Η κατάσταση στον κόσμο, μέρος α’

του Βασίλη Σαμαρά

Η εικόνα των πραγμάτων

Παρατηρώντας την κατάσταση στον κόσμο αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι η όλο και πιο αρνητική έως και επικίνδυνη τροπή που παίρνουν οι εξελίξεις.
Χωρίς όριο και φρένο το χτύπημα των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων λαϊκών μαζών.
Σε όλο και μεγαλύτερα νούμερα σκαρφαλώνει η ανεργία, η εξαθλίωση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.
Συνεχείς οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και οι υποκινούμενοι απ’ αυτούς πόλεμοι που ματοκυλούν λαούς και κομματιάζουν χώρες.
Τα καραβάνια των προσφύγων που θαλασσοπνίγονται, οι φυγάδες της κόλασης που δημιουργούν οι δυνάμεις του συστήματος είναι χαρακτηριστική εικόνα της βαρβαρότητας που επελαύνει.
Ταυτόχρονα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις προσεγγίζει σημεία που εγκυμονούν κινδύνους συνολικότερης ανάφλεξης με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται.
Απέναντι στις ζοφερές προοπτικές που διαμορφώνουν αυτές οι εξελίξεις, όλο και πιο επιτακτικά προβάλλει η αναγκαιότητα αντιμετώπισής τους από τη μεριά των λαών.
Ο πρώτος όρος γι’ αυτό, όπως παντού και πάντα, είναι η «αναγνώριση» της πραγματικότητας που βιώνουμε. Ή αλλιώς η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.
Αυτή είναι που αναδείχνει-καθορίζει τους δρόμους, τους τρόπους αλλά και τις δυνάμεις που θέλουν και μπορούν να δώσουν απαντήσεις και διεξόδους.

Γενικά χαρακτηριστικά

Η κατάσταση στον κόσμο την περίοδο που διανύουμε χαρακτηρίζεται:
Από τη διαρκή επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τον κόσμο της δουλειάς. Βασικός στόχος η αναδιάταξη των ταξικών σχέσεων και σε βάση απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου.
Από την εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Στόχος η επιβολή όρων επικυριαρχίας που να διασφαλίζουν την απρόσκοπτη καταλήστευση των λαών και χωρών από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.
Από μια διαδικασία «συσσώρευσης» που συντελείται με βάση την επίθεση και την εκστρατεία των δυνάμεων του συστήματος και σε παγκόσμια κλίμακα.
Από την επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα που πραγματοποιείται με όρους «υπαγόρευσης» των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και που χαρακτηρίζεται από στρεβλώσεις, αντιφάσεις και αντιθέσεις.
Από την «ενοποίηση» της παγκόσμιας αγοράς με όρους ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και ανταγωνισμού.
Από την ένταση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για το ξαναμοίρασμα του κόσμου και στα πλαίσια μιας αναδιάταξης δυνάμεων που τον παροξύνει στο έπακρο.
Από την γενικευμένη κρίση και τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος και τους κινδύνους που εγκυμονούν συνολικά για την ανθρωπότητα.
Από την άλλη μεριά, από την αντίσταση και την πάλη των λαών που εκδηλώνεται αδιάκοπα σε κάθε γωνιά της γης αλλά και που συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα και τις συνέπειες της ήττας του κινήματος και της ανατροπής των παγκόσμιων συσχετισμών σε βάρος των λαών.

Από έναν «κόσμο» σε έναν άλλον

«Με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιόδου που διανύουμε, μπορούμε να πούμε ότι ήδη έχουμε μπει σε μια μεταβατική περίοδο και ανεξάρτητα από το πόσο αυτή θα διαρκέσει. Η μεταβατικότητα αυτή, ορίζεται από το τέλος του «παλιού κόσμου» από το ωρίμασμα της κρίσης στο σύνολο των σχέσεων που διέπουν το σύστημα, από την αδυναμία του συστήματος να «ζήσει» άλλο στηριγμένο στις μορφές, τα σχήματα και τους συσχετισμούς που φέραν μέχρις εδώ.
Μέσα στα πλαίσια αυτά το σύστημα στο σύνολό του, (σε Ανατολή και Δύση) προωθεί βαθιές μεταβολές στους όρους και τους τρόπους εκμετάλλευσης και καταπίεσης της εργατικής τάξης και των λαών, επιχειρώντας σοβαρές μεταβολές στον εσωτερικό συσχετισμό στη κάθε χώρα και πάντα σε βάρος των λαών.
Ανάλογες προσπάθειες, με τον ίδιο χαρακτήρα, κατεύθυνση και στόχους, προωθούνται και όσο αφορά μεταβολές στον διεθνή συσχετισμό, όπου όμως κάθε ξεχωριστός ιμπεριαλιστής, εκτός από την αντίθεση των λαών, συναντά και την αντίθεση των άλλων ιμπεριαλιστών, που έχουν βεβαίως ανάλογες επιδιώξεις». (Από απόφαση του Κ.Ο. του ΚΚΕ(μ-λ), Οκτώβρης 1984).
Οι αιτίες για τη διαμόρφωση μιας τέτοιας κατάστασης βρίσκονται στην ίδια τη φύση, τον χαρακτήρα και την λειτουργία του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Την ακόρεστη δίψα του κεφαλαίου για κέρδη. Την ακατάσχετη ροπή του ιμπεριαλισμού για επέκταση και κυριαρχία.
Ο βασικός όρος που έδωσε τη δυνατότητα στις δυνάμεις του συστήματος να εξαπολύσουν μια τέτοιας κλίμακας επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τους λαούς βρίσκεται στην ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών υπέρ των πιο αντιδραστικών και επιθετικών δυνάμεων του συστήματος και σε βάρος των λαών.
Μια ανατροπή που βασικός συντελεστής υπήρξε η οπισθοχώρηση, η ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και η παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες.
Με βάση αυτή την εξέλιξη οι δυνάμεις του συστήματος προχωρούν στη διαμόρφωση του «δικού» τους εφιαλτικού κόσμου.
Παρμένες στο σύνολό τους οι ανατροπές που συντελούνται και οι εξελίξεις που τις ακολουθούν μπορεί να ειπωθεί ότι συνιστούν μια διαδικασία «μετάβασης».
Στα πλαίσια αυτής της μετάβασης συντελούνται μεταβολές-ανατροπές στο σύνολο των σχέσεων που διέπουν και χαρακτηρίζουν τη ζωή των ανθρώπων και την κίνηση των πραγμάτων.
Στις ταξικές σχέσεις και συσχετισμούς, τις κοινωνικές, τις οικονομικές, τις πολιτικές, τις πολιτιστικές, τόσο στο εσωτερικό της κάθε χώρας όσο και στο πεδίο των διεθνών σχέσεων.
Το εύρος, το βάθος, η ένταση, η κλίμακα στην οποία συντελούνται αυτές οι μεταβολές προσδίδουν σ’ αυτήν την εξέλιξη τα χαρακτηριστικά μιας μετάβασης από έναν «κόσμο» σε έναν άλλον.
Από τον «κόσμο» που διαμόρφωνε με αφετηρία την Οκτωβριανή Επανάσταση η είσοδος των μαζών στο προσκήνιο της Ιστορίας, στον «κόσμο» που διαμορφώνει -μετά την ήττα του κινήματος- η κυριαρχία των δυνάμεων του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Αυτό που καθόρισε τις εξελίξεις τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση ήταν έκβαση της ταξικής πάλης στον αιώνα που μας πέρασε.
Η πρώτη χαρακτηρίστηκε από το απελευθερωτικό κύμα που κατέκλυσε τον κόσμο με αφετηρία την Οκτωβριανή Επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία.
Η δεύτερη από την υποχώρηση, την ήττα του Εργατικού Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κινήματος (ΕΕΚΚ) και την παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες.
Στην ιστορική τους διάσταση δεν αποτελούν παρά σταθμούς της αναμέτρησης ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και τους κολασμένους της γης που υφίσταται από τότε που δημιουργήθηκαν ταξικές κοινωνίες. Μια αναμέτρηση που στην ειδικότερη ιστορική της μορφή εξελίσσεται εδώ και κοντά δύο αιώνες, σαν σύγκρουση ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική αστική τάξη και την εργατική.
Στα πλαίσια αυτής της σύγκρουσης η συγκρότηση της εργατικής τάξης σαν εργατικό επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα την έκανε ικανή να διεκδικήσει από την αστική τάξη τον ηγετικό ρόλο στην κοινωνία.
Ταυτόχρονα την ανέδειξε στην κινούσα δύναμη της απελευθερωτικής πάλης συνολικά των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων τάξεων και των λαών της γης ενάντια στο καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Αυτή η αναμέτρηση συνεχίζεται και σήμερα έστω και αν στην περίοδο που διανύουμε εξελίσσεται σε συνθήκες και με όρους ήττας. Έτσι ή αλλιώς μόνο σαν τέτοια -σαν αναμέτρηση- μπορεί και οφείλεται να αντιμετωπισθεί από την μεριά των λαϊκών δυνάμεων και με όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Πολύ περισσότερο που η έκβασή της θα κρίνει την μορφή του κόσμου για όλη την επόμενη ιστορική περίοδο.
Ας τα δούμε ωστόσο όλα αυτά πιο συγκεκριμένα.

Η είσοδος των μαζών στην ιστορία

Το να δούμε ποιον «κόσμο» διαμορφώνει η κυριαρχία των δυνάμεων του συστήματος είναι αυτό που πρώτα και πάνω απ’ όλα μας ενδιαφέρει. Η εξέταση της σημερινής πραγματικότητας είναι που θα μας δείξει τα χαρακτηριστικά της κατάστασης, το ποιες δυνάμεις τα διαμορφώνουν, τους στόχους, τις επιδιώξεις τους. Αυτός άλλωστε είναι και ο πρώτος όρος για την διαμόρφωση της γραμμής αντιμετώπισής τους.
Ταυτόχρονα ωστόσο θεωρούμε ότι η κατανόηση του χαρακτήρα και της ουσίας των μεταβολών που επιχειρούνται γίνεται πολύ πιο αποτελεσματικά αν τις αντιπαραβάλουμε με αυτό που προϋπήρχε. Αν τις συγκρίνουμε με τους όρους και σχέσεις που διαμόρφωνε και επέβαλλε η πάλη του κινήματος και το παράδειγμα των σοσιαλιστικών κοινωνιών.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία υπήρξαν εξελίξεις κοσμοϊστορικού χαρακτήρα που έβαλαν σε διαφορετική τροχιά την πορεία του κόσμου, που άλλαξαν την μορφή του.
Κατέδειξαν έμπρακτα ότι αυτό που φάνταζε αδιανόητο, η ανατροπή δηλαδή της κυριαρχίας του συστήματος από τους κολασμένους της γης και η οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, ήταν κάτι που μπορούσε να πραγματοποιηθεί.
Πυροδότησαν έτσι ένα παγκοσμίων διαστάσεων επαναστατικό απελευθερωτικό κίνημα που αμφισβήτησε έμπρακτα και μαχητικά την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων.
Στα πλαίσιά του είχαμε την ορμητική άνοδο του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος που διεκδικούσε και επέβαλλε κατακτήσεις και δικαιώματα.
Μια εξέλιξη που «αφύπνιζε» και έθετε σε κίνηση και ευρύτερες εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες λαϊκές μάζες. Τη φτωχή αγροτιά και τμήματα της μικροαστικής τάξης.
Στα ίδια πλαίσια είχαμε την ορμητική είσοδο στον στίβο της πάλης μεγάλων τμημάτων μιας νεολαίας που εμπνεόταν από τα ιδανικά ενός άλλου κόσμου.
Ταυτόχρονα είχαμε την πυροδότηση του αντιαποικιακού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στο σύνολο σχεδόν των αποικιοκρατούμενων και εξαρτημένων χωρών.
Γενικότερα και με άξονα την πάλη του ΕΕΚΚ διαμορφωνόταν ένα προοδευτικό ρεύμα που επηρέαζε και εξέφραζε ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις. Στα πλαίσια αυτών των τάσεων είχαμε και τη συστράτευση, συμπόρευση σημαντικού αριθμού διανοούμενων, ανθρώπων της επιστήμης, του πολιτισμού, της τέχνης, που ελκύονταν από τις προοδευτικές αριστερές σοσιαλιστικές κομμουνιστικές αντιλήψεις.
Οι ιδέες της ισότητας, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης αποκτούσαν ένα νέο πιο ουσιαστικό περιεχόμενο. Ενισχύονταν έτσι οι προοδευτικές τάσεις και αντιλήψεις σε όλα τα πεδία και εκφράσεις της κοινωνικής ζωής.
Στο πολιτικό πεδίο ακόμη και δυνάμεις που ολοκάθαρα και δεδηλωμένα ανήκαν και υπηρετούσαν το σύστημα αναγκάζονταν να υιοθετούν -υποκριτικά πάντα- «φιλολαϊκές» έως και «σοσιαλίζουσες» θέσεις.
Άρχισαν να εκδηλώνονται τάσεις αμφισβήτησης των «ιερών και οσίων» των ιμπεριαλιστικών Μητροπόλεων, του ανεξέλεγκτου έως τότε «δικαιώματός» τους να ληστεύουν και να σφαγιάζουν τους «ιθαγενείς» των αποικιών τους.
Ενισχύονταν συνεχώς οι τάσεις αναγνώρισης της αξίας της εργασίας σαν δημιουργικής δύναμης της κοινωνίας απέναντι στις αντιλήψεις περί «φυσικής» (ταξικής) διάκρισης ρόλων, θέσης και αρμοδιοτήτων.
Στο πεδίο της φιλοσοφίας, των επιστημών, της ιδεολογίας είχαμε την ενίσχυση των τάσεων υλιστικής, διαλεκτικής προσέγγισης της πραγματικότητας και της ιστορίας απέναντι στον ιδεαλισμό και την μεταφυσική.
Συνακόλουθα είχαμε και την υποχώρηση των θρησκευτικών και των κάθε είδους προκαταλήψεων απέναντι στην άνοδο ανθρωποκεντρικών αντιλήψεων.
Κέρδιζαν συνεχώς έδαφος οι αξίες της συλλογικότητας, της κοινωνικότητας, της συντροφικότητας απέναντι στον ατομισμό που καλλιεργούσε το σύστημα.
Γενικότερα είχαμε μια ενίσχυση των αξιών που «εισήγαγε» η πάλη του ΕΕΚΚ και των λαϊκών δυνάμεων απέναντι στις σάπιες «αξίες» του συστήματος που έχαναν συνεχώς έδαφος.
Μια εξέλιξη που υποχρέωνε τους απολογητές του συστήματος να τις συγκαλύπτουν, να τις εμφανίζουν ενδεδυμένες με άλλα ρούχα ή και να τις αφήνουν απλώς «στο συρτάρι».
Στο πεδίο της τέχνης και του πολιτισμού και με πυροδότη την πολιτιστική έκρηξη στην μετεπαναστατική Ρωσία, είχαμε τη δημιουργία σειράς τάσεων και ρευμάτων που άνοιγαν νέους δρόμους σε όλους τους τομείς της τέχνης, οδηγώντας σε μια συνολικότερη πολιτιστική άνθηση.

Οι κατακτήσεις που επιβλήθηκαν

Καταλυτικού χαρακτήρα επιδράσεις είχε η αντιφασιστική νίκη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα δεδομένα που δημιούργησε.
Την ισχυροποίηση της Σοβιετικής Ένωσης.
Τον θρίαμβο της Κινεζικής Επανάστασης.
Το πέρασμα στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο σειράς χωρών.
Την ενίσχυση του Εργατικού Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κινήματος τόσο στην Ευρώπη (με βάση και τον ρόλο του στην Αντίσταση) όσο και παγκοσμίως.
Την ορμητική άνοδο του αντιαποικιακού εθνικοαπελευθερωτικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στην «ζώνη των θυελλών» που οδήγησε στην κατάρρευση του αποικιοκρατικού συστήματος και την εμφάνιση στο διεθνές προσκήνιο σειράς νέων και ανεξάρτητων κρατών. Εξελίξεις που διαμόρφωναν τους όρους ενός άλλου παγκόσμιου συσχετισμού που έδειχνε να απειλεί την ίδια την ύπαρξη του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Η ανατροπή των συσχετισμών και η ύπαρξη του «παραδείγματος» των σοσιαλιστικών χωρών και οι αναπόφευκτες «συγκρίσεις» επιτάχυναν τη διαδικασία μεταβολής των σχέσεων που διέπανε την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή στο εσωτερικό όλων των χωρών, δημιουργώντας ένα άλλο κοινωνικό τοπίο. Στις εργασιακές σχέσεις. Στο δικαίωμα στη δουλειά. Στις αμοιβές. Στις συνθήκες δουλειάς. Στη στέγαση. Στο δικαίωμα στην περίθαλψη. Την ασφάλιση. Την παιδεία. Στα δικαιώματα των παιδιών, των γυναικών, των ανήμπορων. Στα συνδικαλιστικά και πολιτικά δικαιώματα κ.λπ.
Ιδιαίτερα οι αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες υποχρεώθηκαν να «εισάγουν» έστω κουτσουρεμένες μια σειρά ρυθμίσεις που ήδη υφίσταντο σαν αυτονόητα δικαιώματα στις σοσιαλιστικές χώρες.
Και για να το θέσουμε κάπως πιο παραστατικά.
Όταν ήδη από την δεκαετία του 1920 στην αδύναμη τότε οικονομικά Ρωσία καθιερωνόταν το 8ωρο και το 6ωρο στις βαριές δουλειές, δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί το 10ωρο ή και 15ωρο στις αναπτυγμένες οικονομικά καπιταλιστικές κοινωνίες.
Όταν στις σοσιαλιστικές χώρες το δικαίωμα στη δουλειά καθιερωνόταν σαν ιερό και απαραβίαστο, αποκτούσαν μεγάλο «συντελεστή επικινδυνότητας» οι ανεξέλεγκτες και μαζικές απολύσεις.
Όταν στις κατεστραμμένες από τον πόλεμο σοσιαλιστικές χώρες καθιερωνόταν η δωρεάν περίθαλψη, η καθολική ασφάλιση και η δωρεάν παιδεία, αυτό δημιουργούσε εκείνη την πίεση που έκανε έως και τον Τσόρτσιλ να δηλώνει πως πρέπει και η Αγγλία να υιοθετήσει στοιχεία του σοβιετικού συστήματος περίθαλψης.
Όταν απ’ τα πρώτα μέτρα της σοσιαλιστικής κοινωνίας στη Ρωσία ήταν η αναγνώριση της ισότητας ανδρών και γυναικών, απαγορευόταν η παιδική εργασία, παίρνονταν μέτρα προστασίας των εν γένει αδύναμων, δεν ήταν εύκολο να συνεχίζεται η στέρηση του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες ή να στέλνονται παιδιά 12 και 14 χρονών στα εργοστάσια και στα ορυχεία.
Και για να μην επεκτεινόμαστε άλλο. Όλα αυτά που γνωρίσαμε στην μεταπολεμική περίοδο, οι κατακτήσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Το 8ωρο. Οι 40 ώρες δουλειάς εβδομαδιαίως. Η αργία του σαββατοκύριακου. Οι αυξήσεις στις αμοιβές. Οι άδειες, τα επιδόματα άδειας. Οι αποζημιώσεις στις απολύσεις. Τα επιδόματα ανεργίας. Τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα. Ο όποιος εξανθρωπισμός των εργασιακών συνθηκών. Οι περιορισμοί στην αυθαιρεσία της εργοδοσίας. Οι εργατικές κατοικίες. Τα συνδικαλιστικά δικαιώματα. Οι συλλογικές συμβάσεις κ.λπ. Όλα όσα συνέστησαν το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος» ή «κράτος πρόνοιας» οφείλονται στην πίεση που άσκησε στο καπιταλιστικό σύστημα η πάλη του ΕΕΚΚ, το παράδειγμα των σοσιαλιστικών χωρών και η απειλή που συνιστούσε για το σύστημα η διαφοροποίηση των παγκόσμιων συσχετισμών.
Τις μεταβολές αυτές το καπιταλιστικό σύστημα δεν τις αποδέχτηκε ούτε εύκολα, ούτε βέβαια, ευχαρίστως. Τις αντιπάλευε συνεχώς και τις θεωρούσε «ξένο σώμα» που πάντα έψαχνε τον τρόπο να το «αποβάλλει». Αυτό ακριβώς που επιχειρεί στους καιρούς μας χαρακτηρίζοντάς τα «αγκυλώσεις», «συντεχνιακά προνόμια», «δυσκαμψίες της αγοράς εργασίας» που πλήττουν, λέει, την ανταγωνιστικότητα και παρεμποδίζουν την ανάπτυξη κ.λπ., κ.λπ. Αλλά σ’ αυτά θα αναφερθούμε και στη συνέχεια.
Ανάλογου χαρακτήρα μεταβολές υπήρξαν και στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα υποχρεώθηκε θέλοντας και μη να περιορίσει τη δράση του στις χώρες εκτός σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Παρά τις λυσσαλέες προσπάθειες και απόπειρες, παρά τις πολεμοχαρείς διαθέσεις και τάσεις (βασικά των ΗΠΑ) αναγκαζόταν να λειτουργεί σ’ ένα πλαίσιο «ειρήνης» ή καλύτερα «μη πολέμου» στο κεντρικό πεδίο. Αλλά σε σχέση και με τις άλλες χώρες, όπου οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις δεν σταμάτησαν καθόλου, είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν ορισμένους παράγοντες που δεν υπολογίζονταν στις προηγούμενες περιόδους.
Το ανεβασμένο πλέον επίπεδο αντίστασης και πάλης των λαών που υφίσταντο την επέμβαση.
Την υποστήριξη του ΕΕΚΚ και των σοσιαλιστικών χωρών.
Τις αντιδράσεις των λαϊκών μαζών σε διεθνή κλίμακα που δεν αποδέχονταν την προσβολή της ανεξαρτησίας της οποιασδήποτε χώρας χωρίς να αντιδρούν.
Την αναβάθμιση των αντιδράσεων των προοδευτικών ανθρώπων στο εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών Μητροπόλεων.
Όλα αυτά που διαμόρφωναν ένα πλαίσιο ολότελα διαφορετικό από το σημερινό των «ειρηνευτικών επεμβάσεων» και των ιμπεριαλιστικών εκστρατειών «εκδημοκρατισμού» με την υποστήριξη της «διεθνούς κοινότητας».
Ας περάσουμε λοιπόν σ’ αυτά.

Ο «ΚΟΣΜΟΣ» ΠΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Ούτε «επανάληψη» ούτε «διαγραφή» της ιστορίας

Πριν προχωρήσουμε σ’ αυτό το κεφάλαιο ας διευκρινίσουμε ένα ζήτημα, τουλάχιστον όσον αφορά τη δική μας οπτική. Στην τρέχουσα φιλολογία και με βάση όρους και αναφορές που χρησιμοποιούνται (προπαγανδιστικά ή και όχι μόνο) αναδείχνεται ένα ερώτημα.
Οι μεταβολές που συντελούνται συνιστούν επιστροφή στην προ Οκτωβριανής Επανάστασης περίοδο ή κάτι άλλο; Γίνονται λ.χ. αναφορές για επιστροφή στον μεσαίωνα, στην περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης, στην εποχή του Κ. Ντίκενς και του Όλιβερ Τουίστ κ.λπ. κ.λπ.
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με ένα ναι ή ένα όχι. Είναι γεγονός ότι πολλά από τα χαρακτηριστικά που διαμορφώνονται προσομοιάζουν, παρουσιάζουν αναλογίες και θυμίζουν έντονα εκείνη την περίοδο. Μέχρι και επαναφορά της χρησιμοποίησης της παιδικής εργασίας από τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια έχουμε σε πολλές περιοχές του κόσμου. Άλλο τόσο -και κυρίως αυτό- είναι γεγονός ότι ο καπιταλισμός συνεχίζει να λειτουργεί με βάση τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του και ο ιμπεριαλισμός να δρα με βάση τις τάσεις που πάντα τον χαρακτήριζαν.
Το ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί και σαν ζήτημα αντίστροφης φοράς.
Οι μεταβολές που επέφερε η περίοδος της εφόδου του κινήματος, «εξαφανίζονται», «σβήνουν» από την ιστορία όπως άλλωστε θα ‘θελαν και το επιχειρούν οι δυνάμεις του συστήματος;
Και σ’ αυτό η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Πρώτα απ’ όλα οτιδήποτε έχει υπάρξει ιστορικά δεν γίνεται να «διαγραφεί». Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για μεταβολές που έχουν «χαράξει» το «σώμα» της κοινωνίας και της ιστορικής εξέλιξης. Ακόμα και όταν υποχωρούν από το προσκήνιο τα στοιχεία που έθεσαν, συνεχίζουν να υπάρχουν. Το αν θα ενεργοποιηθούν, επανεμφανιστούν ξανά με αυτήν ή εκείνη την μορφή ή θα «σβήσουν» ολότελα σε μια πορεία συναρτάται με το αν οι συνθήκες που διαμορφώνει η κοινωνική εξέλιξη παρέχουν ή όχι το έδαφος μιας τέτοιας επανεμφάνισης.
Ως προς αυτό, η πραγματικότητα που διαμορφώνει το σύστημα είναι αναμφισβήτητο ότι δημιουργούν ένα τέτοιο έδαφος.
Αναφερθήκαμε ήδη σ’ αυτό και θα αναφερθούμε περισσότερο και στη συνέχεια.
Εκείνο που κυρίως θέλουμε να θέσουμε σ’ αυτό το σημείο είναι ένα άλλο ζήτημα. Αυτό αφορά την λογική αντιμετώπισης της σημερινής κατάστασης τόσο στη μια όσο και στην άλλη διάσταση του ζητήματος.
Από την μεριά μας έχουμε αποσαφηνισμένο ότι κάθε ιστορική περίοδος διαμορφώνει και εμφανίζει τα δικά της «πρωτότυπα» χαρακτηριστικά.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο, ιστορικές «επιστροφές» τέτοιου χαρακτήρα δεν υπάρχουν. Η μελέτη της ιστορίας μας προσφέρει χρήσιμες εμπειρίες, πολύτιμα διδάγματα, διαμορφώνει κριτήρια που μας βοηθάν να βρούμε τις απαντήσεις, αλλά όχι τις ίδιες τις απαντήσεις.
Οι απαντήσεις στα προβλήματα του σήμερα συνδέονται άμεσα και κατά κύριο λόγο με τα χαρακτηριστικά με τα οποία εμφανίζονται αυτά σήμερα.

Η επίθεση στην εργατική τάξη και οι στόχοι του κεφαλαίου

Κεντρική επιδίωξη του κεφαλαίου είναι η μεταβολή των ταξικών σχέσεων και συσχετισμών στο σύνολο της κοινωνίας και πρώτα και πάνω απ’ όλα απέναντι στην εργατική τάξη. Η επιβολή της πιο ολοκληρωτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργατική τάξη.
Με τη διαμόρφωση εργασιακών σχέσεων που να δίνουν τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να προωθεί την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης χωρίς όριο και με πλήρη ασυδοσία.
Σχέσεων που πρώτα και πάνω απ’ όλα στοχεύουν το δικαίωμα στη δουλειά. Που να κατοχυρώνουν τη δυνατότητα των κεφαλαιοκρατών να προσλαμβάνουν και να απολύουν τους εργαζόμενους όποτε θέλουν και με όποιους όρους θέλουν. Να τους αντιμετωπίζουν λίγο πολύ σαν «εργαλεία» που μπορούν να τα χρησιμοποιούν όποτε, όσο και όπως τους χρειάζονται ή να τους εναποθέτουν στο «ράφι» τις ανεργίας. Σ’ αυτό άλλωστε στοχεύει ο κατακλυσμός προπαγάνδας που έχει εξαπολυθεί για την ανάγκη εξουδετέρωσης των «δυσκαμψιών» που εμφανίζει η «αγορά εργασίας». Μια προπαγάνδα που γίνεται τόσο πιο εμετική όσο συνδράμουν σε αυτήν ακόμη και πλευρές που θέλουν να εμφανίζονται σαν «προοδευτικές».
Η ιδιαίτερη σημασία του ζητήματος συνδέεται και με το ότι το δικαίωμα στη δουλειά αποτελεί τη βάση στήριξης σειράς δικαιωμάτων και κατακτήσεων του εργαζόμενου. Ο άνεργος εργάτης, ο επισφαλώς εργαζόμενος αλλά και αυτός που εργάζεται αλλά φοβάται μη χάσει τη δουλειά του καθίστανται ευάλωτοι στις πιέσεις και τους εκβιασμούς της εργοδοσίας. Έτσι διαμορφώνονται οι όροι που δίνουν τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να μειώνει τις εργασιακές αμοιβές στο ελάχιστο ή και να πέφτουν κάτω από τα όρια συντήρησης της εργατικής δύναμης.
Να αυξάνει «νόμιμα» ή παράνομα τις ώρες εργασίας, τις απλήρωτες υπερωρίες, να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων, να χρησιμοποιεί την «μαύρη» (ανασφάλιστη) εργασία, να καταργεί αργίες και σαββατοκύριακα, να επιβάλλει σκληρές έως και απάνθρωπες συνθήκες εργασίας.
Στην ίδια βάση και λογική προωθείται η συρρίκνωση του δικαιώματος περίθαλψης των εργαζομένων με τη διάλυση του συστήματος δημόσιας δωρεάν περίθαλψης χάριν των ιδιωτικών «ιδρυμάτων». Την μεταφορά του κόστους στις πλάτες των εργαζομένων. Τη διαμόρφωση συστήματος περίθαλψης διαφόρων βαθμίδων με τους εργαζόμενους να έχουν δυνατότητα πρόσβασης μόνο στην κατώτερη.
Με ανάλογους τρόπους προωθείται το χτύπημα του δικαιώματος της ασφάλισης και συνταξιοδότησης των απόμαχων της δουλειάς. Με την αύξηση των χρονικών ορίων συνταξιοδότησης, τη δραστική μείωση των συντάξεων, την αύξηση των εισφορών των εργαζομένων. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια έχουμε την εμφάνιση ενός φαινομένου με δραματικές επιπτώσεις για όλο και περισσότερο κόσμο. Τις απολύσεις σε μαζική πλέον κλίμακα εργαζομένων που βρίσκονται σε μια ηλικία που πολύ δύσκολα μπορούν να ξαναβρούν δουλειά αλλά ούτε και να συνταξιοδοτηθούν. Ένας σύγχρονος καιάδας.
Πέρα από τις άμεσες συνέπειες που έχουν αυτά τα μέτρα για κάθε εργαζόμενο, έχουν και σαν συνολικό αποτέλεσμα την γενικότερη μείωση του μεριδίου της εργατικής τάξης στο προϊόν που η ίδια παράγει προς όφελος του κεφαλαίου. Μια μείωση που, όπως αναφέρθηκε, φτάνει έως και κάτω από τα όρια συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Μια συνέπεια που αντιμετωπίζεται -τρόπος του λέγειν- από ένα πλέγμα παροχών ελεημοσύνης από κρατικές υπηρεσίες, την εκκλησία, τις ίδιες τις …καπιταλιστικές επιχειρήσεις (που τις ισοσκελίζουν με φοροαπαλλαγές), διάφορες ΜΚΟ, συλλόγους «φιλάνθρωπων κυριών» κ.λπ.
Ταυτόχρονα με όλα αυτά και ιδιαίτερα με το χτύπημα του δικαιώματος στη δουλειά διαμορφώνονται σχέσεις και όροι που εξουθενώνουν τους εργαζόμενους, που υπονομεύουν τη συλλογικότητα, που δυσκολεύουν τη δυνατότητα οργάνωσης και υπεράσπισης των δικαιωμάτων τους.
Γενικότερα διαμορφώνονται όροι και συνθήκες που στοχεύουν στη συνολική αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης, που προωθούν την μετατροπή της σε άμορφη μάζα ανίκανη να αντιδράσει, να υπερασπίσει τα δικαιώματά της, τον εαυτό της, τη ζωή της.
Και από κοντά και για κάθε ενδεχόμενο το χτύπημα των συνδικαλιστικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, η κήρυξη ως «παράνομων» των εργατικών αγώνων από την «ανεξάρτητη δικαιοσύνη», η αδίστακτη χρησιμοποίηση των μηχανισμών καταστολής και με τον πιο βάρβαρο τρόπο ενάντια στις εργατικές κινητοποιήσεις.

Η διεύρυνση της επίθεσης

Η επίθεση του κεφαλαίου που έχει αρχίσει εδώ και χρόνια να επεκτείνεται και ενάντια στην αγροτιά, τους μικρομεσαίους, φθάνει μέχρι τα μεσοστρώματα παίρνει όλο και πιο ραγδαίους ρυθμούς. Στα πλαίσια μάλιστα της οικονομικής κρίσης θίγει πλέον και κατώτερα τμήματα της αστικής τάξης. Οι στόχοι αυτής της διεύρυνσης της επίθεσης, είναι οικονομικοί, πολιτικοί, αλλά και με έναν ευρύτερο κοινωνικό ορίζοντα.
Οικονομικά επιδιώκεται η «εκκαθάριση» της αγοράς σε όλα της τα πεδία (από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση) από τους κάθε λογής μικρομεσαίους και προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.
Η συρρίκνωση του οικονομικού μεριδίου της μάζας των μικρομεσαίων, ο αναπροσανατολισμός των κεφαλαιακών ροών (δάνεια, επιδοτήσεις κ.λπ.) πάντα προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.
Η εξουθένωση των μικροπαραγωγών αγροτών οδηγεί στην απαλλοτρίωση ουσιαστικά της γης τους, στον εξανδραποδισμό τους και με στόχο την εισαγωγή στον αγροτικό χώρο του μεγάλου κεφαλαίου.
Πρόκειται για προσανατολισμό ευρύτερων διαστάσεων καθώς ο κλάδος παραγωγής και διάθεσης τροφίμων είναι πλέον ένας από τους πιο σημαντικούς και κερδοφόρους. Η άθλια προπαγάνδα για τους αγρότες που «αράζουν στα καφενεία και ροκανίζουν τις επιδοτήσεις» έρχεται να εξωραΐσει, να «δικαιώσει» και να συγκαλύψει μια επιχείρηση που στήθηκε εξ’ αρχής και με συγκεκριμένη στόχευση. Την απόσπαση του αγρότη από το χωράφι, έτσι ώστε η διάλυση των αγροτικών παραγωγικών δομών να προβάλει σαν η μόνη αναγκαία και «δίκαιη» και παραγωγική διέξοδος.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τους ίδιους στόχους υπηρετούν και οι λεγόμενες «αποκρατικοποιήσεις». Την παράδοση παραγωγικών και κερδοφόρων τομέων της οικονομίας στο ντόπιο και ξένο κεφάλαιο. Η φιλολογία που αναπτύσσεται εδώ και πολλά χρόνια για το υπερδιογκωμένο, σπάταλο και αντιπαραγωγικό κράτος είχε και έχει ακριβώς αυτές τις στοχεύσεις. Το ξεδιάντροπο της σχετικής προπαγάνδας υπογραμμίζεται από την ύπαρξη μιας κραυγαλέας αντίφασης. Από το γεγονός ότι οι κινήσεις «αποκρατικοποίησης» συνοδεύονται από μια ενίσχυση-υπερδιόγκωση των μηχανισμών καταπίεσης και καταστολής, δηλαδή του «καθαυτού κράτους». «Σπατάλη» λοιπόν οι αμοιβές των εργαζομένων στη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, των ΟΤΑ κ.λπ. και «παραγωγικά» τα ΜΑΤ, οι Ομάδες Δ, τα ΕΚΑΜ και οι ασφαλίτες.
Το φαινόμενο αυτό το χαρακτηρίσαμε μόλις προηγούμενα σαν αντίφαση. Στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι. Πρόκειται απλά για τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Από πολιτική άποψη, η συρρίκνωση-διάλυση της οικονομικής και κοινωνικής υπόστασης αυτών των στρωμάτων εξουδετερώνει και το όποιο πολιτικό βάρος και ρόλο είχαν στην προηγούμενη περίοδο. Γενικότερα έχουμε τη συρρίκνωση οικονομικών και κοινωνικών μορφών σχέσεων και δομών, τις οποίες είχε ευνοήσει το σύστημα το προηγούμενο διάστημα. Αναφερόμαστε σε μια πολιτική διεύρυνσης της κοινωνικής του βάσης απέναντι στην πίεση-απειλή του κινήματος. Η εξάλειψη της απειλής δίνει τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να απαλλαγεί από αυτό το κοινωνικό «μαξιλάρι» και να προχωρήσει χωρίς περισπασμούς στην υλοποίηση των στόχων του.
Ταυτόχρονα οι αποκρατικοποιήσεις-ιδιωτικοποιήσεις πέρα από τις πλευρές που αναφέρθηκαν έχουν και σαν αποτέλεσμα τη διάλυση δομών, σχέσεων και οργανωτικών μορφών των εργαζομένων με βάση τις οποίες μπορούσαν να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους. Παράλληλα οι μηχανισμοί βίας και καταστολής χρησιμοποιούνται ενάντιά τους όπως στο σύνολο όλων των εργαζομένων.
Από κοινωνική άποψη, αυτό που προωθείται είναι η διαμόρφωση μιας κοινωνικής δομής που θα χαρακτηρίζεται από την πλήρη και απόλυτη οικονομική, κοινωνική, πολιτική κυριαρχία της κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης.
Η δραστική συρρίκνωση του χώρου των μικρομεσαίων της πόλης και του χωριού, η οικονομική, κοινωνική και πολιτική αποδυνάμωσή τους. Η δημιουργία μιας ευρύτερης προλεταριακής μάζας (εργαζομένων και ανέργων) με περιορισμένα στο έπακρο οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα και δυνατότητες, εξουθενωμένη, αποσυγκροτημένη και χωρίς περιθώρια αντίδρασης. Κι από κοντά οι μηχανισμοί προπαγάνδας, κρατικοί και «ιδιωτικοί», να βομβαρδίζουν καθημερινά τον κόσμο με ό,τι ψεύτικο και αποπροσανατολιστικό, αντιδραστικό και σάπιο μπορεί να «εμπνευστεί» ο εσμός των δημοσιολογούντων του συστήματος.

