Παραλλαγές αυτών των απόψεων μπορεί να συναντήσουμε και στην υποτιθέμενη «αριστερή» πλευρά του φάσματος έστω και αν τίθενται ανοιχτά και συγκαλυμμένα. Η άποψη λ.χ. για το «πραξικόπημα» του Λένιν που ανέκοψε τη δημοκρατική εξέλιξη της Ρωσίας έχει μεγάλη πέραση σε πολλούς «αριστερούς» κύκλους. Ακόμη χειρότερα. Από τους ίδιους κύκλους εκστομίστηκε εκείνο το απερίγραπτης θρασύτητας και απύθμενης χυδαιότητας και ξετσιπωσιάς «ευτυχώς σύντροφοι νικηθήκαμε». Αλλά ας περάσουμε στην ουσία.
Η άποψη αυτή παραγνωρίζει εσκεμμένα ορισμένα ουσιώδη ζητήματα.
Το πρώτο και κύριο την ύπαρξη της ταξικής πάλης.
Της πάλης ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική αστική τάξη από τη μια και την εργατική τάξη από την άλλη.
Το γεγονός ότι η ύπαρξη αυτών των τάξεων, η αγεφύρωτη αντίθεσή τους, η ταξική πάλη ανάμεσά τους παραμένουν οι καθοριστικοί παράγοντες της ιστορικής εξέλιξης.
Το ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν ήταν ένα «συμπτωματικό» γεγονός αλλά μια φάση κορύφωσης αυτής της πάλης ανάμεσα στις δυο αυτές τάξεις.
Το ότι η κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, το επαναστατικό κύμα που κατέκλυσε τον κόσμο ήταν εκφράσεις της νικηφόρας για την εργατική τάξη έκβασης της ταξικής πάλης σ’ εκείνη τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.
Στη βάση της ίδιας αντίληψης αντιμετωπίζουμε και το ζήτημα της παλινόρθωσης. Σαν έκφραση της ήττας της εργατικής τάξης στο πεδίο της ταξικής πάλης. Μιας πάλης που συνεχιζόταν σε όλα τα πεδία (και στις καπιταλιστικές και τις σοσιαλιστικές χώρες) και ανεξάρτητα των μορφών που έπαιρνε κάθε φορά και στην κάθε περίπτωση.
Αυτό δεν είναι κάτι πρωτοφανέρωτο στην ιστορία. Κάθε μεταβολή τέτοιων διαστάσεων είχε πάντα πίσω της μια ιστορική διαδρομή όπου οι νίκες εναλλάσσονταν με τις ήττες, τα προχωρήματα με τα πισωγυρίσματα μέχρι την επικράτηση του νέου πάνω στο παλιό.
Αυτό συνέβη με τον καπιταλισμό που χρειάστηκε μερικούς αιώνες μέχρι να επιβληθεί οριστικά στη φεουδαρχία, που παρόλα αυτά συνεχίζει να επιβιώνει σε μια σειρά χώρες ακόμη και σήμερα.
Για ποιον λόγο η αναμέτρηση του σοσιαλισμού με τον καπιταλισμό θα ‘πρεπε να εξελιχθεί διαφορετικά και να κριθεί εφάπαξ; Πολύ περισσότερο που ο σοσιαλισμός δεν ήρθε να αντικαταστήσει ένα εκμεταλλευτικό σύστημα με ένα άλλο; Δεν μπορούσε -όπως ο καπιταλισμός- να χρησιμοποιήσει σχέσεις και «εργαλεία» που ως ένα τουλάχιστον βαθμό είχαν διαμορφωθεί στην προηγούμενη περίοδο και έπρεπε να ξεκινήσει «από το μηδέν».
Είναι αλήθεια ότι η νίκη του Οκτώβρη και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δημιούργησε -πέραν των άλλων- και μια αίσθηση ότι «τελειώσαμε» με τον καπιταλισμό. Δεν ήταν έτσι και αποδείχτηκε.
Σήμερα ωστόσο μπορούμε να τοποθετήσουμε τις εξελίξεις στη συγκεκριμένη ιστορική τους διάσταση. Να δούμε πιο καθαρά ότι τόσο η νίκη του Οκτώβρη όσο και η ήττας της παλινόρθωσης αποτέλεσαν εκφράσεις της ταξικής πάλης που η έκβασή της καθορίστηκε από συγκεκριμένους παράγοντες τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση.
Πάνω απ’ όλα χρειάζεται να σταθούμε στο εξής. Στο ότι αυτή η ταξική πάλη συνεχίζεται ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική αστική τάξη από τη μια και την εργατική από την άλλη.
Ναι, η νίκη της εργατικής τάξης δεν ήταν οριστική. Πολύ περισσότερο δεν είναι οριστική η νίκη της αστικής τάξης. Το καπιταλιστικό σύστημα από την ίδια τη φύση, τη δομή και τη λειτουργία του, δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη δύναμη που θα συνεχίζει να υπάρχει στα πλαίσιά του, να το αμφισβητεί, να το αντιμάχεται, να διεκδικεί τη θέση και τον ρόλο της. Είναι το ίδιο το σύστημα που θα συνεχίζει να εκτρέφει τη δύναμη και να διαμορφώνει τους όρους ανατροπής του. Ας του έχουμε «εμπιστοσύνη».

Η υπεράσπιση της προσφοράς του κομμουνιστικού κινήματος

Ιδιαίτερη σημασία έχει σε σχέση με το ζήτημα που μας απασχολεί η υπεράσπιση της προσφοράς του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και του σοσιαλισμού στον κόσμο της δουλειάς, συνολικά στους λαούς και γενικότερα στην ανθρωπότητα. Η αντίκρουση των ποταμών λάσπης που ξεχύνονται καθημερινά από χιλιάδες κρουνούς του συστήματος. Των τερατωδών ψεμάτων και συκοφαντιών. Αυτών που εκπορεύονται από φανερούς εκπροσώπους του συστήματος αλλά και από πλευρές που εμφανίζονται σαν «αντικειμενικές», «προοδευτικές» ή και «αριστερές». Αυτών που προσπερνούν και αποσιωπούν τα μεγάλα επιτεύγματα, τις κατακτήσεις που προσέφερε αυτό το κίνημα στον κόσμο. Που υπερδιογκώνουν τις ατέλειες, τις αδυναμίες, τα προβλήματα που αναπόφευκτα εμφάνισε αυτή η τιτάνια προσπάθεια για να την μηδενίσουν. Στο ζήτημα αυτό υπάρχουν και μπορούν να δοθούν όλες οι απαντήσεις. Αναφερθήκαμε ως ένα βαθμό στο κεφάλαιο για το ποιον «κόσμο» διαμόρφωνε η έφοδος του κινήματος και ποιον η κυριαρχία του συστήματος καθώς και σε άλλα σημεία αυτού του κειμένου. Θα μπορούσαν να ειπωθούν πολύ περισσότερα. Αλλά πέρα από τις όποιες δικές μας απαντήσεις υπάρχει η ίδια η πραγματικότητα. Υπάρχει η ιστορία.
Υπάρχει το γεγονός ότι αν ο κόσμος έκανε ορισμένα βήματα προς τον «εξανθρωπισμό» των σχέσεων που τον διέπουν, το οφείλει σ’ αυτό το κίνημα. Υπάρχει ακόμη το γεγονός ότι αν επιστρέφει σε συνθήκες βαρβαρότητας, οφείλεται στον ίδιο παράγοντα από την ανάποδη. Στην ήττα αυτού του κινήματος, στην επικράτηση των δυνάμεων του συστήματος. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο τι μπορεί να ειπωθεί. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι δεν υπήρξε ένα διαρκές, αποφασιστικό και αποτελεσματικό ιδεολογικό μέτωπο απέναντι σ’ αυτή τη διαστρέβλωση της ιστορίας. Στην υποτονική έως ανύπαρκτη αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος με βάση την κυριαρχία -για δεκαετίες- στο κίνημα ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων που περισσότερο συνέδραμαν παρά αντιπάλευαν την προπαγάνδα του συστήματος.
Μια κατάσταση που -εκ των πραγμάτων- δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ολοκληρωμένα οι προσπάθειες όσων κομμουνιστών επέμεναν στον δρόμο τους. Οπωσδήποτε αποτελεί αυτό ένα σημαντικό πεδίο πάλης που οφείλεται να αντιμετωπισθεί αποφασιστικά με συνεχείς και επίμονες προσπάθειες.

Για το ζήτημα της παλινόρθωσης

Από τα πιο κρίσιμα ζητήματα η ερμηνεία, των όρων και των αιτιών της παλινόρθωσης. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για την «εκ νέου» συγκρότηση της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της», τη συνολική ανασύσταση, ανασυγκρότηση του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας.
Ο προσδιορισμός των όρων και των αιτιών αποτελεί επίσης προϋπόθεση για την αποκατάσταση της ελκτικής δύναμης της σοσιαλιστικής προοπτικής. Οι απαντήσεις στα ζητήματα που έχει θέσει η παλινόρθωση προσδιορίζουν ταυτόχρονα και σημαντικά στοιχεία του πώς αντιλαμβανόμαστε το ζήτημα του σοσιαλισμού.
Η συναγωγή, αφομοίωση των αντίστοιχων συμπερασμάτων και διδαγμάτων διαμορφώνουν -ενσωματωμένα σε αυτήν- τη σημερινή φυσιογνωμία και γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος.
Για να το θέσουμε με τον πιο απλό τρόπο. Δεν μπορούμε να απευθυνόμαστε στον κόσμο της δουλειάς, σε όλους αυτούς που αγωνίζονται χωρίς απαντήσεις στα ζητήματα που έτσι ή αλλιώς καθημερινά θέτουν.
Χωρίς πειστικές εξηγήσεις για το ζήτημα της παλινόρθωσης, και τέτοιες που να καταδείχνουν ότι μπορούν να συναχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα και διδάγματα. Ότι αυτά παρέχουν τα αναγκαία εφόδια για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που έχουν τεθεί. Και τέτοια που να προσδιορίζουν σε βασικές έστω γραμμές ποιο είναι αυτό για το οποίο καλείται να αγωνιστεί.
Αυτή η αναγκαιότητα γίνεται ακόμα πιο επιτακτική με βάση το κλίμα και τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί. Την απογοήτευση των λαϊκών μαζών από την παλινόρθωση από την ήττα. Τον καθημερινό βομβαρδισμό που δέχεται από τις δυνάμεις του συστήματος τόσο σε αναφορά με αυτό το ζήτημα όσο και γενικότερα.
Τις αποπροσανατολιστικές οπορτουνιστικές «ερμηνείες» που πλασάρονται από μικροαστικές, ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές τάσεις και δυνάμεις, και οι οποίες επιτείνουν τη σύγχυση και την απογοήτευση.
Στο ζήτημα της παλινόρθωσης από τη μεριά μας έχουμε αναφερθεί πολλές φορές εκτεταμένα και αναλυτικά. Δεν μπορούμε να μεταφέρουμε σ’ αυτές τις γραμμές το σύνολο των εκτιμήσεών μας. Θα ήταν άλλωστε δυσανάλογο σε σχέση με το όλο κείμενο.
Θα προσπαθήσουμε ωστόσο να δώσουμε τα βασικά στοιχεία της οπτικής μας και με όσο γίνεται πιο σαφή και κατανοητό τρόπο. Ακόμα πιο «ελλειπτικοί» θα είμαστε όσον αφορά τις απόψεις άλλων δυνάμεων για το ίδιο ζήτημα. Έχοντας και σ’ αυτές αναφερθεί με άλλες ευκαιρίες θα περιοριστούμε εδώ σε ορισμένες γενικές αναφορές και περισσότερο για να προσδιορίσουμε τις διαφορές και την αντίθεση της δικής μας οπτικής σε σχέση με αυτές.

Ερμηνείες και ερμηνείες

Ένα βασικό και γενικότερου χαρακτήρα στοιχείο των διαφόρων απόψεων και ερμηνειών είναι το ότι όλες τους προσεγγίζουν το ζήτημα -θα λέγαμε- «αντίστροφα». Αφετηρία της προσέγγισής τους είναι οι σημερινές πολιτικές τους επιδιώξεις, η σημερινή τους γραμμή και οι «ερμηνείες» τους το μέσον για τη δικαίωση και καταξίωσή της. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την αστική άποψη που διακηρύσσοντας την «αποτυχία» του σοσιαλισμού επιδιώκει την ανάδειξη του καπιταλισμού σαν «μονόδρομο» και τη διαιώνιση της κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος. Ισχύει και για τις εκφράσεις της μικροαστικής αντίληψης πραγμάτων. Της κάθε μορφής ρεφορμιστικές, ρεβιζιονιστικές, οπορτουνιστικές απόψεις και προσεγγίσεις που από «άλλους» δρόμους οδηγούνται στο ίδιο αποτέλεσμα.
Εδώ θα μπορούσε να μας αποδοθεί η ίδια κατηγορία. Ότι κι εμείς ξεκινάμε από τη γραμμή υπεράσπισης της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κινήματος, του σοσιαλισμού. Αποδεχόμαστε την «μομφή». Ναι, έτσι λειτουργούμε. Μόνο που αυτό έχει τους όρους του και που είναι πολύ διαφορετικοί από εκείνους στη βάση των οποίων λειτουργούν κάποιοι άλλοι. Η ουσιαστική προσέγγιση και ερμηνεία των πραγματικών δεδομένων γι’ αυτούς που θέλουν να υπηρετήσουν την υπόθεση της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού, είναι ο εκ των ων ουκ άνευ όρος για την προώθηση των επιδιώξεών τους. Για τους κομμουνιστές -όπως σχετικά αναφέρεται και ο Λένιν- η αλήθεια δεν είναι απλά και μόνο ένα ζήτημα ηθικής τάξης. Είναι βασικό και αναντικατάστατο πολιτικό τους όπλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι απαντήσεις -η αλήθεια- βρίσκονται κάπου έτοιμες και δεν έχουμε παρά να πάμε και να τις παραλάβουμε. Αυτό που έχουμε ξεκαθαρισμένο είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτήν. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς να αναζητήσουμε τις πραγματικές απαντήσεις. Ακριβώς επειδή μόνο αυτές μπορούν να δώσουν την ΑΠΑΝΤΗΣΗ στο ζήτημα που έχει τεθεί.
Αυτά δεν σημαίνουν πως δεν αναγνωρίζουμε ότι στις προσεγγίσεις που γίνονται από διάφορες πλευρές, στις κριτικές που διατυπώνονται θίγονται και υπαρκτά προβλήματα του σοσιαλιστικού σχηματισμού. Μόνο που τις περισσότερες φορές αυτές δεν αποτελούν παρά την προμετωπίδα για να πλασαριστούν «στο σωρό» διαφόρων ειδών εφευρέσεις και με διαφανή σκοπιμότητα.
Τη «νομιμοποίηση» των οπορτουνιστικών κατευθύνσεων στο κίνημα, την παραίτηση ουσιαστικά από τη σοσιαλιστική κατεύθυνση, την αποδοχή του καπιταλιστικού «μονόδρομου».
Το αν αυτό εκφράζεται ανοιχτά ή συγκαλυμμένα ελάχιστη σημασία έχει και μόνο ένα ζήτημα θέτει. Την αναγκαιότητα αποκάλυψης της ουσίας, του περιεχομένου και των πολιτικών τους στοχεύσεων.
Και για να γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι. Δεν είναι τυχαίο ότι στο σύνολό τους σχεδόν υιοθετούν τις αστικές συκοφαντίες, τον οχετό λάσπης που έχει εξαπολύσει το σύστημα ενάντια στον σοσιαλισμό. Μια υιοθέτηση που πάει χέρι-χέρι με την αποσιώπηση, υποβάθμιση, μηδενισμό των μεγάλων επιτευγμάτων και κατακτήσεων του σοσιαλισμού και γενικότερα της προσφοράς του κομμουνιστικού κινήματος στον κόσμο.
Στον ίδιο καμβά η από κοινού με τους κονδυλοφόρους του συστήματος δαιμονοποίηση του Στάλιν έχει συγκεκριμένες στοχεύσεις. Την αμαύρωση της εικόνας εκείνου που ηγήθηκε αυτής της τιτάνιας προσπάθειας και απαξίωσης του έργου που συντελέστηκε.
Ταυτόχρονα με πλήρη επίγνωση ότι «αποτασσόμενοι τον Σατανά»-Στάλιν εκπληρώνουν έναν βασικό όρο αποδοχής τους από το σύστημα ως «κανονικών αριστερών».
Την ίδια αποδοχή επιζητούν και οι θιασώτες του «δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό», αποσυνδέοντας το ζήτημα με τα πραγματικά προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μια και ούτε αυτά τους απασχολούν ούτε και ο σοσιαλισμός.
Δεν μπορούν ούτε και θέλουν να δώσουν απαντήσεις οι αντιλήψεις που υποβαθμίζουν ή και αρνούνται την ύπαρξη και σημασία των κοινωνικών αντιθέσεων στον σοσιαλισμό και την αναγκαιότητα αντιμετώπισης των ζητημάτων που θέτει η συνεχιζόμενη ταξική πάλη.
Απόψεις που προσπερνούν τη σημασία και το βάρος που έχει ο ρόλος της εργατικής τάξης σ’ αυτή την πάλη και συνολικά στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, μια και η οπτική τους βασίζεται στη θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων.
Τις ίδιες θεωρητικές αφετηρίες έχουν και -υποτίθεται- «προωθημένες» απόψεις που θεωρούν σαν βασική αιτία το ότι το σοσιαλιστικό εγχείρημα δεν προχώρησε άμεσα στην προώθηση σχέσεων κομμουνιστικού χαρακτήρα. Σχέσεων που κατά τις αντιλήψεις τους ήταν σχεδόν «έτοιμες», μια και ήδη είχαν διαμορφωθεί στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος και με βάση την ανάπτυξή του.
Από κοντά και απόψεις που ανάγουν το ζήτημα της παλινόρθωσης σε «προδοσία» των ηγετικών στελεχών του ΚΚΣΕ για να οδηγηθούν σε θέσεις συγκάλυψης του ρόλου εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων και των διεργασιών που υπήρξαν τα εκκολαπτήρια της Νέας Αστικής Τάξης στη Σ.Ε.
Δεν είναι λιγότερο «αθώες» οι μικροαστικού ιδεαλιστικού χαρακτήρα αντιλήψεις που προσεγγίζουν το ζήτημα εκτός τόπου, χρόνου και συγκεκριμένων συνθηκών. Που δεν κάνουν καν τον κόπο να ασχοληθούν σοβαρά με αυτά που πραγματικά υπήρξαν αλλά τα «αγνοούν» και τα απορρίπτουν μια και δεν εναρμονίζονται με τα σχήματα «ιδανικών σοσιαλισμών» που ανέξοδα φαντασιώνονται.
Και βεβαίως δεν αποτελούν απάντηση οι απόψεις που υποστηρίζουν ότι όλα οφείλονται στο ότι δεν τηρήθηκαν οι αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και οι επιταγές του, οι κατευθύνσεις της θεωρίας, των κλασικών κ.λπ. Ένα ζήτημα εδώ είναι το πώς αντιλαμβάνονται την μαρξιστική λενινιστική θεωρία μια και τέτοιες «οδηγίες πλεύσης» και δια πάσαν χρήσιν ούτε υπήρχαν ούτε θα μπορούσαν να υπάρχουν. Ταυτόχρονα είναι ορατή η συνάφεια της άποψης με την αντίστοιχη περί «προδοσίας» και σε ποια συμπεράσματα μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια αντιμετώπιση των πραγμάτων.
Στην πραγματικότητα αυτό που πέραν των άλλων καθρεφτίζει μια τέτοια αντιμετώπιση μοιάζει περισσότερο σαν μορφή «παραίτησης» μπροστά στην -υπαρκτή- δυσκολία αντιμετώπισης των ζητημάτων που έχουν τεθεί και ζητάν απαντήσεις.