Μια ιδιαίτερου χαρακτήρα συνέπεια αυτών των μεταβολών είναι και ο περιορισμός, ή καλύτερα, η μετάλλαξη του πολιτικού ρόλου των ρεφορμιστικών δυνάμεων αλλά σ’ αυτό θα αναφερθούμε και στη συνέχεια.

Ιμπεριαλιστικοί στόχοι και επιδιώξεις

Καταλυτικό χαρακτήρα έχουν οι μεταβολές που συντελούνται στο πεδίο των σχέσεων (τρόπος του λέγειν) ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και τις χώρες τις περιφέρειας. Προωθούνται όλο και επαχθέστεροι όροι εκμετάλλευσης-καταλήστευσης και επιβολής της ιμπεριαλιστικής επικυριαρχίας.
Μια κατεύθυνση που μετά τον «πόλεμο του Κόλπου» (1991) πήρε τα χαρακτηριστικά μιας εκστρατείας επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου από τις (δυτικές στη φάση εκείνη) ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και επιβολής της Νέας Τάξης Πραγμάτων, όπως ανοιχτά διακηρύχθηκε από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους (τον πρεσβύτερο).
Ταυτόχρονα στα πλαίσιά της προωθήθηκε η επέκταση μορφών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, καθώς θεωρήθηκε ότι διαμορφώνει προσφορότερο πεδίο για την υλοποίηση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων. Μια καπιταλιστικοποίηση που δεν ήρθε σαν έκφραση ανάπτυξης «εσωτερικών» δυνάμεων και δυνατοτήτων αλλά κυρίως επιβλήθηκε με όρους ιμπεριαλιστικής υπαγόρευσης και αντίστοιχων σχεδιασμών και επιδιώξεων. Μια εξέλιξη που διέλυε τις όποιες παραγωγικές, οικονομικές αλλά και κοινωνικές δομές αυτών των χωρών χωρίς αυτές να ανασυντίθενται σε αστική έστω βάση.
Συνολικά, αυτές οι εξελίξεις πλασαρίστηκαν μέσα από το θεώρημα της «παγκοσμιοποίησης» που ήρθε να αντικαταστήσει τον φορτισμένο αρνητικά όρο της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Έτσι με σημαία αυτό το θεώρημα και σταθερό πάντα θεμέλιο τη στρατιωτική ισχύ ψηφίστηκαν από τα ιμπεριαλιστικά κοινοβούλια και ελεγχόμενους «Διεθνείς Οργανισμούς» οι λεγόμενες «τέσσερις ελευθερίες».
Η ελευθερία των εμπορικών συναλλαγών.
Η ελευθερία της κίνησης κεφαλαίων.
Η ελευθερία επενδύσεων.
Η ελευθερία διακίνησης εργατικού δυναμικού.
Με βάση αυτές διαμορφωνόταν ένα πλέγμα οικονομικής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας που έδινε τη δυνατότητα ελέγχου, εκμετάλλευσης και ιδιοποίησης των παγκόσμιων πλουτοπαραγωγικών πηγών, συνολικά του παγκόσμιου πλούτου από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.
Το ότι οι επιδιώξεις των ιμπεριαλιστών της Δύσης θα συναντούσαν προβλήματα, αντιφάσεις και αντιθέσεις, το ότι στο πλαίσιο που διαμόρφωναν θα εισχωρούσαν και δυνάμεις που δεν προβλέπονταν στους αρχικούς σχεδιασμούς είναι κι αυτό μέσα στη λογική των πραγμάτων.
Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα ζητήματα που έχουν τεθεί.

Για την «ελευθερία» των συναλλαγών

Η «ελευθερία των συναλλαγών» δεν αποτέλεσε παρά τη συγκάλυψη αυτού που πραγματικά επιχειρούνταν. Το γκρέμισμα των οικονομικών «συνόρων» προστασίας των παραγωγικών δυνατοτήτων των χωρών της περιφέρειας. Οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις διαθέτουν τέτοια οικονομική παραγωγική, τεχνολογική, επιστημονική υπεροχή, την οποία δεν μπορούν να ανταγωνιστούν οι μικρότερες χώρες στα πλαίσια της παγκόσμιας αγοράς παρά μόνο με μέτρα «προστασίας» της οικονομίας τους. Το γκρέμισμα αυτών των «συνόρων» σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπερασπιστούν ούτε τη δική τους εσωτερική αγορά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την άλωση της αγοράς των χωρών της περιφέρειας από τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια. Συνέπειά της η καταστροφή σειράς παραγωγικών τομέων αυτών των χωρών που δεν μπορούν να διαθέσουν τα προϊόντα τους ούτε στη διεθνή ούτε στη δική τους αγορά.
Το αποτέλεσμα είναι η συνολική οικονομική αποδυνάμωση αυτών των χωρών που τις οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Μια εξέλιξη την οποία δεν μπορεί να αποτρέψει η επιχειρούμενη μείωση του εργατικού κόστους στο όνομα της υποτιθέμενης «ανταγωνιστικότητας». Το μόνο πραγματικό αποτέλεσμα και σ’ αυτή την περίπτωση είναι τα οφέλη που αποκομίζει το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο και η ακόμα μεγαλύτερη εξαθλίωση των εργαζομένων και συνολικά των λαών αυτών των χωρών.

Για την «ελευθερία των επενδύσεων»

Το ότι οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις «επενδύουν» στις χώρες της περιφέρειας με ληστρικούς και κατά κανόνα καταστροφικούς όρους για την οικονομία αυτών των χωρών είναι μια παλιά ιστορία. Με τις αποφάσεις που μονομερώς στην πραγματικότητα πήραν οι δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αυτή η δυνατότητα διευρύνεται, διασφαλίζεται και «νομιμοποιείται» καθώς οι στόχοι είναι πλέον ευρύτεροι.
Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των «επενδύσεων» από τότε που υπήρξαν, ήταν το ότι υπάκουαν στην επιδίωξη του άμεσου μέγιστου κέρδους μέσα από την ληστρικού χαρακτήρα εκμετάλλευση των εξαρτημένων χωρών και με πλήρη αδιαφορία για τις καταστροφικές συνέπειες που επέφεραν.
Από τα πρώτα και πιο βασικά κίνητρα ήταν η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, της ενέργειας, των πρώτων υλών και του φθηνού ιθαγενούς εργατικού δυναμικού.
Οι φοροαπαλλαγές, το φθηνό ηλεκτρικό ρεύμα και κάθε είδους προνόμια.
Η δυνατότητα μεταφοράς των κερδών στις μητροπόλεις με κάποια ψίχουλα στην εξαρτημένη χώρα.
Η υπαγωγή στο «δίκαιο» όχι της χώρας όπου γίνεται η «επένδυση» αλλά της ιμπεριαλιστικής μητρόπολης.
Γενικότερό τους χαρακτηριστικό, η υπαγωγή αυτών των «επενδύσεων» στα πλάνα των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και των μονοπωλίων τους χωρίς καμία πρόβλεψη εναρμόνισης με τις ανάγκες και την διάρθρωση της ιθαγενούς οικονομίας. Αντίθετα, την αποδιαρθρώνουν και σε βαθμό που να μην μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά σαν μια συνολική οικονομική, παραγωγική δομή διαρθρωμένη στη βάση των αναγκών και των δυνατοτήτων της εξαρτημένης χώρας. Κι από κοντά το δικαίωμα της «απόσυρσης» όταν εξαντληθούν οι δυνατότητες που την κάνουν κερδοφόρα χωρίς καμιά συνέπεια (αποζημιώσεις κ.λπ.) αφήνοντας πίσω τους έρημη γη.
Αυτά τα «δικαιώματα» των ιμπεριαλιστών επικυρώνονται, παγιοποιούνται για να συνεχίσουν να ασκούνται σε ακόμη πιο διευρυμένη βάση και με μεγαλύτερη ασυδοσία. Αυτό που πλέον προωθείται είναι ο γενικευμένος έλεγχος, η ιδιοποίηση στην ουσία των πλουτοπαραγωγικών πηγών, η συνολικότερη υπαγωγή των οικονομιών των εξαρτημένων χωρών στους όρους που υπαγορεύονται από τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.

Για την «ελευθερία κίνησης κεφαλαίων»

Εδώ χρειάζεται κατ’ αρχάς να κατανοηθεί ένα ζήτημα μια και στη σχετική φιλολογία υπάρχουν πολλές φορές αναφορές που δημιουργούν -τουλάχιστον- συγχύσεις. Είναι γνωστό από παλιά (βλέπε Λένιν, Για τον ιμπεριαλισμό) ότι το πέρασμα στο ιμπεριαλιστικό στάδιο συνοδεύτηκε, συνδυάστηκε με την άνοδο της ισχύος και του ρόλου του χρηματιστικού κεφαλαίου.
Καθόλου τυχαία. Η άνοδος του ρόλου του χρηματιστικού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά υπηρετεί την εξάπλωση και σταθεροποίηση της κυριαρχίας των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Από την άλλη, η ισχύς, η κυριαρχία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων υπηρετεί την λειτουργία, τον ρόλο, την ηγετική οικονομική θέση στην παγκόσμια αγορά του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αποτελούν έτσι «ζεύγος δυνάμεων» που χαρακτηρίζει την ύπαρξη, λειτουργία και κυριαρχία του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος και δεν νοείται η ύπαρξη της μιας διαχωρισμένης από την άλλη.
Ένα βασικό στοιχείο των μεταβολών που συντελούνται (μέσω της «ελευθερίας διακίνησης») είναι η διεύρυνση, «νομιμοποίηση» της κερδοσκοπικής δράσης του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η δυνατότητα που αποκτά να κινείται ανεξέλεγκτα στην παγκόσμια αγορά, να «σεργιανάει» αναζητώντας ή και δημιουργώντας καταστάσεις που του φέρνουν υπερκέρδη αδιαφορώντας για τις όποιες καταστροφικές συνέπειες. Το ότι αυτές οι κινήσεις ονομάζονται «επενδύσεις» (που μόνο τέτοιες δεν είναι) αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο διευκόλυνσης αυτών των κινήσεων.
Αυτές οι δυνατότητες διευρυμένης κερδοφορίας αποτελούν και την ανταμοιβή του για τις υπηρεσίες που προσφέρει συνολικά το σύστημα. Χαρακτηριστικές του πράγματος, οι τερατώδους ύψους απολαβές των ανώτερων στελεχών του την ίδια στιγμή που οδηγούν στην εξαθλίωση τις λαϊκές μάζες.
Με βάση αυτό (και με αυτό) οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις αποκτούν τη δυνατότητα ελέγχου της κίνησης κεφαλαίων σε παγκόσμια κλίμακα, τις ροές, τη διαθεσιμότητά τους, τα αποθέματα. Να ελέγχουν το τραπεζικό σύστημα των πιο αδύναμων χωρών και μέσω αυτού συνολικά της οικονομίας τους. Να δημιουργούν -διογκώνουν- το «χρέος» αυτών των χωρών και να το χρησιμοποιούν σαν μέσο πίεσης και εκβιασμού των εξαρτημένων χωρών και επιβολής όλο και πιο δυσβάσταχτων όρων εκμετάλλευσης και υποταγής.
Οι διάφοροι διεθνείς οργανισμοί, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η Διεθνής Τράπεζα, ο ΠΟΕ, οι διάφοροι οίκοι «αξιολόγησης», τα funds και άλλοι ων ουκ έστιν αριθμός, δεν αποτελούν παρά μηχανισμούς προώθησης, διεύρυνσης, σταθεροποίησης, «νομιμοποίησης» και διαιώνισης αυτών των σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας.

Η διακίνηση του εργατικού δυναμικού

Όσον αφορά τώρα την «ελευθερία διακίνησης εργατικού δυναμικού», αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης. Σε πρώτο πλάνο αφορά την εισαγωγή στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις φθηνού εργατικού δυναμικού από τις χώρες της περιφέρειας. Κατά κύριο λόγο και σε μαζική κλίμακα ανειδίκευτου είτε κατά περιπτώσεις ειδικευμένου, καταρτισμένου ή ακόμη και επιστημονικού. Μια σχέση που διασφαλίζει στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις ένα δυναμικό που για την άνδρωση και την κατάρτισή του δεν έχει ξοδέψει δεκάρα.
Η πιο απεχθής έκφραση αυτής της σχέσης είναι η μορφή που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια και που δεν αποτελεί παρά ένα σύγχρονο δουλεμπόριο. Το ότι οι διαστάσεις που έχει πάρει το μεταναστευτικό ρεύμα δημιουργεί πλέον πρόβλημα και στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, δεν αναιρεί την ουσία του πράγματος. Αντίθετα υπογραμμίζει την αντιφατικότητα της λειτουργίας του συστήματος καθώς αυτό δεν αποτελεί παρά συνέπεια των καταστροφών που έχουν επιφέρει σε πολλές χώρες, του θανάτου που σπέρνουν οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Έτσι ή αλλιώς το πρόβλημά τους δεν είναι παρά ζήτημα ελέγχου της ροής των μεταναστών καθώς δεν διανοούνται καν (ούτε άλλωστε και μπορούν) να αντιμετωπίσουν τις αιτίες που το δημιουργούν.
Η άλλη πλευρά αφορά τη δυνατότητα των ιμπεριαλιστών να εγκαθιστούν δικό τους προσωπικό στις εξαρτημένες χώρες ώστε να προωθούν τη διεύρυνση της κερδοφορίας και τον έλεγχο της «ασφάλειας» των «επενδύσεών» τους.
Οι ρυθμίσεις που προωθούνται στα πλαίσια της ΕΕ για δυνατότητα άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας υπηκόων μιας χώρας σε άλλη αποτελούν έκφραση αυτής της γενικότερης κατεύθυνσης. Και ας είναι κατανοητό ότι η «φασαρία» δεν γίνεται για το αν μπορεί κάποιος γιατρός, δικηγόρος ή μηχανικός κ.λπ. να δουλέψει σε άλλη χώρα, αλλά για τη δυνατότητα εγκατάστασης αντίστοιχων μεγάλων επιχειρήσεων κεφαλαιοκρατικού μονοπωλιακού χαρακτήρα. Υποτίθεται βέβαια ότι αυτή η δυνατότητα θα υφίσταται σε βάση αμοιβαιότητας, μόνο που τα πραγματικά μεγέθη και συσχετισμοί θα ‘ναι αυτά που θα «αποφασίσουν» την κατεύθυνση των αντίστοιχων κινήσεων.
Ιδιαίτερη έκφραση του πράγματος αποτελεί η υπαγωγή των στελεχών διαφόρων μυστικών υπηρεσιών, στην κατηγορία προσωπικού ελεύθερης διακίνησης, είτε αυτά εμφανίζονται ως «υπάλληλοι» διαφόρων επιχειρήσεων είτε με την πραγματική τους ιδιότητα. Και πάντα -εννοείται- με καθεστώς ετεροδικίας.

Για τη συσσώρευση

Η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και η εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν ανοίξει ταυτόχρονα και ένα προτσές που παίρνει τα χαρακτηριστικά συσσώρευσης σε παγκόσμια πλέον κλίμακα.
Το ζήτημα της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου το εξετάζει βασικά ο Μαρξ με βάση το πώς εξελίχθηκε αρχικά στην Αγγλία. Αυτή η συσσώρευση συντελέστηκε, κατά τον Μαρξ, με βάση τη βίαιη αφαίρεση των μέσων παραγωγής από τους ατομικούς παραγωγούς (αγρότες, τεχνίτες κ.λπ.). Περιγράφει μάλιστα πολύ παραστατικά τις βίαιες έως αιματηρές μορφές με τις οποίες πραγματοποιήθηκε, από κρατικές και ιδιωτικές δυνάμεις και με κάλυψη «νόμων» και βασιλικών διαταγμάτων. Αυτό είχε ένα διπλό αποτέλεσμα. Την υπαγωγή όλων των μέσων παραγωγής στην ιδιοκτησία του κεφαλαίου. Δεύτερο, την προλεταριοποίηση εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν είχαν πλέον άλλον τρόπο επιβίωσης από το να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στο κεφάλαιο και με όρους που αυτό κυριαρχικά πλέον επέβαλε.
Αν εξετάσουμε αυτά που συντελούνται σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα, θα δούμε τις σοβαρές αναλογίες που έχουν όσον αφορά τα ουσιαστικά στοιχεία του ζητήματος, έστω και αν οι μορφές που παίρνει στους καιρούς μας αυτή η εξέλιξη έχει τις αναπόφευκτες διαφοροποιήσεις της.
Όσον αφορά κατ’ αρχάς την εργατική τάξη, είναι γεγονός ότι έτσι κι αλλιώς δεν διαθέτει μέσα παραγωγής για να της αφαιρεθούν. Η αναλογία βρίσκεται στις σχέσεις που διαμόρφωνε παλιότερα η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τους ανεξάρτητους παραγωγούς. Τη σχετική έστω ανεξαρτησία της θέσης και του ρόλου τους στην οικονομία και την κοινωνία, τη δυνατότητα διάθεσης των προϊόντων τους στην αγορά με όρους διαπραγμάτευσης.
Όσον αφορά την εργατική τάξη η δυνατότητα διαπραγμάτευσης της «τιμής» της εργατικής της δύναμης συνδεόταν με τη συγκρότησή της σαν τάξη, με την οργάνωσή της σε διάφορα επίπεδα, με τα δικαιώματα που είχε κατακτήσει και κατοχυρώσει, βασικά μετά το 1917.
Η αποσυγκρότησή της, η κατάργηση των δικαιωμάτων της, ο εκφυλισμός των συνδικαλιστικών της οργανώσεων, η διάλυση των μετώπων πάλης τής έχει αφαιρέσει τα «όπλα» με τα οποία υπεράσπιζε τη θέση, τον ρόλο της, τις διαπραγματευτικές της δυνατότητες, τα δικαιώματά της. Έτσι αφοπλισμένη αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την επίθεση του κεφαλαίου και να αποτρέψει την επιβολή των όρων συνθηκών και σχέσεων που το κεφάλαιο προωθεί από θέση ισχύος.
Πιο ευδιάκριτες οι αναλογίες όσον αφορά τη διεύρυνση της επίθεσης στην αγροτιά, τους μικρομεσαίους και τα μεσοστρώματα. Εδώ υποστηρίζεται πως δεν πρόκειται παρά για μια εξέλιξη που υπαγορεύεται από τους «νόμους της αγοράς». Εκείνο που αποκρύβεται είναι ότι και αυτοί οι νόμοι της αγοράς αποκτούν υπόσταση, ισχύ και δύναμη επιβολής από νόμους και διατάγματα που δεν εκφράζουν παρά την οικονομική, κοινωνική, πολιτική και «νομική» κυριαρχία του κεφαλαίου.
Όπως και να ‘χει, η ουσία του πράγματος παραμένει ίδια. Η απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και των όποιων μέσων και στοιχείων τούς έδιναν κάποια ιδιαίτερη υπόσταση στο οικονομικό γίγνεσθαι. Συνακόλουθα η προλεταριοποίηση ενός μεγάλου μέρους αυτών των στρωμάτων, η συρρίκνωση και η αποδυνάμωση της θέσης και του ρόλου τους.
Με ιδιαίτερα βίαιο τρόπο εξελίσσεται αυτή η διαδικασία στις λεγόμενες ανερχόμενες δυνάμεις, όπως η Ινδία, η Βραζιλία, αλλά και η Κίνα (με τις ιδιαιτερότητές της). Εκεί η διαδικασία της συσσώρευσης εμφανίζεται περίπου στην «κλασική» της μορφή, καθώς μέσα από αυτήν προωθείται ο σχηματισμός, η διαμόρφωση και ισχυροποίηση των αστικών τάξεων αυτών των χωρών. Γι’ αυτό παίρνει και τις πιο άγριες μορφές καθώς «επιταχύνεται» με βάση τις φιλοδοξίες πλασαρίσματος αυτών των αστικών τάξεων στο παγκόσμιο ταμπλό.

Η διεθνής διάσταση της συσσώρευσης

Ανάλογα χαρακτηριστικά εμφανίζει η διαμόρφωση των σχέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και τις χώρες και τους λαούς της περιφέρειας.
Αυτό που πέραν των άλλων- συντελείται είναι και μια συσσώρευση γιγαντιαίων διαστάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Μια εξέλιξη που καθορίζει και τα χαρακτηριστικά της επέκτασης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Μια κατεύθυνση που στα πλαίσια της εκστρατείας επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου υπηρετείται από τις «τέσσερις ελευθερίες» που προαναφέρθηκαν και άλλων μέσων και μέτρων. Το αποτέλεσμα είναι ο έλεγχος, η ιδιοποίηση στην ουσία των πλουτοπαραγωγικών πηγών αυτών των χωρών.
Των παραγωγικών τομέων της οικονομίας τους.
Τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, της κίνησης κεφαλαίων, του νομισματικού συστήματος.
Την άλωση, τον έλεγχο της εσωτερικής αγοράς από τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια.
Την «αιχμαλωσία» τους μέσω τεχνητά δημιουργούμενου και διογκούμενου «χρέους».
Τον έλεγχο της δημοσιονομικής αλλά και συνολικά της οικονομικής τους πολιτικής.
Τα τελευταία μάλιστα χρόνια προωθείται η ιδιοποίηση και της γης τους, καθώς τεράστιες εκτάσεις περνάν στα χέρια πολυεθνικών. Μια εξέλιξη που συνοδεύεται από το ξερίζωμα, την εξόντωση σε μαζική κλίμακα γηγενών πληθυσμών αλλά και την καταστροφή παραδοσιακών μορφών καλλιέργειας, τεράστιων δασικών εκτάσεων με σοβαρές συνέπειες και οικολογικού χαρακτήρα.
Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η υπαγωγή στον έλεγχο, στα όρια της ιδιοποίησης των συνολικών παραγωγικών δυνατοτήτων, της οικονομικής λειτουργίας, του συνολικού πλούτου και της γης των χωρών της περιφέρειας. Η διαμόρφωση τέτοιων όρων που δεν θα τους αφήνουν κανένα περιθώριο και καμιά άλλη δυνατότητα παρά να λειτουργούν σαν παραρτήματα των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και σύμφωνα με τα συμφέροντα και τις υπαγορεύσεις τους. Οι αναμφισβήτητα υπαρκτές διαφορές σε σχέση με τις μορφές με τις οποίες είχε ιστορικά εμφανιστεί δεν αναιρεί το ότι αποτελεί στην ουσία της και, όπως ήδη αναφέρθηκε, μια μορφή συσσώρευσης γιγαντιαίων διαστάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Σε σχέση με αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία να επισημάνουμε μια και μόνο καθοριστικού βάρους διαφορά όσον αφορά την πορεία των εξελίξεων.
Η συσσώρευση που σήμερα συντελείται δεν πραγματοποιείται στα πλαίσια μιας χώρας και με καθοριστικό τον ρόλο ενός ενιαίου κρατικού κέντρου και για λογαριασμό μιας ενιαίας αστικής τάξης. Προωθείται από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με τα μέσα, τους μηχανισμούς, το πλέγμα σχέσεων που διαμορφώνουν και επιβάλουν και στα πλαίσια μιας κοινής λίγο πολύ λογικής. Μόνο που αυτή η «κοινότητα» τελειώνει σ’ αυτό το σημείο. Απ’ εκεί και πέρα υπάρχει οξύτατος ανταγωνισμός ανάμεσά τους για το ποιος θα εκμεταλλευτεί ποιους, ποιος θα κυριαρχήσει πού, πώς θα μοιραστεί ο πλούτος που σωρεύεται, πώς θα μοιραστεί ο κόσμος. Αλλά αυτό είναι ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια.

Οι μεταβολές στις πολιτικές τάσεις

Οι μεταβολές που συντελούνται στο σύνολο των σχέσεων, στην κοινωνική διάταξη δυνάμεων αλλά και στο πεδίο των διεθνών σχέσεων έχουν βαθιές επιδράσεις και στη διαμόρφωση των πολιτικών τάσεων και δυνάμεων, τα χαρακτηριστικά, την μορφή και τον ρόλο τους. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι το σχετικό προτσές έχει πολύ δρόμο ακόμη μπροστά του στα πλαίσια αυτής της «μετάβασης» από έναν «κόσμο» σε έναν άλλο. Ακόμη, το ότι αυτές οι μεταβολές, με τις ιδιαιτερότητες πάντα της κάθε περίπτωσης, συντελούνται στο σύνολο των χωρών, τόσο του «κέντρου» όσο και της «περιφέρειας».
Όσον αφορά τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και γενικά τις χώρες του «κέντρου».
Εκεί οι «παραδοσιακές» πολιτικές δυνάμεις του κεφαλαίου και της αστικής τάξης έχουν από καιρό αφήσει στην άκρη ακόμη και τα επιχρίσματα των «φιλολαϊκών» διακηρύξεων με τα οποία διακοσμούσαν τις πολιτικές τους θέσεις. Με τον πιο ξεκάθαρο και ωμό τρόπο προβάλουν -και εφαρμόζουν- τις επιδιώξεις του κεφαλαίου σαν τον μόνο δρόμο που μπορεί και οφείλει να ακολουθήσει η κοινωνία. Η επίθεση ωστόσο που αναπτύσσεται και σ’ αυτές τις χώρες και όσο περισσότερο προσεγγίζει και θίγει και τα μεσοστρώματα συρρικνώνει την κοινωνική βάση στήριξης του συστήματος.
Εδώ επιστρατεύεται η συνδρομή των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (των «δημοκρατικών» στις ΗΠΑ) που με ραγδαίους πλέον ρυθμούς εγκαταλείπουν ακόμη και σε επίπεδο ρητορείας τις σοσιαλδημοκρατικές τους απόψεις για να υιοθετήσουν, θεωρητικά και πρακτικά τις απόψεις του κεφαλαίου. Με βάση αυτές τις μεταβολές έχουμε την προώθηση των επιδιώξεων του κεφαλαίου και από σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Την σύμπηξη, όπου αυτό καθίσταται αναγκαίο (π.χ. Γερμανία), των «μεγάλων συνασπισμών» ανάμεσα στα δηλωμένα αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Γενικότερα την μετατόπισή τους προς τα δεξιά σε τέτοιο βαθμό που εξαφανίζει ακόμη και τις κατ’ επίφασιν διαφορές που τις χαρακτήριζαν το προηγούμενο διάστημα.
Οι εξελίξεις οδηγούν σε μεταλλάξεις και τις «παραδοσιακές» ρεφορμιστικές δυνάμεις. Οι αιτίες βρίσκονται από τη μια στη φύση και τον χαρακτήρα αυτών των δυνάμεων και από την άλλη στις γενικότερες εξελίξεις και τις μεταβολές που συντελούνται.
Ο μεταρρυθμιστικός ρόλος των ρεφορμιστών αποκτούσε υπόσταση από την ύπαρξη ενός ισχυρού κινήματος και από την ανάγκη του συστήματος να αντιμετωπίσει την «απειλή» αποδεχόμενο αυτόν τον ρόλο και τη ρεφορμιστική «συνδρομή». Η ήττα του κινήματος, η εξάλειψη της απειλής αφαιρεί το έδαφος ύπαρξης αυτών των δυνάμεων με τα χαρακτηριστικά που είχαν παλιότερα. Μπορούν πλέον να επιβιώνουν μεταλλασσόμενες σε δυνάμεις που τάσσονται ανοιχτά και απροκάλυπτα στην υπηρεσία του συστήματος και της πολιτικής του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Ιταλοί ρεφορμιστές με τον Ντ’ Αλέμα που ανάμεσα στα άλλα στήριζαν ολόπλευρα την ιμπεριαλιστική επέμβαση στα Βαλκάνια και τους βομβαρδισμούς που ρήμαζαν την Γιουγκοσλαβία. Και βεβαίως λαμπρό «δείγμα» αυτής της μετάλλαξης έχουμε ήδη και στη χώρα μας με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Έτσι ωστόσο δημιουργείται ένα «κενό». Ένα κενό που δεν μπορεί να καλυφθεί από τη δημιουργία διαφόρων «ενδιάμεσων» δυνάμεων προσωρινής χρήσης (διαφόρων ειδών φιλελεύθεροι, δημοκράτες, οικολόγοι κ.ά.). Φαινόμενα τύπου Μπερλουσκόνι απόκτησαν σοβαρή υπόσταση, ρόλο και διάρκεια μόνο στην Ιταλία ενώ οι μιμητές του σε διάφορες χώρες παρέμειναν στα ρηχά. Το κενό αυτό υπό άλλους όρους θα μπορούσε να καλυφθεί από το κίνημα και για λογαριασμό της λαϊκής υπόθεσης πράγμα που δεν συμβαίνει σήμερα και για λόγους που έχουν αναφερθεί.
Έτσι το κενό παραμένει και είναι αυτό ένας από τους σοβαρούς λόγους για την εμφάνιση και ανοδική πορεία του ακροδεξιού -νεοφασιστικού- ρεύματος σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Σε σχέση λοιπόν με αυτό, αν η εμφάνιση του νεοφασιστικού ρεύματος μπορεί να συνδεθεί με την ξενοφοβική υστερία και την τάση αναζήτησης «σωτήρων» από μικροαστικά στοιχεία, αυτό δεν αρκεί για να εξηγήσει την ανοδική του πορεία.
Όσο μας αφορά είχαμε πάντα την άποψη ότι ο φασισμός, σαν εκτρωματική έκφραση της αστικής ιδεολογίας, δεν μπορεί να αποκτήσει υπολογίσιμη υπόσταση χωρίς τη σύνδεση-στήριξη από την αστική τάξη ή σημαντικά τμήματά της. Εκεί λοιπόν θα πρέπει να αναζητήσουμε τους βασικούς όρους και τις αιτίες της ενδυνάμωσής του. Το ένα σκέλος αυτής της υποστήριξης αφορά την «αξιοποίηση» της νεοφασιστικής πολιτικής ατζέντας και του κλίματος που δημιουργείται για την προώθηση από τις αστικές κυβερνήσεις σειράς αντεργατικών, αντιλαϊκών μέτρων και ρυθμίσεων.
Στις χώρες μάλιστα του πρώην ανατολικού μπλοκ χρησιμοποιείται με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο και με ιδιαίτερο μένος και σε αντικομουνιστική βάση. Μια πολιτική που στηρίζεται και από τις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, επιπροσθέτως και στη βάση του σημερινού τους ανταγωνισμού με τον ρωσικό ιμπεριαλισμό.
Το δεύτερο σκέλος και μάλλον το πιο σημαντικό συνδέεται με την «πίεση» που αισθάνονται οι αστικές τάξεις πολλών χωρών από τις γενικότερες εξελίξεις. Μια πίεση που ασκείται είτε με βάση τον «εσωτερικό» (ευρωπαϊκό λ.χ.) συσχετισμό (πχ. την ηγετική θέση της Γερμανίας) και των πολιτικών που υποχρεώνονται να ακολουθήσουν, είτε με βάση τον συνολικότερο διεθνή συσχετισμό.
Τις πιέσεις των ΗΠΑ για ευθυγράμμιση των ευρωπαίων στις στρατηγικές τους επιλογές ή ακόμη και στο πεδίο των οικονομικών συναλλαγών κ.λπ. (τα ανοίγματα της Λεπέν στη Ρωσία δεν είναι επειδή «ερωτεύτηκε» ξαφνικά τον Πούτιν).
Στη Γαλλία σε πρώτο πλάνο (και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και σε άλλες χώρες) το ακροδεξιό ρεύμα διεκδικεί την ηγετική θέση όχι μόνο στη χώρα του αλλά και έναν ρόλο επαναπροσδιορισμού των σχέσεων στα πλαίσια της ΕΕ αλλά και γενικότερα. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που εξαλείφει -«λειαίνει»- παλιότερες θέσεις ακροδεξιού, νεοφασιστικού χαρακτήρα σαν ασυμβίβαστες με τον ρόλο που πλέον διεκδικεί.

Οι μεταβολές στις χώρες της περιφέρειας

Ανάλογες πολιτικές αναδιαμορφώσεις συντελούνται και στις άλλες χώρες.
Η κατεύθυνση παραρτημοποίησης των χωρών της περιφέρειας διαμορφώνουν όρους παραπέρα εξαθλίωσης των λαών και θέτουν υπό αίρεση την ίδια την κρατική υπόσταση αυτών των χωρών. Ταυτόχρονα εμπεριέχει το στοιχείο της παραπέρα υποβάθμισης της θέσης και του ρόλου των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που υπάρχουν σ’ αυτές τις χώρες. Με αυτούς τους όρους προκαλεί, όπως είναι φυσικό, τις αντιδράσεις όλων των θιγόμενων πλευρών, η ένταση και το εύρος των οποίων διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Αντίστοιχα διαφέρουν και οι πολιτικές διαμορφώσεις και ανακατατάξεις που προκαλούνται στα πλαίσια της πολυμορφίας του παγκόσμιου χάρτη. Έτσι και με δεδομένο ότι είναι αδύνατο να γίνει μια συνολική «χαρτογράφηση» αυτών των εξελίξεων θα περιοριστούμε σε ορισμένες βασικές επισημάνσεις.
Στην προώθηση των σχεδίων οι ιμπεριαλιστές διαθέτουν ορισμένα σοβαρά πλεονεκτήματα.
Την αδυναμία -με βάση τις συνέπειες της ήττας- συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων σε επίπεδα που να μπορούν να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στην επίθεση που δέχονται.
Την οικονομική τους ισχύ, το πλέγμα ελέγχου και την κυριαρχία στο διεθνές οικονομικό πεδίο που τους δίνει τη δυνατότητα να ασκούν πιέσεις και εκβιασμούς.
Τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που έχουν διαμορφωθεί μέσα από μια μακροχρόνια διαδρομή εξάρτησης που τις κάνει ευάλωτες στις ιμπεριαλιστικές πιέσεις.
Και βέβαια στη στρατιωτική τους ισχύ, την οποία και χρησιμοποιούν αδίστακτα για να συντρίψουν τους «δυστροπούντες» και να «παραδειγματίσουν» όλους τους άλλους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική τους προωθείται ανεμπόδιστα και δεν αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, δυσκολίες και αντιδράσεις.
Τις αντιδράσεις των λαϊκών μαζών (έως και σε επίπεδο εξεγέρσεων ορισμένες φορές). Ανεξάρτητα από το ότι και σε συνεργασία με τοπικές κλίκες κατορθώνουν είτε να τις συντρίβουν είτε να τις εκτρέπουν και να τις ποδηγετούν αυτό δεν παύει να αποτελεί ένα πρόβλημα που το έχουν συνέχεια μπροστά τους.
Την «δυσφορία» ή και αντίθεση των αρχουσών τάξεων αυτών των χωρών που δεν αντιμετωπίζουν βέβαια με ευχαρίστηση την υποβάθμιση της θέσης και του ρόλου τους, που μειώνει το οικονομικό τους μερίδιο, που θέτει όρια στην κίνησή τους. Ακόμη περισσότερο που δημιουργεί κινδύνους για την «ασφάλεια» της κυριαρχίας τους καθώς αποδυναμώνει τα «εργαλεία» ελέγχου των λαϊκών αντιδράσεων.
Αντιμετωπίζουν προβλήματα που δημιουργούν οι αντιφάσεις της πολιτικής τους και οι επιλογές προώθησής της. Πιο συγκεκριμένα.
Η χρήση της στρατιωτικής ισχύος, οι επεμβάσεις μπορούν να εξουδετερώνουν ή και συντρίβουν τις αντίπαλες δυνάμεις, δεν αρκούν όμως για να διασφαλίσουν τη διάρκεια των «λύσεων» που επιβάλουν. Η σταθεροποίηση της κυριαρχίας τους, των ρυθμίσεων και σχέσεων που θέλουν να διαμορφώσουν προϋποθέτει τη συνεργασία, τη στήριξη (σε βάση έστω άνισης αμοιβαιότητας) και τοπικών δυνάμεων. Αυτό δεν είναι πάντα κάτι το δεδομένο και εκεί αρχίζουν τα προβλήματα, οι «απρόβλεπτες» συνέπειες, οι περιπλοκές και οι παρενέργειες.
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο σύνθετη και περίπλοκη στη σύμπλεξή της με τον δεδομένο και διαρκή ανταγωνισμό των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τα προβλήματα που δημιουργούνται διαμορφώνουν το έδαφος για την παρέμβαση όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που χρησιμοποιούν προς όφελός τους τις αντιφάσεις και αντιθέσεις περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Αντιφάσεις και προβλήματα

Και για να γίνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένοι.
Η προώθηση μιας πολιτικής που εξαθλιώνει τις λαϊκές μάζες, που ματοκυλά ολάκερους λαούς, που κομματιάζει χώρες, που διώχνει τον κόσμο από τη γη του, αναπόφευκτα ξεσηκώνει την λαϊκή οργή, διαμορφώνει το έδαφος της αντίθεσης στον ιμπεριαλισμό (και τις τοπικές κλίκες) όποιες μορφές κι αν παίρνει αυτή στις σημερινές συνθήκες.
Αποτελεί ακραία αντίφαση η προώθηση μιας πολιτικής «δημοκρατικής αναμόρφωσης» μιας περιοχής, όπως επιχειρήθηκε στην Μ. Ανατολή επί προεδρίας Μπους (του νεότερου). Δηλαδή ο «εκσυγχρονισμός» και η εκμετάλλευσή της σε καπιταλιστικές νόρμες με τη στήριξη στις πιο αναχρονιστικές φεουδαρχικές δυνάμεις και τη συντριβή των πιο αστικοποιημένων χωρών της περιοχής (το Ιράκ τότε, η Συρία σήμερα).
Η χρησιμοποίηση της ισχύος χωρών της περιοχής (π.χ. Τουρκίας, Σ. Αραβίας, του Ιράκ παλιότερα ενάντια στο Ιράν) ή και καταπιεσμένων εθνοτήτων και μειονοτήτων έχει τις δικές της αναπόφευκτες συνέπειες. Τροφοδοτεί φιλοδοξίες, ωθεί σε κινήσεις και ενέργειες «εκτός ελέγχου» που περιπλέκουν και βάζουν προβλήματα στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.
Εκρηκτικές συνέπειες έχει το κομμάτιασμα χωρών καθώς αναπόφευκτα αναδείχνεται ζήτημα «μοιράσματος» ανάμεσα σε πολλούς υποψήφιους που διεκδικούν μερτικό. Ισχυρές χώρες της περιοχής επιδιώκουν επέκταση της εδαφικής τους επικράτειας ή τη δημιουργία ελεγχόμενων προτεκτοράτων. Διεκδικήσεις απόκτησης-κατοχύρωσης εδαφών για τη δημιουργία κράτους από εθνότητες, μειονότητες. Ζητήματα που δημιουργούν οξύτατες αντιθέσεις και πολύ δύσκολα ελέγξιμες. Και όπως ήδη αναφέρθηκε η παρέμβαση των ιμπεριαλιστών και του ανταγωνισμού τους και ειδικότερα σε αναφορά με το «εδαφικό» ζήτημα αυξάνει στο έπακρο την επικινδυνότητα των εξελίξεων.
Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις και τις αναδιαμορφώσεις που συντελούνται έχουν τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των ηγετικών δυνάμεων αυτών των χωρών. Στο μεγαλύτερο μέρος τους πρόκειται για δυνάμεις αστικού χαρακτήρα ανεξάρτητα από το επίπεδο ολοκλήρωσής τους σαν αστικές τάξεις και τον βαθμό καπιταλιστικής ανάπτυξης των χωρών τους.
Ταυτόχρονα ωστόσο έχουμε και την επανεμφάνιση στο προσκήνιο και φεουδαρχικών δυνάμεων. Οι όροι αυτής της επανεμφάνισης συνδέονται.
Με τα ισχυρά ερείσματα (κοινωνικά, πολιτικά, θρησκευτικά) που έτσι ή αλλιώς διατηρούσαν ιδιαίτερα στην περιοχή της Μ. Ανατολής και γενικά του μουσουλμανικού κόσμου αλλά όχι μόνο.
Με την ήττα του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος.
Με την αποτυχία των αστικών δυνάμεων να δώσουν απαντήσεις στο πρόβλημα των λαών και των χωρών τους (κομβικό σημείο η ήττα των αραβικών δυνάμεων από το Ισραήλ στον «πόλεμο των έξι ημερών» το 1967). Και βεβαίως στην υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες στράφηκαν ενάντια όχι μόνο στο λαϊκό κίνημα, αλλά και στις ανερχόμενες μετά το 1950 αστικές δυνάμεις και τον ριζοσπαστισμό που ως ένα βαθμό τις χαρακτήριζε τότε.

Μια ιδιόμορφη «σύμφυση»

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό εξελίσσεται στις σημερινές συνθήκες ένα προτσές ιδιαίτερης σημασίας. Παρά τη σφοδρή αντίθεση ανάμεσά τους για το ποια θα κυριαρχήσει, εξελίσσεται μια διαδικασία σύμφυσης με την μορφή τάσεων αστικοποίησης στα πλαίσια των φεουδαρχικών δυνάμεων. Ένα φαινόμενο που το βλέπουμε να εκτυλίσσεται στο Ιράν, την Τουρκία αλλά και σε άλλες χώρες πέραν των μουσουλμανικών και εννοείται με τα ιδιαίτερα στοιχεία και χαρακτηριστικά της κάθε περίπτωσης.
Στις Ινδίες με τα ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα αλλά και στην ισχυρή τάση μιας καπιταλιστικοποίησης που συντελείται σε σχέση «συνεργασίας» με ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και με όρους πρωταρχικής συσσώρευσης.
Αντίστοιχα στη Βραζιλία και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής με τις κληρονομημένες από την αποικιοκρατία και «συντηρημένες» από τις ΗΠΑ φεουδαρχικές επιβιώσεις να συμφύονται συγκρουόμενες με τις νέες τάσεις.
Τα δικά του χαρακτηριστικά και τον δικό του «δρόμο» έχει το προτσές που εξελίσσεται στη Ν. Αφρική μέσα από τον συμβιβασμό ανάμεσα στην κυρίαρχη μέχρι πρότινος «λευκή» μειοψηφία και τις αναδυόμενες μέσα από την «μαύρη» πλειοψηφία αστικές δυνάμεις.
Μια εξέλιξη που χαρακτηρίζεται από το ότι αυτή είναι η -ιστορικά- ισχυρή τάση αλλά και το γενικότερο πλαίσιο που διαμορφώνει η καπιταλιστική ιμπεριαλιστική κυριαρχία με όλες τις αντιφάσεις των επιλογών της. Οπωσδήποτε πρόκειται για μια εξέλιξη που έχει πολύ δρόμο ακόμα μπροστά της και με πολλά απρόβλεπτα στοιχεία.
Μέσα από το σύνολο των εξελίξεων και των δεδομένων που διαμορφώνουν, συντίθεται ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται.
Από τον δεσπόζοντα και καθοριστικό σε όλα τα πεδία ρόλο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Από την απουσία ενός κινήματος διεθνών διαστάσεων ικανού να αμφισβητήσει αυτή τη σχέση πραγμάτων να αντιπαρατεθεί, να διαμορφώσει άλλους όρους.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κινούνται, αναδείχνονται, διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται δυνάμεις αστικές αλλά και φεουδαρχικές, ανάλογα και τις ειδικότερες συνθήκες. Δυνάμεις που όντας και αυτές εκμεταλλευτικές και καταπιεστικές «φοβούνται» περισσότερο τον λαό τους παρά την εξάρτηση από τους ιμπεριαλιστές.
Έτσι, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις συνθήκες και δυνατότητες μπορούμε να διακρίνουμε μια ολάκερη γκάμα δυνάμεων. Από εκείνες τις δυνάμεις (αστικές ή φεουδαρχικές) που ευθυγραμμίζονται πλήρως με τις ιμπεριαλιστικές υπαγορεύσεις μέχρι τις «ανερχόμενες» (Ινδία, Βραζιλία) που επιδιώκουν να πλασαριστούν στο παγκόσμιο ταμπλό και ανάμεσά τους μια ολάκερη κλίμακα δυνάμεων και συμπεριφορών.
Συνοψίζοντας: Οι κινήσεις όλων αυτών των δυνάμεων (ανεξαρτήτως χαρακτηριστικών και δυνατοτήτων) και οι φιλοδοξίες τους από τις πιο «μικρές» έως τις πιο «μεγάλες» έχουν σαν «οροφή» τον δεσπόζοντα ρόλο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Δεύτερο και με βάση αυτό το δεδομένο, οι κινήσεις ή και οι αντιθέσεις τους με την α ή β ιμπεριαλιστική δύναμη δεν κινούνται στην κατεύθυνση ρήξης με το όλο ιμπεριαλιστικό πλέγμα αλλά της στήριξης σε άλλη (ή άλλες) ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Τρίτο, το ότι με αυτούς τους όρους, οι κινήσεις και αυτών των δυνάμεων εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

Σημαντικό ρόλο έχουν στη στήριξη των μέτρων που προωθούνται και των αλλαγών που συντελούνται οι κινήσεις ιδεολογικής χειραγώγησης και αποπροσανατολισμού των λαϊκών μαζών. Προβολής των «αξιών» του συστήματος από τη μια και απαξίωσης, συκοφάντησης από την άλλη των προοδευτικών απόψεων και αντιλήψεων και ιδιαίτερα των κομμουνιστικών.
Για την προώθησή τους χρησιμοποιούνται πολυάριθμοί και πολύμορφοι μηχανισμοί, χιλιάδες στελέχη και «ανεξάρτητοι» συνεργάτες και ξοδεύονται δισεκατομμύρια.
Οι πολιτικές δυνάμεις, κόμματα και στελέχη που ανοιχτά τάσσονται στην υπηρεσία του συστήματος.
Το εκπαιδευτικό σύστημα από τη στοιχειώδη μέχρι την ανώτατη βαθμίδα του.
Η εκκλησία ως διαχρονικός «εταίρος» των εκμεταλλευτών εδώ και αιώνες.
Πολιτικές δυνάμεις που εμφανίζονται ως «ανεξάρτητες» έως και «αντισυστημικές» αλλά πριμοδοτούνται με διάφορους τρόπους από το σύστημα.
Διάφορες ΜΚΟ και πάσης φύσεως «ιδρύματα».
Μηχανισμοί άμεσης και έμμεσης εξαγοράς παραγόντων της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, της τέχνης και του πολιτισμού. Μέσα από χορηγίες και «βραβεία», την προώθησή τους σε θέσεις και έδρες, την προβολή του «έργου» τους από τα ΜΜΕ κ.λπ.
Και βέβαια μέσα από τα ΜΜΕ σαν μηχανισμούς προώθησης της συστημικής προπαγάνδας σε 24ωρη βάση.
Το συνολικό αποτέλεσμα, ένας πραγματικός κατακλυσμός προπαγάνδας με την οποία βομβαρδίζεται ακατάπαυστα η κοινωνία, οι εργαζόμενοι, η νεολαία.

Οι «αξίες» του συστήματος

Όσον αφορά το περιεχόμενό της η προπαγάνδα του συστήματος κινείται κυρίως πάνω σ’ έναν βασικό άξονα με δύο όψεις.
Η πρώτη που προβάλλει μέσα από διάφορες μορφές και υποβάλει την αντίληψη πως ο καπιταλισμός είναι μονόδρομος.
Η δεύτερη πως ο σοσιαλισμός απέτυχε και πως ο κομμουνισμός «είναι πλέον νεκρός».
Κοινός παρονομαστής το ότι δεν έχει νόημα η αναζήτηση δρόμων για μια άλλη κοινωνία αλλά η προσαρμογή-υποταγή σ’ αυτόν τον μονόδρομο.
Διατρέχοντας τις απόψεις που διατυπώνονται από εκφραστές του συστήματος μπορεί να δει κανείς ορισμένες αντιλήψεις που είτε εκφράζονται ανοιχτά είτε αναδύονται συγκαλυμμένα μέσα από όσα εκθέτουν. Μια αντίληψη στη βάση της οποίας οι ανατροπές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια δεν συνιστούν τίποτε άλλο από μια «επιστροφή στην κανονικότητα» που είχε διαταραχτεί από την «εισβολή» «αντικοινωνικών» στοιχείων.
Ότι τα μέτρα που παίρνονται δεν αποτελούν παρά τις αναγκαίες κινήσεις αποκατάστασης της «φυσικής τάξης πραγμάτων» που είχε παραβιαστεί από την παρέμβαση του «επάρατου» κομμουνισμού.
Εδώ και σε σχέση μ’ αυτά θα πρέπει να είναι καθαρό ένα πράγμα. Οι αντιλήψεις αυτές δεν αποτελούν ένα δευτερεύουσας σημασίας παραπλήρωμα της αστικής αντίληψης πραγμάτων ούτε αφορούν απλά μια μειοψηφία. Είναι βαθιά ριζωμένες απόψεις που αποτελούν θεμελιακά στοιχεία του πυρήνα αντιλήψεων και «αξιών» όλων των κυρίαρχων τάξεων και στο σύνολο σχεδόν των μελών που τις απαρτίζουν. Με βάση αυτές λειτουργούν και με τα κριτήρια που αυτές διαμορφώνουν αντιμετωπίζουν τον κόσμο.
Και για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, για τις κυρίαρχες τάξεις ο κόσμος είναι χωρισμένος από τη μια στους «άξιους», τους «φωτισμένους» και «ικανούς» και από την άλλη στην «καθυστερημένη» μάζα. Σ’ αυτούς που είναι «προορισμένοι» να κυβερνούν και να οδηγούν την κοινωνία (και «φυσικά» να ανταμείβονται αναλόγως) και σ’ εκείνους που ο προορισμός τους είναι να δουλεύουν για λογαριασμό, υπό τις οδηγίες και την κυριαρχία των «εκλεκτών» και το μόνο που τους χρειάζεται είναι τα μέσα στοιχειώδους επιβίωσης και αναπαραγωγής τους.
Στη βάση μιας τέτοιας αντίληψης οι ιδέες της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης που κάποτε πρόβαλε και η αστική τάξη ή των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των λαών για αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία είναι έννοιες παρωχημένες και αναχρονιστικές. Ακόμη περισσότερο αποτελούν πλέον εμπόδια στην ανάπτυξη της οικονομίας και στην εν γένει πρόοδο της κοινωνίας, δηλαδή της κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης.
Και αν για λόγους εξωραϊσμού αλλά και αντιμετώπισης της απειλής που συνιστούσε η άνοδος του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος διατηρούνταν ως επίφαση, σήμερα δεν χρειάζονται και τόσο τέτοιου είδους περισπασμοί. Σήμερα οι εκπρόσωποι του συστήματος μπορούν όλο και πιο «θαρρετά» να προβάλουν τις πραγματικές του «αξίες», να υπερασπίζονται ανοιχτά την «κανονικότητα» που επαναφέρουν, την «φυσική τάξη» που επανοικοδομούν.
«Επιστροφή στην κανονικότητα», λοιπόν, η ένταση της εκμετάλλευσης, η ανεργία, η φτώχεια, η εξαθλίωση. «Περιττή πολυτέλεια» τα δικαιώματα περίθαλψης, ασφάλισης, συνταξιοδότησης. «Αποκατάσταση της φυσικής τάξης πραγμάτων» το κομμάτιασμα χωρών, το ξερίζωμα των ανθρώπων, το μακέλεμα ολάκερων λαών.

Θεωρήματα συγκάλυψης

Με βάση αυτή την λογική κινούνται, αυτήν οικοδομούν και στηρίζουν με πλήθος θεωρημάτων και ιδεολογημάτων. Οι μηχανισμοί παραγωγής ψεμάτων και στρεβλώσεων είναι ανεξάντλητοι. Τα think tank του συστήματος δουλεύουν ασταμάτητα. Όταν ένα ιδεολόγημα δεν βρίσκει απήχηση ή κάνει τον κύκλο του έχουν έτοιμο ένα άλλο. Όταν ένα ψέμα ή μια στρέβλωση «δεν πιάσει» ρίχνουν στην «αγορά» άλλα δέκα.
Ας σταθούμε σε ορισμένα από αυτά.
Μεγάλος θόρυβος ξεσηκώθηκε για ένα διάστημα με την άποψη του Φουκουγιάμα για το «τέλος της Ιστορίας». Ένα ιδεολόγημα τόσο ανυπόστατο που αντιμετωπίστηκε ειρωνικά ακόμη και από ορισμένους διανοητές του συστήματος και δεν μακροημέρευσε. Η ουσία πάντως βρισκόταν σ’ αυτό που θέλησε να εκφράσει. Την αντίληψη ή ακριβέστερα τις επιθυμίες των παραγόντων του συστήματος. Την αντίληψη που «θέλει» την ιστορία να «τελειώνει» στη δική τους κυριαρχία. Να επιβεβαιώνει το αιώνιο, το ακατάλυτο, την μοναδικότητα (ή μήπως και την «ιερότητα») του καπιταλιστικού συστήματος που πέρα απ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτε άλλο, δεν υπάρχει συνέχεια, δεν υπάρχει ιστορία.
Εν χορδαίς και οργάνοις προβλήθηκε το θεώρημα της «παγκοσμιοποίησης». Ένας όρος που ήρθε να υποκαταστήσει τον όρο της Νέας Τάξης Πραγμάτων, μια και αυτός ήταν αρκετά αποκαλυπτικός των προθέσεων του συστήματος καθώς μάλιστα παρέπεμπε και στην ολόιδια χιτλερική διατύπωση.
Ένα θεώρημα που ήρθε να συγκαλύψει και να εξωραΐσει την ιμπεριαλιστική εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου που εγκαινιάστηκε την ίδια εκείνη περίοδο με τον «πόλεμο του Κόλπου» (1991). Μια κατεύθυνση που θα έφερνε -υποτίθεται- την ενότητα και συνεργασία των λαών και έφερε τις ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές επεμβάσεις.
Που θα έφερνε την ειρήνη και την ασφάλεια και έφερε το κομμάτιασμα χωρών και το αιματοκύλισμα των λαών τους.
Που θα έφερνε την ανάπτυξη και την ευημερία και έφερε την ολοκληρωτική καταστροφή χωρών και εξαθλίωση των λαών τους.
Που θα έφερνε την ελευθερία και τη δημοκρατία και έφερε την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία και τις κάθε λογής κλίκες και συμμορίες να δυναστεύουν τους λαούς αυτών των χωρών.
Μια πολιτική που μετέτρεψε αυτές τις χώρες σε έρημη γη που «διώχνει» τους ανθρώπους της δημιουργώντας ατέλειωτα καραβάνια προσφύγων.
Ταυτόχρονα ένα θεώρημα που είχε και συνεχίζει να έχει μεγάλη αποδοχή καθώς η ιμπεριαλιστική πολιτική που παραμένει ίδια, συνεχίζει να χρειάζεται τη θεωρητική, ιδεολογική της κάλυψη.
Το ότι το θεώρημα αυτό υιοθετήθηκε και από σύμπασα σχεδόν την αριστερά δεν ήταν παρά έκφραση του οπορτουνισμού που κυριαρχούσε στις γραμμές της. Των ιδεοληψιών που χαρακτήριζαν τάσεις και δυνάμεις της. Πάνω απ’ όλα της άρνησής της να δει την πραγματικότητα όπως είχε, για να μη βρεθεί στην ανάγκη να την αντιμετωπίσει.

Ιδεολογήματα και πραγματικότητα

Σωρεία επιχειρημάτων εξαπολύονται σε καθημερινή βάση από όλα τα μέσα και φορείς του συστήματος για να πείσουν ότι ο καπιταλισμός είναι το μόνο κοινωνικοοικονομικό σύστημα που διασφαλίζει την ανάπτυξη, την ευημερία, την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ασφάλεια, την ειρήνη.
Όσον αφορά το πρώτο, αυτό που αποκρύβεται είναι ότι η όποια καπιταλιστική ανάπτυξη βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και της υπεραξίας που αυτή παράγει.
Στην καταλήστευση των λαών και χωρών της περιφέρειας.
Στην εκμετάλλευση της φύσης με όρους που την καταστρέφουν και υποθηκεύουν -και- το οικονομικό μέλλον των ανθρώπων.
Όσο για την ευημερία, τα πράγματα είναι τόσο οφθαλμοφανή που δεν χρειάζεται κανενός είδους επιχείρημα. Αυτό που «πετυχαίνει» η καπιταλιστική «ανάπτυξη» είναι εκείνο που ακριβώς επιδιώκει. Την όλο και μεγαλύτερη ευημερία των ολίγων και την όλο και μεγαλύτερη φτώχεια και εξαθλίωση των πολλών.
Όσον αφορά την ελευθερία και τη δημοκρατία, αυτή είναι προσχηματική ακόμα και στις «δημοκρατικές» ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Δεν υφίστανται πραγματικά για τις πλατιές εργαζόμενες λαϊκές μάζες, μια και κανείς δεν μπορεί να είναι ουσιαστικά ελεύθερος και να ασκεί ανεπηρέαστα τα δημοκρατικά του δικαιώματα, όταν λειτουργεί μέσα από πολύμορφους καθημερινούς καταναγκασμούς και με τους μηχανισμούς ελέγχου και καταπίεσης να δυναστεύουν κάθε πτυχή της ζωής του.
Όσο για το πώς προωθούνται η ελευθερία και η δημοκρατία από τους ιμπεριαλιστές στις εξαρτημένες χώρες, το μαρτυρά το ιστορικό των αναρίθμητων στρατιωτικών επεμβάσεων και το πλήθος των δικτατορικών καθεστώτων που έχουν εγκαταστήσει. Το μαρτυρά ακόμη και η πραγματικότητα που διαμορφώνει σήμερα η ιμπεριαλιστική εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου.
Το ποια πραγματική αξία έχουν οι έννοιες της ελευθερίας και της δημοκρατίας γι’ αυτούς, το μαρτυρά και με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο το γεγονός ότι το καπιταλιστικό σύστημα υπήρξε η μήτρα που γέννησε τον φασισμό. Η ίδια μήτρα που συνεχίζει και να τον αναγεννά στις μέρες μας. Ακριβώς επειδή οι έννοιες της ελευθερίας και της δημοκρατίας για το καπιταλιστικό σύστημα υφίστανται και λειτουργούν ως επίφαση και μόνο, εφόσον και για όσο διάστημα είναι διασφαλισμένη η κυριαρχία της κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης. Από τη στιγμή που αυτή η κυριαρχία αμφισβητείται, κλονίζεται ή πολύ περισσότερο απειλείται, τότε προωθούνται οι πιο ανελεύθερες, αντιδημοκρατικές μέθοδες καταπίεσης και καταστολής ή και επιστρατεύεται η μαύρη εφεδρεία του συστήματος. Ο φασισμός.
Θα ήταν απλώς αστείες οι απόψεις για την ασφάλεια και την ειρήνη που διασφαλίζει το σύστημα, αν δεν συνδέονταν με μερικές από τις τραγικότερες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν θα πούμε τίποτε άγνωστο ή πρωτότυπο αν πούμε ότι η ιστορία του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος είναι μια ιστορία αιματηρών και καταστροφικών πολέμων. Πολέμων ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας τους και για επέκταση της εδαφικής τους κυριαρχίας. Πολέμων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ανάμεσά τους οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Ιμπεριαλιστικών στρατιωτικών επεμβάσεων σε χώρες της περιφέρειας για να επιβάλουν την κυριαρχία τους. Υποκίνησης πολέμων σε διάφορες χώρες για να επιβάλλουν με το αίμα των λαών τον «ρυθμιστικό» επικυρίαρχο ρόλο τους. Επεμβάσεων και πολέμων που συνεχίζονται και στις μέρες μας με τους ίδιους πρωταγωνιστές και τους ίδιους πάντα στόχους.
Ταυτόχρονα μεγαλώνουν οι κίνδυνοι ακόμη και για μια συνολική ανάφλεξη που θα ‘χε κιόλας πραγματοποιηθεί αν δεν λειτουργούσε σαν «φρένο» (μέχρι πότε;) η ύπαρξη των όπλων συνολικής καταστροφής του πλανήτη.
Ο κατάλογος των ανάλογου χαρακτήρα και προσανατολισμού θεωρημάτων είναι ατέλειωτος για να μπορέσει να χωρέσει σ’ αυτές τις σελίδες. Έτσι θα περιοριστούμε σε ένα ζήτημα τελευταίας εσοδείας.
Ανεξάρτητα από το πόσο έπειθαν τα επιχειρήματα του συστήματος οι τελευταίες εξελίξεις έχουν αποδυναμώσει καθοριστικά την όποια πειστικότητα και εμβέλειά τους.
Η επίθεση του κεφαλαίου, οι ιμπεριαλιστικές εκστρατείες, οι όλο και πιο βάρβαρες μορφές που παίρνουν, τα όλο και μεγαλύτερα δεινά που επιφέρουν στους λαούς δεν αφήνουν και μεγάλα περιθώρια για εξωραϊσμούς και παραμυθίες. Έτσι, όλο και περισσότερο, όλο και με μεγαλύτερη συχνότητα και ιδιαίτερα μετά την χρηματιστική-οικονομική κρίση του 2008 επιστρατεύονται επιχειρήματα που συνδέουν τις αρνητικές εξελίξεις με αυτή την κρίση. Έτσι διατυπώνονται απόψεις που υποστηρίζουν πως όλα τα δεινά οφείλονται στην οικονομική κρίση. Πως τα μέτρα που παίρνονται είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση της κρίσης. Πως οι συνέπειες για τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες δεν είναι παρά οι απαραίτητες θυσίες για να ξαναβρεί η οικονομία τους ρυθμούς της και να ομαλοποιηθεί συνολικά η κατάσταση στην κοινωνία.
Απόψεις που η σχέση τους με την πραγματικότητα είναι από ελάχιστη έως ανύπαρκτη.

Προφάσεις εν αμαρτίαις

Για το ζήτημα της κρίσης θα αναφερθούμε αναλυτικά σε επόμενο κεφάλαιο. Εδώ θα αρκεστούμε σε ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις.
Η κρίση του συστήματος δεν είναι απλά και μόνο οικονομική, αλλά γενικευμένη και συνδέεται με τη συνολική διαδικασία περάσματος από μια περίοδο σε μια άλλη.
Η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη καθώς και η ιμπεριαλιστική εκστρατεία στη συνέχεια ξεκίνησαν πολύ πριν την κρίση του 2008 και ανεξάρτητα απ’ αυτήν.
Η συνολική παραγωγή, τα επίπεδα παραγωγικότητας και συνολικά ο παγκόσμιος πλούτος βρίσκεται -εν μέσω «κρίσης»- σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από τις παλιές «καλές» εποχές.
Παρόλη την «κρίση» και σύμφωνα πάντα με στοιχεία οργανισμών του συστήματος, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι κι αυτό δεν είναι ένα απλό σύμπτωμα αλλά συστατικό στοιχείο της κρίσης.
Περισσότερο ωστόσο θα θέλαμε εδώ να σταθούμε σε ένα ζήτημα άμεσων πολιτικών επιπτώσεων.
Η όλη «κρισιολογία» η οποία τροφοδοτείται, συντηρείται και αναπαράγεται όχι μόνο από τους εκφραστές του συστήματος αλλά και από το σύνολο σχεδόν της αριστεράς, λειτούργει αποπροσανατολιστικά, παραλυτικά, όσον αφορά την αντιμετώπιση της κατάστασης από τη μεριά των λαϊκών δυνάμεων. Με τις συνεχείς αναφορές στην «κρίση» και με τον τρόπο που γίνεται διαμορφώνεται ένα κλίμα στη βάση του οποίου η κρίση εμφανίζεται σαν κάτι το «αντικειμενικό» σαν μια συμφορά, μια θεομηνία που μας ήρθε από κάπου «απ’ έξω», ανεξάρτητα από τα υπαρκτά οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά δεδομένα και λειτουργίες.
Μια τέτοια αναγωγή ωστόσο διαμορφώνει το πιο ευνοϊκό έδαφος για την προώθηση απόψεων που πλασάρουν απόψεις όπως «η κρίση μας αφορά όλους». «Όλοι μαζί πρέπει να την αντιμετωπίσουμε». «Όλοι οφείλουμε να κάνουμε θυσίες για το ξεπέρασμά της» κ.λπ.
Ένα κλίμα που -έστω από την ανάποδη- τροφοδοτείται και από συνθήματα του τύπου «την κρίση να την πληρώσει το κεφάλαιο» ή «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» και άλλα παρεμφερή.

Αντικομμουνιστικός χείμαρρος

Απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα και τον σοσιαλισμό το σύστημα έχει αναλώσει (και συνεχίζει να αναλώνει) το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των προσπαθειών του σε όλα τα πεδία. Το πολιτικό, το οικονομικό, το στρατιωτικό και φυσικά και το ιδεολογικό που μας απασχολεί εδώ. Πλήθος μηχανισμών, αμέτρητοι κονδυλοφόροι και τεράστια ποσά έχουν αναλωθεί για την προώθηση της αντικομουνιστικής αντισοσιαλιστικής ιδεολογικής εκστρατείας. Ένας κατακλυσμός ψεμάτων, στρεβλώσεων και λάσπης μεγατόνων προωθείται για δεκαετίες και επί 24ωρου βάσεως για να απαξιώσει, αμαυρώσει την εικόνα του σοσιαλισμού, για να σπιλώσει, εξαφανίσει την προσφορά του κομμουνιστικού κινήματος, για να συκοφαντήσει τις ηγετικές μορφές του λαϊκού αγώνα. Μια εκστρατεία που πήρε νέα ορμή με βάση την παλινόρθωση, την ήττα και τη συνολική ανατροπή των συσχετισμών. Αυτή που έδωσε τη δυνατότητα στους εκπροσώπους του συστήματος να διακηρύξουν πως ο «σοσιαλισμός απέτυχε», πως ο «κομμουνισμός είναι νεκρός».
Χρειάζεται να σταθούμε σ’ αυτά τα ζητήματα.
Όσον αφορά το ζήτημα του σοσιαλισμού θα πρέπει να παίρνουμε σοβαρά υπ’ όψιν το ότι η προπαγάνδα του συστήματος «πατάει» πάνω σ’ ένα πραγματικό δεδομένο. Την παλινόρθωση, τις συνέπειες της ήττας, την απογοήτευση των λαϊκών μαζών. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα πολύ σοβαρό, ένα κρίσιμο ζήτημα. Ένα ζήτημα που δεν σκοπεύουμε καθόλου να προσπεράσουμε. Ούτε το θέλουμε, ούτε το δικαιούμαστε και ούτε το μπορούμε. Αντίθετα, θεωρούμε πως είναι ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα που έχει και οφείλει να αντιμετωπίσει το κίνημα.
Το ζήτημα αυτό θα το αντιμετωπίσουμε πιο συγκεκριμένα σε ιδιαίτερο κεφάλαιο στη συνέχεια. Εδώ θα περιοριστούμε σε ορισμένες επισημάνσεις.
Όπως έχει ήδη φανεί από αναφορές μας σε προηγούμενες σελίδες, δεν συμμεριζόμαστε καθόλου την άποψη που πλασάρεται από τα φερέφωνα του συστήματος. Αντίθετα, εκτιμούμε πως ο σοσιαλισμός στο μικρό -ιστορικά- διάστημα που υπήρξε σαν κοινωνικό σύστημα πέτυχε πολύ περισσότερα όχι μόνο από αυτά που περίμεναν οι εχθροί του (που δεν του δίναν παρά ελάχιστο χρόνο ζωής), αλλά και από εκείνα που ήλπιζαν οι υποστηρικτές του. (Εξ ου και το αβυσσαλέο μίσος τους απέναντι στον Στάλιν). Ταρακούνησε και πανικόβαλε το καπιταλιστικό σύστημα και άλλαξε την πορεία του κόσμου. Βεβαίως τελικά νικήθηκε. Το γιατί και πώς είναι ζήτημα προς αντιμετώπιση. Αλλά και μέσα στην ήττα του συνεχίζει να … «υπάρχει». Αυτή του την ύπαρξη την πιστοποιούν με τις ενέργειές τους οι ίδιοι οι εχθροί του.
Υπάρχει σ’ αυτά που σήμερα γκρεμίζουν, στα δικαιώματα που καταργούν, στις κατακτήσεις που πασχίζουν να ξεριζώσουν. Είναι οι μεταβολές που επέβαλε στις κοινωνικές σχέσεις η ύπαρξη του σοσιαλισμού, τα «ίχνη» των οποίων δεν μπορούν να σβήσουν ολότελα από τις συνειδήσεις των ανθρώπων και από το «σώμα» και τις «μνήμες» της κοινωνίας.
Αλλά ας το θέσουμε και διαφορετικά. Αν αποδεχόμασταν αυτή την λογική θα έπρεπε επίσης να αποδεχτούμε πως και ο καπιταλισμός «απέτυχε» πολλές φορές στην μακρόχρονη αναμέτρησή του με την φεουδαρχία πριν επιβληθεί οριστικά. «Απέτυχε» στις ιταλικές πόλεις, «απέτυχε» στις «Κάτω Χώρες», «απέτυχε» στην Αγγλία. Θα μπορούσε μάλιστα να καταλογιστεί η ίδια «αποτυχία» και στην μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789 μια και εκεί σύντομα παλινορθώθηκαν οι Βουρβόνοι. Γιατί θα ‘πρεπε ο σοσιαλισμός να θριαμβεύσει «με την πρώτη»; Πολύ περισσότερο που δεν ήρθε για να αντικαταστήσει ένα εκμεταλλευτικό σύστημα με ένα άλλο αλλά να ανατρέψει εκ βάθρων σχέσεις διαμορφωμένες και ριζωμένες επί αιώνες.
«Ο κομμουνισμός είναι νεκρός» διακηρύχθηκε εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες. Και όλως «παραδόξως» σ’ όλο αυτό το διάστημα οι απολογητές του συστήματος και οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί δεν έπαψαν στιγμή να ασχολούνται μ’ αυτόν τον «νεκρό».
Η εξήγηση είναι απλή. Οι δυνάμεις του συστήματος γνωρίζουν πολύ καλύτερα από πολλούς «αριστερούς διανοητές» ότι ο κομμουνισμός ούτε πέθανε, ούτε και γίνεται να πεθάνει. Ότι μπορεί να έχει νικηθεί σ’ αυτή τη φάση αλλά και αναγεννιέται διαρκώς μέσα στην πάντα υπαρκτή αντίθεση της εργατικής τάξης με το κεφάλαιο. Ότι ξαναζωντανεύει μέσα στη φωτιά της ταξικής πάλης. Ότι συνεχίζει να αποτελεί την μεγαλύτερη απειλή για την κυριαρχία και τα προνόμιά τους. Απέναντι λοιπόν σ’ αυτή την απειλή συνεχίζουν να επαγρυπνούν. Να ενεργοποιούν τους μηχανισμούς. Να απασχολούν χιλιάδες στελέχη τους. Να ξοδεύουν εκατομμύρια. Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως ούτε «πέθανε» ούτε βέβαια πως μπορούν να τον «θάψουν».

ΠΕΙΘΩΣ Ή ΠΕΙΘΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ

Με όλα αυτά γεννιέται ένα ερώτημα. Με όλο αυτόν τον ορυμαγδό, με όλον αυτόν τον κατακλυσμό προπαγάνδας πείθουν;
Σε σχέση μ’ αυτό το ερώτημα υπάρχει μια ισχυρή τάση που αναζητάει την ερμηνεία σειράς φαινομένων και εκφράσεων της κοινωνικής και πολιτικής ζωής στην προπαγάνδα του συστήματος και στον ρόλο (την «παντοδυναμία» όπως την εμφανίζουν) των ΜΜΕ.
Με ιδιαίτερα έντονο τρόπο εκφράζεται αυτή η τάση όταν καλείται να ερμηνεύσει τις πολιτικές επιλογές ενός κόσμου, πως κινείται (ή δεν κινείται) και πολύ περισσότερο το πώς και τι «ψηφίζει» στις εκλογές κ.λπ. Η άποψή μας είναι διαφορετική. Όχι βέβαια επειδή δεν βλέπουμε αυτά τα φαινόμενα ή παραγνωρίζουμε τον ρόλο της προπαγάνδας του συστήματος. Θεωρούμε ωστόσο ότι αυτές οι ερμηνείες προσπερνούν τις βαθύτερες αιτίες των φαινομένων και συσκοτίζουν αυτό που πραγματικά συμβαίνει και τη σημασία του.
Οι μεταβολές που συντελούνται στα βασικά πεδία επιδρούν όπως είναι φυσικό και μάλιστα σε αρνητική κατά κανόνα κατεύθυνση στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών. Στις αντιλήψεις, τις νοοτροπίες, τη στάση ζωής, τις αξίες (ή «αξίες») που την χαρακτηρίζουν. Στην ενίσχυση του ρόλου και της επιρροής της εκκλησίας και των θρησκειών γενικότερα (κι από κοντά των αστρολόγων, χαρτοριχτρών και καφετζούδων). Στα πεδία του πολιτισμού, της τέχνης ακόμη και της επιστήμης. Δύσκολα λ.χ. θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πριν μερικά χρόνια το αξιοθρήνητο φαινόμενο καθηγητών των φυσικών μάλιστα επιστημών να αναλύουν από καθέδρας «το σχέδιο του Θεού» για τη δημιουργία του κόσμου! Φαινόμενα κατάπτωσης και επιστροφής στη βαρβαρότητα άλλων εποχών όλο και συχνότερα εμφανίζονται σε μια σειρά πεδία. Το ότι όλα αυτά εκφράζονται και σε πολιτικές συμπεριφορές μόνο έκπληξη δεν προκαλεί.
Το ζήτημα βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται τόσο στην ερμηνεία, όσο και στην αξιολόγηση αυτών των φαινομένων. Βρίσκεται κατ’ αρχάς στον προσδιορισμό των όρων και των αιτιών στη βάση των οποίων αναπτύχθηκαν. Όλα αυτά τα φαινόμενα εξελίχθηκαν πάνω σε ένα ορισμένο κοινωνικό και πολιτικό έδαφος. Στο έδαφος που διαμόρφωσαν οι μεταβολές σε βασικές παραμέτρους της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής.
Η υποχώρηση της εργατικής τάξης από το προσκήνιο συνδυάστηκε με την άνοδο των μικρομεσαίων στρωμάτων. (Βασικά στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, στις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Αντίστοιχα υπήρξε η αποδυνάμωση της επιρροής των εργατικών αντιλήψεων στο κοινωνικό γίγνεσθαι και η ενίσχυση των μικροαστικών ψευδαισθήσεων και αυταπατών.
Η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, ο εκφυλισμός των κομμουνιστικών κόμματων άφησε ανοιχτό τον δρόμο για την επικράτηση κάθε είδους ρεφορμιστικών οπορτουνιστικών αντιλήψεων. Τις τάσεις αναζήτησης διαύλων επικοινωνίας με το σύστημα ανάδειξης (αναρρίχησης) στα πλαίσιά του, λογικές ατομικών λύσεων, απόρριψης των συλλογικών μορφών κ.λπ.
Η παλινόρθωση και η φθορά του σοσιαλιστικού οράματος έδωσε χώρο στις «αξίες» του καπιταλιστικού συστήματος, ανέδειξε τα καπιταλιστικά πρότυπα ζωής, τις τάσεις προσαρμογής στην «μοναδικότητα» του συστήματος.
Η συνολική ανατροπή των συσχετισμών σε αντιδραστική κατεύθυνση οδηγεί στα όρια της ασυδοσίας τη χρήση των μηχανισμών και μεθόδων βίαιης επιβολής των όρων και υπαγορεύσεων του συστήματος.
Μέσα στο πλαίσιο που διαμορφώνουν αυτές οι ανατροπές λειτουργεί ο κόσμος, μέσα από αυτούς τους όρους διαμορφώνονται και οι πολιτικές του επιλογές.