Η δική μας άποψη

Το ζήτημα έχει κατ’ αρχάς την ιστορική του διάσταση. Η ιστορική εξέλιξη έχει τους δικούς της όρους. Δεν πραγματοποιείται ούτε κατά τις επιθυμίες μας ούτε τους υπολογισμούς ή «προγραμματισμούς» του οποιουδήποτε. Οι μεγάλες κοινωνικές μεταβολές δεν συντελούνται εφάπαξ. Προηγείται μια μακρόχρονη πορεία διαμόρφωσης όρων και συνθηκών, μικρών και μεγάλων αναμετρήσεων διαφοροποίησης συσχετισμών που προετοιμάζουν το έδαφος των μεγάλων ανατροπών.
Έτσι συνέβαινε πάντα στην ιστορία και έτσι θα συνεχίσει να συμβαίνει.
Έτσι συνέβη με το πέρασμα από τη δουλοκτητική κοινωνία στη φεουδαρχία, έτσι από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό και ανάλογα εξελίσσεται το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό.
Πολύ περισσότερο που ο σοσιαλισμός με μια έννοια «τα ‘βαλε με τους αιώνες». Δεν ήρθε να αντικαταστήσει ένα σύστημα εκμετάλλευσης με ένα άλλο, αλλά να ανατρέψει εκ βάθρων σχέσεις, νοοτροπίες, παραδοχές και αντιλήψεις ριζωμένες για χιλιετίες.
Μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι από γενική άποψη οι ανεπάρκειες που εμφανίστηκαν σ’ αυτή την προσπάθεια συνδέονται άμεσα με το αντικειμενικό γεγονός ότι τέτοιων διαστάσεων και βάθους εγχείρημα, πραγματοποιούνταν για πρώτη φορά στην ιστορία.
Και μπορούμε ταυτόχρονα να πούμε πως παρ’ όλο που δεν ολοκληρώθηκε, οι ανατροπές που επέφερε είναι κατ’ ουσίαν μη αναστρέψιμες. Ο κόσμος δεν είναι πια αυτός που ήταν πριν τον Οκτώβρη και ούτε πρόκειται να ξαναγίνει.
Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο η παλινόρθωση δεν υπήρξε τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από το αποτέλεσμα της έκβασης της ταξικής πάλης στη συγκεκριμένη ιστορική φάση.
Όπως ακριβώς -αλλά σε αντίστροφη κατεύθυνση- η Οκτωβριανή επανάσταση υπήρξε η έκφραση της νικηφόρας έκβασης αυτής της πάλης.
Το ότι αυτές οι ανατροπές προς τη μια και την άλλη κατεύθυνση εξελίχτηκαν υπό διαφορετικούς όρους και συνθήκες δεν αναιρεί αυτό που είναι το βασικό.
Το ότι αποτελούν εκφράσεις της διαρκούς αναμέτρησης ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό.
Μιας αναμέτρησης που η έκβασή της κρίνεται κάθε φορά στη βάση συγκεκριμένων όρων και συσχετισμών, μιας αναμέτρησης που συνεχίζεται.
Η τέτοια θεώρηση του πράγματος ένα κυρίως ζήτημα θέτει. Τη διερεύνηση των όρων στη βάση των οποίων εξελίχθηκαν αυτές οι ανατροπές τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση και η συναγωγή των αναγκαίων διδαγμάτων.
Μια πρώτη και βασική συνθήκη του ζητήματος που τίθονταν συνδέεται με τον χαρακτήρα συγκρότησης της εργατικής τάξης, της κινητήριας κοινωνικής δύναμης του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Η εργατική τάξη είχε συγκροτηθεί σαν τέτοια στα πλαίσια και τις συνθήκες του καπιταλιστικού συστήματος και στη βάση της αντιπαλότητάς της με το κεφάλαιο. Ο «εξοπλισμός» της συνδέονταν κατά κύριο λόγο με τις απαιτήσεις της αναμέτρησης με τις δυνάμεις του συστήματος. Με βάση μάλιστα της νικηφόρας έκβασης αυτής της αναμέτρησης μπορεί να κριθεί σαν κατά βάσιν επαρκής. Δεν ήταν ωστόσο -και δεν θα μπορούσε να ήταν- αντίστοιχα προετοιμασμένη σε αναφορά με τα προβλήματα που θα της έθετε η σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Η ολοκλήρωση της συγκρότησής της στη βάση των απαιτήσεων αυτού του νέου πεδίου θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα σ’ αυτό και υπό τον όρο της ενεργοποίησης, της πάλης για την αντιμετώπισή τους.
Αντίστοιχο ζήτημα υπήρξε σε σχέση με το θεωρητικό, ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο τόσο της τάξης όσο και του κόμματός της. Η πληρότητα της ανάλυσης του καπιταλιστικού συστήματος, ο θεωρητικός, ιδεολογικός εξοπλισμός της εργατικής τάξης και των κομμουνιστών είχε -αντικειμενικά- τα όρια της συγκεκριμένης, της βιωμένης πραγματικότητας, τα όρια της «πράξης». Οι θεωρητικές κατευθύνσεις που υπήρχαν για το ζήτημα του σοσιαλισμού αποτελούσαν μια βάση αλλά δεν αποτελούσαν -δεν θα μπορούσαν και ούτε και «έπρεπε»- έναν οδηγό δράσης και δια πάσαν χρήσιν.
Ο εμπλουτισμός της περνούσε «υποχρεωτικά» και γι’ αυτήν μέσα από την αντιμετώπιση των νέων προβλημάτων και των απαντήσεων που θα δίνονταν στην πράξη. Αυτά σημαίνουν πως όσο μεγαλύτερη επίγνωση υπάρχει αυτών των «ορίων», τόσο πιο ουσιαστική αντιμετώπιση των ζητημάτων που ανακύπτουν μπορεί να γίνεται. Έτσι ή αλλιώς οι αδυναμίες αυτές εκφράστηκαν λιγότερο ή περισσότερο κάθε φορά στα προβλήματα που έθετε το εγχείρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Για τις παραγωγικές σχέσεις

Ένα θεμελιώδες πρόβλημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και στο οποίο εμφανίστηκαν αυτά τα «όρια» ήταν -και παραμένει- η διαμόρφωση παραγωγικών σχέσεων σοσιαλιστικού χαρακτήρα. Στο ζήτημα αυτό θα αναφερθούμε περισσότερο στο κεφάλαιο για τον σοσιαλισμό. Εδώ μπορούμε να σημειώσουμε τα εξής.
Το βασικό πρόβλημα σε σχέση με αυτό το ζήτημα βρισκόταν στο ότι οι σοσιαλιστικές σχέσεις έπρεπε να διαμορφωθούν εξαρχής χωρίς προηγούμενες εμπειρίες και δεδομένα. Η εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας χρήσιμη αλλά όχι επαρκής για τις διαστάσεις αυτού που επιχειρούνταν. Απέναντι σ’ αυτό, η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής και η κολεκτιβοποίηση στη συνέχεια υπήρξαν, αναμφίβολα, μέτρα σοσιαλιστικής κατεύθυνσης. Ήταν ο άμεσος, αναγκαίος και εφικτός τρόπος για το πέρασμα της παραγωγικής, οικονομικής διαδικασίας από την εξουσία της αστικής στον έλεγχο της εργατικής τάξης. Το ζήτημα δεν βρίσκεται σ’ αυτό. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι αυτά αντιμετωπίστηκαν σαν ολοκλήρωση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Στο ότι θεωρήθηκε πως η αστική τάξη είχε νικηθεί οριστικά και τελεσίδικα.
Υποτιμήθηκε το ότι στο καθεστώς που διαμορφώθηκε «συνυπήρχαν» -ανταγωνιζόμενες- σχέσεις τόσο του «παρελθόντος» όσο και του «μέλλοντος». Το ότι αυτές θα μπορούσαν να εξελιχθούν είτε προς τη μια είτε προς την άλλη πλευρά. Το ότι η μορφή και κυρίως ο χαρακτήρας των διαμορφούμενων παραγωγικών σχέσεων θα κρίνονται στη βάση και με όρους πάλης ανάμεσα στην αστική και την εργατική σοσιαλιστική κατεύθυνση. Κατευθύνσεις οι οποίες δεν υπήρχαν απλώς γενικά και αφηρημένα αλλά συνδέονταν και με κοινωνικές δυνάμεις που υπήρχαν και αναδείχνονταν στα πλαίσια του σοσιαλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού.
Θα πρέπει να παίρνεται σοβαρά υπόψη ότι το όλο εγχείρημα πραγματοποιούνταν κάτω από συνθήκες μεγάλης πίεσης. Πίεσης τόσο «εσωτερικής» όσο και εξωτερικής.
Εσωτερικά το γεγονός της μεγάλης οικονομικής καθυστέρησης της Ρωσίας που επιτείνονταν από τις καταστροφές του πολέμου. Της έλλειψης επαρκών πόρων και κεφαλαίων. Του μικρού σχετικά μεγέθους της εργατικής τάξης σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό. Την έλλειψη στελεχών ικανών να επανδρώσουν τον παραγωγικό (και όχι μόνο) μηχανισμό που ανάγκαζε στη χρησιμοποίηση στελεχών αστικής προέλευσης για ένα διάστημα. Την υπονόμευση και τα σαμποτάζ. Την αντίδραση των δυνάμεων του παλιού καθεστώτος που υποστηριζόμενες από τους ιμπεριαλιστές προχώρησαν σε ένοπλη αντεπανάσταση. Την αντίδραση ακόμη και δυνάμεων που εμφανίζονταν σαν αριστερές, σοσιαλιστικές αλλά συμπαρατάχθηκαν τελικά με τις δυνάμεις της αντίδρασης.
Εξωτερικά αντιμετώπιζε την -αναμενόμενη- εχθρότητα όλων των καπιταλιστικών χωρών, την περικύκλωση, τον αποκλεισμό έως και την ένοπλη επέμβαση. Η πίεση αυτή έγινε ασφυκτική με βάση τα σύννεφα πολέμου που διαγράφονταν στον ορίζοντα. Ενός πολέμου που σχεδιαζόταν να εξαπολυθεί ενάντια στη νεοσύστατη σοσιαλιστική χώρα. Μια απειλή που περιόριζε τα περιθώρια κίνησης στο ελάχιστο. Όταν ο Στάλιν έλεγε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ότι «πρέπει να κατορθώσουμε να πραγματοποιήσουμε σε δέκα χρόνια αυτά που οι καπιταλιστικές χώρες κατάφεραν σε εκατό» είχε επίγνωση του τι διακυβευόταν και πώς μπορούσε να αντιμετωπισθεί. Το ότι κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν αυτόν τον στόχο αποτελεί τη δόξα και το μεγαλείο αυτών που εργάστηκαν που πάλεψαν γι’ αυτό.
Το ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων που τίθονταν σε βάση επείγοντος είχε και τις παρενέργειές της, ήταν το κόστος που επωμίστηκε η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Η υιοθέτηση λύσεων υπό πίεση μπορεί να ήταν (και ήταν στις περισσότερες φορές) αναγκαία, σημαίνει ωστόσο ένα πράγμα. Ότι δεν ήταν πάντα εκείνες που θα μπορούσαν να παρθούν, αν υπήρχαν τα αναγκαία περιθώρια προετοιμασίας και διαμόρφωσης εκείνων των όρων που θα τις καθιστούσαν και τις πιο κατάλληλες. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφερθούμε στην υιοθέτηση του «πολεμικού κομμουνισμού» στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Στην προώθηση της ΝΕΠ. Στη χρήση των αστών ειδικών. Στην επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης και το «βάρος» που απέκτησαν οι «κόκκινοι ειδικοί». Στους ρυθμούς και τις μορφές κολεκτιβοποίησης. Στις επείγοντος χαρακτήρα αμυντικές προετοιμασίες και την ενίσχυση του ρόλου των στρατιωτικών. Οι λύσεις που δίνονται στην πράξη, είτε αναγκαίες είτε όχι έχουν πάντα ορισμένες συνέπειες.
Δημιουργούν δεδομένα που δεν είναι πάντα εύκολο να ανατραπούν, να διορθωθούν. Ταυτόχρονα διαμορφώνουν και τους «ανθρώπους» (κοινωνικές ομάδες, κατηγορίες κ.λπ.) που η υπόσταση και ο ρόλος τους βασίζεται στα δεδομένα που έχουν δημιουργήσει αυτές οι λύσεις. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και όταν ξεπεραστεί η αναγκαιότητα που τις επέβαλε θα υπάρξει αντίδραση στην οποιαδήποτε προσπάθεια ακύρωσής τους από όλους εκείνους που η θέση και ο ρόλος τους βασίστηκε σ’ αυτές τις λύσεις. Το πρόβλημα επιτείνονταν από την ιδεολογικοποίηση αυτών των αναγκαστικών λύσεων. Οι αναγκαστικού χαρακτήρα λύσεις, για να μπορούν να διορθωθούν ή και ακυρωθούν στην πορεία, το λιγότερο που χρειάζεται είναι να προσδιορίζονται εξαρχής σαν τέτοιες. Σαν αναγκαίες υποχωρήσεις οι οποίες μέλλεται να διορθωθούν όταν εκλείψουν οι ανάγκες που τις επέβαλαν. Όταν ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχουν οι δυσκολίες που προαναφέρθηκαν, αυτές γίνονται πολύ μεγαλύτερες όταν οι λύσεις αυτές προβάλλονται σαν οι πιο ενδεδειγμένες για την πορεία του σοσιαλισμού.
Σημαντικό ζήτημα έθετε η υποτίμηση των κοινωνικών αντιθέσεων στα πλαίσια του σοσιαλιστικού σχηματισμού και της συνεχιζόμενης ταξικής πάλης.
Η εξουδετέρωση της αστικής τάξης και των υπολειμμάτων της ήταν σίγουρα μια εξέλιξη καθοριστικού χαρακτήρα. Εκείνο ωστόσο που δεν αντιμετωπίστηκε στις διαστάσεις που είχε ήταν το ότι μέσα στα πλαίσια του σοσιαλιστικού σχηματισμού διαμορφώνονταν -αντικειμενικά- κοινωνικές κατηγορίες με ιδιαίτερη θέση, ρόλο, βλέψεις και συμφέροντα. Η ύπαρξή τους καθόλου δεν σημαίνει αναίρεση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα και προσανατολισμού της κοινωνίας. Σημαίνει «αναγνώριση» των πραγματικών όρων και συνθηκών μέσα από τις οποίες προχωράει η σοσιαλιστική οικοδόμηση. Σημαίνει ότι αυτή αναπτύσσεται με όρους πάλης και οφείλεται να αντιμετωπίζεται σε μια τέτοια βάση.
Η υποτίμηση αυτής της πραγματικότητας είχε τις συνέπειές της. Την ενίσχυση των τάσεων αντιμετώπισης των προβλημάτων που αναφύονταν μέσω των μηχανισμών του κράτους, μια πρακτική που άνοιγε τον δρόμο στην ενίσχυση των αντιλήψεων αστικού χαρακτήρα.
Το κυριότερο. Την ενίσχυση των τάσεων αδρανοποίησης των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων υποστήριξης της σοσιαλιστικής κατεύθυνσης. Των δυνάμεων εκείνων (εργατικής τάξης και κομμουνιστών) που είναι οι κατ’ εξοχήν «αρμόδιες» για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που έθετε η ταξική πάλη με όρους …ταξικής πάλης. Γενικότερα την αποδυνάμωση των διαδικασιών δημιουργίας και ανάπτυξης κοινωνικών «αντισωμάτων» απέναντι σε αστικής ροπής τάσεις και κατευθύνσεις.

Ο κρίσιμος παράγοντας

Το κυριότερο και το πιο αποφασιστικής σημασίας ζήτημα συνδέεται με τον σταδιακό περιορισμό του ρόλου και της παρέμβασης στα τεκταινόμενα της εργατικής τάξης.
Η εργατική τάξη υπήρξε και παραμένει η βασική δύναμη ανατροπής της κυριαρχίας του συστήματος. Στην εργατική τάξη βασίστηκαν στη συνέχεια οι μετασχηματισμοί που έθεσαν τις βάσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτός ο ρόλος συνδέεται με τα χαρακτηριστικά και τη συγκρότησή της σαν τάξης αλλά και την ολόπλευρη πολιτική λειτουργία και παρέμβασή της στα τεκταινόμενα.
Το ζήτημα είναι ότι σταδιακά άρχισαν να ατονούν οι «εσωτερικές» της διεργασίες και να αποδυναμώνεται η παρέμβασή της στα όσα συντελούνταν.
Δεν αναπτύσσονταν στα πλαίσιά της οι διεργασίες προσαρμογής και συγκρότησής της στη βάση των νέων απαιτήσεων. Με αυτούς τους όρους ενισχύονταν οι τάσεις μεταφοράς της αρμοδιότητας στους μηχανισμούς του κράτους και στο κοινωνικό «σώμα» που διαμορφωνόταν στα πλαίσιά του. Αυτές οι εξελίξεις αδρανοποιούσαν τη βασική δύναμη προώθησης του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Του αποστερούσε τον δημιουργικό ρόλο της εργατικής τάξης. Τον παράγοντα διαμόρφωσης των παραγωγικών σχέσεων σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Το βασικό όργανο αντιμετώπισης των ζητημάτων που έθετε η συνεχιζόμενη ταξική πάλη. Τη δύναμη ελέγχου πορείας. Τη σταθερή βάση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της κοινωνίας.
Αυτή η εξέλιξη θεωρούμε ότι υπήρξε η βάση όλων των αρνητικών εξελίξεων και διαμορφώσεων που οδήγησαν στην ανατροπή της επαναστατικής κατεύθυνσης και στην παλινόρθωση.
Με ανάλογο τρόπο εξελισσόταν μια διαδικασία αποσύνδεσης του κόμματος από την τάξη.
«Απορρόφησής» του –ιδιαίτερα των ανώτερων κλιμακίων- από το κράτος.
Μια διαδικασία που οδηγούσε στο να ατονούν ολοένα και περισσότερο οι λειτουργίες του σαν κόμμα και να παίρνουν τυπικό διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Που ακύρωνε την ανεξάρτητη λειτουργία και ρόλο του κόμματος, που «καταργούσε» στην ουσία το κόμμα σαν κόμμα και το μετέτρεπε σε μέρος του κρατικού μηχανισμού. Μια εξέλιξη που αποστερούσε από τους κομμουνιστές τις λειτουργίες και το όργανο παρέμβασής τους. Που αδρανοποιούσε τα μέλη της βάσης του κόμματος, αυτά που βρίσκονταν στην πιο άμεση επικοινωνία με την τάξη. Που υπονόμευε τη σχέση του κόμματος με την εργατική τάξη. Αυτή που δίνει την υπόσταση, τον λόγο ύπαρξης και τον ιδιαίτερο ρόλο του. Που συνέτεινε στην πορεία αδρανοποίησης τόσο της τάξης όσο και του κόμματος -σαν κόμμα- καθώς ούτε το κόμμα αντλούσε ισχύ από τη στήριξή του στην τάξη αλλά ούτε και η εργατική τάξη είχε το κόμμα της. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν μια τάση «μεταφοράς αρμοδιοτήτων» από την εργατική τάξη και το κομμουνιστικό κόμμα στο κράτος και στις δυνάμεις που ολοένα και περισσότερο ενισχύουν τη θέση και τον ρόλο τους σ’ αυτό.