Οι μορφές βίας

Μέσα στο ίδιο πλαίσιο λειτουργεί, πάνω σ’ αυτό το έδαφος πατάει και η προπαγάνδα του συστήματος και ο -οπωσδήποτε σημαντικός- ρόλος των ΜΜΕ. Μόνο που η υπερδιόγκωση της επίδρασης και του ρόλου τους αποκρύβει τη σημασία των όσων γενικότερα έχουν συντελεστεί και πάνω απ’ όλα αφήνει στο απυρόβλητο τον παράγοντα της βίας.
Θα θέλαμε να σταθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτό το ζήτημα και τις επιδράσεις του.
Στον παράγοντα της πολύπλευρης και πολύμορφης βίας που ασκείται καθημερινά σε όλες τις σχέσεις και εκδηλώσεις της ζωής του κόσμου.
Της βίας που χρησιμοποιείται με τον πιο ωμό και αδίστακτο τρόπο απέναντι σε οποιαδήποτε κίνηση έξω από τις προδιαγραφές και επιταγές του συστήματος.
Της απειλής τής ακόμα βιαιότερης αντιμετώπισης που συνιστά η ύπαρξη και η συνεχής ενίσχυση των μηχανισμών πειθάρχησης, καταπίεσης και καταστολής.
Της αιματηρούς βίας που ασκείται συνεχώς ενάντια σε λαούς αυτού του πλανήτη από τους ιμπεριαλιστές και της απειλής επέκτασής της και σε άλλους.
Και βεβαίως τις πάντα υπαρκτές και ζώσες «μνήμες» βίας που κουβαλάν οι περισσότεροι λαοί. Επειδή αν εξετάσουμε την ιστορία θα δούμε ότι στην αφετηρία διαμόρφωσης όλων των καθεστώτων εξάρτησης υπάρχει μια στρατιωτική, αποικιοκρατική, ιμπεριαλιστική επέμβαση ή και κατάκτηση (στη χώρα μας το γνωρίζουμε πολύ καλά αυτό).
Ταυτόχρονα θα πρέπει να παίρνεται πολύ σοβαρά υπ’ όψιν η βία που εκπηγάζει από τις συνθήκες που διαμορφώνει -πάντα αλλά και ιδιαίτερα στους καιρούς μας- η κυριαρχία του συστήματος. Τους καθημερινούς καταναγκασμούς. Τις ανάγκες επιβίωσης μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες. Τις προσαρμογές στις οποίες είναι αναγκασμένος να καταφύγει για να διασφαλίσει το ψωμί της οικογένειάς του. Το γάλα των παιδιών του. Μέσα από αυτούς τους καθημερινούς καταναγκασμούς (οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς) διαμορφώνει τη στάση και τις συμπεριφορές του. Μέσα από αυτούς οδηγείται και σε πολιτικές επιλογές που ελάχιστα έως καθόλου τον εκφράζουν. Όχι επειδή «πείθεται» αλλά επειδή πειθαναγκάζεται.
Πάνω απ’ όλα θα πρέπει να παίρνεται υπ’ όψιν ότι ο κόσμος τα αντιμετωπίζει όλα αυτά σε συνθήκες ήττας. Αφοπλισμένος ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά. Χωρίς «σημεία στήριξης». Χωρίς ένα κίνημα που να δείχνει ικανό να ανοίξει δρόμους, να εμπνέει και να πείθει για τις δυνατότητες διεξόδου.
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα, εδώ και η απάντηση.

Το «όριο» της πραγματικότητας

Η προπαγάνδα του συστήματος, ο ρόλος των ΜΜΕ ή και οι καταναγκασμοί και η ανοιχτή βία, η δυνατότητα επίδρασης όλων αυτών στις συνειδήσεις των ανθρώπων έχουν ένα όριο. Το όριο της …πραγματικότητας. Αυτής που βιώνει στο πετσί του ο κόσμος.
Την πραγματικότητα της εκμετάλλευσης, της ανεργίας, των στερήσεων, της εξαθλίωσης, της καταπίεσης.
Των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, των μαζικών δολοφονιών, της ερήμωσης χωρών, του εξανδραποδισμού ολάκερων λαών.
Αυτήν μπορεί ίσως να την επικαλύπτει, να την πλασάρει διαφορετικά, αλλά δεν μπορεί να την αλλάζει καμιά προπαγάνδα του συστήματος. Και είναι αυτή η πραγματικότητα που διαμορφώνει και συγκροτεί τον «εσώτερο» πυρήνα των πραγματικών διαθέσεων των εργαζόμενων λαϊκών μαζών.
Το ότι λοιπόν η εργατική τάξη βιώνει τις συνέπειες της ήττας της καθόλου δεν σημαίνει ότι αποδέχεται σαν «δίκαιη» την εκμετάλλευσή της από το κεφάλαιο.
Το ότι οι λαοί του κόσμου υποχωρούν απέναντι στην ιμπεριαλιστική βία δεν σημαίνει ότι αποδέχονται σαν «φυσική κατάσταση» την καταλήστευση και το μακέλεμά τους.
Το ότι ένας κόσμος μέσα στην απογοήτευση και τα αδιέξοδά που αντιμετωπίζει καταφεύγει σε προσαρμογές επιβίωσης δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζει την «κανονικότητα» αυτής της κατάστασης.
Το ότι οι κολασμένοι της γης μπορεί να υποτάσσονται πρόσκαιρα και ως ένα βαθμό δεν σημαίνει κιόλας ότι ξαφνικά «αγάπησαν» τους δυνάστες τους.
Το ζήτημα συνεπώς που έχουμε να αντιμετωπίσουμε βρίσκεται στην ανάπτυξη ενός κινήματος ικανού να δώσει έκφραση στις πραγματικές διαθέσεις των εργαζόμενων λαϊκών μαζών, να σηματοδοτεί τη δυνατότητα διεξόδου. Αυτό που οφείλεται να είναι κατανοητό είναι πως το προτσές ξεπεράσματος των αρνητικών επιδράσεων της ήττας και των καταναγκασμών που επιβάλει το σύστημα βρίσκεται σε διαλεκτική συνάρτηση με την πορεία ανάπτυξης ενός τέτοιου κινήματος.
Αυτό είναι κάτι που καλύτερα απ’ όλους το γνωρίζει το σύστημα μέσα από την μακραίωνη πείρα του. Γι’ αυτό και κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη.
Γι’ αυτό και φροντίζει να «αποκοιμίζει» τις πραγματικές διαθέσεις των λαϊκών μαζών. Να τις επικαλύπτει με την προπαγάνδα του. Να τις αδρανοποιεί με τους καταναγκασμούς του. Να αποτρέπει τη σύζευξή τους με κινηματικές διαδικασίες. Να παρεμποδίζει με κάθε μέσο την ανάπτυξη κινήματος ή να επιχειρεί τον αποπροσανατολισμό του. Το καναλιζάρισμά του σε ακίνδυνα για το σύστημα μονοπάτια. Ταυτόχρονα και επειδή επίσης γνωρίζει ότι όλα αυτά δεν επαρκούν για να το διασφαλίζουν εις το διηνεκές, φροντίζει να έχει πάντα σε ετοιμότητα χρήσης και άλλα «όπλα». Τα πραγματικά όπλα. Τις ένοπλες εφεδρείες του. Ας περάσουμε λοιπόν σ’ αυτό.

Μηχανισμοί καταστολής και επεμβάσεων

Η κατάσταση που διαμορφώνει στον κόσμο η πολιτική του συστήματος, τα προβλήματα που δημιουργεί προκαλεί όπως είναι φυσικό τις αντιδράσεις των λαϊκών μαζών που πολλές φορές παίρνουν και οξύτατες μορφές. Ταυτόχρονα δημιουργούν προβλήματα στις σχέσεις των ιμπεριαλιστών και με τις αστικές δυνάμεις των εξαρτημένων χωρών ανεξάρτητα από τα επίπεδα αντίδρασης των τελευταίων.
Ακόμη, και σε μια άλλη διάσταση του πράγματος θα πρέπει να συνυπολογίζονται και οι περιπλοκές που δημιουργούνται από τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Αυτό είναι κάτι που οι παράγοντες του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος το γνωρίζουν πολύ καλά. Γι’ αυτό και μεριμνούν τόσο για την πολιτική όσο και τη στρατιωτική κατοχύρωση της κυριαρχίας τους. Όσον αφορά το εσωτερικό των χωρών τους βασικό, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο έλεγχος των πολιτικών εξελίξεων και διαμορφώσεων καθώς και η «διαχείριση» των κάθε είδους ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών πολιτικών μορφοποιήσεων.
Όσο για την μαύρη πολιτική εφεδρεία του φασισμού, η όποια «αξιοποίησή» της θα συναρτηθεί με εξελίξεις και ανάγκες του συστήματος.
Επειδή όμως αυτά δεν επαρκούν, έχουν σε άμεση χρήση τη «δικαιοσύνη», τις δυνάμεις καταστολής και συνολικά τον κρατικό μηχανισμό. Ακόμη και αν «χρειαστεί», τις τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις, τμήματα των οποίων ήδη «εκπαιδεύονται» στην καταστολή «οχλοκρατικών» δηλαδή λαϊκών κινητοποιήσεων.
Ανάλογα μέτρα παίρνονται και για τον έλεγχο των εξαρτημένων και γενικά των χωρών της περιφέρειας. Με την προώθηση, ανάδειξη πολιτικού προσωπικού ελεγχόμενου με διαφόρων ειδών «νήματα» από τους ιμπεριαλιστές.
Με την ένταξή τους σε διάφορους οργανισμούς, σύμφωνα και συμμαχίες, οικονομικές, πολιτικές, στρατιωτικές, που δεσμεύουν αυτές τις χώρες και «νομιμοποιούν» το «δικαίωμα» ιμπεριαλιστικής επέμβασης.
Με τη δημιουργία διαφόρων ειδών «ιδρυμάτων», ΜΚΟ κ.λπ. που μπορούν να χρησιμοποιούνται σαν μοχλοί πίεσης ή και πρόκλησης «αποσταθεροποιητικών» κινήσεων.
Με τη δημιουργία ερεισμάτων στον κρατικό μηχανισμό αυτών των χωρών, στις μυστικές υπηρεσίες, στην αστυνομία, στον στρατό με τις οποίες ελέγχουν ή ακόμη και προχωρούν σε πραξικοπηματική ανατροπή τυχόν «δύστροπων» κυβερνήσεων.
Και επειδή μπορεί ακόμη και όλα αυτά να μην επαρκούν πάντα, έχουν συνεχώς διαθέσιμα και άλλα «όπλα». Τα πραγματικά όπλα.
Με τη δημιουργία στρατιωτικών βάσεων πολλαπλών χρήσεων.
Σαν σταθμούς στρατιωτικού ελέγχου των χωρών στις οποίες εγκαθίστανται.
Σαν βάσεις εξόρμησης για επεμβάσεις σε γειτονικές χώρες όταν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα το υπαγορεύουν.
Και βεβαίως σαν στρατιωτικά ερείσματα στα πλαίσια του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.
Με την υποκίνηση εσωτερικής αναταραχής σε διάφορες χώρες ή και διακρατικών διενέξεων και πολέμων που δίνουν τη δυνατότητα «ρυθμιστικών» ιμπεριαλιστικών παρεμβάσεων. Καθοριστικό ρόλο στην περίπτωση των τοπικών πολέμων παίζει η δυνατότητα των ιμπεριαλιστών να τους «συντηρούν» ή να «ρυθμίζουν» την εξέλιξή τους με βάση την ποσότητα και ποιότητα του στρατιωτικού εξοπλισμού που παρέχουν σε κάθε χώρα.
Και βεβαίως με τις ανοιχτές στρατιωτικές επεμβάσεις, όπου τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα υπαγορεύουν. Σημαντική εξέλιξη στο κεφάλαιο αυτό τα τελευταία χρόνια αποτέλεσε η συγκρότηση δυνάμεων «ταχείας αντίδρασης». Μια εξέλιξη που συνδέεται τόσο με την εκστρατεία επανακατάκτησης του κόσμου όσο και με την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών.
Με βάση αυτά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν και δυνάμεις του τακτικού στρατού στις επεμβάσεις τους (Οι Αμερικάνοι σε Βιετνάμ, Ιράκ, Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν κ.α., οι Άγγλοι στις Μαλβίδες, οι Ρώσοι στη Γεωργία κ.λπ.).
Το ζήτημα βρίσκεται στο ότι οι εξελίξεις σε διάφορες περιοχές απαιτούν την γρήγορη παρέμβαση πριν διαμορφωθούν «επί του πεδίου» αρνητικοί συσχετισμοί για την «ενδιαφερόμενη» ιμπεριαλιστική δύναμη. Αυτή η αναγκαιότητα οδήγησε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με πρώτες τις ΗΠΑ, να δημιουργήσουν στρατιωτικά σώματα πλήρους δομής, ικανά να παρέμβουν άμεσα όπου τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα υπαγορεύουν. Την κατεύθυνση αυτή ακολουθούν πλέον και οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δημιουργώντας τα δικά τους σώματα «ταχείας αντίδρασης». Όσο για τις τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις, μπορούν να «ακολουθήσουν» εάν και εφόσον χρειαστεί.
Χαρακτηριστικό της περιόδου που διανύουμε η συνεχής έως και τερατώδης αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών των ιμπεριαλιστικών χωρών. Μια εξέλιξη που συνδέεται τόσο με τα ζητήματα που θίχτηκαν σ’ αυτό το σημείο όσο και με την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Αλλά αυτό είναι ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο.

Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Μεταβολές και αναδιατάξεις

Καθοριστικού χαρακτήρα οι μεταβολές που συντελούνται στο πεδίο των διεθνών σχέσεων τόσο γενικά όσο και ιδιαίτερα ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Οι ανατροπές του 1989-1991, η ολοκλήρωση της παλινόρθωσης οριστικοποίησαν τη νίκη του κεφαλαίου πάνω στην εργατική τάξη. Του ιμπεριαλισμού απέναντι στους λαούς. Σηματοδότησαν τη νίκη της «Δύσης» απέναντι στην «Ανατολή». Ταυτόχρονα σήμαιναν την επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στον κόσμο. Την ενοποίηση της παγκόσμιας αγοράς.
Το πλαίσιο και οι συσχετισμοί που διαμορφώνονταν ήσαν οι πιο ευνοϊκοί για το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Ειδικότερα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Δύσης.
Με βάση όλα αυτά οι δυτικές δυνάμεις θεώρησαν ότι έχουν τον κόσμο στα πόδια τους. Ότι μπορούσαν να τον διαμορφώσουν και να τον διαμοιράσουν με βάση τους σχεδιασμούς τους. Με βάση αυτά η κλιμάκωση της επίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη. Η εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου. Η προώθηση-επιβολή των «τεσσάρων ελευθεριών». Η ανάπτυξη του προτσές της «συσσώρευσης». Η προώθηση της καπιταλιστικοποίησης στις πιο άγριες μορφές της.
Ταυτόχρονα προχώρησαν στην προσάρτηση των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Είτε μέσα από τις λεγόμενες «βελούδινες επαναστάσεις», είτε με πραξικοπήματα (με συνδρομή και του Γκορμπατσόφ) όπως σε Ρουμανία, είτε με ανοιχτή και αιματηρή στρατιωτική επέμβαση, όπως στη Γιουγκοσλαβία.
Η διεύρυνση της ΕΕ, η επέκταση του ΝΑΤΟ επικύρωσε και «νομιμοποίησε» την «κατάκτηση» -ουσιαστικά- αυτής της ευρύτερης περιοχής.
Και με την «φόρα» που είχαν πάρει διείσδυσαν στην περιοχή του Καυκάσου και προχώρησαν σε κινήσεις αποσταθεροποίησης της ίδιας της Ρωσίας αξιοποιώντας τις αντιφάσεις και τα προβλήματα του νέου καθεστώτος που τα πολλαπλασίαζε η πολιτική του ανεκδιήγητου Γιέλτσιν.
Στην πραγματικότητα στη φάση εκείνη ακόμη και την Ρωσία αλλά και την Κίνα (που κι εκείνη αντιμετώπιζε προβλήματα μετάβασης) τις έβλεπαν σαν περιοχές επέκτασης της επιρροής τους και ανάπτυξης της εκμεταλλευτικής τους δραστηριότητας.
Μόνο που τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς όπως τα υπολόγιζαν.
Πρώτα και κύρια σε σχέση με Ρωσία-Κίνα. Με το «βάθος ισχύος» που οι χώρες αυτές διέθεταν. Μια ισχύς που δεν συνδεόταν μόνο με το μέγεθός τους. Αν αρκούσε αυτό τότε και χώρες ανάλογου μεγέθους, όπως Ινδία, Βραζιλία, Ινδονησία, θα μπορούσαν να κινηθούν στα ίδια επίπεδα. Συνδεόταν κύρια με το ότι το σοσιαλιστικό σύστημα είχε αναπτύξει σε σημαντικό βαθμό τις παραγωγικές τους δυνάμεις. Μια ανάπτυξη, που όσο κι αν φρεναρίστηκε και στρεβλώθηκε από τη ρεβιζιονιστική στροφή, δεν έπαψε να αποτελεί μια αξιόλογη βάση. Μια βάση που πάνω σ’ αυτήν πάτησε η όποια καπιταλιστική τους ανάπτυξη στη συνέχεια.
Το ότι δεν ήταν πλέον σοσιαλιστικές δεν σημαίνει καθόλου ότι έπαψαν να είναι και δυνάμεις με ισχύ, με δυνατότητες και με διαθέσεις διεκδίκησης του ρόλου τους στις παγκόσμιες εξελίξεις.
Δεν ήταν χωρίς προβλήματα και το προτσές της προωθούμενης καπιταλιστικοποίησης στον κόσμο. Αναμφίβολα η προώθηση των καπιταλιστικών σχέσεων διαμορφώνει ένα πεδίο που προσφέρει δυνατότητες πιο εντατικής, αποδοτικής και κερδοφόρας εκμετάλλευσης.
Υπό τον όρο πάντα του ελέγχου του πεδίου που εξελίσσεται. Εκείνο που δεν μπορεί να παραγνωρίζεται είναι ότι αποτελεί μια εξέλιξη οικονομικοκοινωνικού χαρακτήρα, με ιστορικές διαστάσεις που αναπόφευκτα εμφανίζει τα δικά της προβλήματα και αντιφάσεις. Ταυτόχρονα μια διαδικασία που «γεννάει» τις δικές της δυνάμεις κίνησης. Και ναι μεν σε χώρες όπου η κυριαρχία των ιμπεριαλιστών είναι καταθλιπτική αυτή μπορεί να προωθείται κατά τους σχεδιασμούς και με τις υπαγορεύσεις των ιμπεριαλιστών. Σε χώρες ωστόσο ενός ορισμένου μεγέθους (όπως λ.χ. Ινδία και Βραζιλία), αυτή η διαδικασία -ανεξάρτητα από τα κόστη που συνεπάγεται για τους λαούς- αναδείχνει ταυτόχρονα και αστικές δυνάμεις με τις δικές τους φιλοδοξίες.
Αυτή η κατεύθυνση εμφάνισε -όπως ήδη αναφερθήκαμε- τις πιο κραυγαλέες των αντιφάσεών της στην περίπτωση του σχεδίου της «δημοκρατικής αναμόρφωσης» της Μ. Ανατολής (και όχι μόνο). Εκεί οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ-Δύσης, οι φορείς δηλαδή προώθησης των καπιταλιστικών σχέσεων, βρέθηκαν σε μια «περίεργη» θέση. Με βάση τις γεωστρατηγικές επιδιώξεις τους και τις συνθήκες της περιοχής βρέθηκαν στη θέση να στηρίζουν και να στηρίζονται σε αρκετές περιπτώσεις, σε φεουδαρχικές δυνάμεις και ενάντια σε αστικές-καπιταλιστικές.
Ανάλογου χαρακτήρα ζητήματα και αντιφάσεις εμφανίζονται και σε σχέση με την ενοποίηση της παγκόσμιας αγοράς ή αν θέλετε τη διαδικασία της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης». Το θεώρημα αυτό, εκείνο που βέβαια ήθελε ήταν να συγκαλύψει-εξωραΐσει την κατεύθυνση επιβολής της Νέας Τάξης Πραγμάτων από τις ΗΠΑ-Δύση. Μόνο που με βάση τα πραγματικά δεδομένα και συσχετισμούς αυτό έχει και τις παρενέργειές του.
Η παγκόσμια αγορά δεν είναι ένα χωράφι που κάποιες μόνο δυνάμεις μπορούν να το οργώνουν, να το σπέρνουν και να το θερίζουν. Είναι ένα «σύμπαν» που στα πλαίσιά του λειτουργούν και άλλες δυνάμεις διεκδικώντας τον ρόλο και το μερτικό τους. Εκείνες τις «τέσσερις ελευθερίες» λ.χ. που επέβαλε η Δύση ήταν που αξιοποίησε η Κίνα για το μπάσιμό της στην παγκόσμια αγορά. Βεβαίως τόσο η Κίνα όσο και άλλες χώρες κινούνται κυρίως με βάση προϊόντα χαμηλής προστιθέμενης αξίας ενώ στα προϊόντα αιχμής εξακολουθούν να δεσπόζουν οι δυτικές δυνάμεις. Αλλά μέχρι πότε; Ήδη η Κίνα προσανατολίζεται και αναπτύσσει δυνατότητες και σ’ αυτά τα πεδία. Και μέχρι πότε θα μπορούν να αποκλείουν τη Ρωσία που εξαρχής είχε τέτοιες δυνατότητες από την παγκόσμια αγορά; Μια Ρωσία που ήδη εξάγει όχι μόνο ενέργεια αλλά και άλλα προϊόντα έως και …τεχνογνωσία σε ορισμένους τομείς στην προηγμένη Δύση.
Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να ειπωθεί και σε σχέση με την κίνηση κεφαλαίων, το χρηματιστικό, νομισματικό πεδίο κ.λπ. Αναμφίβολα οι ΗΠΑ-Δύση διατηρούν και εδώ τον δεσπόζοντα ρόλο τους. Μόνο που και εδώ οι όροι έχουν αρχίσει να διαφοροποιούνται. Η δημιουργία των BRICS αποτελεί μια πρώτη σημαντική κίνηση αμφισβήτησης αυτού του ρόλου και διεκδίκησης αναπροσαρμογών.
Και βεβαίως στο κρισιμότερο όλων το ζήτημα των κατανομών γεωστρατηγικού χαρακτήρα αλλά σ’ αυτό θα αναφερθούμε ειδικότερα.
Όλα αυτά σημαίνουν ορισμένα πράγματα. Σημαίνουν ότι η διάταξη δυνάμεων στον κόσμο δεν είναι αυτή που υπολογιζόταν από ΗΠΑ-Δύση.
Ότι απέναντί τους βρίσκονται ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα) που διεκδικούν τη δική τους θέση και ρόλο.
Ότι η προώθηση των επιδιώξεών τους αντιμετωπίζει πολύ πιο σύνθετα ζητήματα και απαιτούν περισσότερα πράγματα απ’ όσα περιλάβαιναν οι αρχικοί σχεδιασμοί τους.
Ότι η «συνάντηση» με αυτά τα πραγματικά δεδομένα και τα προβλήματα που θέτουν ενεργοποιούν τις αντιθέσεις ακόμα και ανάμεσα στις δυνάμεις του δυτικού μπλοκ.
Γενικότερα σημαίνουν ότι ο κόσμος έχει μπει σε μια περίοδο μεγάλων μεταβολών που βασικό συστατικό τους αποτελεί η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων.
Ότι αυτές οι μεταβολές και αυτή η αναδιάταξη θα εξελίσσεται μέσα από έναν εντεινόμενο ανταγωνισμό ανάμεσα στο σύνολο πλέον των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ας τα δούμε όλα αυτά πιο συγκεκριμένα.

Η πολιτική της κυριαρχίας (ΗΠΑ) και τα αδιέξοδά της

Η ανάδειξη των ΗΠΑ σε μοναδική υπερδύναμη ανέδειξε το «δίλημμα» τού αν έπρεπε να «περιοριστούν» στη διεκδίκηση-κατοχύρωση μιας μορφής ηγεμονικού ρόλου στον κόσμο ή να προχωρήσουν στη διεκδίκηση της παγκόσμιας κυριαρχίας.
Στη δεκαετία του 1990 (προεδρία Κλίντον) κινήθηκαν με έναν τρόπο που δεν έδινε ολοκληρωμένη απάντηση σ’ αυτό. Στο ίδιο ωστόσο διάστημα ισχυροποιούνταν στις ΗΠΑ οι τάσεις που υποστήριζαν πως οι εξελίξεις δίνουν στις ΗΠΑ την «ιστορική ευκαιρία» για την πραγματοποίηση του στόχου (που από το 1945 τέθηκε επί τάπητος) της παγκόσμιας κυριαρχίας. Η άνοδος των εκφραστών αυτών των τάσεων με την ανάδειξη (πραξικοπηματικά όπως υποστηρίχτηκε) στην ηγεσία των ΗΠΑ της ομάδας Τσένι-Μπους άνοιξε το δρόμο για την προώθηση αυτής της κατεύθυνσης.
Ταυτόχρονα το κλίμα που διαμόρφωσε η επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης (11-09-2001) έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ να προωθήσουν αποφασιστικά αυτή την κατεύθυνση. Με την εκστρατεία στο Αφγανιστάν και στη συνέχεια την (δεύτερη) επίθεση στο Ιράκ (2001-2003).
Οι κινήσεις αυτές ωστόσο, πέρα από τις αντιδράσεις των λαών σε όλο τον κόσμο, οδήγησαν και σε όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Στις ενέργειες των ΗΠΑ αντιτάχθηκαν όχι μόνο οι Ρωσία και Κίνα (αναμενόμενο) αλλά και οι σύμμαχες των ΗΠΑ ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και κατά πρώτο λόγο Γαλλία και Γερμανία. Με αυτόν τον τρόπο οι ΗΠΑ βρέθηκαν απέναντι στο επικίνδυνο ενδεχόμενο μιας αντισυσπείρωσης ευρύτατων διαστάσεων.
Ταυτόχρονα ανέδειξαν το αδιέξοδο της στρατηγικής των ΗΠΑ. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η Αντίσταση του ιρακινού λαού (με ανάλογη εξέλιξη στη συνέχεια και στο Αφγανιστάν) που διαμόρφωσαν όρους τελμάτωσης των αμερικανικών επιδιώξεων σ’ αυτές τις χώρες.
Πάνω απ’ όλα κατέδειξαν την αναντιστοιχία στόχου και μέσων που διέθεταν από μόνες τους οι ΗΠΑ για την υλοποίηση μιας επιδίωξης τέτοιων διαστάσεων.
Συνακόλουθα και σε συνάρτηση με αυτό ανέδειξαν και το κρίσιμο ζήτημα των συμμαχιών στρατηγικού χαρακτήρα. Ένα ζήτημα που δεν μπορούσε να υποκαταστήσει η συνδρομή της Αγγλίας στα πλαίσια του αγγλοσαξονικού μπλοκ. Πιο συγκεκριμένα κατέδειξαν ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να παρακάμπτουν και να αγνοούν τους βασικούς στρατηγικούς τους εταίρους, τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, χωρίς να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ή και κινδύνους.
Αυτό που γενικότερα κατέδειξαν οι εξελίξεις ήταν ότι οι πραγματικοί συσχετισμοί στον κόσμο ήταν διαφορετικοί από αυτούς που υπολόγιζε η ηγεσία των ΗΠΑ και οπωσδήποτε πολύ πιο διαφορετικοί από αυτούς της δεκαετίας του 1990. Με τη Ρωσία ήδη να ανασυγκροτεί τις δυνάμεις της υπό τον Πούτιν και με μια Κίνα που εμφανιζόταν με όλο και μεγαλύτερες αξιώσεις στο διεθνές προσκήνιο.
Το καθοριστικότερο ίσως στοιχείο ήταν ότι έφεραν σε πρώτο πλάνο ένα προτσές που ήδη συντελούνταν «αφανώς» και με αφετηρία τις ανατροπές του 1989-1991. Τη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων στον κόσμο. Μια εξέλιξη που όξυνε ολοένα και περισσότερο τις πάντα υπαρκτές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς ανάμεσα σε όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Με βάση αυτά τα δεδομένα οι ΗΠΑ οδηγήθηκαν στον αναπροσανατολισμό της πολιτικής τους. Μια εξέλιξη που σηματοδοτήθηκε από τον παραμερισμό της ομάδας Τσένι-Μπους και την ανάδειξη του Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της αναπροσαρμογής υπήρξε η κατεύθυνση αναθέρμανσης των σχέσεων των ΗΠΑ με τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές (που είχαν διαταραχθεί στο διάστημα της προεδρίας Μπους) και στο κλείσιμο των όποιων ρηγμάτων που είχαν δημιουργηθεί στην ευρωατλαντική συμμαχία. Στην ίδια λογική αναπροσάρμοσαν την πολιτική Μπους «αναδιαμόρφωσης» της Μ. Ανατολής με κύριο όργανο τη στρατιωτική ισχύ. Στη θέση της και χωρίς να εγκαταλείπουν την «αξιοποίηση» του στρατιωτικού βραχίονα προχώρησαν σε μια κατεύθυνση αναζήτησης ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών ερεισμάτων στην περιοχή.
Η πολιτική Ομπάμα αποκατέστησε σε σημαντικό βαθμό τις σχέσεις με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Δεν εξάλειψε ωστόσο και δεν θα μπορούσε να εξαλείψει ολότελα τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς σε διάφορα πεδία. Αντίστοιχα τα ανοίγματα στην Μ. Ανατολή παρά το αρχικά ευνοϊκό κλίμα που φάνηκε να διαμορφώνουν δεν κατόρθωσαν και δεν θα μπορούσαν να ξεδιαλύνουν το περίπλοκο κουβάρι των αντιθέσεων της περιοχής. Μια περιοχή όπου διασταυρώνονται σε διάφορους και εναλλασσόμενους συνδυασμούς οι επιδιώξεις και αντιθέσεις πλήθους δυνάμεων, τοπικών και ιμπεριαλιστικών.
Οπωσδήποτε αυτή η αναπροσαρμογή διαφοροποίησε για ένα διάστημα και ως ένα βαθμό τις μορφές, την ένταση και τους ρυθμούς των εξελίξεων. Σηματοδότησε μια φάση όπου βασικό της στοιχείο υπήρξαν κινήσεις διεύρυνσης δεδομένων, δυνατοτήτων και διαμόρφωσης όρων από την μεριά της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης. Δεν αναίρεσαν ωστόσο τα πραγματικά δεδομένα, τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς, τις τάσεις που χαρακτήριζαν την όλη κατάσταση και που προοδευτικά δίναν όλο και περισσότερο τον δικό τους τόνο στις εξελίξεις.

Αναδιάταξη δυνάμεων – παρόξυνση των αντιθέσεων

Η εκδήλωση της χρηματιστικής-οικονομικής κρίσης του 2008 επιτάχυνε όλα τα προτσές πολύ περισσότερο καθώς δεν αποτελούσε παρά την οικονομική έκφραση της γενικευμένης κρίσης του συστήματος. Μιας κρίσης που αποτελεί γέννημα, έκφραση και συνέπεια του περάσματος του κόσμου σε μια νέα περίοδο και των μεταβολών που συντελούνται σε όλα τα πεδία. Μια κρίση που στις συγκεκριμένες συνθήκες εμφανίζεται μέσα από την μορφή της σύμπλεξη της οικονομικής κρίσης με τη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων. Μια εξέλιξη που παροξύνει τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ταυτόχρονα αναδείχνει τα αδιέξοδα του συστήματος.
Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Η συντελούμενη αναδιάταξη δυνάμεων θέτει τα πιο κρίσιμα των ζητημάτων για την κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη. Αντιλαμβάνονται ότι οι εξελίξεις διαμορφώνουν τους όρους που θα καθορίσουν την «ιεραρχία» δυνάμεων και τη θέση της κάθε μιας στη νέα διάταξη που διαμορφώνεται. Μια προοπτική που για την κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη θέτει το ζήτημα στη βάση του ποιος ποιον.
Ένα ζήτημα που δεν λύνεται -δεν λύθηκε ποτέ- στη βάση συνεννοήσεων, διαπραγματεύσεων και συμφωνιών αλλά στη βάση συσχετισμών ή και αναμετρήσεων. Σ’ αυτή την κατεύθυνση διαμόρφωσης ευνοϊκών όρων και συσχετισμών κινείται η κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη. Αυτή είναι η κυρίαρχη τάση και αυτό είναι που κάνει αδύνατη (παρά τις προσωρινού χαρακτήρα και περιορισμένου εύρους συμφωνίες) την «από κοινού» αντιμετώπιση και της οικονομικής κρίσης. Στις δοσμένες σχέσεις και συνθήκες είναι δεδομένο ότι ο τέτοιος ή αλλιώτικος τρόπος αντιμετώπισής της συνεπάγεται την ισχυροποίηση ή αποδυνάμωση αντίστοιχα της α ή β ιμπεριαλιστικής δύναμης. Σ’ αυτή τη βάση διαμορφώνεται μια σχέση αλληλοτροφοδότησης ανάμεσα στη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων και την εξέλιξη της οικονομικής κρίσης. Μια σχέση που παροξύνει τον ανταγωνισμό και με συνολικό αποτέλεσμα τα γενικευμένα αδιέξοδα του συστήματος. (Αλλά στα ζητήματα αυτά θα αναφερθούμε και στη συνέχεια).
Χαρακτηριστικές εκφράσεις τόσο της όξυνσης των αντιθέσεων όσο και των μεταβολών που συντελούνται αποτελούν ορισμένες εξελίξεις ιδιαίτερου χαρακτήρα ή και επικινδυνότητας.
Ας αναφερθούμε κατ’ αρχάς σε μια εξέλιξη «εκτός προβλέψεων» αλλά χαρακτηριστική των νέων δεδομένων που διαμορφώνονται στον κόσμο.
Οι ανταγωνισμοί και τα αδιέξοδα που αναδείχνουν διαμορφώνουν ένα γενικότερα «ασταθές» πλαίσιο. Δημιουργούνται «ρωγμές» και περιθώρια που προσπαθούν να αξιοποιήσουν και άλλες δυνάμεις για να πλασαριστούν στο παγκόσμιο ταμπλό. Σε πρώτο πλάνο οι «ανερχόμενες» Ινδία και Βραζιλία αλλά και άλλες μικρότερους βεληνεκούς που εκδηλώνουν τις δικές τους φιλοδοξίες. Είναι γεγονός ότι ο αποφασιστικός ρόλος παραμένει στα χέρια των βασικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσία, ευρωπαϊκές, Κίνα και -με τις «ιδιαιτερότητές» της- Ιαπωνία), και είναι αυτό που καθορίζει και τα όρια κινήσεων αυτών των δυνάμεων. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί το ότι η εμφάνιση και οι κινήσεις τους αποτελούν έκφραση και συνέπεια της συντελούμενης αναδιάταξης ούτε το ότι -με τη σειρά τους- μετατρέπονται σε παράγοντες της παραπέρα εξέλιξής της.
Από τις πιο ακραίες μορφές και υψηλού βαθμού επικινδυνότητας εκφράσεις της όξυνσης των αντιθέσεων και της συντελούμενης αναδιάταξης, οι περιπτώσεις στις οποίες τίθεται πλέον και το «εδαφικό» ζήτημα. Δηλαδή η επαναχάραξη συνόρων με το κομμάτιασμα χωρών και λαών που βρέθηκαν στην κατηγορία των «αναλώσιμων». Πολύ περισσότερο στις περιπτώσεις εκείνες που το διακύβευμα είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ένας βαθμός επικινδυνότητας που αυξάνεται κατακόρυφα στον βαθμό που οι εξελίξεις τείνουν να φέρουν σε άμεση αντιπαράθεση (έως και στρατιωτικά) τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις όπως στις περιπτώσεις της Ουκρανίας και τελευταία της Συρίας.
Σοβαρές μεταβολές συντελούνται και σε σχέση με το ζήτημα των πρωτοβουλιών που μπορούν να παίρνουν οι διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Για μεγάλο διάστημα ήταν βασικά οι ΗΠΑ που έπαιρναν πρωτοβουλίες κλίμακας και τέτοιες που να θέτουν ζητήματα ευρύτερης σημασίας. Οι άλλες δυνάμεις της Δύσης, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούσαν ή είχαν αντιρρήσεις στις πρωτοβουλίες των ΗΠΑ γενικά, τις υποστήριζαν λιγότερο ή περισσότερο.
«Παθητική» στάση κρατούσαν και οι Ρωσία, Κίνα, παρά τις αναμφισβήτητα σαφέστερες και έντονες διαφωνίες τους. Με πιο έντονο τρόπο εκφράστηκαν οι διαφωνίες τόσο των δυτικών δυνάμεων (Γαλλία, Γερμανία) όσο και των Ρωσίας, Κίνας στην περίπτωση της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ το 2003.
Σε επίπεδο πρωτοβουλίας η Γερμανία με τον «αέρα» της ενοποίησής της το «δοκίμασε» στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, σύντομα ωστόσο αναγκάστηκε να αφήσει τον πρώτο ρόλο στις ΗΠΑ.
Ακόμη και οι Γαλλικές «περιπέτειες» στην υποσαχάρια Αφρική δεν αναιρούσαν το γενικό πλαίσιο.
Όσον αφορά τις κινήσεις κύρια της Ρωσίας και λιγότερο της Κίνας, αυτές αφορούσαν κινήσεις στον άμεσο περίγυρό τους.
Η κίνηση που «διατάραζε» το ισχύον στάτους, παρά το ότι και αυτή εκδηλώθηκε στον «περίγυρό» της, ήταν η επέμβαση της Ρωσίας στη Γεωργία.
Ακολούθησε η «πρωτοβουλία» Γαλλίας, Αγγλίας που επενέβησαν στρατιωτικά στην Λιβύη χωρίς -κατά το μάλλον- την έγκριση των ΗΠΑ και με σαφέστατη τη διαφωνία της Γερμανίας. Πολύ πιο έντονη βέβαια η αντίθεση της Ρωσίας και πολύ περισσότερο της Κίνας που υπέστη άμεσο και σημαντικό πλήγμα.
Ιδιαίτερο κρίσιμο χαρακτήρα είχε (και συνεχίζει να έχει) η κρίση στην Ουκρανία στο βαθμό που στην περίπτωσή της «συμπυκνώνονται» ζητήματα ευρύτερου στρατηγικού χαρακτήρα. Γι’ αυτό άλλωστε υπήρξε άμεση παρέμβαση του συνόλου σχεδόν των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Το ότι έχει για την ώρα «παγώσει» (συμφωνίες Μινσκ) καθόλου δεν σημαίνει ότι έπαψε να αποτελεί επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης κορυφαίου χαρακτήρα και η οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να επανενεργοποιηθεί.
Το αν αυτό το επίκεντρο μετατοπισθεί στη Συρία και ευρύτερα στην Μ. Ανατολή μένει να το δούμε. Είναι ωστόσο σ’ αυτό το πεδίο που υπήρξε μια εξέλιξη που έθεσε δεδομένα εντελώς νέα σε σχέση με τα έως τώρα ισχύοντα. Δηλαδή η στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στη συριακή κρίση. Πρόκειται για την πρώτη μετά τις ανατροπές του 1989-1991 επέμβαση του ρωσικού ιμπεριαλισμού τέτοιας κλίμακας και χαρακτήρα πολύ πέρα από τον άμεσο περίγυρό του. Μια κίνηση που σήμανε συναγερμό στο σύνολο των ιμπεριαλιστικών αλλά και δυνάμεων της περιοχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι και η «συγκρατημένη» έως τώρα Γερμανία αποφασίζει ότι «χρειάζεται» να παρεμβαίνει και στρατιωτικά.
Το ζήτημα τίθεται πλέον για όλους και με τον πιο καθαρό τρόπο. Το ζήτημα του ρόλου του καθένα στην περιοχή. Το ζήτημα του ρόλου και της θέσης τής κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης στη συνολική διάταξη δυνάμεων στον κόσμο.
Σ’ αυτή τη βάση και με αυτές τις κατευθύνσεις κινούνται οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις προωθώντας η κάθε μια τις ιδιαίτερές της επιδιώξεις και προσπαθώντας να διαμορφώσει τους όρους ισχυροποίησης της θέσης της.
Σ’ αυτό το πλαίσιο βασικές παράμετροι των εξελίξεων αποτελούν:
Οι επιδιώξεις της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης σε συνάρτηση με τις δυνατότητές της, τις οποίες και προσπαθεί με κάθε τρόπο να ισχυροποιήσει.
Όλο και μεγαλύτερο βάρος και σημασία αποκτάει το ζήτημα των συμμαχιών και ιδιαίτερα των συμμαχιών στρατηγικού χαρακτήρα.
Όσο για την παράμετρο της παρεμβολής του λαϊκού παράγοντα και το κατά πόσο (και προς τα πού) θα μπορούσε να επιδράσει στις εξελίξεις, αυτό είναι ένα ζήτημα που συνδέεται με το επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος. Ένα ζήτημα που η απάντηση σ’ αυτό βρίσκεται σε συνάρτηση με την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν τεθεί.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΤΩΝ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη επιδιώκει την επέκταση του χώρου κυριαρχίας της, τη διεύρυνση της δυνατότητας εκμετάλλευσης άλλων λαών και χωρών. Από το πλιάτσικο και την ληστεία μέχρι τις πιο σύγχρονες μορφές οργάνωσης και επιβολής των επιδιώξεών τους.
Κινούσα δύναμη η ακόρεστη δίψα του κεφαλαίου για κέρδη, η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί στα όρια του μητροπολιτικού εδάφους και αναζητάει με την ιμπεριαλιστική του έκφραση όλο και πιο διευρυμένα πεδία κερδοφορίας.
Αναφερθήκαμε ήδη στην ύπαρξη ενός συνολικού πλέγματος επικυριαρχίας που συντίθεται από τις κοινές επιδιώξεις και κινήσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε βάρος λαών και χωρών της περιφέρειας. Αναφερθήκαμε επίσης ότι ταυτόχρονα ανταγωνίζονται άγρια μεταξύ τους για την μοιρασιά της λείας.
Με αυτά τα δεδομένα η κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο την αντίσταση των λαών αλλά και τις ανταγωνιστικές κινήσεις των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Εκείνο συνεπώς που καθορίζει τα όρια, τις μορφές και κινήσεις τής κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης πέρα από τις -έτσι κι αλλιώς δεδομένες- διαθέσεις της, είναι οι πραγματικές της δυνατότητες και γενικότερα ο συνολικός συσχετισμός δυνάμεων.
Αυτή η δυνατότητα, αυτή η ισχύς προσδιορίζεται από τις παραγωγικές, οικονομικές της δυνατότητες. Το επιστημονικό, τεχνολογικό της επίπεδο, τα επίπεδα παραγωγικότητας της οικονομίας της. Τη στρατιωτική της ισχύ και τα ερείσματα που διαθέτει. Την εσωτερική κοινωνική και πολιτική της δομή και ισορροπία. Το πληθυσμιακό της μέγεθος και την εδαφική της έκταση.
Θα προσθέταμε το εύρος και την ισχύ των συμμαχιών της, αλλά σ’ αυτό θα αναφερθούμε ειδικότερα, μια και αποτελεί ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας.
Σ’ αυτή τη βάση πρωταρχικό μέλημα της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης αποτελεί η ισχυροποίησή της σε όλα τα πεδία (οικονομικό, στρατιωτικό, πολιτικό).
Όσον αφορά το εδαφικό (και κατ’ ακολουθίαν το πληθυσμιακό) υπάρχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες. Με τους σημερινούς όρους και συσχετισμούς, ζήτημα άμεσης και ανοιχτής εδαφικής επέκτασης δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει εντελώς, σε ιδιαίτερες περιπτώσεις και μέσα από άλλες μορφές. Επί παραδείγματι η διεκδίκηση της Ταϊβάν από την Κίνα. Η κατά καιρούς «υπενθύμιση» διεκδικήσεων κληρονομημένων από μεταπολεμικές ρυθμίσεις. Πιο άμεσο ενδιαφέρον έχουν οι διεκδικήσεις θαλάσσιων ζωνών κυριαρχίας. Έχει ανοίξει το ζήτημα του Βόρειου Πόλου και στο «βάθος» της Ανταρκτικής.
Ιδιαίτερης κατηγορίας εδαφικό ζήτημα τίθεται με το κομμάτιασμα χωρών (π.χ. Γιουγκοσλαβία-Ιράκ-Σουδάν, ενδεχομένως αύριο της Συρίας, η δημιουργία νέων χωρών ή απλώς προτεκτοράτων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Ειδικότερα πλέον καθοριστικά στοιχεία και παράγοντες που διαμορφώνουν τάσεις και συσχετισμούς, που υπαγορεύουν κινήσεις και δημιουργούν αποτελέσματα αποτελούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, οι δυνατότητες και οι επιδιώξεις της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης. Ας δούμε με συντομία έστω τα κυριότερα από αυτά.

Για τις ΗΠΑ

Οι ΗΠΑ αποτελούν την ισχυρότερη ιμπεριαλιστική δύναμη στον κόσμο. Η ισχύς της συνδέεται κατ’ αρχάς με την οικονομική της υπεροχή. Μια υπεροχή που βασίζεται σε μια οικονομία αναπτυγμένη στο υψηλότερο επίπεδο. Στην εκμετάλλευση σειράς χωρών και λαών. Στον δεσπόζοντα ρόλο της σαν υπερδύναμης που της δίνει τη δυνατότητα να επιβάλει τους όρους της στις διεθνείς οικονομικές δραστηριότητες.
Αποτελούν την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο. Διαθέτουν τον ισχυρότερο στρατό, αεροπορία και στόλο και εκατοντάδες βάσεις σ’ όλο τον κόσμο ασκώντας στρατιωτική «εποπτεία» σε στεριές και θάλασσες.
Στο πυρηνικό πεδίο υπερέχουν όλων των άλλων δυνάμεων εκτός της Ρωσίας με την οποία βρίσκονται σε σχέση «ισορροπίας του τρόμου».
Από κοινωνική, πολιτική άποψη οι ΗΠΑ διακυβερνώνται από μια αδίστακτη ολιγαρχία του πλούτου που ελέγχει πλήρως την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Με τερατωδών διαστάσεων πολύμορφους και πολυπλόκαμους μηχανισμούς και των οποίων η δράση εκτείνεται και πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ σε παγκόσμια κλίμακα.
Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά οι ΗΠΑ αναδείχτηκαν στην πιο αντιδραστική και επιθετική ιμπεριαλιστική δύναμη στον κόσμο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα. Σε σημαιοφόρο «ανάσχεσης» της «κομμουνιστικής απειλής». Σε δύναμη φραγμού της απελευθερωτικής πάλης των λαών. Στον βασικό παράγοντα προώθησης των πιο αντιδραστικών κατευθύνσεων στον κόσμο, με όλα τα μέσα έως και με αιματηρές στρατιωτικές επεμβάσεις.
Έναν ρόλο που συνεχίζει να τον ασκεί και σήμερα. Οι ΗΠΑ αποτελούν το κύριο στήριγμα και την κινούσα δύναμη της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη. Την ηγετική δύναμη της εκστρατείας επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά και αυτή την πολιτική οι ΗΠΑ αναδείχτηκαν στον μεγαλύτερο εχθρό των λαών και για όλο αυτό το διάστημα.
Ταυτόχρονα αποτελούν την μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη «πηγή» πολέμου.
Είναι η μόνη δύναμη που χρησιμοποίησε το πυρηνικό όπλο ενάντια σε ζωντανό στόχο (Χιροσίμα, Ναγκασάκι). Είναι η ίδια που στους καιρούς μας προχώρησε στην χρησιμοποίηση βομβών «απεμπλουτισμένου» ουρανίου σε Ιράκ και Γιουγκοσλαβία. Είναι η δύναμη, στα πλαίσια της οποίας όλα αυτά τα χρόνια δεν σταμάτησαν να εκπονούνται σενάρια ενός «εφικτού» και νικηφόρου για τις ΗΠΑ πυρηνικού πολέμου. Είναι η δύναμη που σε αντίθεση με την τότε Σ.Ε. αρνήθηκε να αναλάβει τη δέσμευση ότι δεν θα χρησιμοποιήσει πρώτη το πυρηνικό όπλο.
Ο κύριος παράγοντας που ωθεί σε μια τέτοια αντιμετώπιση των πραγμάτων βρίσκεται σε αυτό που αποτελεί και την πιο ακραία έκφραση της «φιλοσοφίας» του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.
Την επιδίωξη της παγκόσμιας κυριαρχίας. Μια κατεύθυνση που γεννήθηκε στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και την απόκτηση της ατομικής βόμβας. Μια κατεύθυνση που «παρακολουθούσε» την πολιτική των ΗΠΑ όλο αυτό το διάστημα για να αναδειχτεί σε κυρίαρχη τάση μετά τις ανατροπές του 1989-1991 που ανέδειξαν τις ΗΠΑ σε μοναδική υπερδύναμη.
Η άνοδος της ομάδας Τσένι-Μπους στην ηγεσία των ΗΠΑ σηματοδότησε την έμπρακτη προώθηση αυτής της πολιτικής με τις εκστρατείες σε Αφγανιστάν και Ιράκ (2001-2003). Μια κατεύθυνση ωστόσο που οδηγήθηκε τελικά σε αδιέξοδο καθώς συνάντησε μια καθολική αντίδραση.
Τις οργισμένες αντιδράσεις συνολικά των λαών της γης.
Την ηρωική αντίσταση του ιρακινού λαού και στη συνέχεια του Αφγανιστάν.
Την αντίθεση όχι μόνο της Ρωσίας και της Κίνας αλλά και των συμμάχων των ΗΠΑ, Γαλλίας και Γερμανίας.
Εξελίξεις που κατέδειξαν την αναντιστοιχία στόχου και μέσων που διέθεταν από μόνες τους οι ΗΠΑ.
Που δημιούργησαν ρήγματα στο βασικό τους στρατηγικό όργανο, το ΝΑΤΟ.
Ακόμη περισσότερο που δημιούργησαν τον κίνδυνο μιας ευρύτατης αντισυσπείρωσης δυνάμεων ενάντιά τους.
Αυτά τα αδιέξοδα οδήγησαν τους ηγετικούς κύκλους των ΗΠΑ σε κατεύθυνση αναπροσανατολισμού της στρατηγικής τους που συνέπειά της υπήρξε ο παραμερισμός της ομάδας Τσένι-Μπους και η ανάδειξη του Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ.
Αυτή η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ παραιτούνται οριστικά και τελεσίδικα από τον στόχο της παγκόσμιας κυριαρχίας. Σημαίνει ωστόσο ότι άμεσα θέτουν σε πρώτο πλάνο τη διατήρηση, ενίσχυση και σταθεροποίηση της ηγετικής τους θέσης και του ρυθμιστικού ρόλου που παίζουν στις παγκόσμιες εξελίξεις.
Στα πλαίσια αυτά και με δεδομένη την ανάδειξη της κρισιμότητας του ζητήματος των συμμαχιών, το πρώτο μέλημα της προεδρίας Ομπάμα υπήρξε η εξομάλυνση των σχέσεων με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές και η αποκατάσταση της συνοχής της Ευρωατλαντικής Συμμαχίας.
Κατά τα άλλα οι βασικοί στόχοι της στρατηγικής των ΗΠΑ παραμένουν σταθερά και αμετακίνητα στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής τους.
Η ένταση των προσπαθειών και κινήσεων που στοχεύουν στην ενίσχυση της θέσης υπεροχής των ΗΠΑ σε όλα τα πεδία. Στο οικονομικό, τόσο σε αναφορά με την ανάπτυξη της οικονομίας τους όσο και την ενίσχυση και σταθεροποίηση της ηγετικής τους θέσης και του ρυθμιστικού τους ρόλου στο διεθνές οικονομικό πλέγμα.
Τις ίδιες επιδιώξεις υπηρετεί και ο τερατωδών διαστάσεων στρατιωτικός τους προϋπολογισμός. Τη διατήρηση και διεύρυνση της υπεροχής τους σε στεριά, θάλασσα και αέρα.
Όσον αφορά την κούρσα του διαστήματος, πέρα από την οικονομική πλευρά και το ζήτημα γοήτρου, εμπεριέχει και ένα ιδιαιτέρως επικίνδυνο στοιχείο. Την αναζήτηση τρόπων (όπλων) «υπέρβασης» της πυρηνικής ισορροπίας με τη Ρωσία.
Ταυτόχρονα σαν βασικές επιδιώξεις παραμένουν η συνέχιση και διεύρυνση της παρουσίας τους στον ευρωπαϊκό χώρο πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά, στρατηγικά (επέκταση ΝΑΤΟ, βάσεις, πυρηνική κάλυψη).
Η αντιμετώπιση σαν κύριου αντιπάλου της Ρωσίας, η κατεύθυνση «περικύκλωσής» της από τη Βαλτική ως τη Μεσόγειο και από την Τουρκία ως το Πακιστάν.
Η με κάθε μέσο αποτροπή δημιουργίας αντίπαλων συμμαχιών, μια κατεύθυνση που εκδηλώθηκε με τον πιο βίαιο τρόπο στο ζήτημα της Ουκρανίας. Ιδιαίτερο βάρος δίνουν στην αποτροπή σύμπηξης στρατηγικής συμμαχίας ανάμεσα σε Ρωσία και Κίνα και είναι αυτό ένα από τα στοιχεία ερμηνείας της διαφορετικής αντιμετώπισης της Κίνας σε σχέση με τη Ρωσία.
Ο έλεγχος της αμερικανικής ηπείρου απέναντι σε «ανεξέλεγκτες» τοπικές κινήσεις που ανοίγουν τον δρόμο διείσδυσης άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ.
Ο έλεγχος του Ειρηνικού μέσω της ιδιότυπης «ομηρίας» της «συμμάχου» Ιαπωνίας, τον προσεταιρισμό της Αυστραλίας και των βάσεων που διατηρούν σε πολλά σημεία.
Ο έλεγχος των πετρελαιοφόρων περιοχών της Μέσης Ανατολής. Με σταθερό όργανο το Ισραήλ, τη στήριξη αντιδραστικών καθεστώτων, με αιματηρές στρατιωτικές επεμβάσεις και τελευταία με προσπάθειες προσεταιρισμού και του Ιράν.
Οι προσπάθειες δημιουργίας ερεισμάτων συνολικά στον ασιατικό χώρο αλλά και επιχειρώντας να παρεμβάλλουν «σφήνες» στις κινήσεις της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή.
Οι αντίστοιχες κινήσεις στην Αφρική με τη δημιουργία του αφρικανικού στρατηγείου και σε βάση συνεργασίας και ανταγωνισμού με τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Συνοψίζοντας: Οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη ιμπεριαλιστική δύναμη στον κόσμο. Η βασική κινητήρια δύναμη των αντιδραστικών εξελίξεων στον πλανήτη. Ο μεγαλύτερος εχθρός των λαών. Η μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη «πηγή» πολέμου.

Για τη Ρωσία

Η Ρωσία με τις ανατροπές του 1989-1991 και τη διάλυση της Σ.Ε. υπέστη μια ήττα στρατηγικού χαρακτήρα. Η διαχείρισή της από το καθεστώς του ανεκδιήγητου Γέλτσιν της προσέδωσε καταστροφικό χαρακτήρα. Πολλοί βιάστηκαν τότε να διαγράψουν τη Ρωσία σαν δύναμη υπολογίσιμου χαρακτήρα.
Αυτό που τους διέφευγε ήταν το βάθος ισχύος που συνέχιζε να διαθέτει η Ρωσία. Τις υποδομές που είχε «κληρονομήσει». Τη δυνατότητα αντίδρασης απέναντι στις προσπάθειες των δυτικών να την εξουθενώσουν. Μια αντίδραση που οδήγησε στον παραμερισμό του Γέλτσιν και έθεσε -υπό τον Πούτιν- το ζήτημα της ανασυγκρότησης της ρωσικής ισχύος.
Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει τόσο τα εσωτερικά όσο και τα διεθνούς χαρακτήρα ήταν μεγάλα και σημαντικά.
Το βασικό εσωτερικό ζήτημα αφορούσε τη συγκρότηση μιας αστικής τάξης με συγκεκριμένη δομή, διάρθρωση και ρόλο και με συνείδηση κοινότητας (ρωσικών) συμφερόντων.
Η αστική τάξη που διαμορφωνόταν την περίοδο Γέλτσιν ήταν μια τάξη «χωρίς ιστορία». Αποτελούνταν από στοιχεία της ΝΑΤ της προηγούμενης περιόδου που άλλαζαν ρούχα και άλλα που αναδείχτηκαν σε συνθήκες ρεμούλας, αρπαγής, ξεπουλήματος του ρωσικού πλούτου στη Δύση και με μεθόδους μαφιόζικου χαρακτήρα. Το άμεσο που είχε μπροστά του ο Πούτιν ήταν να κανονίσει τους λογαριασμούς του με τους λεγόμενους ολιγάρχες που είχαν αναδειχτεί σ’ αυτή την περίοδο και με αυτές τις μεθόδους. Χρησιμοποιώντας την τακτική του μαστίγιου και του καρότου ενσωμάτωσε όσους αποδέχτηκαν τον συμβιβασμό και εξουδετέρωσε όσους αντιδρούσαν.
Η συνολική ωστόσο απάντηση στο ζήτημα έχει ακόμη δρόμο μπροστά της. Η συγκρότηση μιας αστικής τάξης που θα λειτουργεί αφ’ εαυτού της με βάση τις δομές, τις διαστρωματώσεις και τις «ιεραρχίες» της, χρειάζεται να διανύσει τη δική της ιστορική διαδρομή.
Ταυτόχρονα έδωσε ρόλο στην εκκλησία και πριμοδότησε τις τάσεις ανάπτυξης του ρωσικού εθνικισμού. Βοηθήθηκε σ’ αυτό και από τη στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος (Ζουγκάνοφ) που ασκούσε μια πολιτική «κριτικής υποστήριξης» στο όνομα του «πατριωτισμού».
Στην ίδια λογική αξιοποίησε σύμβολα και στοιχεία της σοβιετικής περιόδου που εκτός των άλλων παρέπεμπαν σε μνήμες ισχύος και μεγαλείου.
Όσον αφορά τον λαό και τα σημαντικά προβλήματα που συνεχίζει να αντιμετωπίζει, το σχετικό «νοικοκύρεμα» σε σύγκριση με την αθλιότητα της περιόδου Γέλτσιν συνεχίζει να διασφαλίζει στον Πούτιν σημαντικά ποσοστά ανοχής και δημοφιλίας.
Όσον αφορά τη διεθνή -ιμπεριαλιστική πλέον- διάσταση της ρωσικής πολιτικής το μεγάλο της μειονέκτημα βρίσκεται στο πεδίο των συμμαχιών στρατηγικού χαρακτήρα.
Η σχετική απομόνωσή της και σε σημείο που να αντιμετωπίζει συνθήκες περικύκλωσής της από τις αμερικανονατοϊκές δυνάμεις. Οι μεθοδεύσεις αποκλεισμού της από τις παγκόσμιες αγορές. Η με κάθε μέσο παρεμπόδιση της εξαγωγικής της δραστηριότητας στον ενεργειακό -και όχι μόνο- τομέα.
Στο κρίσιμο αυτό πεδίο η συνεργασία με την Κίνα είναι προχωρημένη σε πολλούς τομείς, απέχει ωστόσο από το να αποτελεί μια συμμαχία στρατηγικού χαρακτήρα. Η συνεργασία με χώρες όπως το Ιράν, η Συρία κ.ά., πολύτιμες για τον ρωσικό ιμπεριαλισμό, αλλά δεν παρέχουν εγγυήσεις σταθερότητας, διάρκειας και αντοχής. Τα σύμφωνα με δυνάμεις μικρότερου βεληνεκούς δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το έλλειμμα στο κεφάλαιο αυτό.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η ρωσική πλευρά προβάλει την άποψη της πολυπολικότητας. Δηλαδή της ισότιμης συνεργασίας και κατανομής ρόλων ανάμεσα στους πόλους ισχύος. Από ουσιαστική άποψη σημαίνει την κατεύθυνση αποφυγής -τουλάχιστον στη φάση αυτή- μιας συνολικής και μετωπικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ-Δύση. Ειδικότερες εκφράσεις της, οι προσπάθειες αξιοποίησης των αντιθέσεων στο δυτικό μπλοκ και, ει δυνατόν, η δημιουργία ρωγμών. Από την άλλη πλευρά η αποφυγή κινήσεων που θα οδηγούσαν σε συσπείρωση των δυτικών δυνάμεων απέναντί της. Σ’ αυτήν την λογική προσπαθεί να αναπτύξει τις οικονομικές αλλά και πολιτικές της σχέσεις με τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ακόμη και με τις ΗΠΑ. Ιδιαίτερα στο ενεργειακό πεδίο, ενώ ο αγωγός που συνδέει απ’ ευθείας τη Ρωσία με την Γερμανία έχει εκ των πραγμάτων μια στρατηγική διάσταση.
Το ζήτημα είναι ότι οι απαιτήσεις άσκησης μιας ιμπεριαλιστικής πολιτικής δεν μπορούν να υπακούουν πάντα στους κανόνες μιας ορισμένης τακτικής. Η Ρωσία είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να «κινείται» και …κινείται. Σε πρώτο πλάνο η διασφάλιση του περίγυρού της στον όποιο βαθμό μπορεί και με όποιον τρόπο μπορεί. Είτε δια της «πειθούς» είτε ακόμη και δια της βίας (περίπτωση Γεωργίας). Σοβαρό πρόβλημα αντιμετωπίζει με τις χώρες της Βαλτικής και ακόμη πιο σοβαρό με την περίπτωση της Ουκρανίας στο οποίο θα αναφερθούμε ιδιαίτερα.
Ταυτόχρονα κινείται και σε άλλα πεδία, στον ασιατικό χώρο, με το σύμφωνο της Σαγκάης, την ανάπτυξη σχέσεων με τις Ινδίες, προεκτείνει τα ανοίγματά της σε Κούβα, Βενεζουέλα κ.α. Αποφασιστικά κινείται στο ζήτημα που έχει ανοίξει με τον Βόρειο Πόλο, όπου η εδαφική εγγύτητα, ο εξοπλισμός και το ειδικευμένο σε τέτοιες συνθήκες προσωπικό τής παρέχουν σημαντικά πλεονεκτήματα.
Επιμένει να διεκδικεί τον ρόλο της στα Βαλκάνια αξιοποιώντας και το στοιχείο της εθνολογικής (σλαβικής) συγγένειας, μόνο που έχει να αντιμετωπίσει τα δεδομένα που ήδη έχουν διαμορφώσει οι δυτικές δυνάμεις.
Από τα πιο σημαντικά ζητήματα, η «μάχη των αγωγών» όπου τα οικονομικά πλεονεκτήματα των ρωσικών προτάσεων βρίσκονται αντιμέτωπα με τα πολιτικά δεδομένα που έχει διαμορφώσει η Δύση και την λυσσαλέα αντίδραση των ΗΠΑ.
Το μεγάλο στοίχημα του Πούτιν υπήρξε η προσπάθεια συγκρότησης συμμαχίας στρατηγικού χαρακτήρα ανάμεσα σε Ρωσία, Ουκρανία, Καζακστάν, Λευκορωσία.
Μια εξέλιξη που αφενός θα απέτρεπε την πιθανότητα προσχώρησης της Ουκρανίας στη Δύση και αφετέρου θα δημιουργούσε ένα μπλοκ δυνάμεων που θα διαφοροποιούσε σε καθοριστικό βαθμό τους παγκόσμιους συσχετισμούς.
Ακριβώς γι’ αυτό η αντίδραση των ΗΠΑ-Δύσης υπήρξε άμεση και πήρε τις πιο βίαιες μορφές. Σε ανοιχτή συνεργασία με φασιστικές δυνάμεις προχώρησαν σε πραξικοπηματική αναστροφή των πολιτικών εξελίξεων στην Ουκρανία.
Η ρωσική απάντηση εκφράστηκε με την ενσωμάτωση της Κριμαίας και την αποφασιστική στήριξη της εξέγερσης των κατοίκων των ανατολικών περιοχών της Ουκρανίας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η σύγκρουση έχει «παγώσει» με τις συμφωνίες του Μινσκ, πρόκειται για μια αναμέτρηση κορυφαίου χαρακτήρα που δεν πρόκειται να λήξει ούτε εύκολα ούτε απλά.
Το τελευταίο διάστημα είχαμε το μεγάλο άλμα του ρωσικού ιμπεριαλισμού στη Συρία. Η ιδιαίτερη σημασία της έγκειται στο ότι ήταν η πρώτη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας μακριά από τα σύνορά της.
Το «πρακτικό» αποτέλεσμα ήταν η ανατροπή των στρατιωτικών δεδομένων στα πεδία των μαχών. Το πολιτικό μήνυμα ήταν σαφές. Η Ρωσία δεν είναι διατεθειμένη να αποχωρήσει αμαχητί από τη Συρία. Στη συνέχεια είχαμε τη δήλωση του Πούτιν περί μερικής αποχώρησης των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων Οι κινήσεις του Πούτιν υπακούουν στην λογική που προαναφέρθηκε. Της αποφυγής μιας συνολικής αντιπαράθεσης με τη Δύση και σ’ ένα πεδίο μάλιστα που δεν είναι και το πιο ευνοϊκό για τις ρωσικές δυνάμεις.
Της αξιοποίησης των διαφωνιών στα πλαίσια του δυτικού μπλοκ. Αυτό που επιδιώκει στη φάση αυτή είναι ένας συμβιβασμός που να διασφαλίζει τα ερείσματα του ρωσικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Οι αντιδράσεις των ΗΠΑ-Δύσης δείχνουν σαν πιθανό έναν τέτοιο συμβιβασμό. Προσωρινό έτσι κι αλλιώς. Οι αντιθέσεις των ιμπεριαλιστών και οι τοπικές συνθήκες είναι τέτοιες που αργά ή γρήγορα θα τον ανατρέψουν. Εκ των πραγμάτων συνεπώς ένας τέτοιος συμβιβασμός και αν ακόμα υπάρξει δεν πρόκειται να χρησιμεύσει παρά για τη διαμόρφωση όρων από την κάθε πλευρά για τον επόμενο γύρο. Έναν γύρο που όπως και οι προηγούμενοι θα συνεχίσει να έχει σαν καύσιμη ύλη το αίμα των λαών.
Συνοψίζοντας. Ο ρωσικός ιμπεριαλισμός είναι επιθετικός, όπως κάθε άλλος ιμπεριαλισμός. Αν εμφανίζεται πιο «συγκρατημένος» από τις ΗΠΑ είναι απλούστατα επειδή δεν έχει τα μέσα και τις δυνατότητες των ΗΠΑ. Αποτελεί και αυτός εχθρό των λαών και η πολιτική του δημιουργεί και αυτή μεγάλους κινδύνους.
Από την άποψη αυτή δεν αποτελούν παρά αυταπάτες οπορτουνιστικού χαρακτήρα οι απόψεις που εναποθέτουν ελπίδες στον ρωσικό (ή κινεζικό ή ευρωπαϊκό) ιμπεριαλισμό. Είναι ένα ζήτημα το να επικεντρώνονται τα πυρά στον πιο επιθετικό και επικίνδυνο (ανάλογα την περίπτωση) ιμπεριαλισμό και ένα εντελώς διαφορετικό ο εξωραϊσμός, ο αφοπλισμός απέναντι σε ιμπεριαλισμούς που απλά αναζητούν ο καθένας τις δικές του «ευκαιρίες».

Για τις ευρωπαϊκές δυνάμεις

Σε σχέση με την εξέταση της πολιτικής και των ιεραρχήσεων αυτών των δυνάμεων υπάρχει ένα πρόβλημα. Ένα πρόβλημα προσδιορισμού των βασικών όρων και παραγόντων που υπαγορεύουν τις κάθε φορά κινήσεις τους. Αυτές υπαγορεύονται κατ’ αρχάς από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, συμφέροντα και επιδιώξεις της κάθε δύναμης. Ταυτόχρονα ωστόσο επηρεάζονται, διαμορφώνονται από το γεγονός της ένταξης τους στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική συμμαχία.
Υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας. Η ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, το ιδιαίτερο γεγονός μιας συμμαχίας που -ουσιαστικά- βρίσκεται μέσα σε μια άλλη συμμαχία και το πώς αυτό επιδρά στη διαμόρφωση των πολιτικών επιλογών της κάθε χώρας.
Ας τα δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα.
Το πρωταρχικό για κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη είναι έτσι κι αλλιώς η προάσπιση, προώθηση των δικών της συμφερόντων και επιδιώξεων.
Απέναντι σ’ αυτό υπάρχει το δεδομένο ότι δεν είναι τόσο ισχυρές (η κάθε μια ξεχωριστά) ώστε να ανταγωνίζονται «ισότιμα» τις ΗΠΑ και πιθανά αύριο τις Ρωσία, Κίνα. Ένα δεδομένο που το αντιρροπούν με την σύμπηξη μιας συμμαχίας (ΕΕ) μέσω της οποίας αποκτούν ιδιαίτερο βάρος, υπόσταση και ρόλο.
Ταυτόχρονα το γεγονός ότι στο στρατηγικό (πυρηνικό) πεδίο κινούνται κατά βάσιν υπό την κάλυψη της «ομπρέλας» των ΗΠΑ με όλες τις προεκτάσεις (οικονομικές, πολιτικές) που συνεπάγεται αυτή η κάλυψη.
Απέναντι σ’ αυτά τα δεδομένα όλο και μεγαλύτερη σημασία αποκτά πλέον η πίεση που ασκεί σε αυτές τις δυνάμεις (όπως και σε όλες) ο εντεινόμενος ανταγωνισμός και η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων.
Μια διαδικασία που θέτει κρίσιμα ερωτήματα σε κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη σε αναφορά με τη θέση, τον ρόλο, τις επιλογές και ιεραρχήσεις της.
Με βάση αυτά τα δεδομένα δεν είναι πάντα τόσο εύκολος ο διαχωρισμός και ο ακριβής προσδιορισμός των παραγόντων που σε κάθε περίπτωση καθορίζουν την πολιτική και τις κινήσεις τους.
Ας επιχειρήσουμε ωστόσο να δούμε ορισμένα βασικά τουλάχιστον των χαρακτηριστικών των ισχυρότερων ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Για την Αγγλία

Η Αγγλία υπήρξε η πρώτη υπερδύναμη που εμφανίστηκε στην καπιταλιστική περίοδο της ανθρωπότητας. Η θαλασσοκράτειρα που στην αποικιακή της αυτοκρατορία «δεν έδυε ποτέ ο ήλιος».
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρότι υπήρξε μια από τις τρεις βασικές νικήτριες δυνάμεις (μαζί με ΣΕ-ΗΠΑ), αντιμετώπισε πολύ σοβαρά προβλήματα. Από δύναμη πρώτης γραμμής είδε να προβάλουν μπροστά της δύο υπερδυνάμεις (ΗΠΑ και Σ.Ε.). Είδε την αποικιακή της αυτοκρατορία να διαλύεται. Τις ΗΠΑ να την υποκαθιστούν σαν ηγετική δύναμη του καπιταλιστικού κόσμου. Βρέθηκε καταχρεωμένη και με σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
Διέθετε ωστόσο τις υποδομές και το δυναμικό που την βοήθησαν να ανασυνταχθεί. Να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της. Δεν έφτασε βέβαια στο προηγούμενο επίπεδο. Παρέμενε ωστόσο μια από τις πιο ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον κόσμο. Με μια αναπτυγμένη οικονομία. Με το «Σίτυ» να αποτελεί το ένα από τα δύο πιο σημαντικά χρηματιστικά κέντρα στον κόσμο.
Με σημαντικό δίκτυο πολιτικών δεσμών με μια σειρά χώρες, ιδιαίτερα με Καναδά, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία κ.ά., κληρονομιά της αυτοκρατορικής περιόδου. Με έναν από τους πιο ισχυρούς στρατούς στον κόσμο. Με πυρηνικό οπλοστάσιο, υποδεέστερο βέβαια από αυτό των ΗΠΑ-Ρωσίας, αλλά οπωσδήποτε υπολογίσιμο.
Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά και αυτούς τους όρους, η Αγγλία αποτέλεσε σημαντική δύναμη του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Ήταν αυτή που έδωσε το «σάλπισμα έναρξης» της αντικομουνιστικής εκστρατείας της Δύσης (λόγος του Τσόρτσιλ στο Φούλτον του Μισούρι το 1946).
Πρωτοστάτησε στην επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη με το χτύπημα των άγγλων ανθρακωρύχων από τη Θάτσερ το 1981.
Αντιπαρατέθηκε σταθερά στην απελευθερωτική πάλη των λαών και αποτέλεσε βασική δύναμη της εκστρατείας επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου.
Στις σημερινές συνθήκες η Αγγλία παραμένει επίλεκτο μέλος της ευρωατλαντικής συμμαχίας και συνολικά του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού πλέγματος. Ανεξάρτητα από τις αδυναμίες της έχει εκείνο το μέγεθος που η μετατόπισή της στην μια ή την άλλη πλευρά διαμορφώνει συσχετισμούς.
Στο ζήτημα αυτό η Αγγλία έχει το «προνόμιο», που είναι ταυτόχρονα και πρόβλημα, των διαφορετικών επιλογών. Από τη μια μεριά βρίσκεται με το ένα πόδι στον λεγόμενο Αγγλοσαξονικό άξονα (με ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία κ.ά.). Ένα μπλοκ δυνάμεων που σε ορισμένα πεδία λειτουργεί ανεξάρτητα από τους άλλους «συμμάχους» τους στο ΝΑΤΟ. Η πιο σημαντική και χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η εκστρατεία στο Ιράκ (2003) παρά την ανοιχτή διαφωνία ιδιαίτερα της Γαλλίας και της Γερμανίας.
Με το «άλλο πόδι» βρίσκεται στην ΕΕ. Μια συμμετοχή που προσφέρει στην Αγγλία πολλά και μεγάλα οικονομικά πλεονεκτήματα. Πλεονεκτήματα τα οποία το αγγλικό κεφάλαιο δεν μπορεί να «απαρνηθεί» χωρίς να αντιμετωπίσει σοβαρές απώλειες και προβλήματα.
Ταυτόχρονα από πολιτική άποψη προσφέρει στην Αγγλία ένα σοβαρό αντίβαρο στην καταθλιπτική υπεροχή των ΗΠΑ στα πλαίσια του αγγλοσαξονικού άξονα. Δεν είναι άλλωστε από τα πιο ευχάριστα για την Αγγλία η ενίσχυση του ρόλου των ΗΠΑ σε χώρες της πάλαι ποτέ δικής της επιρροής (Καναδάς, Αυστραλία).
Μέχρι τα σήμερα η Αγγλία κατόρθωνε να συνδυάζει αυτή την διπλή επιλογή. Μπορεί ωστόσο να χρειαστεί να επιλέξει. Έτσι ή αλλιώς, για την Αγγλία, όπως και για κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη, αυτό που προέχει είναι η προάσπιση των δικών της ιδιαίτερων συμφερόντων.
Σ’ αυτή τη βάση δεν δίστασε να κινηθεί και μόνη της, όπως στο δύσκολο εγχείρημα της εκστρατείας ανακατάληψης των Φόκλαντ. Αλλά και στην πιο σύγχρονη περίοδο. Η επέμβασή της (από κοινού με τη Γαλλία) στην Λιβύη αποτέλεσε σαφή έκφραση αυτής της «λογικής». Όπως και η «μετριοπαθής» στάση της στο ζήτημα της Συρίας, που αποτελεί συνέχεια διαφοροποιήσεων της αγγλικής πολιτικής από τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια.
Το πρόβλημα ωστόσο παραμένει. Αν το ζήτημα των συμμαχιών αναδείχνεται σε κρίσιμο για τις δυνάμεις του μεγέθους των ΗΠΑ, πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για χώρες όπως η Αγγλία. Έτσι ή αλλιώς το αν η Αγγλία θα γύρει κυρίως προς την μεριά της Ευρώπης ή των ΗΠΑ αποτελεί ένα δίλημμα που τίθεται και ξανατίθεται για τους ιθύνοντες αγγλικούς κύκλους εδώ και χρόνια. Πρόσφατα ξανατέθηκε και με τον πιο έντονο τρόπο με το ζήτημα του δημοψηφίσματος για το αν θα παραμείνει ή όχι στην ΕΕ. Στις τελευταίες διαπραγματεύσεις ο Κάμερον κραδαίνοντας το δημοψήφισμα και μιμούμενος ανάλογο παλιότερο χειρισμό της Θάτσερ διεκδίκησε τη διασφάλιση των αγγλικών «ιδιαιτεροτήτων» σαν όρο παραμονής στην ΕΕ. Ιδιαιτεροτήτων, όπως λ.χ. το ζήτημα της «ανεξαρτησίας» του Σίτυ, αποτελούν κρίσιμα για τα αγγλικά συμφέροντα αλλά και τη θέση της Αγγλίας σ’ έναν κόσμο που αναδιατάσσεται.
Από τη μεριά μας δεν μπορούμε να προδικάσουμε το ποια θα είναι η επιλογή του αγγλικού κεφαλαίου. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως μια τέτοια επιλογή στρατηγικού χαρακτήρα δεν πρόκειται να αφεθεί στην κρίση των …ψηφοφόρων. Θα αποφασιστεί από εκείνους που …αποφασίζουν πριν αυτό φτάσει στις κάλπες. Το δεύτερο, πως όποια επιλογή κι αν κάνει ο αγγλικός ιμπεριαλισμός θα συνεχίσει να βρίσκεται απέναντι στους λαούς.