Ο άλλος πόλος

Αν ο ένας πόλος των αρνητικών εξελίξεων βρισκόταν στην απενεργοποίηση της εργατικής τάξης ο άλλος βρισκόταν στην ισχυροποίηση της θέσης και του ρόλου του στρώματος της ιντελιγκένσιας (εργαζόμενης διανόησης όπως την χαρακτήρισε ο Στάλιν).
Βάση δημιουργίας και διαμόρφωσης αυτού του στρώματος υπήρξε το «σώμα» των λεγόμενων «κόκκινων ειδικών». Αυτό το σώμα ήρθε σαν αποτέλεσμα της εκπαιδευτικής έκρηξης στη Σ.Ε. που δημιούργησε εκείνο το στελεχικό δυναμικό που ήρθε να αντικαταστήσει τους αστούς ειδικούς που αναγκαστικά έως τότε χρησιμοποιούνταν.
Αυτό το δυναμικό στελεχώνοντας μηχανισμούς και λειτουργίες συνέβαλε καθοριστικά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικονομίας, της ανάπτυξης, της λειτουργίας του κράτους και τις αμυντικές προετοιμασίες. Αυτή η λύση ήταν εκ των πραγμάτων ο αναγκαίος δρόμος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της σοσιαλιστικής κοινωνίας και τόσο πιο άμεσα όσο πύκνωναν στον ορίζοντα τα σύννεφα του πολέμου.
Είχε ωστόσο και τις παρενέργειές της που σε συνδυασμό με τις αδυναμίες που προαναφέρθηκαν, την υποτίμηση τους και τη μη έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπισή τους είχαν τελικά τις πιο αρνητικές συνέπειες.
Πιο συγκεκριμένα, με αυτή την λύση διαμορφώνονταν ένα στρώμα ειδικών που στελέχωναν τον κρατικό μηχανισμό, τις ανώτερες βαθμίδες του κόμματος, τους οικονομικούς οργανισμούς, τον στρατό, τις αστυνομικές υπηρεσίες κ.λπ. Είναι γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της είχε λαϊκή καταγωγή, σοσιαλιστική διαπαιδαγώγηση και αναδείχτηκαν μέσα από τις λειτουργίες του σοσιαλιστικού σχηματισμού. Εκείνο ωστόσο που διαμόρφωσε και καθόρισε τελικά τα χαρακτηριστικά, τη στάση και τις αντιλήψεις τους ήταν (όπως συμβαίνει παντού και πάντα) οι όροι μέσα στους οποίους λειτουργούσαν.
Αυτοί σε γενικές γραμμές προσδιορίζονταν κατά βάσιν. Από τον όλο και πιο σημαντικό ρόλο που αναλάμβαναν στη λειτουργία του κράτους και της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Από την άλλη, η πορεία αποδυνάμωσης της εργατικής και κομματικής παρέμβασης και ελέγχου των πεπραγμένων αυτού του στρώματος.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση αυτού του στρώματος από τον ρόλο του «υπαλλήλου» της εργατικής τάξης και διαμόρφωσης αντιλήψεων ελίτ. Μιας ελίτ η οποία θεωρούσε πλέον τον εαυτό της σαν τον μόνο αρμόδιο και ικανό να διαχειριστεί και να προωθήσει τις υποθέσεις του κράτους και της κοινωνίας. Να «σχεδιάσει» και να προγραμματίσει την παραγωγή και συνολικά την οικονομική λειτουργία βάσει «επιστημονικών» προδιαγραφών οι οποίες -«αυτοδικαίως»- ανήκαν στη δική της και μόνο αρμοδιότητα.
Μια ελίτ που όσο περισσότερο αποκτούσε συνείδηση κοινότητας θέσης, ρόλου και συμφερόντων και διαμόρφωνε τη δική της (ρεβιζιονιστική) ιδεολογία τόσο και «δυσφορούσε» απέναντι σε οποιαδήποτε απόπειρα ελέγχου από τη μεριά της εργατικής τάξης και του κόμματος.
Ένα κοινωνικό στρώμα που παρά τις -υπαρκτές- στα πλαίσιά του αντιθέσεις ενοποιούνταν και λειτουργούσε σε βάση αντίθεσης ταξικού χαρακτήρα με την εργατική τάξη. Που βυσσοδομούσε απέναντι στην ηγετική ομάδα του ΚΚΣΕ (Στάλιν, Μόλοτοφ κ.ά.) καθώς την αντιμετώπιζε σαν το εμπόδιο για την ολοκλήρωση της κυριαρχίας της.
Συνοψίζοντας. Αν η απενεργοποίηση της εργατικής τάξης ήταν ο βασικός παράγοντας που έδωσε τη δυνατότητα διαμόρφωσης και ενίσχυσης των τάσεων ανατροπής της εργατικής, κομμουνιστικής κατεύθυνσης, αυτό το στρώμα αποτέλεσε τον κοινωνικό και πολιτικό φορέα αυτής της ανατροπής και τη μήτρα όπου εκκολάφθηκε η Νέα Αστική Τάξη και είχε σαν τελική κατάληξη την ολοκλήρωση της παλινόρθωσης.
Η αντιφασιστική νίκη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί αναμφίβολα μια από τις ένδοξες σελίδες της πορείας και πάλης του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και του σοσιαλισμού. Μια νίκη που διαμόρφωσε έναν νέο και ευνοϊκότερο για τους λαούς παγκόσμιο συσχετισμό και επέδρασε καθοριστικά στο σύνολο των εξελίξεων και σε προοδευτική κατεύθυνση.
Είχε όμως και αυτή τις παρενέργειές της. Ο θρίαμβος της Σ.Ε., η ισχυροποίησή της σε επίπεδα υπερδύναμης επέδρασε στην αναβίωση μεγαλορωσικών τάσεων στα πλαίσια όχι μόνο του στρατού αλλά συνολικά στο στρώμα της ιντελιγκέντσιας και καθόλου ανεξήγητα. Οι τέτοιου είδους τάσεις εναρμονίζονταν σε σημαντικό βαθμό με τις αντιλήψεις που διαμορφώνονταν σε αυτό το δυναμικό και τις βλέψεις που αναπτύσσονταν στα πλαίσιά του. Η παρέμβαση του Στάλιν (1945) ανέκοψε την ανοιχτή εκδήλωση αυτών των τάσεων αλλά δεν τις εξαφάνισε. Συνέχισαν να υπάρχουν, να «συναντώνται» και να συγχωνεύονται με τις αντιλήψεις και τις τάσεις που έτσι κι αλλιώς λειτουργούσαν στα πλαίσια αυτού του στρώματος.
Αν τέλος, επιχειρούσαμε να δώσουμε με έναν συνοπτικό τρόπο το σχήμα πορείας που οδήγησε στην αρνητική εξέλιξη των πραγμάτων θα στεκόμασταν κυρίως στα εξής.
Στη σταδιακή απενεργοποίηση της εργατικής τάξης και της παρέμβασής της στα τεκταινόμενα.
Στην ανάλογη υπολειτουργία του κόμματος (σαν κόμμα).
Αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την όλο και μεγαλύτερη μεταφορά αρμοδιότητας από την εργατική τάξη στο κόμμα (κυρίως σαν ενδιάμεσο) και μέσω αυτού στο κράτος. Σ’ ένα κράτος που αποτέλεσε το πεδίο «συνάντησης», συγχώνευσης, διαμόρφωσης και ισχυροποίησης του κοινωνικού στρώματος της «εργαζόμενης διανόησης», με όλες τις αρνητικές συνέπειες που προαναφέρθηκαν.
Απέναντι σ’ αυτές τις εξελίξεις η παρέμβαση του Στάλιν στη συζήτηση που άνοιξε για τα «οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού» επεχείρησε να βάλει αρκετά πράγματα στη θέση τους αλλά δεν μπόρεσε -και δεν θα μπορούσε- να αναστρέψει την τροχιά που είχαν ήδη πάρει τα πράγματα. Ο λόγος βρίσκεται στο ότι και «αργοπορημένη» ήταν και κυρίως δεν είχε πίσω της τις δυνάμεις που θα την καθιστούσαν ισχυρή, διαρκή και αποτελεσματική. Την εργατική τάξη και τη βάση του κόμματος. Οι ρεβιζιονιστές ελίχθηκαν απέναντι στο τεράστιο κύρος του Στάλιν, «συμφώνησαν» με τις απόψεις του για να περάσουν στην επίθεση αμέσως μετά τον θάνατό του (1953). Ο δρόμος για το 20ο Συνέδριο (1956) και την «εκτίναξη» του σοσιαλισμού σε νέους ορίζοντες είχε ανοίξει. Αυτό που άνοιξε βέβαια ήταν ο δρόμος κατεδάφισης των σοσιαλιστικών κατακτήσεων και η διαδικασία μετασχηματισμού αυτού του στρώματος σε μια ιδιαίτερου τύπου Νέα Αστική Τάξη. Μια Νέα Αστική Τάξη που αυτό που κατόρθωσε ήταν να καταστρέψει τους κινητήρες της σοσιαλιστικής οικονομίας και συνολικά τα σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας, χωρίς να είναι σε θέση στη φάση εκείνη να τους υποκαταστήσει με αντίστοιχους καπιταλιστικούς.
Έτσι διαμορφώθηκε και η ίδια σε μια τάξη που δεν ήθελε πλέον να είναι σοσιαλιστική αλλά και δεν μπορούσε ακόμη να μετατραπεί σε καθαρά καπιταλιστική. Το αδιέξοδο, η «στασιμότητα», η παρακμή ήταν απλώς αναπόφευκτη συνέπεια. Η απόπειρά της με τον Γκορμπατσόφ και την Περεστρόικα να διασώσει τη θέση και τον ρόλο της λειτούργησε απλώς σαν προθάλαμος για το πέρασμα στην ολοκλήρωση της παλινόρθωσης και τον Γέλτσιν με όλες τις γνωστές πλέον καταστροφικές συνέπειες.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Η παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα. Τι σημαίνει η ήττα. Είναι οριστική και αμετάκλητη; Συνεχίζει να υπάρχει η σοσιαλιστική προοπτική και η δυνατότητα οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας;
Η δική μας απάντηση είναι δεδομένη και αμετακίνητη. Το ερώτημα βρίσκεται στο πού βασίζεται αυτή. Ας εξηγηθούμε.
Η σοσιαλιστική διέξοδος «γεννιέται» σαν απάντηση στις αντιθέσεις, αντιφάσεις και αντινομίες του καπιταλιστικού συστήματος.
Της αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας.
Της αντίφασης κοινωνικοποίησης της παραγωγής και ιδιοποίησης του προϊόντος από το κεφάλαιο.
Της αντινομίας ενός συστήματος που από τη μια αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και από την άλλη τις καταστρέφει.
Αυτά τα χαρακτηριστικά του συστήματος όχι μόνο συνεχίζουν να υπάρχουν και μετά την παλινόρθωση αλλά εκδηλώνονται και λειτουργούν ακόμη πιο έντονα οδηγώντας συνολικά το καπιταλιστικό, ιμπεριαλιστικό σύστημα σε αδιέξοδα και με τις πιο αρνητικές συνέπειες και κινδύνους για τους λαούς και συνολικά για την ανθρωπότητα.
Όπως ήδη έχουμε αναφερθεί, τόσο τη νίκη του σοσιαλισμού όσο και την ήττα του και την παλινόρθωση, τις αντιλαμβανόμαστε σαν εκφράσεις της σύγκρουσης της εργατικής με την κεφαλαιοκρατική αστική τάξη. Μιας σύγκρουσης που η έκβασή της κρίνεται στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά όρων και συσχετισμών και η οποία συνεχίζει να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της εποχής μας. Ταυτόχρονα θεωρούμε ότι η εργατική τάξη σαν κορμός ισχύος και ηγετική δύναμη της πάλης των λαών είναι σε θέση να διαμορφώσει συσχετισμούς ικανούς να ανατρέψουν την κυριαρχία του συστήματος. Υπό έναν πάντα, όπως ήδη αναφέρθηκε, όρο.
Την «εκ νέου» συγκρότησή της, τη συνολική ανασύσταση, ανασυγκρότηση του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και γενικότερα τη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων στη βάση των σημερινών απαιτήσεων.
Αυτή η συγκρότηση πραγματοποιείται σ’ ένα πρώτο επίπεδο στο έδαφος της καπιταλιστικής κοινωνίας και στη βάση της αντίθεσης της εργατικής τάξης με το κεφάλαιο. Χαρακτηρίζεται από την προοπτική ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και οικοδόμησης μιας άλλης σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Ταυτόχρονα και με βάση τις συγκεκριμένες πλέον εμπειρίες αυτή η συγκρότηση απαιτείται να συμπεριλάβει και τα διδάγματα (θετικά και αρνητικά) των εμπειριών που έδωσαν τα εγχειρήματα σοσιαλιστικής οικοδόμησης όχι μόνο στη Σ.Ε. αλλά στο σύνολο των χωρών που βάδισαν σ’ αυτόν τον δρόμο.
Και βεβαίως να ενσωματώσει αυτά τα διδάγματα στην πολιτική γραμμή του κινήματος, τη διαμόρφωση της σημερινής του φυσιογνωμίας που βασικό της στοιχείο αποτελούσε και αποτελεί το πώς αντιλαμβάνεται το ζήτημα του σοσιαλισμού.

Η ιστορία δεν προγραμματίζεται

Πριν προχωρήσουμε σ’ αυτό ας ξεκαθαρίσουμε κατ’ αρχάς ένα ζήτημα που αφορά τη δική μας αντίληψη πραγμάτων σε σχέση με αυτό το ζήτημα (και όχι μόνο αυτό). Αν ανατρέξει κανείς στη σχετική φιλολογία και ιδιαίτερα στις θέσεις διαφόρων πολιτικών δυνάμεων του εν γένει αριστερού χώρου θα συναντήσει πολλά προγράμματα «ολοκληρωμένης» αντιμετώπισης του ζητήματος. Θα δει μια μεγάλη γκάμα μοντέλων σοσιαλιστικής, ακόμη και κομμουνιστικής κοινωνίας και έναν κόσμο που θα ‘λεγε κανείς ότι έχει όλες τις απαντήσεις στο τσεπάκι.
Εμείς δεν ανήκουμε σ’ αυτή την κατηγορία. Όσο τουλάχιστον μας αφορά, δεν έχουμε να προτείνουμε κανένα «ολοκληρωμένο σχέδιο» σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ούτε το μπορούμε ούτε και το θέλουμε.
Εκείνο που μπορούμε και αυτό το οποίο επιχειρούμε είναι να θέσουμε τα συμπεράσματα που έχουμε βγάλει, τις θέσεις και τις κατευθύνσεις που με βάση αυτά καταλήγουμε. Με επίγνωση ταυτόχρονα ότι υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα και πολλά ζητήματα να αντιμετωπισθούν. Με επίγνωση ακόμα ότι ζητούμενο δεν είναι μόνο οι απαντήσεις αλλά και η ίδια η «αναγνώριση» των προβλημάτων σαν πρώτη προϋπόθεση για τη δυνατότητα απάντησης.
Με επίγνωση του ότι όσο περισσότερο αναπτύσσεται το κίνημα, όσο περισσότερο προσεγγίζει τους στόχους του τόσο και θα «ανακαλύπτει» και προβλήματα που δεν θα μπορούσε να προβλέψει την ύπαρξή τους και θα καλείται να τα απαντήσει. Αλλά θα αναφερθούμε και στη συνέχεια σ’ αυτό το τόσο σημαντικό ζήτημα.
Ο σοσιαλισμός «έρχεται» σαν αποτέλεσμα της ανατροπής της κυριαρχίας της κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης και της ανάληψης της εξουσίας από μια άλλη κοινωνική δύναμη, την εργατική τάξη.
Αυτή η τάξη αναλαμβάνει πλέον να αναδιοργανώσει και συγκροτήσει την οικονομία και συνολικά την κοινωνία στη βάση σοσιαλιστικών προδιαγραφών. Τι σημαίνει αυτό για εμάς και πώς το αντιλαμβανόμαστε. Όπως θα έχει γίνει αντιληπτό από τις μόλις προηγούμενες αναφορές μας, είμαστε απόλυτα αντίθετοι σε αντιλήψεις «προγραμματισμού της ιστορίας» από όποια πλευρά κι αν εκδηλώνονται και με όποιες μορφές κι αν εκφράζονται.
Η ιστορία δεν προγραμματίζεται. Η κοινωνική εξέλιξη δεν υπόκειται σε τέτοιου χαρακτήρα «μακρόπνοους» προγραμματισμούς. Δεν είναι ζήτημα επιστήμης και σχεδιασμού με «επιστημονικά» κριτήρια, όπως υποστηρίζεται από διάφορες «σχολές» και όχι πάντα με αγαθές προθέσεις. Τέτοια «επιστήμη» απλώς δεν υπάρχει.
Για τη δική μας αντίληψη ο σοσιαλισμός (ό,τι κι αν εννοεί ο καθένας μ’ αυτό) είναι το κοινωνικοοικονομικό σύστημα που διαμορφώνει η εργατική τάξη στην επαναστατική «κίνησή» της. Είναι ζήτημα των παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνει και αναδιαμορφώνει με τη διαρκή παρέμβασή της στο συνολικό γίγνεσθαι. Μια διαδικασία που δεν εξελίσσεται στη βάση κάποιων «επιστημονικών» προδιαγραφών αλλά πρώτα και πάνω απ’ όλα με όρους ταξικής πάλης.
Δεν είναι -θεωρητική- υπόθεση εργασίας. Είναι εργατική υπόθεση.
Σημαίνουν αυτά ότι πετάμε στα σκουπίδια την επιστήμη, παρακάμπτουμε τα κάθε είδους προγράμματα και σχεδιασμούς; Όχι, καθόλου.
Σημαίνουν ότι αντιμετωπίζουμε το ζήτημα με επίγνωση των ορίων του κάθε παράγοντα.
Όσον αφορά κατ’ αρχάς το ζήτημα της θεωρίας στην οποία πολλοί στηρίζουν -υποτίθεται- τις απόψεις τους. Οι επεξεργασίες των θεωρητικών της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης μας έχουν δώσει απαντήσεις σε χιλιάδες ζητήματα. Ανέλυσαν τη συγκεκριμένη πραγματικότητα του καπιταλιστικού συστήματος με τον πληρέστερο τρόπο αλλά και τη σημασία της ιμπεριαλιστικής του διάστασης. Τα χαρακτηριστικά, τις αντιθέσεις, τις αντιφάσεις, τις αντινομίες του. Τις βασικές τάσεις που αναπτύσσονται στα πλαίσιά του και το προς τα πού αυτές οδηγούν, ποιες κατευθύνσεις προσδιορίζει η ύπαρξή τους.
Δεν μας έδωσαν ωστόσο (ούτε και το επιχείρησαν) έναν προγραμματισμό του μέλλοντος ή ένα συνταγολόγιο πορείας. Όταν ο Μαρξ λέει ότι ο κομμουνισμός δεν είναι ένα «σχέδιο» αλλά η πορεία επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας σε κομμουνιστική κατεύθυνση, μας δείχνει με τον πιο ουσιαστικό τρόπο το πώς αντιλαμβάνονται το ζήτημα. Όταν ο Λένιν αναφέρει (Κράτος και Επανάσταση) ότι μπορούμε να προσδιορίσουμε την κατεύθυνση προς την οποία αναπτύσσονται τα «υβρίδια» του παρόντος αλλά όχι την τελική τους μορφή, κινείται στη βάση της ίδιας αντίληψης. Στον ίδιο καμβά κινείται η οξύτατη κριτική του Στάλιν στον Γιαροσένκο και τις υποτιθέμενες «επιστημονικές» μέθοδες προγραμματισμού της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Και ακόμη όταν ο Μάο λέει ότι θα χρειαστούν έως και χίλιες(!) πολιτιστικές επαναστάσεις για να φτάσουμε στον κομμουνισμό, αυτό που θέλει να υπογραμμίσει μέσα από το σχήμα υπερβολής που συνειδητά χρησιμοποιεί είναι το πώς έχει στην πραγματικότητα το ζήτημα.
Και βεβαίως αυτό μας δείχνουν οι αδυναμίες ολοκληρωμένης αντιμετώπισης των προβλημάτων που ανέδειξε η σοσιαλιστική οικοδόμηση που συνέπειά τους υπήρξε η ανάπτυξη των τάσεων που οδήγησαν στην παλινόρθωση. Αυτό δεν συνέβη επειδή στους κομμουνιστές που ανέλαβαν αυτό το τιτάνιο έργο έλλειπε ο κομμουνιστικός προσανατολισμός και η επαναστατική αποφασιστικότητα, ούτε επειδή «δεν κατανόησαν» ή «δεν τήρησαν» κάποιες «αρχές» και δεν ακολούθησαν κάποιο υποτιθέμενο «πρόγραμμα πορείας». Αυτά συντελέστηκαν στη βάση των συγκεκριμένων αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων, συνθηκών και συσχετισμών που έκριναν την έκβαση της πάλης μετασχηματισμού της κοινωνίας στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.
Με ανάλογο τρόπο αντιμετωπίζουμε και το ζήτημα της επιστήμης καθώς και των προγραμματισμών. Η επιστήμη, οι επιστημονικές μέθοδοι, αποτελούν πολύτιμα εργαλεία διερεύνησης, ανάλυσης, επεξεργασίας των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων. Προσδιορισμού των χαρακτηριστικών τους, των τάσεων, των δυνατοτήτων που εμφανίζουν και συνεπώς σημαντικό βοήθημα χάραξης κατευθύνσεων, διαμόρφωσης γραμμής, προγραμματισμού δράσης. Αυτό είναι απόλυτα καθαρό για εμάς. Άλλο τόσο καθαρό είναι ωστόσο ότι δεν υπάρχει επιστημονική μέθοδος με βάση την οποία θα μπορούσε να «προγραμματιστεί» η κοινωνική εξέλιξη. Τέτοια «επιστήμη» απλώς δεν υπάρχει. Αυτό προσδιορίζει και τα όρια των διαφόρων προγραμματισμών και πλάνων (πολιτικών, οικονομικών, κομματικών, κρατικών, τρίχρονων, πεντάχρονων κ.λπ.). Ασφαλώς και είναι αναγκαία και χρήσιμα. Ασφαλώς και στην κατάρτισή τους μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά οι επιστημονικές μέθοδοι. Ασφαλώς και χρειάζονται και οι βασιζόμενες σε αυτές προβλέψεις. Μόνο που όλα αυτά έχουν τα όριά τους. Αυτά αφορούν τόσο τη δυνατότητα προβλέψεων «ακριβείας» σε βάθος χρόνου, όσο και κυρίως τη δυνατότητα αντίστοιχων «προγραμματισμών» στο φόντο των διαρκώς μεταβαλλόμενων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών.
Ας έρθουμε στο ζήτημα των εμπειριών. Θα λέγαμε ότι «εδώ είμαστε», μια και το θεωρούμε σαν ζήτημα τεράστιας σημασίας. Δεν υπάρχει απάντηση, δεν μπορεί να υπάρξει προχώρημα της θεωρίας, των αντιλήψεων, των απόψεων, των θέσεων έξω από τη διερεύνηση των συγκεκριμένων εμπειριών. Για τη δική μας αντίληψη δεν έχουν κανένα νόημα, αποτελούν βήματα στον αέρα οι διάφορες εγκεφαλικές κατασκευές και ιδεαλιστικές προσεγγίσεις. Μια τάση που χαρακτηρίζει πολλές πολιτικές δυνάμεις της ευρύτερης αριστεράς. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν και προσπάθειες διαφόρων μελετητών που ανεξάρτητα από το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με την οπτική και τις απόψεις τους, «σκύβουν» πάνω στο αντικείμενο και προσφέρουν έτσι πραγματικά στοιχεία για παραπέρα μελέτη. Πέρα απ’ αυτό ωστόσο υπάρχει και ένα άλλο «υλικό». Του Οκτώβρη οι εμπειρίες περιορίζονταν σ’ αυτά που έδωσε η Κομμούνα. Σήμερα είναι απείρως περισσότερες.
Υπάρχει όπως ήδη αναφέρθηκε προηγούμενα, ένα τεράστιο «υλικό» που συντίθεται από την εμπειρία των εγχειρημάτων σοσιαλιστικής οικοδόμησης όχι μόνο στη Σ.Ε. αλλά όλων των χωρών όπου επιχειρήθηκε.
Έχουμε την άποψη ότι η μελέτη όλων αυτών των εμπειριών είναι εκείνη που μπορεί να εμπλουτίσει την κομμουνιστική αντίληψη πραγμάτων σε καθοριστικό βαθμό και σε αναφορά με το σύνολο των ζητημάτων που την αφορούν. Να την ανυψώσει στο ύψος των απαιτήσεων που θέτουν τα ζητήματα που έχουν αναδειχτεί. Μόνο που ένα τέτοιο έργο απαιτεί μεγάλες, επίμονες, διαρκείς και συστηματικές προσπάθειες. Δεν είναι επειδή (δεν μπορεί να είναι) υπόθεση μιας οργάνωσης. Είναι υπόθεση του κινήματος συνολικά.

Και πάλι για τις παραγωγικές σχέσεις

Με μια τέτοια αντίληψη αντιμετωπίζουμε και τα προβλήματα που εμφανίστηκαν στη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και των απαντήσεων που δόθηκαν (ή δεν δόθηκαν). Ας σταθούμε ξανά στο καίριας σημασίας ζήτημα των παραγωγικών σχέσεων. Σε σχέση μ’ αυτό θεωρούμε χρήσιμη μια αντιπαραβολή τού πώς τέθηκε το ζήτημα στις δυο διαφορετικές περιπτώσεις μετάβασης από ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα σε ένα άλλο.
Ο καπιταλισμός παίρνοντας την εξουσία από τη φεουδαρχία πατούσε ήδη σε μορφές σχέσεων καπιταλιστικού χαρακτήρα που υπήρχαν και αναπτύσσονταν για πολύ μεγάλο διάστημα στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος. Είχε συνεπώς στη διάθεσή του σχέσεις τις οποίες ανέπτυξε, στη συνέχεια υπό την κυριαρχία τους τις διαμόρφωσε, τις αναδιαμόρφωσε, τις εξέλιξε.
Όσον αφορά τις παραγωγικές σχέσεις σοσιαλιστικού χαρακτήρα η ύπαρξη και η λειτουργία τους υπό οποιαδήποτε μορφή και στον οποιοδήποτε βαθμό είναι ασύμβατη με τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Το καπιταλιστικό σύστημα χαρακτηρίζεται από την τάση διεύρυνσης της δράσης του κεφαλαίου, κατάκτησης όλου του οικονομικού πεδίου, απορρόφησης, αφομοίωσης και καπιταλιστικοποίησης όλων των άλλων οικονομικών μορφών και σχέσεων που τυχόν επιβιώνουν. Πολύ περισσότερο εχθρικό είναι απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή σοσιαλιστικού χαρακτήρα. Οποιαδήποτε τέτοια τάση έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος πολύ περισσότερο που ο καπιταλιστής (σε αντίθεση με τον φεουδάρχη) είναι διαρκώς και ενεργητικά «παρών» σε όλη την αλυσίδα της παραγωγικής οικονομικής λειτουργίας την οποία και ελέγχει με όρους εξουσίας. Ακόμη και εργατικές κατακτήσεις και δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί μέσα από σκληρούς αγώνες και συγκρούσεις αποτελούν πάντα «ξένο σώμα» στα πλαίσια του καπιταλιστικού σχηματισμού. Ένα ξένο σώμα που προσπαθεί συνεχώς να «αποβάλλει» και είναι αυτό που βλέπουμε να συντελείται στους καιρούς μας σαν αποτέλεσμα της ήττας και της ανατροπής των συσχετισμών.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, όλες εκείνες οι απόψεις για τη δυνατότητα μεταρρυθμίσεων σοσιαλιστικού χαρακτήρα, μετεξέλιξης του καπιταλισμού σε σοσιαλιστική κατεύθυνση ή έστω περί «νεωτερικού καπιταλισμού» που θα ενσωματώνει και θα αναπτύσσει προοδευτικά χαρακτηριστικά δεν είναι παρά ευσεβείς πόθοι οπορτουνιστών. Δεν έχουν διαφορετικό χαρακτήρα και κάποιες άλλες υποτίθεται «προωθημένες» απόψεις. Απόψεις που υποστηρίζουν ότι με βάση την ανάπτυξη του καπιταλισμού, της επιστήμης των τεχνολογικών καινοτομιών διαμορφώνονται σχέσεις κομμουνιστικού(!) χαρακτήρα τις οποίες δεν έχουμε παρά να «αποφλοιώσουμε» από το καπιταλιστικό τους περίβλημα. Στην πραγματικότητα και από άποψη ουσίας δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από οπορτουνισμούς του αέρος.

Είναι ζήτημα ταξικής πάλης

Όλα αυτά σημαίνουν ότι στο πεδίο των παραγωγικών σχέσεων ξεκινάμε στην ουσία «από την αρχή». Όταν ο Στάλιν αναφερόμενος σ’ αυτό το ζήτημα λέει ότι στο κεφάλαιο αυτό «ξεκινάμε από το μηδέν» έχει πλήρη επίγνωση του πράγματος.
Αυτός είναι και ο αντικειμενικός λόγος που η άμεση μορφή που παίρνει η σοσιαλιστικοποίηση των μέσων παραγωγής είναι η κρατικοποίησή τους (εθνικοποίηση ή όπως αλλιώς την πούμε). Αυτή αποτελεί τον πρώτο, άμεσο και αναγκαίο όρο απαλλοτρίωσης -των βασικών τουλάχιστον- μέσων παραγωγής και περάσματός τους (μέσω της κρατικής μορφής) στην ιδιοκτησία της κοινωνίας και τον έλεγχο της εργατικής τάξης. Μόνο που αυτό δεν αρκεί, δεν διασφαλίζει τον σοσιαλιστικό της χαρακτήρα εις το διηνεκές και αυτό είναι κάτι που ήδη μας το κατέδειξαν οι εξελίξεις.
Γενικότερα οι παραγωγικές σχέσεις (όποια μορφή και χαρακτηριστικά κι αν παίρνουν) στον πρωταρχικό σοσιαλιστικό σχηματισμό εμπεριέχουν όπως ήδη προαναφέρθηκε -εκ των πραγμάτων- στοιχεία τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος και του μέλλοντος. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται στατικά αλλά σαν κάτι που διαμορφώνεται και αναδιαμορφώνεται συνεχώς και στη βάση συγκεκριμένων όρων, παραγόντων και συσχετισμών. Στη βάση μιας τέτοιας οπτικής συνολικά η πορεία προς τον σοσιαλισμό δεν αποτελεί παρά «ανάπτυγμα» της πρωταρχικής του μορφής.
Δεν είναι κάτι πρωτότυπο αυτό. Ούτε ο καπιταλισμός ούτε κανένα άλλο σύστημα δεν παρέμεινε στάσιμο και αμετακίνητο στις αρχικές του μορφές. Εξελισσόταν συνεχώς αναπτύσσοντας τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του.
Το ερώτημα εδώ είναι στη βάση ποιων όρων οι εξελίξεις οδηγούνται προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Αυτή η εξέλιξη πραγματοποιείται στη βάση και με όρους ταξικής πάλης. Πάλης ανάμεσα στη σοσιαλιστική κατεύθυνση και την καπιταλιστική. Πάλης ανάμεσα στην εργατική τάξη και τους κομμουνιστές από τη μια και τους κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς της αστικής κατεύθυνσης, είτε αυτοί υπάρχουν σαν επιβιώσεις του παρελθόντος είτε αναβιώνουν με νέες μορφές μέσα από τις αντιφάσεις του σοσιαλιστικού σχηματισμού. Αυτή η πορεία διαμόρφωσης και αναδιαμόρφωσης των παραγωγικών σχέσεων και η μορφή που αυτές θα παίρνουν δεν είναι -στη βασική τους πλευρά- ζήτημα επιστήμης, σχεδιασμών και προγραμματισμών. Είναι πρώτα απ’ όλα ζήτημα του ποιο ταξικό «αποτύπωμα» θα φέρουν. Της εργατικής ή της αστικής παρέμβασης.

Υπόθεση της εργατικής τάξης

Αυτή η διαδικασία μετασχηματισμών έχοντας σαν βάση την αναδιαμόρφωση των παραγωγικών σχέσεων επιδρά στο σύνολο των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών, πολιτιστικών σχέσεων και με όρους -σχετικής- αντεπίδρασης. Αποτελεί μια σύνθετη, πολύπλευρη και πολύμορφη διαδικασία κοινωνικού χαρακτήρα που εξελίσσεται κατά βάσιν με τους δικούς της όρους. Των σχέσεων και αντιθέσεων, των τάσεων, αντιλήψεων και συμπεριφορών των κοινωνικών δυνάμεων που κινούνται στα πλαίσια της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Αυτό σημαίνει ορισμένα πράγματα.
Ο Λένιν αναφερόμενος στο ζήτημα της επανάστασης λέει πως μόνο μια τάξη μπορεί να ανατρέψει μια τάξη. Αυτό λοιπόν που ισχύει σε σχέση με το ζήτημα της ανατροπής ισχύει πολύ περισσότερο όσον αφορά το ζήτημα του συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Μόνο μια κοινωνική δύναμη, μια τάξη, μπορεί να είναι «παρούσα», να λειτουργεί, να κινείται, να δρα και να επιδρά στο σύνολο των σχέσεων των δραστηριοτήτων, σε όλα της τα πεδία και σ’ όλους τους αρμούς της.
Και μόνο η εργατική τάξη μπορεί καλύπτοντας όλο το πεδίο να επιβάλλει τους όρους της. Να «αναγνωρίζει» με βάση τη δική της ταξική οπτική τα νέα προβλήματα (επειδή συνεχώς θα εμφανίζονται νέα), να επιβάλλει τις δικές της λύσεις και να αφήνει το δικό της «αποτύπωμα» στην εξέλιξη της κοινωνίας σε σοσιαλιστική κατεύθυνση.
Το ότι -όπως κιόλας έχει φανεί- δεν είναι νοητή για τη δική μας αντίληψη η διατύπωση ενός «ολοκληρωμένου σχεδίου» σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να βγουν ορισμένα συμπεράσματα και να διαμορφωθούν απόψεις πάνω σε ορισμένα τουλάχιστον βασικά ζητήματα.
Ένα τέτοιο ζήτημα αποτελεί η αναγκαιότητα κατανόησης του ότι η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δεν είναι ένα ζήτημα που απαντιέται εφάπαξ αλλά σε μια πορεία συνεχών μετασχηματισμών σε όλα τα πεδία.
Ότι στη διάρκειά της θα συνεχίσουν να υπάρχουν κοινωνικές αντιθέσεις με βάση την ύπαρξη οικονομικών κοινωνικών διαφοροποιήσεων.
Ότι αυτή η πορεία θα εξελίσσεται με όρους ταξικής πάλης, η οποία θα συνεχίσει να υπάρχει ανεξάρτητα του χαρακτήρα και τις μορφές που θα παίρνει στα πλαίσια του σοσιαλιστικού σχηματισμού.
Η συγκάλυψη αυτής της πραγματικότητας στο όνομα μιας υποτιθέμενης ενότητας όχι μόνο δεν έχει κανένα νόημα αλλά –όπως ήδη αποδείχτηκε- αρνητικά αποτελέσματα.
Δεν «κατάργησε» -και δεν θα μπορούσε- ούτε τις αντιθέσεις ούτε την ταξική πάλη αλλά άφησε το πεδίο και τη δυνατότητα στις αστικές τάσεις και δυνάμεις να την διεξάγουν στην ουσία μονόπλευρα. Αντίθετα, η αναγνώριση της πραγματικότητας, η ανοιχτή αντιμετώπιση των ζητημάτων που θέτει, είναι αυτή που ενεργοποιεί την εργατική τάξη, που εξοπλίζει και ακονίζει το κριτήριο των κομμουνιστών. Είναι μια αντίστοιχη πολιτική λειτουργία που δημιουργεί τα σοσιαλιστικά «αντισώματα» στις λαϊκές μάζες απέναντι στις απόπειρες χειραγώγησής τους και εκτροπής της σοσιαλιστικής πορείας της κοινωνίας. Το οδυνηρό φαινόμενο της παθητικής -κατά κύριο λόγο- στάσης των λαϊκών μαζών απέναντι στην επιχείρηση απαλλοτρίωσης των όσων δημιούργησαν με δεκαετίες δουλειάς και της κατεδάφισης των κατακτήσεών τους έχει άμεση σχέση με την απουσία αυτών των αντισωμάτων.
Το ότι αυτή η πορεία θα εξελίσσεται με όρους ταξικής πάλης σημαίνει ορισμένα πράγματα και τα οποία συνδέονται άμεσα με τις εμπειρίες από όσα έχουν συντελεστεί.
Πρώτο και πάνω απ’ όλα. Παραμένει η αναγκαιότητα συγκρότησης της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της» στη βάση πλέον των όρων συνθηκών και αναγκών του σοσιαλιστικού σχηματισμού και καθ’ όλη τη διάρκεια της σοσιαλιστικής περιόδου. Μόνο σε μια τέτοια βάση μπορεί να αναπτύσσει τον δημιουργικό της ρόλο, να προωθεί τους επαναστατικούς μετασχηματισμούς, να διασφαλίζει τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της κοινωνίας.
Σε ανάλογη βάση μπαίνει και το ζήτημα του κόμματος. Η συνέχιση της ταξικής πάλης σημαίνει ότι αυτή θα συνεχίσει να εκδηλώνεται και με «συμπυκνωμένο» τρόπο και στο πεδίο της πολιτικής διαπάλης. Αυτό σημαίνει ότι η εργατική τάξη θα συνεχίσει να χρειάζεται την πολιτική της έκφραση, θα συνεχίσει να χρειάζεται το κόμμα της.
Ένα κόμμα που θα συγκροτείται και θα λειτουργεί σε σύνδεση και αναφορά με την εργατική τάξη και στη βάση των απαιτήσεων της ταξικής πάλης όπως αυτές εμφανίζονται πλέον σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ένα κόμμα που θα αποτελεί αυτόνομο πολιτικό οργανισμό με ιδιαίτερη συγκρότηση και λειτουργία, βασική προϋπόθεση για την εκπλήρωση του ρόλου που του αντιστοιχεί στις νέες συνθήκες.
Γενικότερα θα πρέπει να είναι κατανοητό ότι ανεξάρτητα από απόψεις, θεωρίες και αντιλήψεις, υπάρχει πάντα σαφής διάκριση ανάμεσα στη θέση, τον ρόλο και τη λειτουργία της κοινωνίας, της τάξης, του κράτους, του κόμματος. Όχι επειδή αυτό υπαγορεύει κάποια άλλη θεωρία αλλά επειδή αποτελούν διαφορετικού χαρακτήρα οργανισμούς με τη δική τους συγκρότηση, λειτουργία, γνωρίσματα και ρόλο ο καθένας. Έτσι ήταν πάντα, έτσι είναι και έτσι θα συνεχίσει να είναι.
Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο. Ανεξάρτητα από τους όρους και τις συνθήκες με τις οποίες προχωράει η σοσιαλιστική οικοδόμηση. Τις ρυθμίσεις που προωθούνται, τις απαντήσεις, τις λύσεις που δίνονται στα προβλήματα που ανακύπτουν. Το πώς διαμορφώνονται σε κάθε φάση οι σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές δυνάμεις του σοσιαλιστικού σχηματισμού. Οι σχέσεις και οι κατανομές αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε παράγοντες και οργανισμούς του. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η τελική «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας» ανήκει αναπαλλοτρίωτα στην εργατική τάξη.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Πέρα από τα προηγούμενα, τη συζήτηση στα πλαίσια της ευρύτερης αριστεράς την απασχολούν και μια σειρά ακόμη ζητήματα.
Το ζήτημα του κόμματος. Το ζήτημα της Αριστεράς. Των στόχων και προγραμμάτων. Της πολιτικής γραμμής και των μετώπων πάλης κ.λπ.
Μια συζήτηση οπωσδήποτε αναγκαία και σημαντική. Από τη μεριά μας στο κεφάλαιο αυτό περισσότερο θα θέλαμε να εστιάσουμε σε ορισμένες αντιλήψεις, μια «λογική» με την οποία αντιμετωπίζονται τα ζητήματα από τη μεριά διαφόρων πολιτικών δυνάμεων. Αντιλήψεων που δεν είναι βέβαια καθόλου άσχετες με την πολιτική τους γραμμή, καθώς το ένα αποτελεί συνάρτηση του άλλου.
Εκείνο που ιδιαίτερα θα θέλαμε να επισημάνουμε είναι μια τάση αγνόησης, υπέρβασης της πραγματικότητας, των δεδομένων που έχει δημιουργήσει η ήττα, των ζητημάτων που έχει θέσει και των απαντήσεων που απαιτεί. Το ζήτημα δεν είναι αν στις τοποθετήσεις τους αναφέρονται και με τον δικό της τρόπο η κάθε μια σ’ αυτά τα ζητήματα. Το ζήτημα είναι ότι διαμορφώνουν την πολιτική τους γραμμή σαν οι συνέπειες αυτές να μην έχουν καν υπάρξει. Αυτή η «άνεση» έχει βέβαια τις εξηγήσεις της και θα αναφερθούμε. Δεν παύει ωστόσο να αποτελεί ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο.
Ας θέσουμε κατ’ αρχάς ορισμένα «προκαταρκτικά» ας το πούμε έτσι, ερωτήματα.
Πόσο νόημα έχει και πού οδηγεί μια συζήτηση για το κόμμα της εργατικής τάξης «εν απουσία» της εργατικής τάξης.
Μια συζήτηση που δεν έχει σαν αφετηρία και επίκεντρό της την αναγκαιότητα της πάλης για την «εκ νέου» συγκρότηση της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της».
Πόσο νόημα έχουν και πού οδηγούν οι προτάσεις για το ζήτημα της αριστεράς έξω από την τοποθέτηση του ζητήματος στο πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η ήττα και το τι είδους «αριστερά» έχει διαμορφώσει η για δεκαετίες κυριαρχία του οπορτουνισμού. Πόσο νόημα έχει και πού οδηγεί η διατύπωση προτάσεων και προγραμμάτων (που ορισμένοι τις φτάνουν μέχρι τον κομμουνισμό!) που «υπερβαίνουν» το επίπεδο και τα χαρακτηριστικά του υποκειμενικού παράγοντα, τη σχέση του με την εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες.
Ποιο νόημα έχουν και πού μπορούν να οδηγήσουν οι διακηρύξεις «δημιουργίας» διαφόρων μετώπων πατριωτικών, εθνικοαπελευθερωτικών, αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών κ.ά. έξω από τους όρους που θα τους προσέδιδαν πραγματική υπόσταση, χαρακτήρα και περιεχόμενο.
Θεωρούμε ότι διανύουμε μια δύσκολη περίοδο. Μια περίοδο μεγάλων απαιτήσεων. Απαιτήσεων που δεν επιδέχονται λύσεις ευκολίας. Τέτοιες που να «υπερβαίνουν» -τάχα- τα ζητήματα που έχουν αναδειχτεί και τις απαιτήσεις που αυτά θέτουν.
Αυτή η τάση «υπέρβασης» αυτών των ζητημάτων σημαίνει κατ’ αρχάς ένα πράγμα. Θα μπορούσε αυτό να χαρακτηριστεί κατ’ αρχάς σαν άρνηση «αναγνώρισης» της πραγματικότητας. Στην ουσία της ωστόσο πρόκειται για άρνηση αντιμετώπισης των ζητημάτων που αυτή η πραγματικότητα θέτει. Πρόκειται για τις αντιλήψεις που οδηγούν στην αποδοχή της υφιστάμενης κατάστασης, τη διαμόρφωση πολιτικών κατευθύνσεων προσαρμογής σ’ αυτήν με όποια μορφή και ένδυμα εμφανίζονται.