Για τη Γαλλία

Η Γαλλία μαζί με την Αγγλία αποτελούσαν τις δεσπόζουσες δυνάμεις στην περίοδο του μεσοπολέμου. Στις αρχές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου συντρίβεται από τη Γερμανία αλλά παρόλα αυτά κατορθώνει να βρεθεί στο τραπέζι των νικητών μαζί με ΗΠΑ, ΣΕ και Αγγλία. Αμέσως μετά τον πόλεμο η αστική της τάξη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ισχυρό λαϊκό κίνημα που αμφισβητεί την κυριαρχία της αλλά κατορθώνει να επικρατήσει. Παρόλα αυτά συνεχίζει να αντιμετωπίζει μεγάλα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα.
Βλέπει και αυτή την αποικιακή της αυτοκρατορία να διαλύεται, πράγμα που επιτείνει το εσωτερικό της πρόβλημα που οξύνεται ιδιαίτερα με την «εγκατάλειψη» της Αλγερίας.
Κατορθώνει ωστόσο να ανασυνταχθεί. Προχωράει μάλιστα υπό τον Ντε Γκολ στην αποδέσμευση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και τη συγκρότηση αυτόνομης γαλλικής πυρηνικής δύναμης.
Αντιμετωπίζει μια πολύ σοβαρή πολιτική κρίση τον Μάη του 1968. Κατορθώνει ωστόσο να την ξεπεράσει καθώς μέσα από την εξέγερση αυτή εκφράστηκαν δυο αντιφατικά προτσές.
Από τη μια η κορύφωση της έξαρσης των αριστερών τάσεων στη Γαλλία. Από την άλλη η εξάντληση των ιδεολογικών και πολιτικών «καυσίμων» που τις είχαν τροφοδοτήσει μέχρι τα τότε.
Με αυτούς τους όρους η επίθεση του γαλλικού κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη άρχισε να αναπτύσσεται χωρίς μεγάλα εμπόδια.
Βασική επιλογή του γαλλικού κεφαλαίου υπήρξε η συγκρότηση της ΕΕ (αρχικά ΕΟΚ), της οποίας μάλιστα αποτέλεσε μαζί με τη Γερμανία τους βασικούς της πυλώνες. Ταυτόχρονα διατηρούσε την πολιτική πρωτοκαθεδρία απέναντι στην προερχόμενη από ήττα Γερμανία. Η επιλογή αυτή έδωσε τη δυνατότητα στο γαλλικό κεφάλαιο να ισχυροποιηθεί, να αναπτύξει τη βιομηχανία και συνολικά την οικονομία, να εξελιχθεί σε εξαγωγική χώρα ιδιαίτερα στο πεδίο των οπλικών συστημάτων.
Αυτή η ισχυροποίηση τροφοδότησε τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες της. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις στην υποσαχάρια Αφρική, οι συγκρούσεις με τον Καντάφι, υπήρξαν έκφραση αυτών των τάσεων. Ταυτόχρονα και των φιλοδοξιών του γαλλικού ιμπεριαλισμού να αναβιώσει την κυριαρχία του στην περιοχή του Μαγκρέμπ (Βόρεια Αφρική).
Φιλοδοξίες ωστόσο που περιορίζονταν από το συγκεκριμένο μέγεθος της Γαλλίας στα πλαίσια των παγκόσμιων συσχετισμών. Συσχετισμών που υποχρέωναν τη Γαλλία να κινείται κυρίως μέσα από το όχημα της ΕΕ αλλά και στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει τις ιδιαίτερες επιδιώξεις και φιλοδοξίες της.
Στις σημερινές συνθήκες, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός αντιμετωπίζει και αυτός την πίεση που ασκεί η πορεία αναδιάταξης δυνάμεων. Έκφραση αυτής (και αυτής) της πίεσης υπήρξε και η έντονη αντίθεση στην επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, στην εκδήλωση της οποίας πρωτοστάτησε η Γαλλία.
Ταυτόχρονα αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερο πρόβλημα στα πλαίσια της ΕΕ, όπου η οικονομική μεγέθυνση της ενοποιημένης πλέον Γερμανίας ενισχύει όχι μόνο τον οικονομικό αλλά και τον πολιτικό της ρόλο. Η άνοδος της Λεπέν και το ζήτημα που θέτει, εκφράζει πέραν των άλλων και αντιδράσεις του γαλλικού κεφαλαίου στους όρους που διαμορφώνει στην ΕΕ η οικονομική ηγεμονία της Γερμανίας.
Στην κρίση της Ουκρανίας δραστηριοποιήθηκε από κοινού με τις άλλες αστικές δυνάμεις στην πραξικοπηματική ανατροπή του Γιανουκόβιτς και στο ζήτημα των κυρώσεων στη Ρωσία. Πλέον αναζητά και αυτή δρόμους «εξόδου» από την επικινδυνότητα της κατάστασης που διαμορφώθηκε.
Η επέμβαση στη Λιβύη από κοινού με την Αγγλία ήταν έκφραση των ιδιαίτερων ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών της Γαλλίας. Ταυτόχρονα αποτέλεσε και μια «δήλωση ανεξαρτησίας» απέναντι στις ΗΠΑ αλλά και κίνηση υπερφαλάγγισης της Γερμανίας.
Στην ίδια λογική πρωτοστάτησε και στην επέμβαση στη Συρία επιδιώκοντας την ανανέωση της προπολεμικής «εντολής». Μόνο που κάτι τέτοιο ξεπερνούσε πλέον τις σημερινές της δυνατότητες και σύντομα άφησε τον πρώτο ρόλο στις ΗΠΑ. Η μεταστροφή στη συνέχεια της «επιθετικής» στάσης της Γαλλίας στην κατεύθυνση αναζήτησης συμβιβαστικής λύσης συνδέεται και με το προηγούμενο αλλά κυρίως με ένα άλλο. Η στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στη Συρία έθεσε όχι μόνο το συριακό πρόβλημα σε άλλη βάση αλλά και ένα ζήτημα που το ξεπερνούσε.
Έθεσε το ζήτημα για το πώς αντιμετωπίζεται συνολικά η κατάσταση στον κόσμο για το σύνολο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Απέναντι σ’ αυτό τόσο ο γαλλικός ιμπεριαλισμός, όσο και όλοι οι άλλοι, είναι αναγκασμένος να μετρήσει τις δυνάμεις του, τις επιλογές του, τους κινδύνους και με το ζήτημα των συμμαχιών να έχει πάντα το δικό του ιδιαίτερο και κρίσιμο βάρος.
Σε σχέση με αυτό και παρά τη δυσαρέσκεια απέναντι στις πιέσεις των ΗΠΑ, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια αποδέσμευση της Γαλλίας από το ΝΑΤΟ. Ακόμη πιο δύσκολα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε κινήσεις που θα οδηγούσαν σε διάλυση της ΕΕ, παρόλη τη δυσφορία απέναντι στην οικονομική ηγεμονία της Γερμανίας.
Η ΕΕ υπήρξε το όχημα μέσα από το οποίο το γαλλικό κεφάλαιο και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός ισχυροποιεί τις δυνατότητές του και αναβαθμίζει τον ρόλο του στις παγκόσμιες εξελίξεις.
Απ’ εκεί και η σύμπραξη την Αγγλία όπως στην Λιβύη, πραγματοποιήθηκε για τους λόγους που αναφέρθηκαν, ενώ κάποιες κινήσεις συνεργασίας (στο «στρατηγικό» πεδίο, όπως λέχθηκε) περισσότερο αποτελούν «υποθήκες» παρά ζητήματα της τρέχουσας ημερήσιας διάταξης.
Όπως και να ‘χει και για τον γαλλικό ιμπεριαλισμό ισχύει αυτό που αναφέρθηκε και για τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί εχθρό της εργατικής τάξης και συνολικά των λαών.

Για τη Γερμανία

Η Γερμανία υπήρξε η μεγάλη νικημένη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Αντιμετώπισε το φάσμα της εξαφάνισής της σαν υπολογίσιμη δύναμη (σχέδιο Μόργκενταου-ΗΠΑ). Διασώθηκε χάρη στον …«κομμουνιστικό κίνδυνο». Την απόφαση των ΗΠΑ-Δύσης να την ξαναστήσουν στα πόδια της σαν φραγμό απέναντι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και τη ΣΕ. Ανασυγκροτήθηκε με βάση το δυναμικό που πάντα διέθετε και την αμέριστη υποστήριξη των ΗΠΑ. Βασικό ρόλο έπαιξε ακόμη η αποδοχή της στην «ευρωπαϊκή οικογένεια» (συμφωνίες Ντε Γκολ-Αντενάουερ). Η συμμετοχή της στην ΕΟΚ (μετέπειτα ΕΕ). Με αυτά τα δεδομένα αναπτύχθηκε με γοργούς ρυθμούς και έφτασε στο να αποτελεί τον έναν από τους δύο βασικούς πυλώνες της ΕΕ (μαζί με τη Γαλλία). Παρέμενε ωστόσο μια χώρα υπό «κηδεμονία» (βασικά των ΗΠΑ). Με αμερικανικές βάσεις και στρατό στο έδαφός της. Με απαγόρευση δημιουργίας αξιόλογου στρατού. Όσο για τα πυρηνικά, ούτε κατά διάνοια. Ακόμη και στα πλαίσια της ΕΕ, η πολιτική πρωτοκαθεδρία ανήκε στη Γαλλία. Παρόλα αυτά και πάντα μέσα στο αναμφισβήτητο πλαίσιο της ένταξής της στο ΝΑΤΟ υπήρξαν και διαφοροποιήσει στις επιλογές της. Κύρια με την Ostpolitik του Βίλυ Μπραντ.
Κομβικό σημείο και για τη Γερμανία αποτέλεσαν οι ανατροπές του 1989-1991. Η «ενοποίηση» της Γερμανίας, δηλαδή η απορρόφηση της Ανατολικής Γερμανίας δημιούργησε ένα άλλο οικονομικό και πολιτικό μέγεθος. Μια εξέλιξη που τροφοδότησε τις ιμπεριαλιστικές τάσεις και φιλοδοξίες του γερμανικού κεφαλαίου.
Έκφρασή της υπήρξε η παρέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, στη διάλυση της οποίας πρωτοστάτησε η Γερμανία. Μόνο που δεν είχε τα φόντα να αντιμετωπίσει την κρίση που προκάλεσε και αναγκάστηκε να αφήσει τον πρώτο ρόλο στις ΗΠΑ.
Με όλα αυτά η Γερμανία αποτελεί την ισχυρότερη οικονομικά χώρα στην Ευρώπη και από τις ισχυρότερες στον κόσμο. Αναπτύσσει τις οικονομικές της σχέσεις σε πλανητική κλίμακα και σε σημαντικό βαθμό με τη Ρωσία αλλά και την Κίνα. Έχει τον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής στα πλαίσια της ΕΕ. Πρωτοστατεί στην ανάπτυξη της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και την επιβολή όρων έντασης της εκμετάλλευσης των λαών και των χωρών της ευρωπαϊκής «αυλής».
Το βασικό πρόβλημα της Γερμανίας είναι ότι αποτελεί μια ιμπεριαλιστική δύναμη με ένα κρίσιμο «έλλειμμα». Το ότι συνεχίζει να τελεί «υπό έλεγχο» όσον αφορά την ανάπτυξη των στρατιωτικών της δυνάμεων. Δεν είναι ότι της λείπουν οι δυνατότητες. Μόνο που για να προχωρήσει κάτι τέτοιο θα πρέπει να συγκρουστεί με εχθρούς και -ίσως κυρίως- με «φίλους». Κάτι ανάλογο ισχύει και για τα σενάρια που κυκλοφορούν σε σχέση με την πιθανότητα δημιουργίας «ευρωπαϊκής ζώνης» στην Κεντρική Ευρώπη. Κάτι τέτοιο μόνο σε βάση σύγκρουσης με τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μπορεί να νοηθεί, μια επιλογή που δεν βρίσκεται καθόλου στις γερμανικές προθέσεις.
Με βάση το σύνολο των δεδομένων, το «όχημα» της ΕΕ είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να διαθέτει την περίοδο αυτή ο γερμανικός ιμπεριαλισμός. Όχι μόνο δεν προτίθεται να το εγκαταλείψει, αλλά θα κάνει ό,τι μπορεί για να το διασώσει, παρά τα προβλήματα και τις κρίσεις που κατά καιρούς αντιμετωπίζει η ΕΕ. Για παρόμοιους αλλά και διαφορετικούς λόγους, από δύσκολη έως απίθανη φαντάζει η πιθανότητα αποχώρησής της από το ΝΑΤΟ και μόνο στη βάση των πιο ακραίων εξελίξεων θα μπορούσε να υποθέσει κανείς κάτι τέτοιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γερμανικός ιμπεριαλισμός ευθυγραμμίζεται πάντα και στο σύνολο όσων υπαγορεύονται από άλλες πλευρές. Διαφώνησε ανοιχτά στην επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ. Δεν συμμετείχε και εκδήλωσε τη «δυσφορία» της στην επέμβαση της Γαλλίας και της Αγγλίας στην Λιβύη. Αγνόησε τις πιέσεις και προχώρησε στη δημιουργία αγωγού που συνδέει απευθείας τη Γερμανία με τη Ρωσία. Μια κίνηση που πέρα από την οικονομική έχει και ευρύτερες πολιτικές διαστάσεις. Αντιδρά σταθερά στις πιέσεις των ΗΠΑ για τη διαμόρφωση οικονομικών συνθηκών που ανοίγουν τον δρόμο στην επέλαση του αμερικανικού χρηματιστικού κεφαλαίου στον ευρωπαϊκό χώρο. Συμπαρατάχθηκε -και για δικούς της λόγους- με τη Δύση στο ζήτημα της Ουκρανίας αλλά ταυτόχρονα τάσσεται υπέρ ενός συμβιβαστικού διακανονισμού.
Ανάλογη στάση κρατάει και στο ζήτημα της Συρίας.
Ωστόσο οι πιέσεις που ασκούν οι εξελίξεις είναι μεγάλες, ιδιαίτερα σε αναφορά με το «έλλειμμα» που προαναφέρθηκε. Το γερμανικό κεφάλαιο αντιλαμβάνεται ότι στη συντελούμενη αναδιάταξη δυνάμεων όλο και πιο καθοριστικός γίνεται ο ρόλος των όπλων. Αυτή την πίεση αντανακλούν και οι πρόσφατες κινήσεις για ενίσχυση των στρατιωτικών τους δυνάμεων και «έξοδό» τους στα πεδία των κρίσεων. Σε ποιο βαθμό θα της «επιτραπεί» κάτι τέτοιο ή σε ποια επίπεδα θα το «ρισκάρει» η ίδια, μένει να το δούμε.
Όπως και αν έχει το γερμανικό κεφάλαιο και ο γερμανικός ιμπεριαλισμός παραμένουν αδιάλλακτοι εχθροί της εργατικής τάξης και των λαών κατά πρώτον του ευρωπαϊκού χώρου αλλά και συνολικά των λαών του κόσμου.

Για την Κίνα

Η Κίνα είναι η πρώην σοσιαλιστική χώρα που το πέρασμά της στον καπιταλιστικό δρόμο σημαδεύτηκε από την ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στην επαναστατική κομμουνιστική και τη ρεβιζιονιστική αστική κατεύθυνση. Μια σύγκρουση που κορυφώθηκε την περίοδο της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης (ΜΠΠΕ). Μια σύγκρουση που ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Μάο Τσε Τουνγκ ανέδειξε τελικά νικήτρια την αστική κατεύθυνση με τον Τενγκ Χσιάο Πινγκ.
Το «πάθημα» της Ρωσίας με την πολιτική των Γκορμπατσόφ και Γέλτσιν αποτέλεσε μάθημα για τους κινέζους ιθύνοντες. Έτσι επέλεξαν τον δικό τους δρόμο για το πέρασμα στον καπιταλισμό. Την υιοθέτηση ενός «διπλού» συστήματος που κινείται «παράλληλα». Τη διατήρηση από τη μια του υπάρχοντος κρατικού-κομματικού μηχανισμού, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ο έλεγχος και η σταθερότητα της χώρας. Από την άλλη, η ενθάρρυνση, η πριμοδότηση των μετασχηματισμών καπιταλιστικού χαρακτήρα της οικονομίας. Μια διαδικασία μάλιστα που προωθείται με τους πιο ταχείς και άγριους ρυθμούς και με τα πιο «τυπικά» γνωρίσματα μιας συσσώρευσης πρωταρχικού χαρακτήρα.
Αυτή η εξέλιξη θέτει δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά την όξυνση της αντίθεσης με την εργατική τάξη και μια αγροτιά που συνεχίζει να έχει μεγάλο βάρος στην Κίνα. Οι άγριες συγκρούσεις που το πλήθος και έντασή τους αποσιωπάται από τα «δημοκρατικά ευαίσθητα» κατά τα άλλα δυτικά ΜΜΕ, αποτελούν έκφραση της όξυνσης της ταξικής πάλης στην κινεζική επικράτεια.
Το δεύτερο αφορά το αναπόφευκτο της σύγκρουσης ανάμεσα στις δυο πτέρυγες της αστικής τάξης. Από τη μια της «κρατικής» που συνεχίζει να έχει τον πρώτο λόγο και τον έλεγχο των εξελίξεων. Από την άλλη της πτέρυγας που αναπτύσσεται στο οικονομικό πεδίο σε καθαρά καπιταλιστική βάση και ισχυροποιείται συνεχώς. Οι αποκαλύψεις «σκανδάλων», οι αποπομπές κορυφαίων στελεχών αποτελούν εκφράσεις και προοίμιο αυτής της σύγκρουσης.
Με όλα αυτά η Κίνα πορεύεται τον καπιταλιστικό της δρόμο, αναπτύσσεται εξελισσόμενη σε ιμπεριαλιστική δύναμη. Επεκτείνεται οικονομικά (εξαγωγικά) σε πλανητική κλίμακα. Αναπτύσσει τις οικονομικές της σχέσεις με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σ’ αυτό το πεδίο έχει ένα πλεονέκτημα. Το χαμηλό -εργατικό- κόστος. Υστερεί ωστόσο στην παραγωγή προϊόντων αιχμής και υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ταυτόχρονα δεν διαθέτει εσωτερική αγορά ανάλογης κλίμακας. Σωρεύει κεφάλαια, αλλά σ’ ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο δεσπόζουν οι ανταγωνίστριες δυτικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα θα πρέπει να συνυπολογίζεται ότι δεν έχει διαθέσιμες ενεργειακές πηγές στην κλίμακα που απαιτούν η ανάπτυξη και οι φιλοδοξίες της.
Το μεγαλύτερο ωστόσο μειονέκτημα αυτής της οικονομικής επέκτασης συνίσταται στο ότι δεν διαθέτει μια ανάλογου επιπέδου πολιτική και στρατιωτική στήριξη. Η περίπτωση της Λιβύης όπου εξαερώθηκαν δισεκατομμύρια κινεζικών επενδύσεων αποτέλεσε όχι μόνο οικονομική αλλά και πολιτική ήττα του κινεζικού ιμπεριαλισμού. Το όλο και μεγαλύτερο βάρος που ρίχνει στην τεχνολογική αλλά και τη στρατιωτική της ανάπτυξη έχει σχέση με όλα αυτά.
Όσον αφορά την πολιτική διάσταση της κίνησής της, πρωταρχικό της μέλημα αποτελούν τα ζητήματα του περίγυρού της, όπου αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Πρώτο και πάνω απ’ όλα το ζήτημα της Ταϊβάν την οποία η Κίνα θεωρεί έδαφός της. Μόνο που σ’ αυτό αντιμετωπίζει την κάθετη αντίθεση των ΗΠΑ. Άλλο τόσο σοβαρό το ζήτημα της Κορέας με τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στα πλευρά της Κίνας (τη Νότια Κορέα). Ταυτόχρονα οι προσπάθειες ελέγχου και «διεύρυνσης» αυτού του περιγύρου δημιουργούν και οξύνουν αντιθέσεις με την Ιαπωνία αλλά και του …Βιετνάμ κ.ά.
Απέναντι σ’ αυτά η Κίνα χρησιμοποιεί τη συνεργασία με τη Ρωσία στο πεδίο της επιστημονικής-τεχνολογικής υποστήριξης αλλά και την προμήθεια προηγμένων οπλικών συστημάτων. Δεν προχωράει ωστόσο στη σύμπηξη μιας συμμαχίας ολοκληρωμένα στρατηγικού χαρακτήρα στη βάση ιδιαίτερων δικών της υπολογισμών.
Στην τρέχουσα φιλολογία αναφέρεται πως «οι Κινέζοι έχουν υπομονή» και προσβλέπουν στο μέλλον. Μόνο που το μέλλον διαμορφώνεται την κάθε στιγμή με όρους ανταγωνισμού και σε συνθήκες αναδιάταξης δυνάμεων. Η Κίνα δεν βρίσκεται έξω απ’ αυτό. Προς βορρά έχει τη Ρωσία. Ανατολικά έχει να αντιμετωπίσει την Ιαπωνία. Δυτικά τις Ινδίες. Προς νότο την Αυστραλία. Και …παντού τις ΗΠΑ.
Κλείνοντας. Το ότι η Κίνα από ελπίδα των λαών μετατράπηκε σε εχθρό τους είναι μια οδυνηρή εξέλιξη. Οφείλουμε ωστόσο να την αντιμετωπίσουμε σαν αυτή που είναι.

Για την Ιαπωνία

Η Ιαπωνία αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο νικημένο του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Σ’ αυτή τη βάση η εξέλιξή της παρουσιάζει αναλογίες αλλά και διαφορές σε σχέση με τη Γερμανία.
Στηρίχθηκε για τους ίδιους λόγους από τις ΗΠΑ για τους οποίους στηρίχθηκε και η Γερμανία. Η Ιαπωνία δεν μεταφέρθηκε στη «λίθινη εποχή», όπως σχεδίαζαν κύκλοι των ΗΠΑ πριν ανακαλύψουν τη χρησιμότητά της. Τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί και αυτή σαν φραγμός απέναντι σε Σ.Ε. και Κίνα.
Αναπτύχθηκε έτσι οικονομικά μέχρι το σημείο να αποτελέσει τη δεύτερη οικονομική δύναμη στον κόσμο και με παγκόσμια εξαγωγική δραστηριότητα. Παραμένει ωστόσο ένας ιμπεριαλισμός υπό «κηδεμονία». Λειτούργησε με ένα «Σύνταγμα» που συντάχθηκε από τις ΗΠΑ και με συνθήκες ουσιαστικά κατοχής, με τις βάσεις και τα στρατεύματα των ΗΠΑ στο έδαφός της μέχρι και σήμερα. Με περιορισμούς ιδιαίτερα όσον αφορά την ανάπτυξη των στρατιωτικών της δυνάμεων.
Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει δεν είναι διαφορετικά από αυτά των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Όσον αφορά το υπερδιογκωμένο χρέος της είναι κυρίως «εσωτερικό» και με βάση το επίπεδό της αντιμετωπίσιμο υπό ομαλές συνθήκες.
Το πρόβλημά της είναι ότι κινείται σ’ ένα πεδίο που ορίζεται ανατολικά από Ρωσία και Κίνα (που «αξιοποιεί» και την περίπτωση της Βόρειας Κορέας). Όσον αφορά το μεγάλο όραμα του πάλαι ποτέ μιλιταριστικού ιαπωνικού ιμπεριαλισμού, τον Ειρηνικό ωκεανό. Η παρουσία των ΗΠΑ είναι απαγορευτική για όνειρα.
Μια σημαντική διαφορά σε σχέση με τη Γερμανία συνίσταται στο ότι η Ιαπωνία δεν διαθέτει ένα «όχημα» όπως αυτό της ΕΕ. Είναι από δύσκολο έως αδύνατο να συμμαχήσει με τη Ρωσία, με την οποία έχει και ανοιχτές διαφορές εδαφικών διεκδικήσεων. Αντίστοιχα και με την Κίνα, με την οποία ανταγωνίζεται για τον ίδιο «ζωτικό χώρο». Έχει μόνο τη «συμμαχία» με τις ΗΠΑ, του είδους που θα προτιμούσε να μην έχει καθόλου.
Απέναντι στις εξελίξεις που «τρέχουν» νιώθει και αυτή την πίεση που νιώθουν και οι άλλες δυνάμεις. Την αναγκαιότητα να βγει από το «καβούκι» της που ενισχύει τις τάσεις επανεξοπλισμού της. Διαθέτει άλλωστε τα αναγκαία τεχνοοικονομικά φόντα. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό. Βρίσκεται εκεί που βρίσκονται πάντα. Στις διαθέσεις των ΗΠΑ. Η Ιαπωνία είναι η χώρα που φέρει στο σώμα της την ματωμένη έκφραση (Χιροσίμα και Ναγκασάκι) του πόσο αδίστακτος είναι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός. Με αυτούς τους όρους η «οροφή» του επανεξοπλισμού της Ιαπωνίας θα οριστεί από τις ΗΠΑ και σε συνάρτηση με τους σχεδιασμούς αντιμετώπισης της Ρωσίας, της Κίνας αλλά και της πάλης των λαών της περιοχής.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ

Για το βάρος και τη σημασία που έχει το ζήτημα των συμμαχιών πολλά έχει να μας δείξει η ιστορία. Τον ρόλο και την επίδραση που είχαν στην έκβαση τόσο του Α’ όσο και του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ή και πιο πίσω στους Ναπολεόντειους πολέμους κ.λπ.
Αλλά και στην πρόσφατη ιστορική περίοδο μπορούμε να δούμε την επίδραση που είχε στην έκβαση του λεγόμενου «ψυχρού πολέμου» η (ιδιότυπου έστω χαρακτήρα) μετατόπιση της Κίνας στην μεριά της Δύσης.
Αυτά τα μαθήματα της ιστορίας επεχείρησαν να παρακάμψουν οι ΗΠΑ όταν υπό την ηγεσία της ομάδας Τσένι-Μπους κινήθηκαν στην τροχιά διεκδίκησης της παγκόσμιας κυριαρχίας. Οι εξελίξεις ωστόσο τους έδειξαν ότι δεν μπορούσαν να αγνοούν την πραγματικότητα και τους πραγματικούς συσχετισμούς στον κόσμο χωρίς να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα και κινδύνους. Με βάση αυτήν την πραγματικότητα είναι που οδηγήθηκαν στον παραμερισμό της ομάδας Τσένι-Μπους και στην ανάδειξη του Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ.
Αυτό που μας δείχνει η πραγματικότητα είναι ότι καμιά δύναμη δεν μπορεί -από μόνη της- να επιβάλλει όρους κυριαρχίας στο σύνολο των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και συνολικά στον κόσμο.
Αυτό ισχύει τόσο για την ισχυρότερη απ’ αυτές, την υπερδύναμη των ΗΠΑ, όσο και πολύ περισσότερο για όλες τις άλλες.
Οι ΗΠΑ, τουλάχιστον για το ορατό διάστημα, δεν μπορούν να «αποσπαστούν», να δημιουργήσουν «αποστάσεις» και όρους κυριαρχίας από τις άλλες δυνάμεις. Υπερέχουν σε όλα σχεδόν τα πεδία αλλά με τις άλλες δυνάμεις να τις ακολουθούν σε απόσταση «προσέγγισης».
Ακόμη περισσότερο ισχύουν αυτά τα «όρια» για τις άλλες δυνάμεις.
Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές έχουν από γενική άποψη σοβαρές δυνατότητες ως σύνολο μόνο που δεν αποτελούν σύνολο με την πλήρη (κρατική) έννοια του όρου.
Η Ρωσία ισορροπεί με τις ΗΠΑ στα πυρηνικά, τις ανταγωνίζεται στην κούρσα του διαστήματος, αλλά υστερεί κατά πολύ απέναντι στις ΗΠΑ σε πολλά άλλα πεδία.
Η Κίνα εμφανίζει μια δυναμική αλλά έχει πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει.
Η Ιαπωνία είναι αναπτυγμένη οικονομικά, αλλά συνεχίζει να λειτουργεί υπό τη στρατηγική «κηδεμονία» των ΗΠΑ.
Όσο για τις άλλες δυνάμεις, βρίσκονται πολύ πιο πίσω.
Αυτά τα δεδομένα θέτουν και τα όρια στις επιδιώξεις της κάθε δύναμης και τα οποία μπορούν να διαφοροποιηθούν μόνο στη βάση των συμμαχιών που θα κατόρθωναν να συμπήξουν. Σ’ αυτό βρίσκεται η ιδιαίτερη σημασία και το βάρος που έχουν οι συμμαχίες και ιδιαίτερα οι στρατηγικού χαρακτήρα.
Το ζήτημα των συμμαχιών, τόσο η ιστορία όσο και η σύγχρονη πραγματικότητα, μας δείχνουν πως αποτελεί μια σύνθετη και περίπλοκη υπόθεση.
Ένα ζήτημα που έχει τις «σταθερές» του αλλά που ταυτόχρονα εμφανίζει και άλλες τόσες «μεταβλητές». Αυτό σημαίνει ότι οι όποιες εκτιμήσεις οφείλουν να βασίζονται κατ’ αρχάς στις σταθερές του πράγματος αλλά ταυτόχρονα να συνυπολογίζουν τις πιθανότητες μεταβολών. Άλλωστε η ιστορία μας έχει δείξει και τα δύο. Πρώτο, το ότι κάποιες συμμαχίες που έχουν μια διαδρομή ανάπτυξης, σύσφιξης δεσμών εμφανίζουν μεγαλύτερη σταθερότητα και αντοχή στις δοκιμασίας μικρές ή μεγάλες (π.χ. πολεμικές αναμετρήσεις). Δεύτερο, το ότι έχουν υπάρξει μετακινήσεις και μεταπηδήσεις δυνάμεων από τη μια στην άλλη πλευρά τόσο πριν όσο και στη διάρκεια πολεμικών ρήξεων.
Όσον αφορά τώρα το ποιες θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε σαν «σταθερές» στη σημερινή κατάσταση, θα τις αναζητούσαμε στη σημερινή διάταξη δυνάμεων, στις υπάρχουσες συμμαχίες και τις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Οι μεταβλητές του ζητήματος συνδέονται με τις συνθήκες της περιόδου που διανύουμε. Της συντελούμενης διαδικασίας αναδιάταξης δυνάμεων. Της «μετάβασης» από έναν «κόσμο» σε έναν άλλο. Της όξυνσης των αντιθέσεων ακόμη και ανάμεσα σε σύμμαχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Της γενικότερης ρευστότητας στη διαμόρφωση σχέσεων και συσχετισμών στην κάθε χώρα και συνολικά στον κόσμο.
Εδώ και σε σχέση μ’ αυτά προβάλουν δυο ιδιαίτερης σημασίας ζητήματα.
Το πρώτο αφορά το ότι όσο σημαντική θεωρείται για κάθε δύναμη η διαμόρφωση συμμαχιών που θα ενισχύουν τη θέση της, άλλο τόσο σημαντική είναι η αποτροπή δημιουργίας ή ενίσχυσης αντίπαλων συμμαχιών. Ένα ζήτημα που ιδιαίτερα απασχολεί στις μέρες μας τα επιτελεία των ΗΠΑ. Τη σημαντικότητα του ζητήματος την είδαμε στην περίπτωση της Ουκρανίας. Στην άμεση και βίαιη αντίδραση των ΗΠΑ-Δύσης όταν ο Πούτιν επιχείρησε να συμπεριλάβει την Ουκρανία στη συμμαχία που οικοδομούσε. Στην ίδια βάση μπορούμε να υποθέσουμε το μέγεθος της αντίδρασης στην περίπτωση ολοκλήρωσής της σε επίπεδο στρατηγικής συμμαχίας, της συνεργασίας Ρωσίας-Κίνας.
Το δεύτερο έχει σχέση και με το προηγούμενο. Απ’ ό,τι έχει δείξει και η ιστορία το επικείμενο μιας αναμέτρησης επιταχύνει τη δημιουργία συμμαχιών. Από την άλλη μεριά η δημιουργία αντίπαλων συμμαχιών είναι δυνατόν να πυροδοτήσει τάσεις αναμέτρησης.
Ας δούμε κατ’ αρχάς πώς έχει σήμερα η διάταξη δυνάμεων στον κόσμο. Από γενική άποψη θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί (με όλες τις υποσημειώσεις και επιφυλάξεις) σ’ έναν διαγραφόμενο διαχωρισμό ανάμεσα σε «Δύση» και «Ανατολή». Έναν διαχωρισμό που έχει τις ιστορικές του καταβολές, εκφράζεται από τις υπάρχουσες ή διαμορφούμενες συμμαχίες και εκδηλώνεται (όχι πάντα) στη διαφορετική αντιμετώπιση σοβαρών πολιτικών ζητημάτων, εξελίξεων ή και κρίσεων.
Με βάση έναν τέτοιο διαχωρισμό στην πλευρά της Δύσης μπορούν να υπολογίζονται οι …δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αλλά και χώρες που δεν ανήκουν γεωγραφικά στη Δύση όπως η Ιαπωνία, το Ισραήλ, η Ν. Κορέα κ.ά. Στην πλευρά της Ανατολής σαν βασικές δυνάμεις εμφανίζονται η Ρωσία και η Κίνα, καθώς και χώρες όπως η Λευκορωσία, το Καζακστάν, η Αρμενία και με πολλά ερωτηματικά ορισμένες ακόμα.
Πέρα απ’ αυτές υπάρχουν σειρά χωρών που μπορεί να αποκλίνουν περιστασιακά στην μια ή την άλλη πλευρά (περισσότερο στη δυτική) ενώ ορισμένες απ’ αυτές όπως π.χ. Ινδία, Βραζιλία, Ιράν, αναζητούν και έναν δικό τους ρόλο στη συντελούμενη αναδιάταξη δυνάμεων.

Το δυτικό μπλοκ δυνάμεων

Με βάση έναν τέτοιο διαχωρισμό ο συσχετισμός δυνάμεων δίνει μια σαφή υπεροχή στο δυτικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ.
Μια υπεροχή που του έδωσε και την πρωτοβουλία κινήσεων και διαμόρφωσης δεδομένων στη διάρκεια των τελευταίων εικοσιπέντε χρόνων. Μόνο τα τελευταία χρόνια άρχισαν να παίρνουν κάποιες σημαντικές πρωτοβουλίες Ρωσία και Κίνα.
Αυτή η υπεροχή βασίζεται στη συνολική ισχύ (οικονομική, πολιτική, στρατιωτική) των δυτικών δυνάμεων. Μια ισχύ που επαυξάνεται καθώς συσσωματώνεται σε λειτουργούσες εδώ και χρόνια στρατηγικές συμμαχίες και στηρίζεται σ’ ένα παγκόσμιο πλέγμα σχέσεων, βάσεων και ερεισμάτων.
Αντίθετα, στην πλευρά της Ανατολής η συνεργασία των βασικών της δυνάμεων (Ρωσίας, Κίνας) δεν δείχνει για την ώρα να μετεξελίσσεται σε ολόπλευρη, σταθερή και στρατηγικού χαρακτήρα συμμαχία. Όσο για τη στρατηγική κίνηση που επεχείρησε ο Πούτιν, τη δημιουργία της τετραμερούς συμμαχίας (Ρωσίας, Ουκρανίας, Καζακστάν, Λευκορωσίας), που θα δημιουργούσε άλλα δεδομένα και συσχετισμούς δεν μπόρεσε να προχωρήσει.
Το μεγάλο ερώτημα σε σχέση με όλα αυτά είναι το κατά πόσο μπορούμε να θεωρούμε δεδομένο και αμετακίνητο αυτόν τον διαχωρισμό και αμετάβλητο τον συσχετισμό ανάμεσα στις δυο πλευρές του. Όπως ήδη αναφέρθηκε, κάθε εκτίμηση οφείλει να έχει σαν βάση και αφετηρία της τις σταθερές του ζητήματος. Όσον αφορά τις μεταβλητές, μπορούν να γίνονται ορισμένες προσεγγίσεις ωστόσο σαφείς προβλέψεις έτσι ή αλλιώς δεν μπορούν να γίνουν.