Για το ζήτημα του κόμματος

Ας δούμε εδώ πώς τίθεται για τη δική μας αντίληψη το ζήτημα του κόμματος. Θα θέλαμε κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε την άποψή μας σε ένα ζήτημα, με βάση το πώς τίθεται από διάφορες πλευρές.
Από τη μεριά μας θεωρούμε ότι η επικέντρωση της συζήτησης στη μορφή (οργανωτική συγκρότηση, δομή, λειτουργία κ.λπ.) δεν έχει και πολύ νόημα αν δεν ξεκαθαριστούν πρώτα ορισμένα πράγματα.
Πρώτον σε τι είδους οργάνωση, κόμμα αναφερόμαστε όχι στη μορφή αλλά στην ουσία του.
Σε ποια πολιτική βάση συγκροτείται, ποιους πολιτικούς στόχους έρχεται να προωθήσει.
Πάνω απ’ όλα σε ποια τάξη, σε ποια κοινωνική δύναμη στηρίζεται και αντλεί την υπόστασή του. Σε αναφορά με ποια τάξη συγκροτείται, διαμορφώνει τον πολιτικό του χαρακτήρα, την πολιτική του γραμμή, ποιας τάξης τα συμφέροντα έρχεται να υπηρετήσει.
Επειδή, και για να μην κοροϊδευόμαστε, πολιτική είναι η βάση συγκρότησης της οποιασδήποτε οργάνωσης ή κόμματος, πολιτικό χαρακτήρα έχει η δράση του, ταξικά συμφέροντα εκφράζει και υπηρετεί η πολιτική του είτε αυτό διακηρύσσεται είτε όχι. Εκείνο μάλιστα που κατά κανόνα συμβαίνει είναι πως όσο πιο «ασαφώς» προβάλλονται αυτά τα χαρακτηριστικά τόσο ισχυρότερες αποδεικνύονται οι τάσεις ένταξης αυτής της πολιτικής στην υπηρεσία του συστήματος.
Απ’ εκεί και πέρα και όσον αφορά την μορφή συγκρότησης ας ξεκαθαρίσουμε κατ’ αρχάς ότι για τη δική μας αντίληψη ιδανικά σχήματα δεν υπάρχουν. Το ζητούμενο είναι οι οργανωτικές μορφές που ανταποκρίνονται και υπηρετούν τα συμφέροντα και τους πολιτικούς στόχους της τάξης στην οποία αναφέρονται και στηρίζονται. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Δεν είναι η λειτουργία τους που καθορίζει αυτή τη σχέση, αλλά αυτή η σχέση που καθορίζει τη λειτουργία τους.
Όσο μας αφορά η απάντηση είναι δεδομένη. Αυτό στο οποίο αναφερόμαστε είναι το κόμμα που συγκροτείται σαν το πολιτικό όργανο της εργατικής τάξης και σε αναφορά με τον στόχο της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτοί είναι οι βασικοί προσδιορισμοί και σε αναφορά με αυτούς αντιμετωπίζουμε το όλο θέμα.
Βεβαίως αυτό δεν αρκεί μια και δεν είναι λίγοι αυτοί που κάνουν τις ίδιες παραδοχές αλλά αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο από εμάς την ουσία του ζητήματος.
Ένα πρώτο ζήτημα που χρειάζεται να διευκρινιστεί αφορά την αναγκαιότητα ύπαρξης, ιδιαίτερης πολιτικής λειτουργίας και δράσης του κόμματος.
Στις προηγούμενες σελίδες αναφερθήκαμε αρκετά αναλυτικά στη σημασία της σύζευξης της πάλης της εργατικής τάξης με την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη που αποτελεί και τη βάση της θεώρησής μας.
Πέρα απ’ αυτό το ερώτημα που τίθεται αφορά την αναγκαιότητα της ιδιαίτερης συγκρότησης, του ιδιαίτερου ρόλου του κόμματος.
Μια πρώτη απάντηση συνδέεται με αυτό στο οποίο έχουμε κιόλας αναφερθεί. Το γεγονός ότι η ταξική πάλη εκφράζει-διεξάγεται και με «συμπυκνωμένο» μάλιστα τρόπο στο πεδίο της πολιτικής πάλης. Ένα δεδομένο που υπαγορεύει την αναγκαιότητα ύπαρξης του πολιτικού οργάνου της τάξης. Και πάλι ωστόσο παραμένουν ορισμένα ερωτήματα.
Κατ’ αρχάς ποιες είναι οι συνθήκες, ποιες οι αναγκαιότητες που υπαγορεύουν την ύπαρξη του κόμματος σαν ιδιαίτερου οργανισμού. Ταυτόχρονα το ξεχωριστής βαρύτητας ζήτημα που αφορά το τι σημαίνει αυτό για τη σχέση τάξης κόμματος.
Όσον αφορά το πρώτο. Όπως είναι παραδεχτό για τους περισσότερους που αναφέρονται σ’ αυτό, το κόμμα συγκροτείται από τα πρωτοπόρα στοιχεία της εργατικής τάξης. Γιατί συμβαίνει έτσι και πώς πραγματοποιείται. Όσο τουλάχιστον μας αφορά, θα λέγαμε ότι δεν είναι τόσο θέμα «άποψης». Είναι υπαγόρευση της πραγματικότητας.
Μιας πραγματικότητας που ένα βασικό της χαρακτηριστικό είναι η ανισόμετρη εξέλιξη των πραγμάτων και η οποία, όπως ισχύει σε όλα τα πεδία, ισχύει και σ’ αυτό.
Η συνειδητοποίηση της θέσης, των δυνατοτήτων, του ρόλου και της προοπτικής της δεν είναι κάτι εξ’ αρχής δεδομένο, υπαρκτό και ενεργοποιημένο για το σύνολο της τάξης.
Είναι το αποτέλεσμα μιας σύνθετης και μακροχρόνιας διαδικασίας πάλης και η οποία εξελίσσεται ανισόμετρα. Η ιστορία της ταξικής πάλης μας δείχνει πολύ συγκεκριμένα ορισμένα πράγματα.
Μας δείχνει λ.χ. ότι το εύρος της συμμετοχής ακόμη και στους στοιχειώδεις διεκδικητικούς αγώνες είναι περιορισμένο και μεγεθύνεται μόνο σε μια πορεία αγώνων. Αντίστοιχα και τα ποσοστά συμμετοχής σε εργατικές ενώσεις, τα συνδικάτα κ.λπ. και ακόμη λιγότερο σε πολιτικές οργανώσεις και κόμματα.
Ανάλογα χαρακτηριστικά εμφανίζουν και τα επίπεδα αποφασιστικότητας αυτών που συμμετέχουν στους αγώνες πράγμα που εκφράζεται στη διάρκεια, την αντοχή τους κ.λπ.Όλα αυτά δεν αποτελούν παρά την έκφραση του επιπέδου συνειδητοποίησης αλλά και του εύρους που αυτή καλύπτει ανάμεσα στα μέλη της τάξης. Μιας συνειδητοποίησης που αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο μέσα από τους αγώνες και με τη σειρά της αυτή προωθεί παραπέρα την ανάπτυξη αγώνων κ.ο.κ.
Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία έχει η δράση των πρωτοπόρων στοιχείων της τάξης. Εκείνα που βρίσκονται πιο μπροστά όσον αφορά την κατανόηση της πραγματικότητας, τη συνειδητοποίηση των αναγκαιοτητών που αυτή θέτει, εκείνα που χαρακτηρίζονται από τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και πρωτοπόρα δράση στην ανάπτυξη των αγώνων της τάξης.
Από αυτά συγκροτείται το κόμμα της εργατικής τάξης. Από τα πρωτοπόρα στοιχεία που αναδείχνονται στο πεδίο της ταξικής πάλης, που σφυρηλατούνται στο καμίνι της, που «συναντώνται» και συνενώνονται στα πλαίσιά της και προχωρούν στη συγκρότησή τους σε ενιαίο πολιτικό οργανισμό, σε συνθήκες και με όρους ταξικής πάλης.
Και δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για να υποστηριχθεί ότι αυτή η συγκρότηση προσδίδει άλλη δυναμική στην ανάπτυξη της πάλης της εργατικής τάξης. Στην αποτελεσματικότητα της, την ανάπτυξη των δυνατοτήτων της, την ανύψωσή της στο πολιτικό επίπεδο, τη προώθηση των στόχων της.

Σχέση κόμματος-τάξης

Ένα μεγάλο κεφάλαιο αποτελεί η σχέση τάξης-κόμματος. Το κόμμα σαν πολιτικό όργανο της τάξης, σαν έκφραση της συγκρότησής της στο ανώτερο-πολιτικό-επίπεδο έχει έναν ιδιαίτερο επιτελικό-πολιτικό ρόλο.
Η τάξη σαν βάση ύπαρξης και αναφοράς του κόμματος διατηρεί όπως ήδη αναφέρθηκε, αμετακίνητη την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας». Πώς και γιατί αντιλαμβανόμαστε έτσι αυτή τη σχέση. Η εργατική τάξη αποτελεί κοινωνική κατηγορία. Σαν τέτοια, η θέση της στην παραγωγή, την κοινωνία, παραμένει σταθερή και αμετακίνητη μέχρις ότου «καταργηθεί» ως τέτοια. Συνεπώς διατηρεί αναλλοίωτα τα βασικά της ταξικά χαρακτηριστικά, αυτά που εμπεριέχουν τον ρόλο και την προοπτική της. Σαν τέτοια αποτελεί τη σταθερή βάση αναφοράς του κόμματος, της φυσιογνωμίας, του χαρακτήρα, της συγκρότησης, της λειτουργίας, της πολιτικής του γραμμής.
Το κόμμα αποτελεί πολιτική κατηγορία ή αλλιώς μορφή του –πολιτικού- εποικοδομήματος. Δεν είναι αυθύπαρκτη και αυτοπροσδιοριζόμενη οντότητα. Δεν διαμορφώνεται, εξελίσσεται και αναδιαμορφώνεται αφ’ εαυτού του αλλά στη βάση της σχέσης του με την τάξη και την ταξική πάλη.
Αντλεί την υπόσταση, τον ρόλο και τις «αρμοδιότητές» του στη βάση αυτής της σχέσης. Μόνο στη βάση αυτής της σχέσης, αυτής της σύζευξης μπορεί να νοηθεί η διαμόρφωσή της σε εργατικό επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα.
Αντίθετα, η αποσύνδεση από την τάξη, η διάρρηξη της σχέσης που συνδέει το κόμμα με την τάξη αποτελεί τον παράγοντα που οδηγεί στην αλλοίωση των χαρακτηριστικών του κόμματος και το μετατρέπει σε ρεφορμιστικό, οπορτουνιστικό, μικροαστικό ή και αστικό.
Αυτό δεν είναι ένα θεωρητικό σχήμα αλλά κάτι που μας το έχει δείξει η ιστορία της ταξικής πάλης σ’ όλη τη διαδρομή της. Μας το έχει δείξει η πορεία εκατοντάδων κομμάτων στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος που μεταλλάχθηκαν σε ρεφορμιστικά σοσιαλδημοκρατικά, αστικά. Μας το έχει δείξει επίσης και με δραματικά αποτελέσματα η παρόμοια εξέλιξη στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συστήματος. Με βάση αυτή την αντίληψη για τη σχέση τάξης-κόμματος αντιλαμβανόμαστε, αντιμετωπίζουμε και τα άλλα ζητήματα που συνδέονται με αυτήν.
Στη σχετική φιλολογία αναφέρονται σειρά προσδιορισμών για το τι είναι το κόμμα, πώς συγκροτείται, ποιος ο ρόλος του κ.λπ.Αναφέρεται σαν το όργανο πολιτικής καθοδήγησης της πάλης της εργατικής τάξης, το πολιτικό της επιτελείο, το όργανο διαμόρφωσης της πολιτικής της γραμμής. Ακόμη σαν το όργανο παραγωγής θεωρίας, διαμόρφωσης ιδεολογίας κ.λπ.
Αναμφίβολα αυτοί οι προσδιορισμοί αποτυπώνουν εκφράσεις της ύπαρξης, λειτουργίας και ρόλου του κόμματος. Ταυτόχρονα ωστόσο μπορούν να χρησιμοποιηθούν (χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται) για τη διαμόρφωση στρεβλών αντιλήψεων και τη δικαιολόγηση οπορτουνιστικών πολιτικών
Αναγκαίες συνεπώς οι διευκρινήσεις πάνω στο πώς εμείς τουλάχιστον τους αντιλαμβανόμαστε.
Ως προς τη συγκρότησή του αναφερθήκαμε ήδη στο ότι συγκροτείται από τα πρωτοπόρα στοιχεία της τάξης στα πλαίσια και με όρους ταξικής πάλης.
Όσον αφορά τη «διαμόρφωση ιδεολογίας», την αντιλαμβανόμαστε σαν μια σύνθετη διεργασία κοινωνικού-πολιτικού χαρακτήρα. Τα στοιχεία της «παράγονται» (αν στέκει ο όρος) στη βάση της αντίθεσης της εργατικής τάξης με το κεφάλαιο και της ταξικής πάλης που διεξάγεται στη βάση αυτής της αντίθεσης. Και βεβαίως «μήτρα» και φορέα αυτής της ιδεολογίας θεωρούμε την εργατική τάξη.
Οι κομμουνιστές, το κόμμα αποτελούν εκφράσεις αυτής της ιδεολογίας. Αυτοί είναι που την ενστερνίζονται και την συγκεκριμενοποιούν σε ιδέες, απόψεις, πολιτικές κατευθύνσεις.
Το αν την αντιλαμβάνονται με τον καλύτερο και πληρέστερο τρόπο και αντίστοιχα λειτουργούν ή όχι δεν είναι κάτι εξαρχής δεδομένο και μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης. Είναι ένα ζήτημα που κρίνεται συνεχώς και θα κρίνεται συνεχώς.
Στην ίδια βάση αντιμετωπίζουμε και το ζήτημα της παραγωγής-διαμόρφωσης θεωρίας. Ένα ζήτημα πάνω στο οποίο βαραίνει η σκιά των Μαρξ, Έγκελς, Λένιν, Στάλιν, Μάο και της τεράστιας προσφοράς τους.
Ωστόσο αυτό δεν αλλάζει το ότι το «πρωτογενές υλικό» έχει την ίδια «μήτρα». Την αντίθεση εργατικής τάξης-κεφαλαίου και της ταξικής πάλης. Πάνω σ’ αυτή τη βάση κινήθηκαν και αυτοί, αυτό το «υλικό» επεξεργάστηκαν, κωδικοποίησαν και ανέπτυξαν παραπέρα, με βάση αυτό προχώρησαν και διαμόρφωσαν το θεωρητικό τους έργο.
Με ανάλογο τρόπο μπαίνει το ζήτημα και για το κόμμα. Το κόμμα (αλλά και οποιοσδήποτε άλλος) στην ίδια βάση, στο ίδιο πεδίο και με τους ίδιους όρους κινείται. Και πάλι και εδώ ισχύει η αίρεση που αναφέρθηκε στο προηγούμενο. Το αν οι θεωρητικές του επεξεργασίες ανταποκρίνονται σ’ αυτά που υπαγορεύει η σχέση του με την εργατική τάξη και οι απαιτήσεις της ταξικής πάλης δεν είναι αξιωματικά δεδομένο και αναμφισβήτητο. Υπόκεινται και αυτές στον «έλεγχο» της πραγματικότητας και στο πόσο ανταποκρίνονται σ’ αυτές τις απαιτήσεις. Το μεγαλείο της θεωρητικής προσφοράς των κλασικών του κινήματος δεν παρέχει κανενός είδους άλλοθι στην απειρία θεωρητικών επεξεργασιών που όχι μόνο δεν υπηρέτησαν την υπόθεση της εργατικής τάξης αλλά την έβλαψαν.
Όσον αφορά τον ρόλο του σαν πολιτικού οργάνου της εργατικής τάξης, του πολιτικού της επιτελείου, την καθοδηγητική του αρμοδιότητα, τη διαμόρφωση της πολιτικής γραμμής και προώθησής της. Αυτά είναι που προσδιορίζουν κατ’ εξοχήν τη λειτουργία και τον ρόλο του κόμματος.
Όντως το κόμμα αποτελεί το πολιτικό όργανο της εργατικής τάξης, άλλωστε αυτή του η ιδιότητα είναι που καθιστά αναγκαία την ύπαρξή του.
Όντως έχει επιτελικό ρόλο αποτελεί το όργανο όπου επεξεργάζεται-διαμορφώνεται η πολιτική γραμμή, όντως έχει καθοδηγητικές αρμοδιότητες.
Μόνο που όπως κιόλας αναφέρθηκε, αυτές τις αρμοδιότητες δεν τις έχει αξιωματικά και αφ’ εαυτού του αλλά στη βάση της σχέσης του με την τάξη και την ταξική πάλη και ενόσω λειτουργεί στη βάση αυτής της σχέσης. Η πολιτική του λειτουργία έχει τα ιδιαίτερά της χαρακτηριστικά αλλά δεν νοείται αποκομμένη από την ταξική πάλη και τις εξελίξεις της.
Η επιτελική του λειτουργία δεν νοείται σαν έργο κάποιων αποκομμένων στελεχών γραφείου, αλλά πρωτοπόρων αγωνιστών που μετέχουν άμεσα στην πάλη και «διδάσκονται» καθημερινά απ’ αυτήν. Η διαμόρφωση της πολιτικής γραμμής δεν νοείται σαν μια διεργασία σχεδιασμών γραφείου που «ετοιμάζεται» και σερβίρεται προς εφαρμογήν αλλά «συνδιαμόρφωσης» της στη βάση της διαρκούς και διαλεκτικού χαρακτήρα «επικοινωνίας» του κόμματος με την εργατική τάξη και την ταξική πάλη.
Ο καθοδηγητικός ρόλος το μόνο που δεν σημαίνει είναι η αναίρεση της αρμοδιότητας της εργατικής τάξης. Το κόμμα δεν βρίσκεται ούτε «έξω» ούτε «υπεράνω» της τάξης. Αντίθετα τις όποιες αρμοδιότητές του δεν τις έχει αξιωματικά αλλά τις αντλεί και τις στηρίζει στη σχέση του με την τάξη.
Και χρειάζεται επίσης να διευκρινιστεί ότι αυτή η «ανάθεση» δεν υπόκειται σε καμιά «ρήτρα μονιμότητας». Υφίσταται και λειτουργεί μόνο στη βάση αυτής της σχέσης και ενόσω αυτή παραμένει ζωντανή και ενεργή.

Απόψεις και προτάσεις

Πώς τίθεται το ζήτημα στις σημερινές συνθήκες. Να μην επαναλάβουμε εδώ τα περί αναγκαιότητας ύπαρξης κομμουνιστικού κόμματος. Άλλωστε το ότι βασική μας θέση αποτελεί η κατεύθυνση ανασύστασης-ανασυγκρότησης του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος εμπεριέχει και την αναγκαιότητα συγκρότησης του κόμματος.
Να μην επαναλάβουμε επίσης το σε τι είδους κόμμα προσβλέπουμε ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά.
Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι άλλο. Βρίσκεται στο πώς αυτή η αναγκαιότητα αντιμετωπίζεται με βάση τα υπαρκτά δεδομένα. Τις απαιτήσεις των καιρών από τη μια και τις συνθήκες, τους όρους που έχει διαμορφώσει η ήττα και οι συνέπειές της από την άλλη.
Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Στη χώρα μας λ.χ. υπάρχει το ΚΚΕ. Για όσους θεωρούν ότι το ΚΚΕ είναι το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, το ζήτημα είναι κιόλας «απαντημένο». Για εμάς δεν είναι. Έχοντας τοποθετηθεί αναλυτικά και επανειλημμένα πάνω σ’ αυτό, εδώ θα σταθούμε επιγραμματικά σε ορισμένα και μόνο στοιχεία.
Το ΚΚΕ είναι γέννημα της αντεπαναστατικής στροφής στην πορεία του κομμουνιστικού κινήματος. Με βάση αυτή διαμόρφωσε τα «δομικά» του χαρακτηριστικά και τα οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνεχίζουν να χαρακτηρίζουν την ύπαρξή του και τις εκφράσεις της. Στην πολιτική του γραμμή και πρακτική που προωθεί η ηγεσία του όπου στο όνομα μιας -υποτίθεται- «προωθημένης» στόχευσης παρακάμπτει τις σημερινές απαιτήσεις και ανάγκες του κινήματος αρνούμενη να αναλάβει τις ευθύνες που θα αντιστοιχούσαν σε ένα πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα.
Στην απουσία ουσιαστικής αυτοκριτικής σε σχέση με τον ρόλο και τις ευθύνες, για τις καταστροφικές συνέπειες που είχε για το κίνημα η πολιτική αυτού του κόμματος για ολάκερες δεκαετίες.
Στο πώς «ερμηνεύει» την παλινόρθωση συγκαλύπτοντας τον ρόλο της βασικής κοινωνικής δύναμης που υπήρξε ο φορέας της παλινόρθωσης. Μια «ερμηνεία» που παραπέμπει τόσο στο πώς βλέπει το ζήτημα του σοσιαλισμού όσο και το σε ποιες δυνάμεις προσβλέπει στα πλαίσια του καπιταλιστικού σχηματισμού. Ταυτόχρονα ο στρεβλός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την ιστορία του κινήματος υπηρετεί μια διπλή στόχευση. Από τη μια την απόσειση των ευθυνών που αναλογούν στη δική της πολιτική και από την άλλη -και κυρίως αυτό- τον εξωραϊσμό, τη δικαίωση των σημερινών καιροσκοπικών πολιτικών επιλογών της.
Στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς προβάλλονται και άλλες απόψεις, προτάσεις, λογικές και δίνονται ανάλογες απαντήσεις. Έτσι έχουμε οργανώσεις κομμουνιστικής αναφοράς που δηλώνουν ότι αποτελούν ή όπου να ‘ναι συγκροτούν το επαναστατικό, το κομμουνιστικό, το κόμμα της εργατικής τάξης. Απόψεις που βλέπουν την απάντηση στη συνένωση δύο, τριών ή και περισσότερων οργανώσεων. Απόψεις που επιστρατεύουν ιστορικά παραδείγματα δημιουργίας κομμουνιστικών κομμάτων από μικρές (αριθμητικά) δυνάμεις. Ένα από τα πιο βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιείται συνδέεται με την επίκληση του Λένιν και της άποψης πως το κόμμα «χτίζεται από τα πάνω». Σαν απάντηση σε όλα αυτά θα μπορούσαμε να αρκεστούμε στο ερώτημα που ήδη θέσαμε.
Πώς μπορεί να προγραμματίζεται η δημιουργία του κόμματος της εργατικής τάξης εν «απουσία» της εργατικής τάξης. Αλλά ας το προσπεράσουμε και ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο.
Για το κόμμα που «χτίζεται από τα πάνω» και πώς εμείς το αντιλαμβανόμαστε.
Αναμφίβολα, το κόμμα για να πάρει τη συγκεκριμένη οργανωτική του μορφή και συγκρότηση «χτίζεται» κατ’ αρχάς «από τα πάνω». Πολύ απλά και στη βάση της αναγκαιότητας δημιουργία του, κάποιοι πρωτοπόροι κομμουνιστές παίρνουν την πρωτοβουλία να το συστήσουν, συγκροτήσουν.
Μόνο που η δυνατότητα και το έδαφος για τη δυνατότητα υλοποίησης μιας τέτοιας πρωτοβουλίας «από τα πάνω» δεν πέφτει ποτέ από τον ουρανό. Αυτό ίσχυσε και για τους μπολσεβίκους και ισχύει για κάθε περίπτωση.
Αυτή η αναγκαιότητα, οι ταξικοί θεωρητικοί, ιδεολογικοί και πολιτικοί όροι, υπήρξαν προϊόν και έκφραση μιας μακρόχρονης εξέλιξης της ταξικής πάλης και των ιδεολογικών και πολιτικών της εκφράσεων. Των εμπειριών που σωρεύτηκαν, των συνθηκών που ωρίμαζαν τόσο διεθνώς όσο και στη Ρωσία. Ή με μια έννοια «από τα κάτω». Αυτή ήταν, αυτή συνεχίζει και αυτή θα συνεχίσει να είναι η διαλεκτική των πραγμάτων. Πολύ περισσότερο που το κόμμα (το κάθε κόμμα) δεν χτίστηκε και δεν χτίζεται εφάπαξ. Συνέχισε να «χτίζεται» τόσο «από τα πάνω» όσο και «από τα κάτω» και στη βάση της διαρκούς σχέσης με την εργατική τάξη και την ταξική πάλη.
Τα σημερινά δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά τόσο από την άποψη των γενικότερων συνθηκών όσο και από την άποψη των υποκειμενικών όρων. Θα μπορούσαμε ίσως στο ερώτημα που ήδη θέσαμε (για τους σχεδιασμούς εν απουσία της τάξης) να προσθέσουμε ένα ακόμη. Αλήθεια στη βάση ποιων δεδομένων μπορεί να θεωρούν κάποιοι ότι βρίσκονται σ’ εκείνη την («άνω») θέση που να τους δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσουν στη δημιουργία του κόμματος «από τα πάνω»; Και πόσο στα σοβαρά θα μπορούσαμε να τους πάρουμε;

Η απάντηση στους σημερινούς όρους

Με βάση λοιπόν τα πραγματικά δεδομένα θεωρούμε εκτός τόπου και χρόνου τέτοιου είδους απόψεις. Στην παρούσα κατάσταση το να δηλώνει μια οργάνωση ότι αποτελεί ή συγκροτεί το κόμμα της εργατικής τάξης δεν είναι τίποτα περισσότερο από το να το …δηλώνει! Ακόμη χειρότερα λειτουργεί αποπροσανατολιστικά σε σχέση με τις απαιτήσεις που θέτει η αναγκαιότητα ουσιαστικής αντιμετώπισης αυτού του μεγάλου ζητήματος.
Με ανάλογο τρόπο βλέπουμε και τις απόψεις που αναζητούν την απάντηση στη συνένωση των οργανώσεων κομμουνιστικής αναφοράς ή έστω κάποιων απ’ αυτές. Ας δώσουμε και εδώ ορισμένες διευκρινήσεις προς αποφυγήν τυχόν παρανοήσεων. Δεν είμαστε καθόλου αντίθετοι στη σύμπραξη, συμπαράταξη, συνεργασία ή και ενοποίηση κάποιων οργανώσεων εφόσον υπάρξουν οι απαιτούμενοι αντίστοιχοι όροι και προϋποθέσεις. Αυτό που απορρίπτουμε και μάλιστα με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο είναι η άποψη ότι με αυτόν τον τρόπο απαντιέται το ζήτημα του κόμματος. Την αντίληψη που στην ουσία προσπερνάει τα ζητήματα που έχουν τεθεί και ζητάν τις απαντήσεις τους.
Τις δικές της υπερβάσεις κάνει και η άποψη που επιστρατεύει παραδείγματα δημιουργίας κομμάτων από μικρό αριθμό κομμουνιστών στη διάρκεια της τριτοδιεθνιστικής περιόδου. Μια άποψη που παραβλέπει την καθοριστικού χαρακτήρα διαφορά αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Το γεγονός ότι τέτοιες πρωτοβουλίες παίρνονταν σε συνθήκες, όρους και συσχετισμούς που είχαν διαμορφωθεί μέσα από καταλυτικού χαρακτήρα εξελίξεις.
Την μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος παγκόσμια. Το επαναστατικό απελευθερωτικό κύμα που εξαπλωνόταν σ’ όλο τον κόσμο. Την ανάταση των λαών και τις διαθέσεις που εμπνέονταν και οιστρηλατούνταν απ’ όλες αυτές τις ελπιδοφόρες εξελίξεις. Τη διαμόρφωση μέσα απ’ αυτές μιας επαναστατικής κατεύθυνσης μιας «γενικής γραμμής» που από μόνη της «στρατολογούσε» αγωνιστές.
Οι κομμουνιστές που παίρναν την πρωτοβουλία αποτελούσαν τον φορέα αυτής της κατεύθυνσης και μέσα σ’ ένα πλαίσιο συνολικής ανάτασης. Και «δεν ήταν» απλώς πενήντα, εκατό ή διακόσιοι. Γύρω τους υπήρχαν έτοιμοι να τους πλαισιώσουν εκατοντάδες και χιλιάδες αγωνιστές, ενώ συνολικά οι εργαζόμενες μάζες προσέβλεπαν σε μια τέτοια πρωτοβουλία, την «περίμεναν».
Εντελώς διαφορετική είναι η κατάσταση σήμερα. Οι εξελίξεις που την έχον διαμορφώσει είχαν και αυτές καταλυτικό χαρακτήρα μόνο που είναι στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτές που μόλις προαναφέρθηκαν. Εξελίξεις στις οποίες έχουμε αναφερθεί στις προηγούμενες σελίδες και οι οποίες έχουν επιδράσει τόσο στην δραματικού χαρακτήρα αποδυνάμωση του υποκειμενικού παράγοντα όσο και στη διαμόρφωση ενός εντελώς διαφορετικού περιβάλλοντος. Όποιος νομίζει ότι αυτά μπορούν να ξεπεραστούν με κάποιες αποφάσεις και κάποιες διακηρύξεις βρίσκεται απλώς στον κόσμο του.
Όταν από τη μεριά μας θέτουμε το ζήτημα της αναγκαιότητας της πάλης για την ανασύσταση-ανασυγκρότηση του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος δεν είναι για να έχουμε μια πρόταση που να «ξεχωρίζει» από τις άλλες. Είναι επειδή έχουμε επίγνωση της πραγματικότητας που βιώνουμε, είναι επειδή έχουμε ξεκαθαρισμένο ότι χωρίς απαντήσεις στα ζητήματα που έχουν τεθεί δεν μπορούμε να προχωρήσουμε πραγματικά. Ότι χωρίς να αφομοιώσουμε τις εμπειρίες που έχει να μας δώσει η πορεία του κινήματος και η παλινόρθωση δεν μπορούμε να βρούμε τις απαιτούμενες απαντήσεις.
Ότι χωρίς αυτές τις απαντήσεις δεν μπορούμε να απευθυνθούμε πειστικά στον κόσμο. Ότι χωρίς την ενσωμάτωση αυτών των διδαγμάτων στη σημερινή φυσιογνωμία και γραμμή του κινήματος δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε μια κατεύθυνση διεξόδου. Πάνω απ’ όλα, ότι χωρίς την πάλη για την «εκ νέου» συγκρότηση της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της» δεν έχουμε το «έδαφος» πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί και να αποκτήσει πραγματική υπόσταση και προοπτική οποιαδήποτε προσπάθεια.

Αναγκαίες διευκρινίσεις

Σε σχέση με όσα εκθέσαμε χρειάζεται μια διευκρίνιση και πάλι προς αποφυγή παρανοήσεων.
Τα όσα αναφέραμε για οργανώσεις, κόμματα, ομάδες, κινήσεις κ.λπ. δεν σημαίνουν ότι μέσα σ’ αυτές, γύρω απ’ αυτές και έξω απ’ αυτές δεν υπάρχουν αγωνιστές που με αυταπάρνηση και συνέπεια μάχονται στο πεδίο της ταξικής πάλης. Πολλοί μάλιστα, με αναφορά στα κομμουνιστικά ιδανικά. Ίσα-ίσα. Εκείνο που υποστηρίζουμε είναι πως αυτό δεν αρκεί.
Για τη δική μας αντίληψη, το ζήτημα θα απαντηθεί σε μια πορεία, στη βάση των όρων που παρατέθηκαν και σε μια διαδικασία μακρόχρονης (κατά το μάλλον) πάλης. Μια διαδικασία που θα συνενώσει τους αγωνιστές ανεξάρτητα των σχημάτων μέσα από τα οποία δίνουν διέξοδο στις αναζητήσεις και τις αγωνιστικές τους διαθέσεις.
Εδώ βρίσκεται ο ρόλος και η ευθύνη των κομμουνιστών. Αυτών που στάθηκαν όρθιοι στη θύελλα της ήττας. Που παρά τις αρνητικές συνθήκες και συσχετισμούς και τις επιθέσεις που δέχονται, επιμένουν στην υπεράσπιση των κομμουνιστικών απόψεων και αντιλήψεων. Που με τις όποιες δυνάμεις διαθέτουν συνεχίζουν να μάχονται και να προωθούν την εργατική κομμουνιστική διέξοδο για το κίνημα.
Αυτό που έχουν μπροστά τους είναι το να αποτελέσουν τον «συνδετικό κρίκο» ανάμεσα στις καλύτερες παραδόσεις του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και αυτού που γεννιέται καθημερινά μέσα στο πεδίο της συνεχιζόμενης ακατάπαυστα ταξικής πάλης.
Εκεί βρίσκεται το πεδίο «συνάντησης» των πρωτοπόρων αγωνιστών. Αυτών που αναδείχνονται, σφυρηλατούνται και ανδρώνονται μέσα στην πάλη. Είναι σ’ αυτό το πεδίο και με όρους πάλης που μπορούν να «συσσωματώνονται» ουσιαστικά και να διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις συγκρότησής τους σε πρωτοπόρα επαναστατική κομμουνιστική δύναμη. Σ’ αυτό είναι που τελικά θα κριθούμε. «Θα μας πάρει καιρό», ίσως πουν κάποιοι. Και λοιπόν;
Αλήθεια, πού οδήγησαν το κίνημα -δεκαετίες τώρα- οι τάσεις και απόψεις υπέρβασης αυτών που απαιτούνται για μια πραγματική απάντηση, οι απόπειρες κάποιων να «κόψουν δρόμο». Το αν αυτές εκδηλώνονταν από συνειδητό οπορτουνισμό, από μικροαστική «βιασύνη» ή σαν έκφραση αδυναμίας και παραίτησης απέναντι στις -πράγματι μεγάλες- απαιτήσεις του ζητήματος έχει κάποια σημασία αλλά δεν αλλάζει το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα το έχουμε καθημερινά μπροστά μας.
Αναγκαίες ορισμένες ακόμη διευκρινίσεις. Θα μπορούσε ίσως να μας παρατηρηθεί ότι στον τίτλο της οργάνωσής μας υπάρχει ο όρος «κόμμα» (Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας μαρξιστικό-λενινιστικό).
Μια δεύτερη παρατήρηση, ότι σαν οργάνωση συγκροτούμαστε και λειτουργούμε με βάση τις λενινιστικές τριτοδιεθνιστικές κομματικές προδιαγραφές.
Όσον αφορά το πρώτο, η διατήρηση αυτού του τίτλου σχετίζεται με τις συνθήκες μέσα στις οποίες ανασυγκροτήθηκε η οργάνωσή μας. Όπως και να ‘χει, κατανοητές οι τυχόν ενστάσεις. Από άποψη ουσίας ωστόσο έχουμε ξεκαθαρίσει από την πρώτη στιγμή (και ξανά και ξανά, όσες φορές χρειάστηκε), ότι δεν θεωρούμε πως είμαστε κόμμα. Ότι θεωρούμε πως είμαστε μια οργάνωση που προσπαθεί να αγωνίζεται με συνέπεια στην υπηρεσία της εργατικής κομμουνιστικής υπόθεσης.
Όσον αφορά το δεύτερο, πράγματι έτσι λειτουργούμε και ας εξηγηθούμε. Όσο μας αφορά δεν έχουμε καθόλου την τάση να πετάμε στα σκουπίδια την εμπειρία του κινήματος. Με αυτή την λογική δεν προσπερνάμε το ότι αυτή η μορφή συγκρότησης και λειτουργίας συνέβαλε καθοριστικά στην πραγματοποίηση της Οκτωβριανής Επανάστασης και γενικότερα στην ορμητική ανάπτυξη του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα έχουμε δείξει ότι επίσης δεν προσπερνάμε τα ζητήματα που έχει θέσει η ήττα, η παλινόρθωση, ο εκφυλισμός των κομμουνιστικών κομμάτων. Αντίθετα μέσα από το σύνολο των απόψεών μας αυτό που εμφατικά θέτουμε και σε αυτό το κείμενο είναι ότι με βάση την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων και την ενσωμάτωση των διδαγμάτων θα διαμορφωθεί η σημερινή φυσιογνωμία του κινήματος.
Απ’ εκεί και πέρα δεν έχουμε ούτε ταμπού, ούτε φετίχ. Η κομμουνιστική κοσμοαντίληψη, όπως έχει αναφέρει και ο Γιάννης Χοντζέας δεν είναι ούτε «κλειστό» ούτε «ανοιχτό» σχήμα θεώρησης των πραγμάτων. Στη βάση μιας τέτοιας αντίληψης δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να αλλάξουμε κάτι αν πειστούμε ότι αυτό υπαγορεύουν οι ανάγκες της ταξικής πάλης. Αλλά και δεν «γοητευόμαστε» από εγκεφαλικού χαρακτήρα σχήματα συγκρότησης και λειτουργίας από «ιδανικές αρχιτεκτονικές» που αναζητούν την απάντηση έξω από τα πραγματικά δεδομένα και τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης. Επιμένουμε στην άποψη ότι η απάντηση βρίσκεται σ’ αυτές τις απαιτήσεις και με σταθερό σημείο αναφοράς της σχέση που θα διαμορφώνεται με την εργατική τάξη και την πάλη της.

Για το ζήτημα της Αριστεράς

Πολλή συζήτηση γίνεται εδώ και χρόνια για το ζήτημα της Αριστεράς. Δίνουν και παίρνουν οι προτάσεις για την «ενότητα της Αριστεράς» για τη δημιουργία «Αριστερού Μετώπου», για την αναγκαιότητα μιας «άλλης Αριστεράς» κ.λπ.
Τα τελευταία χρόνια προέκυψε και μια εντελώς «αντίθετη» άποψη. Αναφερόμαστε στο ΚΚΕ, κατά την ηγεσία του οποίου περίπου «δεν υπάρχει» Αριστερά ή εν πάση περιπτώσει το ΚΚΕ δεν ανήκει σ’ αυτήν αλλά είναι νέτα σκέτα κομμουνιστικό κόμμα. Εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Η αναγκαιότητα της αυτονομίας και ανεξαρτησίας συγκρότησης του κόμματος της εργατικής τάξης είναι για εμάς έξω από κάθε συζήτηση.
Μόνο που είναι ένα πράγμα το -αυτονόητο- δικαίωμα ενός πολιτικού οργανισμού να αυτοπροσδιορίζεται σαν ιδιαίτερη πολιτική οντότητα και ένα άλλο να φαντάζεται ότι αποτελεί κάτι σαν «νησί» στη θάλασσα του κοινωνικού γίγνεσθαι και το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων.
Εδώ πριν προχωρήσουμε να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Αποτελεί ένα ζήτημα το πώς τοποθετείται κανείς απέναντι στη συγκεκριμένη, την υπάρχουσα σήμερα Αριστερά. Είναι όμως ένα εντελώς διαφορετικό το πώς τοποθετείται γενικά πάνω στο ζήτημα Αριστερά. Το πρώτο όχι μόνο μπορεί αλλά οφείλει να το κάνει. Το να μπερδεύει ωστόσο το πρώτο με το δεύτερο σημαίνει ότι μέσα στη σύγχυση που δημιουργεί θέλει να συγκαλύψει δικές του σκοπιμότητες και καιροσκοπισμούς.
Όσον αφορά το πώς έχει το ζήτημα στη γενική του μορφή, δεν έχουμε από τη μεριά μας να πούμε τίποτα καινοφανή πράγματα ή τίποτα «σοφίες». Απλά να υπενθυμίσουμε πράγματα απαντημένα από το κίνημα εδώ και χρόνια.
Όσον αφορά τη γενική μορφή του ζητήματος, ο όρος Αριστερά δεν γεννήθηκε επειδή έτσι τους έφεξε κάποιων, ούτε καθιερώθηκε τυχαία. Αποτελεί έκφραση προσδιορισμού του πολιτικού φάσματος και των κοινωνικών του αντιστοιχιών. Από γενική άποψη εκφράζει τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται έξω και απέναντι από το κυρίαρχο κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ δυνάμεων. Η κοινωνική του βάση και αναφορά βρίσκεται στα εργατικά λαϊκά στρώματα, τη φτωχή αγροτιά, τη μικροαστική τάξη με σχετικές «προεκτάσεις» προς τα μικρομεσαία στρώματα.
Αντίστοιχες και οι πολιτικές τάσεις που την χαρακτηρίζουν. Προφανώς και δεν είναι ταυτόσημες, μια και δεν είναι ίδια και τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών δυνάμεων στα οποία αναφέρονται και από τα οποία αντλούν την υπόστασή τους. Διαφορετικές αντιλήψεις διατρέχουν τα εργατολαϊκά στρώματα απ’ ό,τι τα «ενδιάμεσα» κοινωνικά στρώματα. Αντίστοιχα διαφορετικές οι πολιτικές τάσεις και μορφοποιήσεις που συγκροτούνται.
Δεν εννοούμε καθόλου ότι αυτές οι αντιστοιχίες προκύπτουν περίπου «αυτοματικά» και ανεξάρτητα συνθηκών, αλλά μια εξέλιξη που υπόκειται και στους όρους που διαμορφώνονται κάθε φορά στα πλαίσια της κοινωνικής και της ταξικής πάλης.
Εκείνο άλλωστε που μας έχει δείξει πολλές φορές η ιστορία είναι πως ανάλογα με τις συνθήκες είναι δυνατό να ισχυροποιείται στα πλαίσια αυτού του φάσματος η εργατολαϊκή κατεύθυνση, ή η αντίθετη η μικροαστική κατεύθυνση συναλλαγής με την αστική τάξη.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα «ενδιάμεσα» στρώματα που είτε σύρονται από τις αστικές δυνάμεις είτε κάτω από συγκεκριμένους όρους μπορούν να αποτελέσουν σύμμαχες δυνάμεις (ασταθείς έστω) της εργατικής τάξης. Αντίστοιχα ισχύει αυτό και για τις πολιτικές δυνάμεις αυτού του φάσματος και ανεξάρτητα του τι διακηρύσσουν.
Οι πολιτικές δυνάμεις χαρακτηρίζονται σαν τέτοιες ή αλλιώτικες όχι μόνο στη βάση των όποιων διακηρύξεών τους αλλά κύρια στη βάση της σχέσης που διαμορφώνουν με τις κοινωνικές δυνάμεις και την ταξική πάλη.
Ως προς αυτό έχει σημασία να επισημανθεί ότι αυτή η σχέση δεν είναι σταθερή και αμετάβλητη αλλά υπόκειται στις επιδράσεις της ταξικής πάλης. Απ’ εκεί και πέρα το ποια πολιτική και ποια τακτική είναι και η πιο ενδεδειγμένη για την ενίσχυση της εργατολαϊκής κατεύθυνσης στα πλαίσια αυτών των δυνάμεων, είναι ένα κάθε φορά συγκεκριμένο ζήτημα. Σ’ αυτή τη βάση όσον οπορτουνισμό κουβαλάν οι διακηρύξεις για «ενότητα της Αριστεράς» ανεξαρτήτως όρων και συνθηκών, άλλο τόσον εκφράζουν οι απόψεις που «καταργούν» το ζήτημα και ακριβώς για να μην το αντιμετωπίσουν. Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι.

Αριστερά και «Αριστερά»

Το ζήτημα της Αριστεράς τόσο στη γενική όσο και στη συγκεκριμένη του κάθε φορά μορφή έχει απασχολήσει το κίνημα πολλές φορές. Εμείς εδώ θα σταθούμε κύρια στο πώς τέθηκε τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα στην πρόσφατη «μνημονιακή» περίοδο. Έχοντας αναφερθεί σχετικά πρόσφατα στο ζήτημα ας παραθέσουμε κατ’ αρχάς ένα απόσπασμα από αυτή μας την τοποθέτηση.
«Αν δούμε από «πιο κοντά» τις αναφορές στην Αριστερά και ιδιαίτερα αυτές που με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα γίνονται στην λεγόμενη μνημονιακή περίοδο θα διαπιστώσουμε ορισμένα πράγματα. Αυτό που θα δούμε είναι ότι στο σύνολό τους έχουν σαν πεδίο αναφοράς την ΕΑΜική παράδοση, την περίοδο μετά το 1950 και επόμενα. Έχει μια ορισμένη σημασία το ότι στο σύνολό τους σχεδόν αυτές οι δυνάμεις είναι οι ίδιες που σ’ όλο το προηγούμενο διάστημα αναφέρονταν απαξιωτικά έως και με περιφρόνηση σ’ αυτή την παράδοση. Γι’ αυτό -αλλά όχι μόνο γι’ αυτό- δεν θέλουν και δεν μπορούν να κατανοήσουν-αποδεχτούν αυτό που έχει συντελεστεί. Το ότι αυτή η Αριστερά και με τα χαρακτηριστικά που είχε διαμορφώσει δεν υπάρχει πλέον.
Η Αριστερά τόσο στη χώρα μας όσο και παγκόσμια στον 20ο αιώνα διαμόρφωσε τα χαρακτηριστικά της, τις αντιλήψεις, τις τάσεις, τον ρόλο της στη βάση συγκεκριμένων παραγόντων.
Την επίδραση της Οκτωβριανής Επανάστασης, της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση, της πάλης ενάντια στο ναζισμό, της ορμητικής ανόδου του εργατικού κινήματος και συνολικά της πάλης των λαών. Είχε σοσιαλιστική αναφορά και προσανατολισμό και στα πλαίσιά της ήταν καθοριστικός-ηγετικός ο ρόλος των κομμουνιστικών κομμάτων. Ένας ρόλος που εδράζονταν στη σχέση τους με μια συγκροτημένη μάχιμη εργατική τάξη και η οποία αποτελούσε τον κορμό ισχύος των λαϊκών δυνάμεων.
Αυτή η σχέση πραγμάτων και με κομβικό σημείο το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) και την 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ όσον αφορά τη χώρα μας, μπαίνει σε μια τροχιά διαφοροποίησης και ανατροπής της. Θα μας έβγαζε έξω από τα όρια αυτού του κειμένου μια αναλυτική αναφορά σ’ όλη αυτή την πορεία. Θα περιοριστούμε σε ορισμένες βασικές επισημάνσεις.
Η κυριάρχηση των ρεβιζιονιστικών ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών απόψεων, η πολιτική της ταξικής συνεργασίας ανοίγει μια πορεία αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης, μετάλλαξης των κομμουνιστικών κομμάτων, διάλυσης των μετώπων πάλης των λαών, εκφυλισμού συνολικά της Αριστεράς. Η πάλη του ΚΚ Κίνας, του ΚΕ Αλβανίας, του μ-λ κινήματος και η ΜΠΠΕ στην Κίνα δεν μπόρεσαν να ανατρέψουν αυτή την αρνητική εξέλιξη. Έτσι από το ειρηνικό πέρασμα οδηγούμαστε στον «ιστορικό συμβιβασμό» για να φτάσουμε μετά τις ανατροπές του 1989-1991 στο να ανακηρυχθεί ως «σύγχρονη Αριστερά» αυτή που εκπροσωπούνταν από τους Κλίντον, Μπλερ, Ζοσπαίν, Σρέντερ και …Σημίτη. Έκφραση αυτού του εκφυλισμού υπήρξε το επαίσχυντο φαινόμενο όπου το μεγαλύτερο μέρος της Ευρωπαϊκής «Αριστεράς» (αλλά και στη χώρα μας) να υποστηρίζει τους «ειρηνικούς» βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας και κάποιοι να αναζητούν άλλοθι στις «ίσες αποστάσεις».
Η όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, η κλιμάκωση της επίθεσης ενάντια στις εργαζόμενες μάζες, η διεύρυνσή της στα μεσοστρώματα οδηγούν σε διαφοροποιήσεις.
Εμφανίζεται η τάση «διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας με κινηματική στήριξη», ενώ το ΚΚΕ από την άλλη πλευρά αναζητά την δική του ταυτότητα ύπαρξης στις συνθήκες που διαμόρφωσε η κατάρρευση του πεδίου αναφοράς του.
Η ουσία του πράγματος ωστόσο δεν αλλάζει. Σ’ αυτό που εμφανίζεται ως Αριστερά συνεχίζουν να κυριαρχούν ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις. Συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από την αποσύνδεσή της με την εργατική τάξη (τόσο οργανωτικά όσο και κυρίως πολιτικά), την απουσία Εργατικού Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ενώ η επανεμφάνιση αναφορών στην σοσιαλιστική προοπτική (που είχαν «εξαφανιστεί» σε πολλούς και για μεγάλο διάστημα) είναι απλώς για το θεαθήναι.
Την έκφραση αυτών των δεδομένων την είδαμε και στο διάστημα της λεγόμενης μνημονιακής περιόδου, την είδαμε στις «πλατείες», την είδαμε να εκφράζεται (σε συνδυασμό και με την «αναχώρηση» του ΚΚΕ από την άλλη) στην ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε εκπρόσωπο-εκφραστή της σύνολης Αριστεράς και τελικά στην εκλογική του νίκη.
Η παταγώδης αποτυχία αυτής της κατεύθυνσης, τα αρνητικά της αποτελέσματα, η-αναμενόμενη- μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα στην ουσία όσον αφορά τις αντιλήψεις, απόψεις, διαθέσεις, την πολιτική αυτής της Αριστεράς». (Παλιά υλικά σε φρέσκιες συσκευασίες, 2015)