Η Ευρωατλαντική συμμαχία (ΝΑΤΟ)

Ας τα δούμε όλα αυτά πιο συγκεκριμένα. Όσον αφορά την πλευρά της Δύσης, αυτό που δεσπόζει είναι το βάρος και η σημασία της ευρωατλαντικής συμμαχίας (του ΝΑΤΟ).
Θα πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ο διαχωρισμός που υφίσταται ανάμεσα στις χώρες που συγκροτούν τον ηγετικό ιμπεριαλιστικό πυρήνα του ΝΑΤΟ και στις χώρες που τον πλαισιώνουν. Οι δεύτερες ούτε αποφασίζουν ούτε μετέχουν στα οφέλη αλλά αντίθετα επωμίζονται κατά κανόνα τα κόστη και τις συνέπειες της πολιτικής που ασκείται από τον ηγετικό πυρήνα.
Με αυτούς τους όρους, αυτή η συμμαχία υπήρξε το βασικό όργανο, με το οποίο ο ιμπεριαλιστικός της πυρήνας ασκούσε την πολιτική του ενάντια στους λαούς, τις επεμβάσεις, τους πολέμους του.
Αποτελούσε τον κύριο παράγοντα στη βάση του οποίου η Δύση κέρδισε τον «ψυχρό πόλεμο» απέναντι στη Σ.Ε. Παραμένει σήμερα η πιο ισχυρή και ουσιαστικά η μόνη ολοκληρωμένα υπαρκτή σταθερή συμμαχία στρατηγικού χαρακτήρα στον πλανήτη.
Σαν τέτοια συνεχίζει να αποτελεί όργανο επίθεσης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τους λαούς και ισχυρή βάση του ανταγωνισμού τους με την άλλη πλευρά. Με ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη του πυρήνα της διαμορφούμενους σε πορεία δεκαετιών και δοκιμασμένους σε κοινές προσπάθειες προώθησης της πολιτικής και των συμφερόντων τους και της κοινής τους «φιλοσοφίας». Ταυτόχρονα, μια συμμαχία που η ύπαρξή της είναι κατοχυρωμένη και δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά και περίπου «νομιμοποιημένη» σαν βασικό στοιχείο της παγκόσμιας ισορροπίας. Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι στα πλαίσιά της δεν υπάρχουν διάφορες αντιθέσεις και ανταγωνισμοί. Η ύπαρξή τους ωστόσο δεν αναιρεί τη σημασία και τον ρόλο που έχει αυτή η συμμαχία στις παγκόσμιες εξελίξεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αποτελεί τη δεύτερη σε σημασία υπαρκτή συμμαχία στρατηγικού χαρακτήρα στον κόσμο. Αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση των παγκόσμιων συσχετισμών. Εντάσσεται στο δυτικό μπλοκ δυνάμεων. Αποτελεί ωστόσο και έκφραση ιδιαίτερων συμφερόντων και επιδιώξεων των δυνάμεων που τη συγκροτούν.
Η ΕΕ αποτελεί έναν συνασπισμό των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που συγκροτούν τον πυρήνα της και στην πραγματικότητα την καθαυτή ΕΕ. Ταυτόχρονα «συμπληρώνεται» και από μια «αυλή» άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Χώρες που δεν αποτελούν παρά το διευρυμένο πεδίο εκμεταλλευτικής δράσης του κεφαλαίου των χωρών του πυρήνα αλλά και την ευρύτερη βάση στήριξης των πολιτικών τους επιδιώξεων. Βασικό στόχο επίσης της δημιουργίας της αποτελεί η ενίσχυση του ειδικού βάρους των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών χωρών στις παγκόσμιες εξελίξεις και τέτοιο που δεν θα μπορούσε να έχει από μόνη της η καθεμιά.
Πρόκειται για έναν συνασπισμό ιδιαίτερα ισχυρό στο οικονομικό πεδίο που του προσδίδει και το ανάλογο πολιτικό βάρος. Ένα βάρος ωστόσο που δεν είναι αντίστοιχο του οικονομικού της μεγέθους καθώς δεν αποτελεί ενιαία οντότητα (όπως λ.χ. ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα). Εμφανίζει σημαντικές αδυναμίες στο ενεργειακό πεδίο, πράγμα που λειτουργεί αντιφατικά στις επιλογές της. Από τη μια δημιουργεί όρους εξάρτησης από άλλες δυνάμεις και από την άλλη ενισχύει τάσεις αναζήτησης άλλων δρόμων. Μια αντίφαση που περιπλέκει ακόμη και τους στρατηγικούς προσανατολισμούς ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Στρατιωτικά περιλαμβάνει χώρες που διαθέτουν στρατιωτικές δυνάμεις από τις πιο ισχυρές στον κόσμο, οι οποίες ωστόσο δεν συγκροτούν μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη. Οι σκέψεις, απόψεις και σχεδιασμοί στο κεφάλαιο αυτό δεν προχώρησαν πέρα από το «συμβολικό» επίπεδο. Αντίστοιχα στο στρατηγικό πεδίο Γαλλία και Αγγλία διαθέτουν σημαντικές πυρηνικές δυνάμεις αλλά η καθεμιά για λογαριασμό της.
Αυτά τα χαρακτηριστικά συναρτώνται με τις δύο όψεις του «ευρωπαϊκού» προβλήματος.
Την υπαγωγή της ΕΕ στη στρατηγική «ομπρέλα» των ΗΠΑ αλλά και στην ύπαρξη αμερικανικών βάσεων στον ευρωπαϊκό χώρο με όλες τις πολιτικές προεκτάσεις του πράγματος. Η άλλη όψη συνδέεται με τις αντιφάσεις και αντιθέσεις στα πλαίσια αυτού του συνασπισμού που αποτελούν παράγοντα διατήρησης της αμερικανικής «κηδεμονίας».
Με το πρόβλημα αυτό συνδέονται απόψεις, τάσεις και προβληματισμοί για την αναγκαιότητα της ενοποίησης της Ευρώπης. Μόνο που δεν είναι -και δεν θα μπορούσαν να είναι- τίποτα περισσότερο από σκέψεις, ακόμα κι αν αφήσουμε απ’ έξω την ιδιαιτερότητα της Αγγλίας. Τα κράτη και οι αστικές τους τάξεις έχουν διαμορφωθεί και συγκροτηθεί στη βάση ενός συγκεκριμένου ιστορικού προτσές, σε συγκεκριμένες ιδιαίτερες οντότητες. Δεν υπάρχει δυνατότητα υπέρβασης αυτής της ιδιαιτερότητας με βάση τους υπάρχοντες καπιταλιστικούς και ιμπεριαλιστικούς όρους.
Έκφραση αυτής της πραγματικότητας αποτελούν όχι μόνο η στάση της Αγγλίας αλλά κι η αντίθεση Γαλλίας και Γερμανίας για το ποια θα ηγεμονεύει, καθώς και μια σειρά άλλες αντιθέσεις και αντιφάσεις.
Η δημιουργία της ΟΝΕ και του ευρώ αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα ενίσχυσης της οικονομικής διάστασης και του πολιτικού βάρους της ΕΕ. Η δημιουργία του κοινού νομίσματος διευκόλυνε κατά πολύ την λειτουργία και δράση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου εντός και εκτός ΕΕ. Ταυτόχρονα λειτουργεί και σαν παγκόσμιο αποθεματικό, ανταγωνιστικό του δολαρίου. Με μια σημαντική ωστόσο αντίφαση-αδυναμία. Το ευρώ αποτελεί ένα νόμισμα «ελλιπές» καθώς δεν στηρίζεται σε μια ενιαία κρατική δομή. Αυτή του η αδυναμία είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιόδους κρίσης, όπως η σημερινή και δημιουργεί προβλήματα σαν αυτά που ήδη αντιμετωπίζει η ΕΕ.
Η ύπαρξη αυτών των προβλημάτων οδηγεί στο ξαναζέσταμα διαφόρων απόψεων για τη δημιουργία μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων (ή και τριών), τη δημιουργία «γερμανικής» ευρωπαϊκής ζώνης ή και τη διάλυση της ΕΕ.
Όσον αφορά το πρώτο, θα λέγαμε προς τι η συζήτηση. Η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων ήδη υπάρχει και λειτουργεί σαν τέτοια με χίλιους δυο τρόπους. Το να θεσμοθετούνταν ωστόσο ένας τέτοιος διαχωρισμός μάλλον περισσότερα προβλήματα θα δημιουργούσε παρά θα έλυνε σε μια ΕΕ που ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα συνοχής. Όσον αφορά τη «γερμανική ζώνη», ήδη αναφερθήκαμε ότι κάτι τέτοιο μόνο σε βάση ρήξης μπορεί να νοηθεί και κάτι τέτοιο καθόλου δεν βρίσκεται στις γερμανικές διαθέσεις.
Με ανάλογο τρόπο εκτιμούμε και τα περί διάλυσης της ΕΕ (ή της ΟΝΕ). Η ύπαρξή της χαρακτηρίζεται από ισχυρά στοιχεία συνοχής. Μιας συνοχής που στηρίζεται σε σημαντικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών χωρών που την συγκροτούν.
Αυτό σημαίνει ότι θα κάνουν ό,τι μπορούν για να την διατηρήσουν. Απ’ εκεί και πέρα, το τι μπορεί να επιφέρει μια παρόξυνση συνολικά των παγκόσμιων αντιθέσεων και ανταγωνισμών, ποιες ανακατατάξεις μπορεί να προκαλέσει αυτό, είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν επιδέχεται προβλέψεις. (Όσο για διάφορα υποθετικά σενάρια που κυκλοφορούν, δεν είναι της «ειδικότητάς» μας).
Τέλος, για τις διάφορες αυταπάτες περί ενιαίας Ευρώπης και μάλιστα «των λαών» που τόσο έχουν ταλανίσει το κίνημα. Αυτός ο ιμπεριαλιστικός συνασπισμός ούτε είναι ούτε μπορεί να γίνει «των λαών». Αντίθετα, σ’ όλη την ιστορική του διαδρομή αλλά και στις σημερινές εξελίξεις έχει δείξει με τον πιο ξεκάθαρο και ωμό τρόπο πως αποτελεί αδίστακτο εχθρό της εργατικής τάξης και συνολικά των λαών της Ευρώπης και του κόσμου.

Συμμαχίες ειδικού ρόλου

Αναφερθήκαμε ως έναν βαθμό στην ύπαρξη του αγγλοσαξονικού άξονα. Αποτελεί έκφραση ιδιαίτερου χαρακτήρα της σύγκλησης των αγγλοσαξονικών χωρών με σοβαρά στοιχεία πιο προωθημένης συμμαχίας. Μιας συμμαχίας που χρησιμοποιήθηκε και σε βάση παράκαμψης των συμμάχων των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, με την εκστρατεία στο Ιράκ το 2003. Μια κίνηση ωστόσο που όχι μόνο δεν απέδωσε τα αναμενόμενα στις ΗΠΑ αλλά δημιούργησε και σοβαρά προβλήματα. Τη δημιουργία ρήγματος στο ΝΑΤΟ και τον κίνδυνο δημιουργίας αντισυσπειρώσεων. Ο επαναπροσδιορισμός της στρατηγικής των ΗΠΑ (με Ομπάμα) και η αποκατάσταση των σχέσεων με τους Ευρωπαίους εταίρους, ο παραμερισμός της χρήσης αυτού του άξονα δεν σημαίνει και κατάργησή του. Παραμένει πάντα σαν βασική εφεδρεία των ΗΠΑ-Αγγλίας.
Στο σημείο αυτό, πέρα από τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν χρειάζεται να επισημανθεί μια ακόμη πλευρά. Το ενδεχόμενο ενεργοποίησης των ιδιαίτερων επιδιώξεων της Αγγλίας. Ένα ζήτημα που συνδέεται και με τους σοβαρούς δεσμούς και συμφέροντα που συνδέουν την Αγγλία με ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αναφερθήκαμε ήδη στην από κοινού επέμβαση Αγγλίας-Γαλλίας στην Λιβύη. Μια επιχείρηση που πέραν των άλλων «θύμισε» και την κοινή εκστρατεία Γαλλίας-Αγγλίας στο Σουέζ (1956) που αναχαιτίστηκε από την τότε Σ.Ε. και τις …ΗΠΑ.
Υπάρχει πάντα στα «υπόψη» το ζήτημα της ΝΑΦΤΑ. Η προοπτική δημιουργίας μιας προωθημένης συνεργασίας-συμμαχίας ανάμεσα σε ΗΠΑ, Καναδά, Μεξικό. Μια συμμαχία που θα προσέφερε στις ΗΠΑ το αναγκαίο στρατηγικό βάθος και σε αναφορά με τον στόχο της παγκόσμιας κυριαρχίας. Μόνο που από το επίπεδο του σχεδιασμού μέχρι αυτό της υλοποίησης υπάρχουν πολλά ζητήματα εσωτερικά, ανάμεσα στις τρεις χώρες και διεθνή να αντιμετωπισθούν και πολλά στάδια να διανυθούν. Για το άμεσο και το ορατό πολιτικό διάστημα υπάρχουν άλλα ζητήματα και πιο επείγουσες απαιτήσεις στην ημερήσια διάταξη των ΗΠΑ.
Πέραν αυτών και άλλες συνεργασίες, συμμαχίες των ΗΠΑ με σειρά χωρών, που ως ένα βαθμό αναφερθήκαμε στις περισσότερες. Με την Ιαπωνία, το Ισραήλ, με χώρες της Μ. Ανατολής, σχεδιασμοί για διευρυμένη συνεργασία των χωρών της αμερικανικής ηπείρου (υπό τις ΗΠΑ) κ.λπ.

Η «ανατολική» πλευρά

Όσον αφορά την πλευρά της «Ανατολής» και ανεξάρτητα το πώς εκτιμά κανείς τη συνολική της ισχύ ή τις προοπτικές ανάπτυξης αυτής της ισχύος το ζήτημα είναι το πόσο μπορεί να υπολογίζεται σαν συνολική. Ένα ζήτημα που συνδέεται με το ότι η συνεργασία Ρωσίας, Κίνας (των βασικών δηλαδή δυνάμεων αυτής της πλευράς) παρ’ ό,τι αναπτύσσεται συνεχώς και σε πολλά πεδία, δεν προχωράει στη στρατηγική της ολοκλήρωση.
Μια βασική αιτία συνδέεται με τη στάση της Κίνας. Με την «απροθυμία» της να προχωρήσει σε μια συμμαχία στην οποία εκ των πραγμάτων θα έχει δεύτερο ρόλο. Πολύ περισσότερο, καθώς υπολογίζει ότι η μεγεθυνόμενη οικονομική της ισχύς μπορεί σε μια πορεία να μετασχηματισθεί και σε στρατιωτική-στρατηγική. Μια εξέλιξη που θα της προσέφερε άλλες δυνατότητες και άλλον ρόλο.
Παρότι δεν έχει τεθεί ανοιχτά από καμιά πλευρά, υπάρχει ένα ζήτημα που υποβόσκει στη σκέψη όχι μόνο της Κίνας αλλά και άλλων ασιατικών χωρών (και όχι μόνο ασιατικών). Το κατά πόσο θεωρούν τη Ρωσία -και- ασιατική χώρα ή πιο συγκεκριμένα το πόσο αποδέχονται σαν νόμιμη ρωσική επικράτεια την αχανή Σιβηρία. Το ποιες «δεύτερες σκέψεις» μπορούν να πάρουν πιο συγκεκριμένη μορφή σε μια πορεία, μένει απλά να το δούμε.
Άμεσα ωστόσο επιδρούν άλλα ζητήματα. Κατ’ αρχάς αυτό στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε. Στο ότι τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα κινούνται στη βάση της αξιοποίησης των αντιθέσεων στο δυτικό μπλοκ.
Από την άλλη μεριά δεν μπορούν παρά να υπολογίζουν το ποιες αντιδράσεις θα προκαλούσε στη Δύση και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ η σύμπηξη μιας τέτοιας στρατηγικής συμμαχίας. (Και δεν εννοούμε εδώ το κόστος που θα ‘χε για την Κίνα λ.χ. η διακοπή των προνομιακών οικονομικών της σχέσεων με τις ΗΠΑ-Δύση αλλά κάτι ευρύτερης σημασίας).
Δεν είναι τυχαίο πως στα επιτελεία των ΗΠΑ μια τέτοια συμμαχία αντιμετωπίζεται σαν ο μέγιστος κίνδυνος για την ηγεμονική θέση στον κόσμο.
Αν οι αντιδράσεις τους στο ζήτημα της Ουκρανίας ήταν αυτές που γνωρίζουμε, μόνο να φανταστούμε μπορούμε ποιες α είναι σε μια τέτοια περίπτωση.
Αυτό που είναι πάντως από τώρα καθαρό είναι πως η συγκρότηση μιας τέτοιας συμμαχίας θα δημιουργούσε τους όρους μιας πόλωσης σε πλανητική κλίμακα και σε μια περίοδο μάλιστα που οι συνολικοί συσχετισμοί δεν είναι και οι καλύτεροι για την «Ανατολή». Όσο για το σύμφωνο της Σαγκάης, η σημασία και το βάρος του εξαρτάται πλήρως από την πορεία των σχέσεων Ρωσίας-Κίνας.
Αναφερθήκαμε ήδη στην απόπειρα του Πούτιν για τη συγκρότηση της τετραμερούς συμμαχίας με Ουκρανία, Καζακστάν και Λευκορωσία. Μια συμμαχία που αν ολοκληρωνόταν θα «τραβούσε» και άλλες μικρότερες χώρες της περιοχής. Πάνω απ’ όλα θα διαμόρφωνε έναν πόλο ισχύος που θα διαφοροποιούσε καθοριστικά τους συσχετισμούς. Ακριβώς γι’ αυτό υπήρξε η βίαιη αντίδραση ΗΠΑ-Δύσης. Να προσθέσουμε ακόμη πως ούτε η Κίνα ήθελε μια ισχυροποίηση της ρωσικής πλευράς σε τέτοια κλίμακα και γι’ αυτό κράτησε μια στάση «ουδετερότητας» στην ουκρανική ρήξη.
Αυτό πάντως που θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε σε σχέση με αυτό το ζήτημα είναι πως δεν έχει κλείσει. Ούτε η Ρωσία, ούτε η Δύση πρόκειται να παραιτηθούν από τις επιδιώξεις τους. Το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα και μέχρι πού μπορούν να οδηγήσουν μένει απλώς να το δούμε.
Σημαντικές μπορούν να θεωρηθούν οι συμφωνίες Ρωσίας με τη Συρία και το Ιράν, μόνο που και εδώ υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα. Τόσο η Συρία όσο και το Ιράν υπήρξαν «ανοιχτές» και προς άλλες κατευθύνσεις. Αν θεωρήσουμε ότι με βάση την πίεση που δέχεται ο Άσσαντ πιθανά να προσδένεται όλο και περισσότερο με τη Ρωσία, το Ιράν έχει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων και οι πρόσφατες συμφωνίες με τις ΗΠΑ αυτό καταδείχνουν. Έτσι κι αλλιώς με την εμπλοκή του συνόλου των ιμπεριαλιστικών αλλά και των τοπικών δυνάμεων στη συριακή-μεσανατολική κρίση δείχνει ότι υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η συνεργασία στο πλαίσιο των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Ν. Αφρική). Μια κίνηση που θέλει να λειτουργήσει πρώτα και κύρια στο νομισματικό, οικονομικό πεδίο. Το ζήτημα είναι ότι ακόμη και σ’ αυτό το πεδίο δεν έχουν προχωρήσει σε κινήσεις αναμέτρησης-ρήξης με το κυρίαρχο δυτικό οικονομικό, χρηματιστικό, νομισματικό πλαίσιο. Περισσότερο, για την ώρα, κινούνται σε βάση πίεσης για αναπροσαρμογές αυτού του πλαισίου παρά ρήξης. Όσο για την πολιτική, στρατηγική διάσταση του πράγματος, οι επιδιώξεις και ιεραρχήσεις της κάθε δύναμης είναι πολύ διαφορετικές, καθώς μάλιστα διατηρούν και πολλαπλούς δεσμούς με τη Δύση.
Πέρα απ’ αυτές υπάρχουν και κινήσεις μικρότερων δυνάμεων που άλλες αποκλίνουν περισσότερο προς τη Δύση, άλλες προς την Ανατολή και οι οποίες έχουν είτε απλά οικονομικό ή και πολιτικό χαρακτήρα. Όπως η Mercosyr στη Λ. Αμερική. Η συνεργασία της Σ. Αραβίας με τα Εμιράτα του Κόλπου. Οι προσπάθειες του Ιράν να δημιουργήσει δικό του κύκλο επιρροής. Ή ακόμη και η προωθούμενη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Αιγύπτου. Το ζήτημα είναι ότι κινήσεις χωρών αυτού του μεγέθους υπόκεινται πάντα σε πιέσεις και υπαγορεύσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αυτός είναι ένας παράγοντας που καθορίζει σε ορισμένες περιπτώσεις έως και τον χαρακτήρα αυτών των κινήσεων και οπωσδήποτε τα όριά τους.

Το «μεγάλο σχέδιο»

Τέλος θα θέλαμε να αναφερθούμε στο «μεγάλο σχέδιο» που έχει τεθεί σε συζήτηση. Της διεύρυνσης της ευρωατλαντικής συμμαχίας στο οικονομικό επίπεδο.
Στη σχετική φιλολογία εμφανίζεται σαν κάτι που θα προσομοιάζει με την Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά αλλά σε πολύ ευρύτερη κλίμακα. Άποψή μας είναι ότι κάτι τέτοιο (αν υποθέσουμε ότι προχωράει) δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στο πεδίο των εμπορικών συναλλαγών και της εν γένει οικονομικής συνεργασίας. Η πραγματοποίησή του «υποχρεωτικά» θα συνεπαγόταν την αναβάθμιση του συνόλου των ευρωατλαντικών σχέσεων.
Και εδώ αναδείχνονται ορισμένα ζητήματα. Σε πρώτο πλάνο οι μεγάλες και ανταγωνιστικές διαφορές ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ευρώπη, σε όλα τα πεδία και το κατά πόσο αυτές μπορούν να διευθετηθούν.
Δεύτερο, το ότι κάτι τέτοιο θα δέσμευε τις κινήσεις των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών και τις δυνατότητες οποιασδήποτε σημαντικής πρωτοβουλίας που δεν θα υπαγορεύονταν από τις ΗΠΑ.
Τρίτο και κρίσιμο, το ότι η ολοκλήρωση ενός τέτοιου εγχειρήματος θα οδηγούσε σχεδόν «υποχρεωτικά» στη σύμπηξη αντίπαλης συμμαχίας με κέντρο τις Ρωσία, Κίνα. Θα οδηγούσε δηλαδή σ’ έναν διαχωρισμό του κόσμου, σε μια πόλωση που, όπως ήδη αναφερθήκαμε, καμία ιμπεριαλιστική δύναμη δεν την θέλει τουλάχιστον στη φάση αυτή.
Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο δεν έχουμε να πούμε κάτι περισσότερο ή διαφορετικό από όσα ήδη αναφέραμε. Το ότι το ζήτημα των συμμαχιών είναι κρίσιμης και αποφασιστικής σημασίας. Το ότι ταυτόχρονα αποτελεί ένα σύνθετο ζήτημα όσον αφορά τη διαμόρφωση και εξέλιξη των διάφορων συμμαχιών.
Αναφερθήκαμε ακόμη στις «σταθερές» του ζητήματος αλλά και σε στοιχεία που λιγότερο ή περισσότερο θέτουν υπό αίρεση αυτή τη σταθερότητα.
Πέρα απ’ αυτά, εκείνο που θα ‘χαμε να πούμε είναι πως, όπως μας έχει δείξει και η ιστορία, τίποτα δεν μένει απόλυτα αμετακίνητο και αμετάβλητο. Πολύ περισσότερο που διανύουμε μια περίοδο μετάβασης, γενικότερων μεταβολών και ανατροπών σε όλα τα πεδία. Μια περίοδο αναδιάταξης δυνάμεων, στην οποία η κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη αναζητά τη θέση και τον ρόλο της.
Απ’ εκεί και πέρα, το αν και μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η αναδιάταξη, δεν είναι ζήτημα που σηκώνει προβλέψεις.
Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι θα εξελίσσεται με όρους έντασης και παρόξυνσης των αντιθέσεων και ανταγωνισμών σε όλα τα πεδία.

Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Μια επιχείρηση αποπροσανατολισμού

Αναφερθήκαμε στις προηγούμενες σελίδες στο φαινόμενο της αναγωγής όλων των προβλημάτων που ταλανίζουν τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες, στην οικονομική κρίση και ειδικότερα όπως εμφανίστηκε αυτή μετά το κραχ του 2008. Πόση αλήθεια και πόσο ψέμα εμπεριέχεται σ’ αυτό;
Από την μεριά μας θα θέλαμε ευθύς εξαρχής να ξεκαθαρίσουμε την άποψή μας σε ορισμένα βασικά ζητήματα. Το κεφάλαιο δεν «χρειάζεται» καμία κρίση για να επιτεθεί στην εργατική τάξη. Βρίσκεται σε θέση επίθεσης από συστάσεώς του. Η εκμετάλλευση και η καταπίεση της εργατικής τάξης αποτελεί όρο ύπαρξής του. Άλλωστε η συγκεκριμένη επίθεση στην οποία αναφερόμαστε ξεκίνησε δεκαετίες πριν το κραχ του 2008.
Αντίστοιχα «δεν του χρειάζεται» καμία κρίση του ιμπεριαλισμού για να επιτεθεί ενάντια στους λαούς. Γεννήθηκε σαν έκφραση της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στους λαούς, της τάσης επιθετικής επέκτασης τής εκμεταλλευτικής δράσης του κεφαλαίου των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Και εδώ η έναρξη της εκστρατείας επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου (1991) τοποθετείται πολύ πριν το 2008.
Απ’ εκεί και πέρα η κλίμακα έντασης της επίθεσης και οι διακυμάνσεις της βρίσκονται σε ευθεία συνάρτηση με τους κάθε φορά συσχετισμούς. Τον συσχετισμό ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη, τον συσχετισμό ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τους λαούς. Ειδικότερα και όσον αφορά το πώς εμφανίζεται το ζήτημα στην περίοδο που διανύουμε, από το επίπεδο συγκρότησης (ή αποσυγκρότησης) της εργατικής τάξης και των μετώπων πάλης των λαών.
Όσον αφορά την οικονομική κρίση αναμφίβολα έχει και αυτή τις επιδράσεις της στα χαρακτηριστικά και τις μορφές που παίρνει η επίθεση των δυνάμεων του συστήματος. Ταυτόχρονα τους προσφέρει και τη δυνατότητα να αποσυνδέουν την επίθεση από τα πραγματικά αίτια και τις διαθέσεις τους και να ανάγουν τα προβλήματα που δημιουργούν γενικώς και αορίστως «στην κρίση». Μια δυνατότητα που και αυτή συναρτάται με το επίπεδο συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων και της ικανότητάς τους να απαντούν αποτελεσματικά τόσο στις στρεβλώσεις όσο και στην επίθεση που δέχονται.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η κρίση παρουσιάζεται σαν κάτι το «αντικειμενικό». Κάτι σαν «θεομηνία», που ήρθε «από κάπου», έξω από τη θέληση και τις ενέργειες των ανθρώπων, δηλαδή της λειτουργίας του συστήματος. Σαν τέτοιο συνεπώς «μας αφορά όλους», πλήττει «εξίσου» όλους και «όλοι μαζί» πρέπει να την αντιμετωπίσουμε.
Ταυτόχρονα παρουσιάζεται σαν κάτι το «προσωρινό». Σαν ένα «κακό» που ήρθε και θα περάσει. Με τις προσπάθειες και τις θυσίες «όλων», με την αντιμετώπιση των «αστοχιών», με τη βελτίωση της διαχείρισης των οικονομικών υποθέσεων.
Και σε μια αποθέωση της θρασύτητάς τους, τα βάρβαρα μέτρα ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τους λαούς παρουσιάζονται σαν «μεταρρυθμίσεις» που είναι «αναγκαίες» για να βγούμε από την κρίση.
Οι στόχοι μιας τέτοιας παρουσίασης του προβλήματος προφανείς. Η απόκρυψη των πραγματικών αιτιών των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι λαοί. Η συγκάλυψη των όρων στη βάση των οποίων μπόρεσε να αναπτυχθεί η επίθεση του συστήματος ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Η καλλιέργεια αυταπατών και ψεύτικων ελπίδων που να οδηγεί τον κόσμο σε στάση αναμονής και στην αδρανοποίησή του. Και όσον αφορά τις δυνάμεις του συστήματος δεν θα περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό. Το ζήτημα είναι ότι αυτή η ακατάσχετη κρισιολογία με τις παραλυτικές της επιδράσεις τροφοδοτείται και από τις δυνάμεις του ρεφορμισμού (και όχι μόνο).
Ταυτόχρονα κεντρική θέση στην αντιμετώπιση από μεριάς τους του όλου ζητήματος, έχει η αναγωγή του στην υιοθέτηση του «νεοφιλελευθερισμού». Σαν να πρόκειται δηλαδή για μια πολιτική απόφαση που όπως πάρθηκε έτσι και μπορεί να αναιρεθεί. Αυτό που προσπερνούν είναι ότι ο «νεοφιλελευθερισμός» δεν αποτελεί τίποτε άλλο από την ιδεολογική μορφή μιας επίθεσης που οι βάσεις της βρίσκονται στην ανατροπή των συσχετισμών. Και το προσπερνούν ακριβώς για να μην αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις που θέτει αυτή η πραγματικότητα.
Μια στάση που δεν εκφράζει παρά την ακατάσχετη «επιθυμία» τους το όλο ζήτημα να μην αποτελεί παρά ένα «εντοπισμένο» (οικονομικά-πολιτικά) φαινόμενο που μπορεί και κυρίως «πρέπει» να ξεπεραστεί σύντομα. Έτσι ώστε ο καπιταλισμός να ξαναβρεί το συντομότερο δυνατό τις «κανονικές» του λειτουργίες και τον βηματισμό του. Πάνω απ’ όλα να επανεμφανίσει έτσι τις «ευκαιρίες» που προβλέπουν οι υψιπετείς τους αναλύσεις και ο οπορτουνισμός τους.

Συνολική η κρίση του συστήματος

Κατά την άποψή μας η κρίση του συστήματος είναι συνολικού και γενικευμένου χαρακτήρα. Αποτελεί έκφραση της συσσώρευσης των αντινομιών, αντιφάσεων και αντιθέσεων του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος και σε συνθήκες μετάβασής του από μια περίοδο σε μια άλλη. Σαν τέτοια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και σαν κρίση μετάβασης ή και «κρίση ορίων». Ας εξηγηθούμε περισσότερο.
Αναφερθήκαμε ήδη στην μετάβαση από τον κόσμο που χαρακτηριζόταν από την παρουσία και τον ρόλο του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και των σοσιαλιστικών χωρών στον κόσμο που διαμορφώνει η κυριαρχία των δυνάμεων του συστήματος.
Μια μετάβαση που συντελείται με όρους αναδιάταξης των κοινωνικών-ταξικών δυνάμεων και μεταβολής των σχέσεων που τις διέπουν, τόσο στο εσωτερικό της κάθε χώρας όσο και διεθνώς. Ταυτόχρονα μια μετάβαση που εξελίσσεται χωρίς να αντιμετωπίζει για την ώρα αντιστάσεις και αντιδράσεις σ’ εκείνη την κλίμακα που θα μπορούσε να την αναιρέσει ή να την αναστείλει.
Σε συνάρτηση με αυτήν συντελείται και μια μετάβαση ιδιαίτερου χαρακτήρα που αφορά το πέρασμα σε μια άλλη φάση των σχέσεων ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος. Βασικά της στοιχεία αποτελούν.
Η ενοποίηση της παγκόσμιας αγοράς.
Η επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων σε παγκόσμια κλίμακα.
Η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων. Μια εξέλιξη κρίσιμου χαρακτήρα που συντελείται με όρους ενός όλο και εντεινόμενου ανταγωνισμού.
Ταυτόχρονα όλα αυτά εξελίσσονται στο φόντο μιας οικονομικής κρίσης και ειδικότερα όπως αυτή εκδηλώθηκε με το κραχ του 2008.
Τα τρία αυτά προτσές έχουν τα ιδιαίτερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το καθένα απ’ αυτά, ταυτόχρονα ωστόσο εξελίσσονται με όρους σύμπλεξης και σχέσεων αλληλεπίδρασης ανάμεσά τους.
Ειδικότερα η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων με την όξυνση των ανταγωνισμών που συνεπάγεται, επιδρά καθοριστικά στην αδυναμία αντιμετώπισης της κρίσης και συνεπώς στην έντασή της. Με τη σειρά της, η ένταση της κρίσης αντεπιδρά στην όξυνση του ανταγωνισμού με συνολικό αποτέλεσμα έναν κύκλο αδιεξόδου. Αυτή η σύμπλεξη (αναδιάταξης-οικονομικής κρίσης) μας δίνει και την μορφή με την οποία εμφανίζεται στις μέρες μας η κρίση του συστήματος.
Είναι άλλο ζήτημα ποιες περιπλοκές θα δημιουργούσε και ποια μορφή θα έδινε στο όλο θέμα μια ισχυρή παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα. Μια συνθήκη που για την ώρα παραμένει ζητούμενο.
Όσον αφορά τον γενικευμένο χαρακτήρα της κρίσης και της σύνδεσής της με τις μεταβολές που συντελούνται. Κατά την άποψή μας κάθε μεταβολή, σε οποιοδήποτε πεδίο, ενεργοποιεί στοιχεία κρίσης, μικρής ή μεγάλης ανάλογα το μέγεθος των μεταβολών και το εύρος του πεδίου. Αντίστροφα, κάθε κρίση επενεργεί στην κατεύθυνση μεταβολής των όρων και της διάταξης δυνάμεων. Αυτό είναι μέσα στη λογική των πραγμάτων και αφορά κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, οποιασδήποτε μορφής και οποιασδήποτε κλίμακας. Θα μπορούσε να προσδιοριστεί και σαν έκφραση των «ορίων» που συναντά μέσα στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες που υπερβαίνοντας τις αρχικές προδιαγραφές θέτουν άλλες, νέες απαιτήσεις.
Αυτές οι νέες απαιτήσεις ωστόσο θέτουν ζήτημα και άλλης διάταξης δυνάμεων από εκείνην που υπηρετούσε και υπηρετούνταν από την προηγούμενη σχέση πραγμάτων. Αν αυτό ισχύει για οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα, πολύ περισσότερο ισχύει για μεταβολές της (πλανητικής) κλίμακας που συντελούνται στους καιρούς μας. Έχουμε ήδη αναφερθεί στις προηγούμενες σελίδες στους όρους και τις συνθήκες της επίθεσης του συστήματος καθώς και στο ζήτημα της αναδιάταξης δυνάμεων και του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Εδώ θα σταθούμε περισσότερο στην οικονομική διάσταση του ζητήματος αλλά και στο πώς αυτή συμπλέκεται με την πολιτική κρίση και τα αδιέξοδα του συστήματος.