Χωρίς ψευδαισθήσεις

Τα όσα αναφέρθηκαν σημαίνουν ορισμένα πράγματα. Σημαίνουν ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για «ενότητα της Αριστεράς» για «Αριστερά Μέτωπα» ή «για μια άλλη Αριστερά» στις συγκεκριμένες συνθήκες. Με βάση τις δεδομένες μορφοποιήσεις της αυτή η Αριστερά ούτε θέλει, ούτε μπορεί, αλλά ούτε και έχει να προσφέρει κάτι με την «ένωσή» της. Ακόμη και αν υποθέταμε κάτι τέτοιο, το «Αριστερό Μέτωπο» που θα προέκυπτε, θα έφερε τα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά αυτών των δυνάμεων. Ή για να το πούμε διαφορετικά, θα κουβαλούσε όλη την ιδεολογική και πολιτική σαβούρα που έχει σωρεύσει η για δεκαετίες κυριαρχία στο κίνημα των ρεβιζιονιστικών, ρεφορμιστικών, οπορτουνιστικών δυνάμεων. Και χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι το ΚΚΕ -που κατά τα άλλα- «δεν είναι» Αριστερά είχε τον κύριο ρόλο και ευθύνη γι’ αυτή την αρνητική εξέλιξη.
Στην ίδια βάση δεν έχει νόημα να μιλάμε για «μια άλλη Αριστερά». Η Αριστερά που «διαθέτουμε» δεν είναι «άλλη», αλλά είναι αυτή που υπάρχει. Ούτε θέλει, ούτε και μπορεί να αλλάξει αφ’ εαυτού της και ούτε βέβαια υπάρχει καμιά μαγική συνταγή που να μπορεί να την αλλάξει αυθωρεί και παραχρήμα. Από τη μεριά μας δεν μπορούμε να πούμε ούτε πότε θα μπορέσει να υπάρξει αυτή η «άλλη Αριστερά», ούτε με ποιες μορφές θα εμφανιστεί στις συνθήκες της εποχής μας.
Μπορούμε όμως να πούμε πως δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο στη βάση της σύνδεσής της με τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα, τα προβλήματα και τον αγώνα τους.
Μπορούμε ακόμα να πούμε πως η πορεία διαμόρφωσής της σε Αριστερά που να απηχεί τις λαϊκές διαθέσεις βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση αλλά και σύνδεση με το προτσές της «εκ νέου» συγκρότησης συνολικά του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος.
Ως προς την άμεση αντιμετώπιση του ζητήματος και με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν δεν είναι νοητή καμιά υποχώρηση και κανενός είδους αυταπάτες απέναντι στις διαθέσεις και την πολιτική αυτών των δυνάμεων. Κανένας ενδοτισμός στις καραμέλες της ενότητας της Αριστεράς, των Μετώπων της, των συμπράξεων για «μια άλλη Αριστερά» και τα συναφή.
Δεν υπάρχει καμία δυνατότητα ενότητας, συμμαχίας ούτε στο ιδεολογικό ούτε στο πολιτικό πεδίο. Αντίθετα, αυτό που απαιτείται είναι ένα επίμονο και αδιάλλακτο μέτωπο ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Μια συνεχής προσπάθεια για το πέταγμα όλης της ιδεολογικής και πολιτικής σαβούρας που έχει σωρευτεί και έχει δημιουργήσει έναν πραγματικό βάλτο.
Από την άλλη μεριά και όπως ήδη έχει αναφερθεί, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι στα πλαίσια αυτών των δυνάμεων και γύρω απ’ αυτές κινείται ένας κόσμος με αγωνιστικές διαθέσεις. Ένας κόσμος που θέλει να υπηρετήσει τη λαϊκή υπόθεση και έστω με τον τρόπο του προσβλέπει στη σοσιαλιστική προοπτική του κινήματος. Το ζήτημα που θέτει η ύπαρξη αυτού του κόσμου ούτε θέλουμε ούτε μπορούμε ούτε και δικαιούμαστε να το προσπεράσουμε ή να «αποχωρήσουμε» και εμείς απ’ αυτό. Πολύ περισσότερο που η Αντίσταση στην επίθεση που δέχεται ο λαός μας, η αναγκαιότητα υπεράσπισης και διεκδίκησης των δικαιωμάτων του απαιτεί την ευρύτερη δυνατή συστράτευση, απαιτεί την Κοινή Δράση των όσο γίνεται πλατύτερων δυνάμεων σε μια τέτοια κατεύθυνση.
Με βάση άλλωστε μια τέτοια αντίληψη κινούμαστε και υποστηρίζουμε την αναγκαιότητα οικοδόμησης Μετώπου Αντίστασης και αγωνιζόμαστε για την πραγματοποίησή του. Μια κατεύθυνση που υπαγορεύεται κατ’ αρχάς από την αναγκαιότητα της άμεσης αντιμετώπισης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός.
Από το γεγονός ότι αποτελεί το πεδίο όπου μπορούν να «συναντηθούν» ευρύτερες δυνάμεις και αγωνιστές ανεξάρτητα από ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές. Από το γεγονός ότι στα πλαίσιά του μπορούν να ισχυροποιούνται τάσεις και να αναδείχνονται αγωνιστές που να ξεπερνούν τις ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές αυταπάτες και ιδεοληψίες και να αναζητούν άλλους δρόμους. Από το γεγονός ότι μέσα από μια τέτοια εξέλιξη μπορούν να διαμορφώνονται όροι σύγκλισης και μετωπικής συσπείρωσης αυτών των τάσεων και αγωνιστών, πράγμα που θα έδινε μεγαλύτερη ώθηση στο εγχείρημα και προς τη σωστή κατεύθυνση. Γενικότρα επειδή θεωρούμε ότι αποτελεί το πεδίο όπου μπορουν να διαμορφωθούν -και πάντα με όρους πάλης- οι προϋποθέσεις για το πέρασμα του αγώνα σε ανώτερες μορφές και με ευρύτερους στόχους.

ΣΤΟΧΟΙ-ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΜΕΤΩΠΑ

Σ’ αυτά που συντελούνται στα πλαίσια του κινήματος και με ιδιαίτερη ένταση τα τελευταία χρόνια μπορεί να παρατηρήσει κανείς ορισμένα αξιοσημείωτα φαινόμενα.
Εξαγγελίες στόχων μεγαλεπήβολων. Κάθε τόσο αναγγέλλονται η ανατροπή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής ελλαδικά, ευρωπαϊκά και …παγκοσμίως. Κάθε τρεις και λίγο προαναγγέλλονται γενικές απεργίες, ξεσηκωμοί, εξεγέρσεις, αντικαπιταλιστικές ανατροπές και λαϊκές εξουσίες.
Διατυπώνονται προγράμματα ων ουκ έστιν αριθμός. Μεταβατικά, κυβερνητικά, πατριωτικά, αντιιμπεριαλιστικά, αντικαπιταλιστικά έως και κομμουνιστικά. Τα συρτάρια των διαφόρων οργανώσεων και κομμάτων θα πρέπει να είναι γεμάτα από προγράμματα που διατυπώνονται και αναδιατυπώνονται. Που αλλάζουν χωρίς οι συντάκτες τους να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν γιατί τα άλλαξαν, τι απέγιναν τα προηγούμενα (αν υποθέσουμε ότι τα θυμούνται), ποια θα ‘ναι τα …επόμενα.
Διακηρύσσονται η δημιουργία Μετώπων κάθε είδους. Αντιευρωπαϊκών, πατριωτικών, εθνικοαπελευθερωτικών, αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κι αν παραλείψαμε κάτι συγχωρήστε μας.
Μα θα αναρωτηθεί κανείς με βάση το ύφος της αναφοράς μας σ’ αυτά τα φαινόμενα. Στην ταξική, την πολιτική πάλη δεν είναι απαραίτητοι οι στόχοι; Δεν χρειάζονται τα προγράμματα; Δεν είναι αναγκαία η δημιουργία Μετώπων; Ασφαλώς και είναι και δεν υπάρχει στις αντιλήψεις μας ούτε ίχνος αμφισβήτησης αυτής της αναγκαιότητας. Το ζήτημα που θέτουμε είναι άλλο. Κατά την άποψή μας, στόχοι, προγράμματα, Μέτωπα τίθενται, διαμορφώνονται, συγκροτούνται στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά συνθηκών, όρων, προϋποθέσεων και δυνατοτήτων. Το να εξαγγέλλονται έξω απ’ αυτές τις προϋποθέσεις και έτσι του καλού καιρού δεν είναι απλώς λάθος. Δεν είναι κάτι που απλώς δεν θα έχει αποτελέσματα. Θα έχει αποτελέσματα. Μόνο που θα είναι διαφορετικά ή και ενάντια σ’ αυτά που -υποτίθεται- στοχεύουν.
Ας τα δούμε όμως πιο συγκεκριμένα.

Για τους στόχους πάλης

Για τον καθένα που έχει την πιο στοιχειώδη έστω σχέση με την ταξική, την πολιτική πάλη είναι ξεκάθαρο ότι αυτή δεν μπορεί να διεξαχθεί και να αναπτυχθεί αν δεν τίθενται συγκεκριμένοι κάθε φορά στόχοι. Όσον αφορά τώρα το ποιοι στόχοι μπορούν να τεθούν, σ’ αυτό, κατά τη δική μας τουλάχιστον αντίληψη δεν υπάρχει «όριο». Μπορούν να τεθούν από τους πιο «μικρούς» έως τους πιο μεγάλους.
Ταυτόχρονα θεωρούμε ότι υπάρχει (πρέπει να υπάρχει) σχέση ανάμεσα στους μικρούς και τους μεγάλους στόχους, ανάμεσα στους άμεσους και τους απώτερους. Οι άμεσοι στόχοι εντάσσονται σε μια πολιτική λογική που τους θέλει να «ανοίγουν τον δρόμο» για την προσέγγιση, υλοποίηση των απώτερων στόχων.
Πού βρίσκεται συνεπώς το ζήτημα. Κατά την άποψή μας υπάρχει μια ορισμένη διάκριση ανάμεσα στους άμεσους και τους απώτερους στόχους. Η αντιμετώπισή τους υπόκειται σε διαφορετικούς όρους. Ένα ζήτημα είναι η προβολή στόχων που ορίζουν τον προσανατολισμό και τη γενική κατεύθυνση του κινήματος και ένα άλλο το ποιοι μπορούν να τεθούν στην ημερήσια διάταξη σαν άμεσοι στόχοι πάλης.
Η γενική κατεύθυνση, οι απώτεροι στόχοι μπορούν να προβάλλονται, να προπαγανδίζονται, να ζυμώνονται κ.λπ. οποιαδήποτε στιγμή και ανεξάρτητα συνθηκών, δυνατοτήτων και συσχετισμών. Αυτό ωστόσο καθόλου δεν σημαίνει ότι μπορούν να τίθενται και σαν ζητήματα ημερήσιας διάταξης ανεξαρτήτως συνθηκών. Ανεξάρτητα από το ποιες δυνάμεις διατίθενται να τους προωθήσουν και στηρίξουν, ποια τα χαρακτηριστικά, οι διαθέσεις, οι δυνατότητες, η αποφασιστικότητα, οι αντοχές και τα όριά τους.
Σαν ζητήματα ημερήσιας διάταξης μπορούν να τεθούν εκείνοι οι στόχοι που μπορούν να βρουν άμεσα ή στο ορατό πολιτικό διάστημα την αναγκαία στήριξη. Μόνο σε μια τέτοια βάση μπορούν να διαμορφώσουν όρους κίνησης, να δημιουργήσουν ρήγματα, να διαφοροποιήσουν συσχετισμούς. Αυτό συναρτάται τόσο με τους αντικειμενικούς όρους και συσχετισμούς όσο και με τις υποκειμενικές δυνατότητες που υπάρχουν ή μπορούν να αναπτυχθούν μέσα στην πάλη για την επίτευξη αυτών των στόχων.
Το να τίθενται στόχοι και ζητήματα στην ημερήσια διάταξη του κινήματος έξω από αυτή τη λογική δεν είναι όπως προαναφέρθηκε απλώς λάθος και χωρίς συνέπειες. Το να τίθενται στόχοι εκτός τόπου και χρόνου σημαίνει κατ’ αρχάς ότι μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα ή και «εγκαταλείπονται» στόχοι που θα μπορούσε και θα έπρεπε να τεθούν στην ημερήσια διάταξη. Στόχοι που η πάλη για την επίτευξή τους θα έδινε απτά αποτελέσματα. Σημαίνει ότι αναλώνονται σε αδιέξοδες -το λιγότερο- κατευθύνσεις, δυνάμεις που θα ήταν πολύτιμες για την προώθηση των άμεσων στόχων. Σημαίνει ότι προσανατολίζοντας την πάλη των μαζών σε αδιέξοδη κατεύθυνση, τις οδηγείς στην απογοήτευση (όπως αυτή που βιώνουμε στις μέρες μας), την αδρανοποίηση, την παραίτηση, την υποταγή.
Σημαίνει ότι στο όνομα των -υποτίθεται- «μεγάλων» στόχων υπονομεύεις, αποτρέπεις τη δημιουργία των όρων που διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για να φτάσουμε και στους μεγάλους στόχους.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η τέτοια αντιμετώπιση των πραγμάτων είναι απλώς λάθος και χωρίς πολιτικά αποτελέσματα. Όπως κιόλας αναφέρθηκε, υπάρχουν και είναι συγκεκριμένα. Μόνο που δεν είναι εκείνα που -υποτίθεται- επιδιώκονται. Η οποιαδήποτε πολιτική κίνηση έχει πάντα το πολιτικό της αποτέλεσμα. Το ποιο είναι αυτό δεν εξαρτάται πάντα από τις προθέσεις και τις επιθυμίες αυτών που τις προωθούν. Συναρτάται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνονται, τις συνθήκες, τους συσχετισμούς, τις δυνατότητες του κάθε παράγοντα του πολιτικού γίγνεσθαι. Αυτά καθορίζουν το πού και πώς τελικά θα «κεφαλαιοποιηθεί» πολιτικά το αποτέλεσμα των όποιων κινήσεων. Και αυτό μπορεί όχι μόνο να είναι διαφορετικό αλλά και στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που υποτίθεται επιδιώκονταν. Το βιώσαμε αυτό πολλές φορές για πολλά χρόνια και με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο με την άνοδο της «αριστερής μας» κυβέρνησης.

ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

Μια ουσιώδης διαφορά

Πάνω στο ζήτημα του προγράμματος υπάρχουν διαφόρων ειδών συγχύσεις. Ας ξεκινήσουμε από αυτήν που θεωρούμε βασική. Κατά την άποψή μας υπάρχει μια πρωταρχική, μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στα προγράμματα των αστικών πολιτικών δυνάμεων και το πρόγραμμα ενός επαναστατικού υποκειμένου. Δεν αναφερόμαστε εδώ στη διαφορετικότητα των δυνάμεων που τα εκπονούν, ούτε στο ποια συμφέροντα και στόχους υπηρετούν. Δεν μας απασχολεί ούτε το γεγονός ότι στα προγράμματά τους οι αστικές δυνάμεις άλλα υπόσχονται και άλλα πράττουν. Αυτό που θέτουμε εδώ είναι η διαφορετική σχέση που έχουν με την κατάσταση που αντιμετωπίζουν, την κίνηση των πραγμάτων, τους όρους παρέμβασης της κάθε πλευράς. Ας εξηγηθούμε.
Όσον αφορά κατ’ αρχάς τα αστικά προγράμματα. Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι μπορούν να διατυπώνονται στη βάση συγκεκριμένων υπαρκτών δεδομένων και δυνατοτήτων. Αυτών που υπάρχουν και λειτουργούν στα πλαίσια του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος και αυτών που το κινούν. Σ’ αυτή τη βάση μπορούν και να εφαρμοστούν χωρίς να χρειάζονται κανενός είδους ανατροπές. Μπορούν να στηρίζονται στην υπάρχουσα ταξική κοινωνική διάταξη, τους υπάρχοντες συσχετισμούς, τις υπάρχουσες παραγωγικές οικονομικές, κοινωνικές σχέσεις, στο συγκεκριμένο κράτος και τους συγκεκριμένους μηχανισμούς. Οι όποιες τυχόν αλλαγές αναδιαρθρώσεις και επαναρυθμίσεις προγραμματίζονται ή και πραγματοποιούνται δεν αντιστρατεύονται ούτε τη βάση ύπαρξης ούτε τα βασικά συμφέροντα και τους στόχους των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που κυριαρχούν στο σύστημα και των μηχανισμών που το υπηρετούν. Αντίθετα, σε αναφορά με αυτά τα συμφέροντα προωθούνται.
Εντελώς διαφορετικά μπαίνει το ζήτημα του προγράμματος για ένα κίνημα ανατρεπτικό, επαναστατικό. Το προφανές εδώ είναι ότι δεν μπορεί να εφαρμόσει το όποιο πρόγραμμά του με βάση τους όρους λειτουργίας και τους μηχανισμούς του συστήματος.
Άλλο τόσο, το ότι δεν θα μπορούσε να το εφαρμόσει παρά μόνο στη βάση των δικών του όρων. Ταξικών, κοινωνικών, πολιτικών, οργανωτικών.

Δεν είναι έκθεση ιδεών

Αυτό σημαίνει ότι ο προγραμματισμός των δυνάμεων που διατίθενται να κινηθούν ανατρεπτικά, επαναστατικά έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένα πρόγραμμα που προτείνεται όπως τα αστικά ή ρεφορμιστικά και στη λογική «ψηφίστε μας» ή ακόμη «ακολουθήστε μας» για να το εφαρμόσουμε.
Το επαναστατικό πρόγραμμα δεν είναι μια έκθεση ιδεών. Στην πιο ουσιαστική του έκφραση είναι η αποτύπωση της σχέσης του όποιου υποκειμένου με την πραγματικότητα της ταξικής πάλης. Της σχέσης του με την εργατική τάξη, τον λαό, τα προβλήματα, τις διαθέσεις, την κίνησή του, τον αγώνα του.
Αυτό έχει τις συγκεκριμένες συναρτήσεις του. Τον προσδιορισμό των κοινωνικών δυνάμεων, τα συμφέροντα, τους στόχους και τις επιδιώξεις των οποίων θέλει να εκφράσει ένα τέτοιο πρόγραμμα. Αυτή είναι η βάση και αφετηρία ύπαρξής του.
Τη συνάρτησή του με το επίπεδο ενεργοποίησης, πολιτικοποίησης, συγκρότησης αυτών των δυνάμεων. Αυτό θέτει σαν απαραίτητη συνθήκη τον προσδιορισμό των όρων και των προϋποθέσεων στη βάση των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η συγκρότηση. Των δρόμων πάλης μέσα από τους οποίους μπορούν να οικοδομηθούν αυτές οι προϋποθέσεις.
Αφήσαμε «τελευταίο» έναν παράγοντα που θα μπορούσε ή θα έπρεπε να τεθεί πρώτος.
Την ύπαρξη του επαναστατικού υποκειμένου που θα πάρει την πρωτοβουλία «εκκίνησης» αυτής της διαδικασίας. Υπάρχει σήμερα αυτό το υποκείμενο; Και αν το υποθέσουμε, ποια η σχέση του με την εργατική τάξη, με τον λαό; Για ποιο «πρόγραμμα» μπορεί να μιλάμε έξω από αυτή τη συνάρτηση;
Και για να πάμε στην ουσία του πράγματος. Καμιά ανατροπή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και κανένα πρόγραμμα να προωθηθεί ή να υλοποιηθεί αν δεν έχει σαν βάση του μια εργατική τάξη συγκροτημένη και αποφασισμένη.
Αν δεν καθορίζεται και οδηγείται από ένα κομμουνιστικό κίνημα συγκροτημένο στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας.
Αν δεν διαμορφώνεται, στηρίζεται και προωθείται στη βάση της σχέσης του και σε συνάρτηση με το συνολικό επίπεδο ανάπτυξης και συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων. Τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει χωρίς τα «εργαλεία» που μπορούν να το αλλάξουν.
Καμία ανατροπή δεν μπορεί να γίνει χωρίς τις δυνάμεις που μπορούν και θέλουν να την πραγματοποιήσουν. Κανένα «πρόγραμμα» δεν έχει νόημα έξω από αυτούς τους όρους.
Αυτά σημαίνουν ότι ο προγραμματισμός των όποιων επαναστατικών, κομμουνιστικών δυνάμεων δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν που θα θέτει και ιεραρχεί στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης τα ζητήματα που έχουν τεθεί για τον λαό και το κίνημα. Αναφερθήκαμε ήδη σ’ αυτό. Είναι αυτά που αφορούν τη συγκρότηση της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κινήματος και συνολικά των λαϊκών δυνάμεων. Την αντιμετώπισή τους σαν ζητήματα πάλης, σαν ζητήματα που μπορούν να απαντηθούν μέσα στην πάλη και με όρους ταξικής πάλης.
Αυτή η λογική αντιμετώπισης του ζητήματος δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον προσανατολισμό, την κατεύθυνση της πάλης μας. Το πού προσβλέπουμε, τους γενικούς και απώτερους στόχους μας, ποια κοινωνία θέλουμε να φέρουμε στη θέση αυτής που επιδιώκουμε να ανατρέψουμε. Την προβολή του οράματος που μας εμπνέει και που επιδιώκουμε να το ενστερνισθεί κι ένα άλλος κόσμος. Όχι μόνο το μπορούμε αλλά είναι και αναγκαίο. Με πλήρη επίγνωση ωστόσο ότι δεν συνιστούν παρά τον προσδιορισμό της τροχιάς που θέλουμε να κινηθούμε. Ότι αυτά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον προγραμματισμό των καθηκόντων που έχουμε μπροστά μας. Την ιεράρχηση σε πρώτο πλάνο των ζητημάτων που έχουν τεθεί. Το πρόγραμμα πάλης.
Απ’ εκεί και πέρα και όσον αφορά τους πιο συγκεκριμένους προσδιορισμούς αυτοί μπορούν να νοηθούν και πάλι στην ίδια βάση. Της συνάρτησής τους με την ανάπτυξη του κινήματος. Όσο περισσότερο προσεγγίζουμε αυτούς τους στόχους τόσο περισσότερο αναγκαίος αλλά και εφικτός θα γίνεται ο πιο συγκεκριμένος προσδιορισμός τους.
Όταν ο Λένιν έλεγε ότι «η ζωή επαλήθευσε τις θέσεις και όπως είναι φυσικό τις τροποποίησε» έδωσε μια εξαιρετική διατύπωση η οποία εκφράζει με τον πιο σύντομο και περιεκτικό τρόπο την ουσία του όλου ζητήματος.
Έξω απ’ αυτή τη λογική, απ’ αυτές τις συναρτήσεις μπορούμε απλώς να συγγράφουμε «προγράμματα». Να τα καμαρώνουμε. (Μέχρι να συγγράψουμε τα επόμενα). Και αυτή είναι η πιο ανώδυνη εκδοχή του πράγματος. Επειδή υπάρχει και η επώδυνη. Αυτή που βιώσαμε επί χρόνια και με ιδιαίτερα οδυνηρές συνέπειες την τελευταία περίοδο. Με τα διάφορα «μεταβατικά» και τα πάσης άλλης φύσεως «προγράμματα».

Για το ζήτημα των Μετώπων

Μια αναγκαία διάκριση

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι κατ’ αρχάς αναγκαία μια διευκρίνιση μια και ο όρος Μέτωπο χρησιμοποιείται σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις. Η διάκριση που μας χρειάζεται εδώ είναι αυτή που διαχωρίζει από τη μια αυτά που θα μπορούσαμε να κατατάξουμε γενικά σε Μέτωπα Πάλης, και αυτό που θα μπορούσε αν οριστεί σαν Μέτωπο Ανατροπής. Στην τρέχουσα συγκυρία έχουν διατυπωθεί αρκετές προτάσεις. Για αντιμνημονιακό μέτωπο, για αντιΕΕ, για πατριωτικό, αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό για Μέτωπο Αντίστασης κ.λπ.
Δεν θα μπούμε σε μια διαδικασία αξιολόγησης και όχι επειδή δεν έχουμε άποψη, αλλά επειδή άλλο είναι το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ.
Γενικά θεωρούμε όχι μόνο θεμιτό αλλά σωστό και αναγκαίο να αναπτύσσεται η πάλη στο μέτωπο της αντίστασης, η πάλη ενάντια στα μνημόνια, την ΕΕ, τον ιμπεριαλισμό, την υποτέλεια, τον φασισμό, τον καπιταλισμό. Όχι μόνο δεν θεωρούμε ανταγωνιστική την πάλη σ’ αυτά τα μέτωπα όπως ανοήτως προβάλλεται από ορισμένες πλευρές αλλά μια πάλη που μπορεί να ενισχύει και να τροφοδοτεί η μια την άλλη.
Για να το θέσουμε με τον πιο απλό και σύντομο τρόπο όσον αφορά μια συγκεκριμένη αντιπαράθεση. Έχουμε την άποψη λ.χ. ότι όπως η αγνόηση της ιμπεριαλιστικής διάστασης του συστήματος οδήγησε ορισμένες δυνάμεις σε τραγελαφικού χαρακτήρα οπορτουνισμούς, έτσι και η παράκαμψη του δεδομένου ότι η βάση του συστήματος είναι ο καπιταλισμός μπορεί να οδηγήσει σε αναλόγου τύπου «διαφυγές».
Γενικότερα λοιπόν την πάλη σ’ όλα αυτά τα μέτωπα την αντιμετωπίζουμε σαν έκφραση της αντίθεσης των λαϊκών μαζών απέναντι στις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται η κυριαρχία, η εκμετάλλευση και η καταπίεση που ασκείται από το σύστημα.
Απ’ εκεί και πέρα το πού θα πρέπει να επικεντρώνεται η πάλη του λαού είναι ένα κάθε φορά συγκεκριμένο ζήτημα που δεν θα μας απασχολήσει εδώ.
Εδώ θα μας απασχολήσει το πώς τίθεται το ζήτημα του μετώπου ριζικής αλλαγής της κατάστασης, της ανατροπής, της επαναστατικής αλλαγής. Όπως έχουμε ήδη αναφερθεί, έχουν κατά καιρούς και από διάφορες πλευρές διατυπωθεί προτάσεις πάνω στο ποιο μέτωπο θεωρούν ότι πρέπει να οικοδομηθεί. Και πάλι θα προσπεράσουμε το ζήτημα του ποια από αυτές την θεωρούμε σαν την πιο σωστή.
Όχι επειδή είναι δευτερεύον ζήτημα του ποιος μπορεί να είναι ο χαρακτήρας της αλλαγής και συνεπώς ποιο το αναγκαίο μέτωπο ανατροπής αλλά το ακριβώς αντίθετο. Επειδή το θεωρούμε πολύ σημαντικό για να το «ξεπετάξουμε» σ’ αυτές τις γραμμές.

Η αναμέτρηση και οι απαιτήσεις της

Τα ζητήματα που θέλουμε να θέσουμε εδώ είναι άλλα. Έχουμε την άποψη ότι σε όποια άποψη κι αν καταλήγει κανείς, δεν μπορούν να ξεπεραστούν ορισμένα πράγματα. Το ότι η κατεύθυνση της ανατροπής όπως κι αν προσδιοριστεί συνεπάγεται αναμέτρηση.
Αναμέτρηση με τις δυνάμεις της ελληνικής κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης, με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που έχουν το πόδι τους στη χώρα μας, με τους αμερικάνους, τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές και όποιον άλλον ιμπεριαλισμό τυχόν μας προκύψει.
Εκ των πραγμάτων συνεπώς θα έχει και αντικαπιταλιστικά και αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Απ’ εκεί και πέρα με ποια συνάρθρωση, ποια ιεράρχηση στόχων, τι θα θέτει στο επίκεντρο, όπως ήδη είπαμε, δεν θα το απαντήσουμε σ’ αυτές τις γραμμές. Άλλωστε κατά την άποψή μας το ότι μπορεί να τεθεί σαν γενική κατεύθυνση που να ορίζει την προοπτική του κινήματος δεν σημαίνει ότι αποτελεί και ένα ζήτημα που μπορεί να τεθεί σαν άμεσο στην ημερήσια διάταξή του.
Το βασικό και αμετακίνητο δεδομένο του ζητήματος είναι, όπως αναφέρθηκε, πως συνεπάγεται αναμέτρηση. Αναμέτρηση ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος και τον λαό. Και όσον αφορά τις δυνάμεις του συστήματος γνωρίζουμε ποιες είναι (αναφερθήκαμε ήδη) αλλά και το πόσο συγκροτημένες και αποφασισμένες να υπερασπίσουν το έχει τους. Όσον αφορά την «απ’ εδώ» πλευρά και πάλι δεν θα μπούμε στη συζήτηση στο ποιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις θα περιλαμβάνονται ανάλογα και τον χαρακτήρα του Μετώπου που προτείνεται από κάθε πλευρά. Παίρνουμε μόνο σαν σταθερό στοιχείο πως θα πρόκειται για μέτωπο ανατροπής, δηλαδή αναμέτρησης ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος και τις λαϊκές δυνάμεις. Οποιαδήποτε άλλη εκδοχή ούτε μας απασχολεί ούτε μας ενδιαφέρει.
Με βάση λοιπόν αυτό το δεδομένο έχουμε την άποψη ότι συντρέχουν ορισμένοι όροι που ισχύουν, οποιοσδήποτε χαρακτήρας αλλαγής κι αν κριθεί σαν ο σωστός και οποιοδήποτε μέτωπο προκριθεί αντίστοιχα σαν αναγκαίο (εθνικοαπελευθερωτικό, αντιιμπεριαλιστικό, λαϊκοδημοκρατικό, σοσιαλιστικό κ.λπ.).
Έχουμε την άποψη ότι σε οποιαδήποτε από αυτές τις εκδοχές του πράγματος, βασικό όρο αποτελεί η πάλη του λαού να έχει σαν κορμό και βάση στήριξης την εργατική τάξη. Ταυτόχρονα αυτός ο βασικός ο ηγετικός ρόλος της εργατικής τάξης να εκφράζεται και στο πολιτικό πεδίο. Στη διάταξη και τον συσχετισμό ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του μετώπου, στον ρόλο του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος. Αποτελούν αυτά απαράγραπτους όρους για να μπορέσει η πάλη του λαού να φθάσει στη νίκη αλλά και να οδηγηθεί σε τροχιά που να εκφράζει τα λαϊκά συμφέροντα και προσδοκίες.
Ως προς τα πώς και τα γιατί του πράγματος έχουμε αναφερθεί αρκετά στα περισσότερα απ’ αυτά και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Απλά να υπενθυμίσουμε ορισμένα πράγματα και να δώσουμε κάποιες διευκρινίσεις όπου χρειαστεί.
Αναφερθήκαμε ήδη για ποιους λόγους θεωρούμε την εργατική τάξη σαν αυτή που μπορεί να αντέξει σε διάρκεια, το βάρος και την ευθύνη ενός τέτοιου αγώνα και μέχρι το τέλος. Στα χαρακτηριστικά του κομμουνιστικού κινήματος που το καθιστούν την πολιτική δύναμη που είναι ικανή να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του. Στο ότι η συνέπεια, τα ταξικά επαναστατικά χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης και των κομμουνιστών αποτελούν τη σταθερή βάση του κινήματος (και του όποιου μετώπου) απέναντι στην αστάθεια, τις ταλαντεύσεις και τις ροπές προς τον συμβιβασμό των μικροαστικών δυνάμεων και των πολιτικών τους εκφράσεων.
Θεωρήσαμε -και θεωρούμε- αναγκαίο να υπογραμμίσουμε ότι αυτός ο ηγετικός ρόλος δεν υφίσταται εξ ορισμού αλλά είναι ζήτημα προς κατάκτηση μέσα στην ταξική επαναστατική πάλη και με όρους πάλης.
Στην ίδια λογική αναφερθήκαμε στο ότι αυτές οι απόψεις δεν προέρχονται μόνο από εκτιμήσεις θεωρητικού χαρακτήρα. Είναι εκτιμήσεις που επιβεβαιώνονται από την ίδια την ιστορία του κινήματος και συνολικά της ταξικής πάλης.
Από το γεγονός ότι τα Μέτωπα που οδήγησαν σε μεγάλες νίκες των λαϊκών δυνάμεων ήταν εκείνα που συγκροτούνταν στη βάση των όρων που προαναφέρθηκαν. Αντίθετα οδυνηρά ήταν τα αποτελέσματα στην περίοδο που η ήττα, που η αποσυγκρότηση των εργατικών κομμουνιστικών δυνάμεων άφησε τον πρώτο ρόλο σε άλλες δυνάμεις (μικροαστικές, ρεφορμιστικές, αστικές ακόμη και φεουδαρχικές).
Το πού οδήγησε μια τέτοια εξέλιξη το βιώνουν ήδη και με τον πιο οδυνηρό τρόπο οι λαοί. Είναι ακριβώς αυτή η εξέλιξη που θέτει ορισμένα κρίσιμα ζητήματα και στα οποία επίσης έχουμε αναφερθεί. Την αναγκαιότητα του να τεθεί στην πρώτη γραμμή η πάλη για την «εκ νέου» συγκρότηση της εργατικής τάξης, συνολικά του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και γενικότερα των λαϊκών δυνάμεων. Έξω από την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων είναι απλώς χωρίς νόημα κάθε συζήτηση για οποιοδήποτε «Μέτωπο» τέτοιο ή αλλιώτικο.

Σαν επίλογος

Πώς τίθεται πλέον το ζήτημα και κατ’ αρχάς πώς στέκονται απέναντι στην κατάσταση που διαμορφώνεται και τις απαιτήσεις που θέτει οι δυνάμεις της αριστεράς.
Όπως ήδη αναφέρθηκε απέναντι στους αρνητικούς συσχετισμούς εκδηλώνονται δυο διαφορετικές υποτίθεται τάσεις που ωστόσο δεν αποτελούν παρά τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Η ρεφορμιστική τάση υποταγής στους συσχετισμούς και αναζήτησης δρόμων μέσα στα πλαίσια και με τους όρους του συστήματος.
Η τάση «υπέρβασής» τους που συναντώντας αναπόφευκτα τοίχο «επιστρέφει» συνήθως στην προηγούμενη. Τη δική της σύνθεση αυτοσυντήρησης επιχειρεί η ηγεσία του ΚΚΕ που υποχωρώντας σαλπίζει … «Αντεπίθεση».
Ανάλογα διαμορφώνεται η στάση τους απέναντι στα ζητήματα που θέτει η κατάσταση και τις απαιτήσεις που αναδείχνει. Τον «παραδοσιακό» ρεφορμισμό το ζήτημα «δεν τον αφορά» καν. Την ήττα του κινήματος, ιδιαίτερα οι ηγετικοί τους κύκλοι περισσότερο την είδαν σαν «λύτρωση» παρά σαν μια δραματικά αρνητική εξέλιξη. Όσο για τις δυνάμεις που ανεμίζουν τις σημαίες ενός κούφιου «επαναστατισμού» το ζήτημα μπορεί να απαντηθεί «εδώ και τώρα». Ο παρανομαστής είναι κοινός.
Δεν υπάρχει τίποτα το παράδοξο όσον αφορά το πού οδήγησε η πολιτική αυτών των δυνάμεων και το ποιες συνέπειες είχε αυτό για τον λαό και το κίνημα. Όσο τουλάχιστον μας αφορά είχαμε καταγράψει από πολύ πριν και με ακρίβεια αυτά που έμελλε να ‘ρθουν. Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ -εδώ και τώρα- σε ηγετική δύναμη του αριστερού χώρου. Η άνοδός του στην κυβέρνηση. Η ανάληψη από μεριάς του της προώθησης της επίθεσης του συστήματος ενάντια στον λαό. Η απογοήτευση των λαϊκών μαζών. Η «χρέωση» συνολικά στην αριστερά αυτού του ανοσιουργήματος. Η αδρανοποίηση του κινήματος. Είναι γεγονός ότι η παταγώδης διάψευση των προσδοκιών τους και η χρεοκοπία της πολιτικής τους τούς ταρακούνησαν. Χωρίς ωστόσο να τους μετακινήσουν. Οι όποιοι προβληματισμοί και «επανεκτιμήσεις» είτε ήταν για το θεαθήναι είτε εξουδετερώνονταν από τις βασικές τους αντιλήψεις που παρέμεναν αμετακίνητες. Αυτών που τους οδηγούν στο να αναζητούν εναγώνια δρόμους διαφυγής από αυτά που πραγματικά απαιτούνται. Όπως λ.χ. με την φενάκη του «δημοψηφίσματος» και όλον αυτόν τον κοπανιστό αέρα που συνόδεψε το «όχι».
Ούτε αυτό μας εκπλήσσει. Μια διαδρομή δεκαετιών ρεβιζιονιστικής ρεφορμιστικής οπορτουνιστικής κυριαρχίας έχει διαμορφώσει και «διαποτίσει» το σώμα των ιδεολογικών και πολιτικών τους αντιλήψεων και σε βαθμό που τους είναι αδύνατο να ξεφύγουν απ’ αυτό. Ταυτόχρονα η αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης και η αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος αποστερούσε από τις εξελίξεις και διαμορφώσεις τον παράγοντα «ελέγχου» και επιδράσεων προς άλλη κατεύθυνση. (Στην προφύλαξη από έναν τέτοιο «κίνδυνο» στόχευε άλλωστε και η αποστείρωση της «πλατείας»). Με αυτούς τους όρους αυτό που κυριαρχούσε αναπαραγόμενο συνεχώς είναι όλη αυτή η ρεφορμιστική οπορτουνιστική σαβούρα και η οποία έχει δημιουργήσει ένα πραγματικό τέλμα. Ένα τέλμα μέσα στο οποίο παγιδεύονται οι διαθέσεις χιλιάδων αγωνιστών και με μόνο αποτέλεσμα την ανακύκλωση των αδιεξόδων του κινήματος.
Διανύουμε μια δύσκολη περίοδο. Μια περίοδο μεγάλων απαιτήσεων και οι οποίες δεν επιδέχονται εύκολες απαντήσεις. Μ’ αυτές βρίσκονται αντιμέτωποι οι κομμουνιστές. Αυτός ο ρόλος, αυτή και η ευθύνη τους. Όσο μας αφορά διατυπώσαμε (και σ’ αυτό το κείμενο) αρκετά καθαρά και αναλυτικά τις απόψεις μας. Για το ποια η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε. Ποια ζητήματα και ποιες απαιτήσεις θέτει. Πώς τα αντιλαμβανόμαστε και πώς ιεραρχούμε την αντιμετώπισή τους.
Με πλήρη επίγνωση και των δυσκολιών και του δρόμου που χρειάζεται να διανυθεί για να απαντηθούν.
Τη δύναμη για την αντιμετώπισή τους δεν την αναζητούμε ούτε στη συνδιαλλαγή με τις δυνάμεις του συστήματος ούτε σε λύσεις ευκαιρίας. Την αναζητούμε εκεί που ξέρουμε πως θα την βρούμε. Στις αστείρευτες δυνάμεις των εργατικών λαϊκών μαζών. Στη σύνδεσή μας με τα προβλήματα, τις προσδοκίες, τον αγώνα τους. Εκεί βρίσκεται το δικό μας «οξυγόνο». Στη ζωογόνα δύναμη του αγώνα για την ανασύσταση συγκρότηση, ανάπτυξη -«εδώ και τώρα»- των Μετώπων Αντίστασης και Πάλης των εργατικών λαϊκών μαζών. Αυτών που θα δώσουν διέξοδο στις αγωνιστικές διαθέσεις των λαϊκών μαζών και της νεολαίας. Που θα ορθώσουν φραγμούς στην επίθεση του συστήματος. Που θα διαμορφώσουν το πεδίο μέσα στο οποίο θα οικοδομούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την προώθηση ευρύτερων στόχων του κινήματος.
Και πάντα με άξονα κίνησης την αντιμετώπιση αυτού που αποτελεί το αποφασιστικής σημασίας ζήτημα. Ας το θέσουμε και με έναν ακόμη τρόπο.
Ο Μάο Τσε Τουνγκ είχε αναφέρει κάποτε ότι «χωρίς Λαϊκό Στρατό, ο λαός δεν έχει τίποτα στα χέρια του». Δεν είμαστε σε μια τέτοια φάση. Απέχουμε ακόμα πολύ από το να μας τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα. Είμαστε σε μια περίοδο που το κρίσιμο ζήτημα διατυπώνεται διαφορετικά. Ότι χωρίς την εργατική τάξη συγκροτημένη σε «τάξη για τον εαυτό της» οι λαοί δεν έχουν τη βάση στήριξης της πάλης τους. Δεν έχουν τη βασική δύναμη αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις του συστήματος. Δεν έχουν την κοινωνική δύναμη πάνω στην οποία στηρίζεται η προοπτική του αγώνα τους. Αυτό είναι κάτι που οφείλεται να αναγνωρίζεται σ’ όλο το βάθος και αντίστοιχα να αντιμετωπίζεται.

 

Αναζήτηση

Κατηγορίες