Αντινομίες και όρια του συστήματος

Ένα ερώτημα που απασχολεί τη σχετική φιλολογία αφορά το κατά πόσο η σημερινή οικονομική κρίση αποτελεί συνέχεια της κρίσης που ξεκίνησε το 1973 (κατά άλλους νωρίτερα) και της εξέλιξής της μέσα από υφέσεις και ανακάμψεις. Σε δεύτερο πλάνο η συζήτηση για την οικονομική κρίση του -τότε- ανατολικού μπλοκ και τις σχέσεις αλληλεπίδρασης με την οικονομική κρίση του «καθ’ αυτού» καπιταλιστικού κόσμου. Όπως είναι γενικά παραδεκτό, στοιχεία οικονομικής (και όχι μόνο) «επικοινωνίας» υπήρχαν από τα τότε, δεν έπαυαν ωστόσο να αποτελούν δυο ξεχωριστά μπλοκ με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και λειτουργίες.
Δεν θα μπούμε εδώ σ’ αυτή τη συζήτηση. Το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ συνδέεται με το ότι οι ανατροπές του 1989-1991 σήμαιναν πέραν των άλλων την επικράτηση σε παγκόσμια κλίμακα των «καθαρών» καπιταλιστικών σχέσεων και την ενοποίηση της παγκόσμιας αγοράς. Μια εξέλιξη που ταυτόχρονα «ενοποιεί» και την εξέλιξη της οικονομικής κρίσης και την επίδρασή της στο συνολικό οικονομικό (και πολιτικό) γίγνεσθαι.
Ως προς το πώς ορίζεται πλέον αυτή η σε διευρυμένο πεδίο λειτουργούσα κρίση, και πάλι στη σχετική φιλολογία αναφέρονται διάφορες εκτιμήσεις. Αναφέρονται σε κρίση υπερπαραγωγής, υπερσυγκέντρωσης κεφαλαίων, δομική κρίση του κράτους, ενεργειακή, κρίση που οφείλεται στην «παγκοσμιοποίηση» κ.λπ. Το ότι αυτές οι απόψεις βασίζονται σε υπαρκτές εκφράσεις και χαρακτηριστικά της εξελισσόμενης οικονομικής κρίσης είναι γεγονός. Μόνο που αυτό δεν αρκεί. Όσο μας αφορά και αυτή όπως και κάθε οικονομική κρίση στο καπιταλιστικό σύστημα «έλκει την καταγωγή της» από τα «έγκατα» (όπως αναφέρει ο σ. Δ.Μ.) της λειτουργίας του. Το «έδαφος» ωστόσο και οι όροι στη βάση των οποίων εξελίσσεται είναι κάθε φορά διαφορετικοί και θέλουν τους δικούς τους προσδιορισμούς.
Ας εξηγηθούμε περισσότερο. Στη βάση του ζητήματος η εγγενής τάση και επιδίωξη της διευρυνόμενης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. «Πρώτη ύλη» αυτής της διαδικασίας, η υπεραξία. Η μετατροπή της στα πλαίσια της λειτουργίας του συστήματος σε καπιταλιστικό κέρδος και ο μετασχηματισμός του σε «νέο» κεφάλαιο.
Η διαδικασία αυτή έχει ορισμένα «όρια». Το δεδομένο παραγωγικό οικονομικό δυναμικό ενός καπιταλιστικού οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού. Το δεδομένο εύρος αγοράς. Το δεδομένο όριο εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης (της αναπαραγωγής της). Το δεδομένο όριο παραγωγικότητας. Με βάση αυτά τα δεδομένα η διαδικασία εκμετάλλευσης, κερδοφορίας, κεφαλαιοποίησης διατρέχει έναν ορισμένο «κύκλο». Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες θεωρήσεις διαρκεί γύρω στα εφτά-οχτώ χρόνια. Δεν θα σταθούμε στο «χρονοδιάγραμμα». Εξάλλου με βάση το ότι κανένας καπιταλιστικός σχηματισμός δεν αποτελεί «κλειστό κύκλωμα», υπάρχουν αλληλεπιδράσεις σε όλα τα πεδία και φυσικά και στη διάρκεια του «κύκλου».
Εκείνο στο οποίο από τη μεριά μας στεκόμαστε είναι το ότι τα «όρια» αυτά δεν μπορεί να τα υπερβεί ενόσω συνεχίζει να λειτουργεί με τους δεδομένους όρους και συνθήκες. Το «εμπόδιο» βρίσκεται σε μια βασική αντίφαση της καπιταλιστικής λειτουργίας. Στο γεγονός πως όσο περισσότερη υπεραξία παρακρατεί (και υφαρπάζει) τόσο και «στενεύουν» τα περιθώρια και οι δυνατότητες μετατροπής της σε κέρδος και μετασχηματισμού του σε νέο κεφάλαιο. Συνέπειά της η αδυναμία ολοκλήρωσης αυτού του μετασχηματισμού σε συγκεκριμένο κάθε φορά «τόπο» και «χρόνο».
Αυτή η «κρίση ορίων» θέτει δύο βασικά ζητήματα. Θέτει κατ’ αρχάς το ζήτημα της αναδιάρθρωσης της παραγωγικής οικονομικής λειτουργίας και με ζήτημα-κλειδί την άνοδο της παραγωγικότητας (και όχι της αποδοτικότητας όπως αναφέρεται από αστούς οικονομολόγους).
Ταυτόχρονα βρίσκεται στη βάση δύο θεμελιωδών τάσεων που αναπτύσσονται στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Της τάσης επέκτασης στον χώρο και της τάσης «προέκτασης» στον «χρόνο».
Όσον αφορά το πρώτο. Αυτή η αναδιάρθρωση της παραγωγής συνεπάγεται αναπόφευκτα και αναδιάταξη δυνάμεων. Συνεπώς και «τριβές», αντιθέσεις, αντιπαραθέσεις ή και συγκρούσεις. Ταυτόχρονα θέτει και αυτό που αναφέρθηκε σαν ζήτημα-κλειδί. Την άνοδο της παραγωγικότητας. Η «καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων», η δημιουργία «παρθένου εδάφους» δεν έχουν νόημα (από καπιταλιστική άποψη πάντα) αν δεν οδηγούν σ’ αυτό. Ας εξηγηθούμε περισσότερο.
Το ότι αλλάζει η διάταξη δυνάμεων, οι μεταξύ τους σχέσεις, το ότι το κεφάλαιο συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια δεν σημαίνει ότι «αυτομάτως» μεγεθύνεται το -συνολικό- κεφάλαιο ενός καπιταλιστικού σχηματισμού. Το ότι κάποιοι κερδίζουν περισσότερα, το ότι πλουτίζουν δεν σημαίνει ότι αυξάνεται και το συνολικό κεφαλαιοκρατικό κέρδος και ο συνολικός πλούτος.
Όλες αυτές οι μεταβολές, αυτή η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου αποκτάει το νόημά της μόνο στη βάση της αξιοποίησής της για τη διεύρυνση των παραγωγικών οικονομικών δυνατοτήτων αυτού του σχηματισμού και την άνοδο της παραγωγικότητας. Μέσα από νέες μέθοδες παραγωγής, τεχνολογικές καινοτομίες, επενδύσεις σε τομείς υψηλότερης απόδοσης και προστιθέμενης αξίας κ.λπ.
Όσον αφορά την τάση επέκτασης στον χώρο και προέκτασης στον χρόνο.
Η πρώτη εκφράζεται και με τον πιο ευδιάκριτο τρόπο στην ιμπεριαλιστική διάσταση του καπιταλιστικού συστήματος. Στην τάση που οδηγεί το κεφάλαιο να δρα και πέρα από τα εθνικά του όρια.
Η δεύτερη με την όλο και μεγαλύτερη ενίσχυση του ρόλου του χρηματιστικού κεφαλαίου. Με τα «παράγωγα προϊόντα», το εν γένει εικονικό «χρήμα» που θέλει να καθρεφτίζει τα προσδοκώμενα μελλοντικά κέρδη αλλά και αξιοποιείται για την υποθήκευση «σημερινών» πραγματικών αξιών.
Καθόλου τυχαία αυτές οι δύο τάσεις συμπλέκονται, αλληλοστηρίζονται συναποτελώντας ενιαία στην ουσία έκφραση του καπιταλιστικού συστήματος. Ένα «ζεύγος δυνάμεων», όργανο και όπλο του, που πρόσφερε διεξόδους στο σύστημα, διεύρυνε τον χώρο και τον χρόνο δράσης του κεφαλαίου.
Μόνο που ούτε αυτό είναι χωρίς όρια. Έτσι και εκεί το ζήτημα «επιστρέφει» στις ίδιες απαιτήσεις. Στην αναγκαιότητα αναδιάταξης και αναβάθμισης του επιπέδου παραγωγής και μάλιστα σε κατά πολύ ευρύτερη κλίμακα και με πιο σύνθετα και δισεπίλυτα προβλήματα.
Στο εθνικό, κρατικό πεδίο η αναδιάρθρωση-αναδιάταξη συντελείται υπό όρους κυριαρχίας του μεγάλου κεφαλαίου. Με το κράτος και τους μηχανισμούς να αντιμετωπίζουν τόσο τις «αδράνειες» και τις «τριβές» στα πλαίσια της αστικής τάξης όσο και τις αντιστάσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Το εύρος και η ένταση των αντιπαραθέσεων βρίσκεται σε συνάρτηση με τον κάθε φορά ταξικό-πολιτικό συσχετισμό που κατά κανόνα είναι υπέρ των δυνάμεων του κεφαλαίου.
Στο διεθνές πεδίο τα πράγματα εμφανίζουν σημαντικές διαφορές. Εκεί, το ότι οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις βρίσκονται σε θέση υπεροχής απέναντι στους λαούς και τις χώρες της περιφέρειας είναι ένας σημαντικός παράγοντας αλλά όχι αρκετός.
Η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στο ότι σ’ αυτό το πεδίο δεν υφίσταται ένα ενιαίο κέντρο εξουσίας που να επιβάλει κυριαρχικά τους όρους της αναδιάταξης. Αυτή συντελείται πάντα υπό όρους ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Μια συνθήκη που πέραν των άλλων μπλοκάρει και τις δυνατότητες παραγωγικής, οικονομικής αναβάθμισης. Καθόλου μάλιστα τυχαίο δεν είναι ότι αυτή η «συνάντηση» με τα «όρια» του συστήματος έχει δώσει ήδη δύο παγκόσμιους πολέμους και πλήθος μικρότερων αναμετρήσεων.
Μια ανάλογη κατάσταση βιώνουμε και στις μέρες μας. Ας τη δούμε περισσότερο.

Το κραχ του 2008 και οι αφετηρίες του

Η αφετηρία της μορφής, του χαρακτήρα και των διαστάσεων της σημερινής συνολικής κρίσης του συστήματος βρίσκεται και πάλι στις ανατροπές του 1989-1991. Η ανατροπή των συσχετισμών έδωσε τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να κλιμακώσει την επίθεσή του ενάντια στην εργατική τάξη, να επιβάλει τους όρους του, να διευρύνει τα όρια εκμετάλλευσής της.
Ταυτόχρονα και μέσω της ιμπεριαλιστικής εκστρατείας επανακατάκτησης του κόσμου διαμορφώθηκε ένα πεδίο δράσης και κερδοφορίας του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου που το εύρος του έδειχνε σε πρώτη φάση απεριόριστο.
Παράλληλα διευρύνθηκαν έως και σε επίπεδα ασυδοσίας τα όρια δράσης του χρηματιστικού κεφαλαίου με άμεση υποστήριξη των κυβερνήσεων των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων (βλέπε «απελευθέρωση» της δυνατότητας των τραπεζών να δραστηριοποιούνται σε όλα τα πεδία).
Μόνο που και σ’ αυτό το πεδίο τα πράγματα δεν ήταν όπως υπολογίζονταν (βασικά από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης που είχαν και την πρωτοβουλία κινήσεων στη διαμόρφωση όρων κίνησης των πραγμάτων). Όχι μόνο στο πολιτικό και γεωστρατηγικό πεδίο αλλά και στο οικονομικό άρχισαν να διαμορφώνονται όροι και συσχετισμοί που να θέτουν -πέραν των άλλων- και το πάντα υπαρκτό ζήτημα της ανάπτυξης. Η ανάπτυξη πρωτοπόρων κλάδων, της «νέας οικονομίας» όπως ονομάστηκε (Η/Υ κ.ά.), έδωσε σοβαρές ανάσες αλλά δεν επαρκούσε για μια ολοκληρωμένη απάντηση στο ζήτημα.
Έτσι αυτό που έμενε να «αναπτύσσεται» ραγδαία και μάλιστα σε ανεξέλεγκτα επίπεδα ήταν ο χρηματιστικός τομέας, η «εικονική οικονομία». Αναπτυσσόταν μάλιστα σε βάρος της πραγματικής οικονομίας καθώς τα κεφάλαια στρέφονταν στο πεδίο που εμφάνιζε άμεσα, εύκολα και τεράστια κέρδη. Μόνο που έτσι η διάσταση ανάμεσα στον εμφανιζόμενο όγκο κεφαλαίων και στο τι πραγματικά αντιπροσώπευαν να διευρύνεται σε πρωτοφανέρωτα, τερατώδη και ανεξέλεγκτα επίπεδα.
Με αυτούς τους όρους, το κραχ ήταν απλώς αναπόφευκτο. Το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων στις ΗΠΑ το 2008 θα μπορούσε να συμβεί και λίγο πριν ή λίγο μετά και οπουδήποτε αλλού. Ακριβώς επειδή οι όροι που οδήγησαν σ’ αυτό είχαν μια γενικότερη διάσταση και δεν αφορούσαν μόνο τη δράση των γνωστών «οίκων». Άλλο τόσο αναπόφευκτη απ’ εκεί και πέρα η επέκτασή της στο τραπεζικό σύστημα, το πέρασμα της κρίσης στην πραγματική οικονομία και της «συνάντησής» της με τα προβλήματα που ήδη και αυτή αντιμετώπιζε. Με αυτά τα δεδομένα διαμορφώθηκε μια κατάσταση που δεν μπορούσε να αντιμετωπισθεί πλέον με τα συνήθη τραπεζικά, χρηματιστικά, νομισματικά «εργαλεία». Ούτε και με τις διάφορες κυβερνητικές παρεμβάσεις και διακρατικές συμφωνίες που δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από το να μετατοπίζουν το πρόβλημα στον χρόνο. Το πρόβλημα παραμένει και παροξύνεται συνεχώς.

Σε αναζήτηση διεξόδου

Απέναντι στην κατάσταση που διαμορφωνόταν, πλήθαιναν οι φωνές ακόμα και στα πλαίσια του συστήματος (από οικονομολόγους αλλά και πολιτικούς παράγοντες) για μια διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος.
Ακριβώς επειδή και αυτοί αντιλαμβάνονται (όσο και όπως) ότι το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται με βάση τους όρους που το δημιούργησαν και με τους τρόπους που απλώς το αναπαράγουν. Ότι το χάσμα ανάμεσα στις πραγματικές και τις εικονικές αξίες δεν θεραπεύεται με ημίμετρα αλλά απαιτεί δραστικότερες παρεμβάσεις, ότι η απάντηση βρίσκεται πρώτα και κύρια στην πραγματική οικονομία, την ανάπτυξη της παραγωγής, την αύξηση των πραγματικών αξιών που θα περιορίζουν το χάσμα.
Ταυτόχρονα υποστηρίζονταν και η αναγκαιότητα δραστικών παρεμβάσεων στο άλλο σκέλος της «ψαλίδας» και οι οποίες θα περιστέλανε την ανεξέλεγκτη μεγέθυνση των εικονικών αξιών.
Μια συγκεκριμένη έκφραση αυτών των τάσεων αποτέλεσαν και οι απόψεις για την αναγκαιότητα «κουρέματος» του χρέους των χωρών (του παγκόσμιου χρέους), μια ειδικότερη δηλαδή μορφή παράστασης εικονικών αξιών. Από κοντά επανεμφανίστηκαν και οι απόψεις για την αναγκαιότητα των επενδύσεων και ανάπτυξης των χωρών της περιφέρειας που θα προσέδιδαν ευρύτερη βάση στήριξης στο σύστημα.
Από γενική θεωρητική οικονομική άποψη όλα αυτά φαίνονται λογικά έως αυτονόητα. Όσο το γιατί αυτά τα αυτονόητα δεν εφαρμόζονταν, αυτό αποδιδόταν στην επικράτηση της «νεοφιλελεύθερης» οικονομικής αντίληψης στην πολιτική των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων.
Μια ερμηνεία που παρέκαμπτε (όχι αθώα) τους πραγματικούς όρους και αιτίες του ζητήματος, αλλά παρόλα αυτά αποτέλεσε τη βάση για τη διατύπωση αναθεωρητικών, αστικών και ρεφορμιστικών προτάσεων. Έτσι ή αλλιώς πάντως, τα πράγματα από γενική θεωρητική οικονομική άποψη κάπως έτσι είχαν. Στην πραγματική οικονομία βρίσκονται οι απαντήσεις. Στις (πραγματικές) επενδύσεις. Στις συγκεκριμένες μάλιστα συνθήκες στις επενδύσεις στους πιο προωθημένους και πρωτοποριακούς κλάδους της οικονομίας.
Ένα βασικό στοιχείο της οικονομικής λειτουργίας (και όχι μόνο της καπιταλιστικής), ο βασικός οικονομικός παράγοντας που σηματοδοτεί το πέρασμα από ένα επίπεδο σε ένα άλλο ανώτερο είναι η άνοδος της παραγωγικότητας. Ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις, θα αφήσουμε στην άκρη την μεταβολή των ταξικών κοινωνικών σχέσεων και συνθηκών και τις δυνατότητες που θα μπορούσε να διαμορφώσει μια τέτοια ανατροπή, μια και αυτό αποτελεί ένα πολύ σημαντικό αλλά «άλλο» κεφάλαιο. Ας περιορίσουμε την αναφορά μας στο πώς και με ποιους τεχνικούς και οικονομικούς κατ’ αρχάς όρους τίθεται το ζήτημα σήμερα.
Αν κάνουμε μια «αφαίρεση», αν παρακάμψουμε δηλαδή την πολιτική διάσταση του ζητήματος (στην οποία φυσικά και θα αναφερθούμε στη συνέχεια) θα μπορούσε να ειπωθεί ότι υπάρχουν όλοι οι όροι και προϋποθέσεις για έναν τέτοιο αναπροσανατολισμό. Όροι που έχουν διαμορφωθεί τόσο με βάση τη δεδομένη υπεροχή-κυριαρχία των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων όσο και -πολύ περισσότερο- με την επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη, την εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου από τους ιμπεριαλιστές και τη συσσώρευση που πραγματοποιείται.
Από άποψη κεφαλαίων, στα χαρτοφυλάκια των διαφόρων «οίκων» είναι «εγγεγραμμένα» τεράστια ποσά κεφαλαίων, επαρκή για τις περί ων ο λόγος επενδύσεις. Κεφάλαια μάλιστα που όσο «λιμνάζουν» τόσο και υπόκεινται σε διαδικασία φθοράς και απαξίωσης.
Σε επίπεδο «πραγματικού» κεφαλαίου οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις κατέχουν, ελέγχουν, κυριαρχούν στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού δυναμικού της ανθρωπότητας.
Έχουν τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους των πηγών ενέργειας και πρώτων υλών και των δρόμων μεταφοράς τους.
Έχουν επιβάλλει τον έλεγχο του παραγωγικού δυναμικού (έως και σε επίπεδα ιδιοποίησης) και γενικότερα της οικονομίας στο σύνολο σχεδόν των χωρών της περιφέρειας. Αλλά και στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες και στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις έχουν συντρίψει σε σημαντικό βαθμό τις μικρές-«ενδιάμεσες» επιχειρήσεις σε μια πορεία συγκέντρωσης συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.
Έχουν κατορθώσει να αποσυγκροτήσουν σε καθοριστικό βαθμό την εργατική τάξη και να έχουν έτσι στη διάθεσή τους ένα τεράστιο (σε παγκόσμια κλίμακα) εργατικό δυναμικό. Ένα δυναμικό αφοπλισμένο σε τέτοιο βαθμό ώστε να δίνει στο κεφάλαιο τη δυνατότητα χρησιμοποίησής του με όρους της πιο άγριας εκμετάλλευσης.
Ταυτόχρονα υπάρχουν όλες οι αναγκαίες επιστημονικές τεχνολογικές προϋποθέσεις και το αντίστοιχο επιστημονικό τεχνικό προσωπικό. Αυτές οι δυνατότητες ήδη καταδείχνονται στις όποιες επενδύσεις πραγματοποιούνται και πολύ περισσότερο αυτές που γίνονται σε πρωτοποριακούς τομείς που δείχνουν τις ακόμη μεγαλύτερες δυνατότητες και προοπτικές που αντικειμενικά υπάρχουν.
Μόνο που αυτή η «καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων» και η δημιουργία «παρθένου εδάφους» (για να χρησιμοποιήσουμε τους γνωστούς όρους) δεν έχει και τόσο νόημα αν οι μη καταστρεφόμενες (αλλά ισχυροποιούμενες) δυνάμεις δεν ενεργοποιηθούν επενδυτικά. Το «παρθένο έδαφος» θα παραμείνει παρθένο και αναξιοποίητο χωρίς αυτή την συνθήκη.
Όλα αυτά δεν αποτελούν «άγνωστο τόπο» για τους παράγοντες του συστήματος και ούτε κι εμείς νομίζουμε ότι κομίζουμε γλαύκαν. Το ερώτημα βρίσκεται στο γιατί δεν δίνονται οι απαντήσεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται αυτονόητες.
Η απάντηση στο ερώτημα βρίσκεται σε ένα διαφορετικό πεδίο. Ένας τέτοιος αναπροσανατολισμός της λειτουργίας των κατευθύνσεων και ιεραρχήσεων του συστήματος δεν είναι (δεν ήταν ποτέ) ζήτημα «τυπικής» λογικής. Δεν είναι ζήτημα απλά τεχνικού ή οικονομικού και μόνο χαρακτήρα. Είναι ένα ζήτημα βαθύτατα και ουσιαστικότατα πολιτικό. Ας εξηγηθούμε.

Ένα -όχι και τόσο οικονομικό- ζήτημα

Ένας πρώτος και αναγκαίος αναπροσανατολισμός θα αφορούσε την μετατόπιση του κέντρου βάρους (και των ροών κεφαλαίου) από το χρηματιστικό στο παραγωγικό κεφάλαιο (την πραγματική οικονομία). Ένα πρώτο εμπόδιο εδώ αποτελεί η αντίθεση τού -έτσι κι αλλιώς- ισχυρού χρηματιστικού κεφαλαίου. Το κύριο ωστόσο βρίσκεται αλλού.
Βρίσκεται το ότι ο δεσπόζων ρόλος του χρηματιστικού κεφαλαίου, η παγκόσμια δομή στη βάση της οποίας κινείται, βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση και υπηρετεί (σε αμφίδρομη σχέση) την ιμπεριαλιστική διάσταση του συστήματος, τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Το πλέγμα μέσα στο οποίο και μέσα από το οποίο κινείται, οι διάφοροι μηχανισμοί όπως το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, οι διάφοροι «οίκοι αξιολόγησης», το τραπεζικό σύστημα συνολικά, είναι συγκροτημένοι στα μέτρα των επιδιώξεων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ένα πλέγμα που υπηρετεί και διασφαλίζει τη ροή των κεφαλαίων και των πραγματικών αξιών «εκ των κάτω προς τα άνω». Ταυτόχρονα ένα πλέγμα διαμορφωμένο στη βάση συγκεκριμένων κατανομών και μιας συγκεκριμένης «ιεραρχίας». Μιας ιεραρχίας που στη βάση της βρίσκονται η εργατική τάξη, οι λαοί, οι οικονομίες των χωρών της περιφέρειας και στην κορυφή της η Γουόλ Στρητ και το Σίτυ, ενώ οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην ενδιάμεση κλίμακα και η κάθε μια «στη σειρά της».
Με βάση αυτά τα δεδομένα αναδείχνονται εδώ δύο κυρίως ζητήματα.
Το πρώτο συνδέεται με το ότι καμιά ιμπεριαλιστική δύναμη δεν θα ήθελε τη διάλυση μιας δομής που στηρίζει την οικονομική (και όχι μόνο) κυριαρχία τους και τη «ροή» αξιών που προαναφέρθηκε. Ταυτόχρονα δεν είναι καθόλου διασφαλισμένο (το αντίθετο θα λέγαμε) ότι ένας συνολικός αναπροσανατολισμός θα μπορούσε να γίνει χωρίς να θέσει σε κίνδυνο αυτή τη σχέση πραγμάτων.
Γι’ αυτό ακριβώς και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που δυσφορούν και αντιδρούν στον τρόπο λειτουργίας και κατανομών αυτού του πλέγματος, αυτό που επιδιώκουν δεν είναι η κατάργησή του αλλά η αναθεώρηση της λειτουργίας του με αντίστοιχες αναπροσαρμογές και ανακατανομές. Ένα πρόβλημα που συνδέεται με το δεύτερο πρόβλημα που τίθεται.
Οι οποιεσδήποτε -σημαντικές εννοείται- αναπροσαρμογές και ανακατανομές αν πραγματοποιούνταν είναι προφανές ότι θα έθιγαν τις υπάρχουσες κατανομές και τη δεδομένη «ιεραρχία». Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν είναι καθόλου διατεθειμένες να αποδεχτούν οι δυνάμεις που στις σημερινές συνθήκες έχουν το πλεονέκτημα. Από την άλλη μεριά, οι δυνάμεις που αντιδρούν δεν είναι σε θέση -για την ώρα τουλάχιστον- να επιβάλουν τους δικούς τους όρους. Εδώ βρίσκονται και ορισμένοι από τους λόγους για τους οποίους το εγχείρημα των BRICS λ.χ. δεν προχωράει πέρα από ορισμένα σημεία.
Με αυτά τα δεδομένα αυτό που εκτυλίσσεται στην πράξη είναι ο άγριος ανταγωνισμός και σ’ αυτό το πεδίο. Ένας πραγματικός πόλεμος κεφαλαίων που μαίνεται ανάμεσά τους και ήδη έχει περάσει και στο νομισματικό πεδίο και με τη χρήση όλων των εργαλείων που διαθέτουν. Τις «αξιολογήσεις», τις υποτιμήσεις και ανατιμήσεις νομισμάτων, την εκτύπωση νομισμάτων από τις κεντρικές τράπεζες, τα επιτόκια, τα σπρεντ κ.λπ. Ένας πόλεμος που αποτελεί μέρος και έκφραση του συνολικότερου ανταγωνισμού και που αποτελεί ένα αξεπέραστο εμπόδιο για διευθετήσεις και αναπροσαρμογές καθοριστικού χαρακτήρα στο διεθνές χρηματιστικό πλέγμα.
Αυτός ο ανταγωνισμός και όπως έχει κιόλας αναφερθεί, εκτείνεται σε όλα τα πεδία. Στο πεδίο ελέγχου των πηγών ενέργειας και πρώτων υλών και των δρόμων μεταφοράς τους. Ένα πεδίο μάλιστα που έχει προκαλέσει άμεσες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και ένοπλες συγκρούσεις σε μια σειρά χώρες. Για την ώρα οι συγκρούσεις ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές γίνονται μέσω «αντιπροσώπων», υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, όπως Ουκρανία, Συρία, που «πλησιάζουν» επικίνδυνα η μία την άλλη.
Αντίστοιχα εντείνεται και ο εμπορικός ανταγωνισμός, ο «πόλεμος των αγορών» στον οποίο χρησιμοποιούνται όλα τα μέσα. Οι ίδιες οι κυβερνήσεις των ιμπεριαλιστικών χωρών λειτουργούν ως ντίλερ των συμφερόντων των εταιρειών τους μέσω διακρατικών συμφωνιών. Συμφωνιών στη βάση αμοιβαίων συμφερόντων πολιτικοοικονομικού χαρακτήρα ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές χώρες όπως λ.χ. για την κατασκευή αγωγού που συνδέει τη Ρωσία με τη Γερμανία. Συμφωνιών ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και τις πιο αδύναμες χώρες στις οποίες καθοριστικό ρόλο έχουν οι πιέσεις και εκβιασμοί που ασκούνται από τις πρώτες στις δεύτερες. Αλλά και ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες το στοιχείο των πιέσεων που μπορεί κατά περίπτωση να ασκεί η μια στην άλλη βρίσκεται συνεχώς στην ημερήσια διάταξη, όπως και τα χτυπήματα «κάτω από τη μέση». Οι πιέσεις των ΗΠΑ λ.χ. στην Κίνα για ανατίμηση του γιουάν δεν έχει μόνο τη νομισματική αλλά και την εμπορική του πλευρά. Αντίστοιχα οι πιέσεις στη Γερμανία για «χαλάρωση» της σφιχτής οικονομικής πολιτικής κ.λπ.
Τα εμπορικά «αντίποινα» ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές χώρες (ακόμη και «σύμμαχες» κατά τα άλλα, όπως ΗΠΑ-Ευρώπη), οι δωροδοκίες ή οι επιλεκτικές «αποκαλύψεις» σκανδάλων. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ο αποκλεισμός της Ρωσίας για πολλά χρόνια από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) αλλά και οι οικονομικές «κυρώσεις» που της επιβάλλονται με κάθε αφορμή.

Το οικονομικό-πολιτικό αδιέξοδο

Ας περάσουμε όμως στο κρίσιμο ζήτημα των επενδύσεων στην πραγματική οικονομία. Αυτό που αποτελεί τον -οικονομικό- όρο για έξοδο του συστήματος από την -οικονομική κατ’ αρχάς- κρίση του. Όπως μας δείχνουν οι εξελίξεις στο πεδίο σειράς προϊόντων χαμηλού κόστους και όχι πολύ υψηλών τεχνοεπιστημονικών απαιτήσεων και προδιαγραφών, στην παγκόσμια αγορά έχουν εισέλθει μια σειρά δυνάμεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Κίνα που σ’ αυτό βάσισε την οικονομική της εκτίναξη και από κοντά χώρες όπως η Ινδία, η Βραζιλία, η Ν. Κορέα κ.ά.
Οι παραδοσιακές ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις διατηρούν ακόμη τον πρώτο λόγο στα προϊόντα προωθημένης τεχνολογίας και υψηλής προστιθέμενης αξίας, ωστόσο δέχονται πλέον διπλή πίεση. Τόσο αυτής που όπως αναφέρθηκε ασκείται στο πεδίο της αγοράς προϊόντων χαμηλού κόστους όσο και της απειλής τού ότι ορισμένες τουλάχιστον δυνάμεις δείχνουν ικανές να προχωρήσουν σε ένα πιο αναβαθμισμένο τεχνοεπιστημονικά επίπεδο παραγωγής (ένας βασικός λόγος για τον αποκλεισμό της Ρωσίας από τον ΠΟΕ ήταν ακριβώς το ότι η Ρωσία διέθετε τέτοιες δυνατότητες). Η διατήρηση της ηγετικής και αντίστοιχα κερδοφόρας θέσης τους στην παγκόσμια αγορά με βάση «καθαρά» οικονομικά κριτήρια, συναρτάται με το κατά πόσο θα μπορέσουν να προχωρήσουν στην παραγωγή προϊόντων με βάση τα οποία θα διατηρούν ή και διευρύνουν τις αποστάσεις από τους άλλους μετέχοντες στην παγκόσμια αγορά.
Όπως προαναφέρθηκε έχουν από γενική άποψη τα φόντα να προχωρήσουν σε μια τέτοια κατεύθυνση πραγματοποιώντας τον αναγκαίο αναπροσανατολισμό. Εδώ αναδείχνονται ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τόσο τις επενδύσεις καθαυτές όσο και τις αγορές που θα τις «υπηρετήσουν».
Είναι φανερό πως εδώ δεν πρόκειται για παραρτήματα πολυεθνικών που μπορούν να μεταφέρονται (και να αποσύρονται) σε περιοχές χαμηλού εργατικού κόστους και άλλων πλεονεκτημάτων (που κι αυτές χρειάζονται τις διασφαλίσεις τους). Εδώ πρόκειται για επενδύσεις πολύ υψηλού κόστους και οι οποίες έχουν στρατηγικό, οικονομικό (και όχι μόνο) χαρακτήρα. Επενδύσεις που απαιτούν πολύ ισχυρότερη διασφάλιση. Τέτοια που μπορεί να υπάρχει είτε στο μητροπολιτικό έδαφος ή σε απόλυτα ελεγχόμενες πολιτικά (και στρατιωτικά) περιοχές.
Ταυτόχρονα και όσον αφορά το μέγεθος των επενδύσεων απαιτούν ένα κόστος πλανητικών θα μπορούσε να ειπωθεί διαστάσεων. Αυτό σημαίνει κατ’ αρχάς ένα πράγμα. Το ότι ο χρόνος απόσβεσης, απόδοσης, κερδοφορίας, ανακεφαλαιοποίησης που απαιτείται είναι κατά πολύ μεγαλύτερος του συνήθους.
Όλα αυτά ωστόσο μόνο με τη διασφάλιση μιας αντίστοιχα πλανητικών διαστάσεων αγοράς μπορούν να πραγματοποιηθούν. Τέτοιου είδους διασφάλιση ωστόσο δεν μπορεί να υπάρξει στη βάση οικονομικών και μόνο όρων αλλά απαιτεί πολιτικές και στρατιωτικές «εγγυήσεις» (το πάθημα της Κίνας στην Λιβύη είναι ένα μάθημα που οι δυτικές τουλάχιστον ιμπεριαλιστικές δυνάμεις το έχουν εμπεδώσει εδώ και αιώνες).
Και εδώ, όπως και παλιότερα έχουμε αναφερθεί, είναι που «ξανασυναντάται» η οικονομία με την πολιτική, που στη δική μας τουλάχιστον αντίληψη δεν νοούνται διαχωρισμένες.
Στον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που παροξύνεται συνεχώς στα πλαίσια της αναδιάταξης δυνάμεων. Το όλο ζήτημα τίθεται στη βάση συγκεκριμένων συναρτήσεων.
Οικονομική εκτίναξη και συνεπώς διέξοδος για το σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο στη βάση μιας αποφασιστικής στροφής στην πραγματική οικονομία και ειδικότερα σε επενδύσεις στους πιο προωθημένους κλάδους, στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα, δηλαδή στην άνοδο της παραγωγικότητας που αποτελεί και το «κλειδί».
Αυτή η στροφή δεν μπορεί να γίνει ολοκληρωμένη παρά μόνο με τον όρο μιας αναδιανομής των αγορών που θα διασφαλίζει την απόσβεση, απόδοση αυτών των επενδύσεων σε βάθος χρόνου.
Αυτή η αναδιανομή δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο σε συνάρτηση με τη συντελούμενη αναδιάταξη δυνάμεων ή αλλιώς του ξαναμοιράσματος του κόσμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Αυτό το ξαναμοίρασμα δεν μπορεί να γίνει στη βάση συμφωνιών. Πραγματοποιείται (όσο και όπως) στη βάση ενός οξύτατου ανταγωνισμού σε όλα τα πεδία που φθάνει έως και σε ένοπλες -έμμεσες για την ώρα- αναμετρήσεις.
Μόνο που ακόμα και έτσι οι «λύσεις» που δίνονται (αν μπορούν να ονομαστούν έτσι) είναι περιορισμένου χαρακτήρα. Το πρόβλημα παραμένει αναπάντητο και είναι αυτή η σχέση πραγμάτων που συνιστά ένα αναπαραγόμενο και οξυνόμενο συνεχώς αδιέξοδο του συστήματος.
Και εδώ χρειάζεται να ξεκαθαριστεί ένα ζήτημα.
Ανεξάρτητα από το πώς ερμηνεύει, χαρακτηρίζει κανείς τη συνολική ή έστω την οικονομική κρίση του συστήματος. Εκείνο που με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι πως η διέξοδος απ’ αυτήν (ό,τι κι αν θεωρεί κανείς σαν διέξοδο) εκεί που «σκοντάφτει» δεν είναι τα «οικονομικά» δεδομένα του ζητήματος. Είναι, όπως τουλάχιστον καταδείχνεται σ’ αυτή την τοποθέτηση, τα πολιτικά. Αυτό ορίζει και το πώς κατά κύριο λόγο οφείλεται να αντιμετωπίζεται από τη μεριά του κινήματος.
Ένα αδιέξοδο που «δυσκολεύεται» σήμερα να το αντιμετωπίσει με τους «πολιτικούς» τρόπους που το αντιμετώπισε σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους. Θυσιάζοντας δηλαδή μερικές δεκάδες (ή και εκατοντάδες πλέον) εκατομμύρια ανθρώπων σε μια συνολική αναμέτρηση που θα «διευθετούσε» τα πράγματα. Ο κίνδυνος της αμοιβαίας και ολοκληρωτικής καταστροφής και των καπιταλιστικών δυνάμεων παραμένει -για την ώρα τουλάχιστον- καθοριστικός αποτρεπτικός παράγοντας.

Οι κίνδυνοι που μας απειλούν

Εδώ και σε σχέση με αυτό μπαίνει ένα ερώτημα. Αυτή η πυρηνική «ισορροπία» (βασικά ανάμεσα σε ΗΠΑ-Ρωσία)- διασφαλίζει την ανθρωπότητα από τον κίνδυνο ενός πυρηνικού ολέθρου;
Οπωσδήποτε αυτή η «ισορροπία του τρόμου» αποτελεί έναν παράγοντα που φρενάρει-αναστέλλει τις όποιες φιλοπόλεμες διαθέσεις.
Μπορούν ωστόσο οι λαοί και συνολικά η ανθρωπότητα να επαναπαύονται σ’ αυτό;.
Στην απάντηση στο ερώτημα θα πρέπει να συνυπολογιστούν ορισμένοι παράγοντες.
Η φύση του συστήματος με βάση την οποία η αναζήτηση «λύσεων» και «διεξόδων» πολεμικού χαρακτήρα αποτελεί συστατικό της στοιχείο.
Στο γεγονός ότι τα αδιέξοδα του συστήματος ασκούν πολύ ισχυρές πιέσεις στην κατεύθυνση αναζήτησης διεξόδου.
Στο ότι η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων θέτει πλέον το ζήτημα για κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη με όρους του ποιος ποιον.
Στην αδυναμία εξεύρεσης απαντήσεων που να γεφυρώνουν τα χάσματα, μια και «ουδέτερες» λύσεις δεν υπάρχουν.
Στο δεδομένο ότι οι κρίσιμες αποφάσεις παίρνονται με πολιτικά κριτήρια και τα οποία διαμορφώνονται με βάση όλες αυτές τις εντεινόμενες πιέσεις.
Το ότι, όπως μας δείχνει η ιστορία, οι ανάλογης κλίμακας αναμετρήσεις δεν ξεκίνησαν όταν μια (ή κάποιες) ιμπεριαλιστική δύναμη είχε διασφαλισμένη (ακόμη και αν το νόμιζε) την επικράτησή της.
Αν το μεταφέρουμε αυτό στις σημερινές συνθήκες μπορούμε άραγε να αποκλείσουμε την περίπτωση όπου μια πυρηνική δύναμη θα προχωρήσει σε πυρηνικό χτύπημα θεωρώντας ότι έχει αποκτήσει πλεονέκτημα επικράτησης; Ή αντίστροφα, να προχωρήσει σε κάτι τέτοιο για να αποτρέψει την απόκτηση πλεονεκτήματος από τον αντίπαλο;
Ήδη άλλωστε έχουμε συγκεκριμένες εκφράσεις και των δύο εκδοχών του πράγματος.
Η πρώτη αφορά κατά κύριο λόγο τις ΗΠΑ. Ήδη από το 1945 και την απόκτηση της ατομικής βόμβας υπήρξαν τάσεις στο ηγετικό επίπεδο των ΗΠΑ που υποστήριζαν τη χρησιμοποίησή της ενάντια στην ΕΣΣΔ και ενόσω οι ΗΠΑ είχαν το μονοπώλιο. Αλλά και όταν υπήρξε η ισορροπία στις ΗΠΑ δεν σταμάτησαν στιγμή να αναζητούν τρόπου που θα έκαναν τον πυρηνικό πόλεμο «εφικτό» και νικηφόρο για τις ΗΠΑ.
Η βάση μιας τέτοιας λογικής δεν είναι απλά ο παραλογισμός ορισμένων κύκλων αλλά η τάση των ΗΠΑ να διεκδικούν την παγκόσμια κυριαρχία «αξιοποιώντας» την υπεροχή τους σε όλους σχεδόν τους τομείς.
Από την άλλη μεριά έχουμε το τελευταίο διάστημα δηλώσεις της ρωσικής πλευράς ότι η Ρωσία έχει αποφασίσει να χρησιμοποιήσει ακόμη και πρώτη το πυρηνικό όπλο «αν χρειαστεί» για την υπεράσπιση των συμφερόντων της. Ας σημειωθεί ότι τέτοιου είδους δήλωση γίνεται για πρώτη φορά από αυτή την πλευρά μια και από τη μεριά της Σ.Ε. επανειλημμένα είχε διακηρυχθεί ότι η Σ.Ε. πότε δεν θα χρησιμοποιήσει πρώτη πυρηνικά όπλα. Μια δέσμευση που ποτέ δεν δηλώθηκε από μεριάς ΗΠΑ.
Πέρα από αυτά υπάρχει ένας παράγοντας για την εξέλιξη του οποίου δεν μπορούν να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις. Δεν αποτελεί μυστικό ότι ΗΠΑ, Ρωσία και από κοντά (όσο μπορούν) και άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν μπει σε μια κούρσα αναζήτησης όλο και πιο προηγμένων επιθετικών και «αμυντικών» υποτίθεται όπλων. Λέμε υποτίθεται μια και το ενδεχόμενο διασφάλισης της «άμυνας» μιας πυρηνικής δύναμης αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς παράγοντες ενθάρρυνσης των επιθετικών της τάσεων. Το αν σ’ αυτή την κούρσα μια δύναμη αποκτήσει ή θεωρήσει ότι έχει αποκτήσει μια τέτοια υπεροχή και το πώς θα την χρησιμοποιήσει δεν είναι κάτι που μπορεί να απαντηθεί.
Εδώ βρισκόμαστε. Αυτές είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες κινούνται οι εξελίξεις. Αυτές οι βασικές τάσεις και δυνάμεις που διαμορφώνουν τους όρους και την προοπτική τους. Αυτοί οι κίνδυνοι που μας απειλούν. Σ’ αυτά είναι που οφείλονται απαντήσεις.

 

Αναζήτηση

Κατηγορίες