02 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020

Η ΕΕ του «κοινού» δανεισμού δεν παύει να είναι η ΕΕ των ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων, των ανισοτήτων και των ιστορικών ορίων

 Είναι αλήθεια ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ έσπασε το «ταμπού» του κοινού δανεισμού, με εκκίνηση το λεγόμενο Ταμείο Ανάκαμψης. Το ζήτημα για το οποίο γράφτηκαν και ειπώθηκαν τόσα πράγματα κατά την περίοδο της πρώτης χρήσης χρέους στην ευρωζώνη…

 Όλες οι χώρες της ΕΕ –σύμφωνα με τη μαραθώνια σύνοδο- δανείζονται λοιπόν κοινά, εγκαινιάζοντας ένα είδος ευρωομόλογου αφού στο όνομά τους η ευρωπαϊκή επιτροπή (Κομισιόν) θα δανείζεται τα κεφάλαια από τις παγκόσμιες αγορές. Αυτό αποτελεί έναν συμβιβασμό και από μεριάς της Γερμανίας, ένα θεληματικό βήμα, καθώς στο γερμανικό κυβερνητικό επιτελείο ωρίμαζε η σκέψη –ακόμα και ο Σόιμπλε με μία έννοια το προανήγγειλε- για μια πιο ευέλικτη στάση.

Αυτή η προσαρμογή είναι απότοκος της διαπίστωσης, όχι μόνο μέσω των δηλώσεων Λαγκάρντ για τη μεγαλύτερη ύφεση  στην ιστορία της ΕΕ ακόμα και προ… κορονοϊού,  αλλά συνάγεται και από τα ίδια τα στοιχεία των Γερμανών που έδειχναν σαφή και επίμονη πτώση της μεταποιητικής δραστηριότητας και των κερδών της γερμανικής βιομηχανίας την περίοδο του κορονοϊού σε μια αλληλοεξαρτώμενη –ακόμη και με όρους ιεραρχικής υποταγής- ενιαία αγορά.

Το παράδειγμα της παράλυσης της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας από το σταμάτημα της παραγωγής στις επιχειρήσεις του ιταλικού βορρά που την προμήθευαν με ανταλλακτικά είναι χαρακτηριστικό. Από την άλλη, μία αδυναμία της ΕΕ να βρει έναν στοιχειώδη κοινό βηματισμό (ακόμα και μέσα από αμοιβαίους επώδυνους συμβιβασμούς) θα ήταν καταστροφική για το οικονομικό και κατ’ επέκταση γεωπολιτικό της όχημα, δηλαδή την ΕΕ!

Ο πρώτος (γαλλογερμανικός συμβιβασμός)

Συνεπώς ο πρώτος επώδυνος συμβιβασμός, περισσότερο ίσως για τη Γαλλία καθώς το γερμανικό ιθύνον επιτελείο είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του, ήταν η πρώτη συν-απόφαση για το Ταμείο Ανάκαμψης. Προέβλεπε έναν συνδυασμό τρία προς… ένα όσον αφορά τα κεφάλαια των επιχορηγήσεων που θα παρέχονταν στις χώρες της ΕΕ σε σχέση με τα δάνεια. Η Γαλλία είχε ζητήσει βέβαια να είναι «όλα» επιχορηγήσεις.

Θεωρήθηκε –όχι αβάσιμα- ότι, συνδυαστικά με τον Πολυετή –μέχρι το 2027- αναθεωρημένο Κοινό Προϋπολογισμό ύψους 1.204 δισ., με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και επαναγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, τη βελτίωση των όρων δανεισμού για τις χώρες της εξαρτημένης περιφέρειας κ.λπ., με  αυτό το βήμα-εργαλείο η ΕΕ θα μπορούσε ρεαλιστικά και όχι μόνο σε επίπεδο διακηρύξεων να αντιμετωπίσει με έναν στοιχειώδη ενιαίο τρόπο την κρίση (του κορονοϊού) μέσα στην (γενικότερη) κρίση.

Ένα ακόμη στοιχείο που διακρίνει βέβαια και τον δεύτερο συμβιβασμό που ακολούθησε ήταν οι όροι της συμμετοχής στο κοινό Ταμείο να κατανέμονται ανάλογα με την οικονομική δύναμη των κρατών, ενώ οι χορηγήσεις να διανέμονται σε σχέση με το πόσο έχει πληγεί η οικονομία της κάθε χώρας, ακόμα και αν χρειάζεται αναθεώρηση εκ νέου. Βέβαια σπεύδουν ήδη Γαλλία και Γερμανία να αναθεωρήσουν «επί τα χείρω» τις οικονομικές τους επιδόσεις και καταστρώνουν σχέδια απορρόφησης μεγαλύτερων ποσών!

Από πρώτη άποψη, λοιπόν, η αρχική συμφωνία για το Τ.Α. αποπνέει ένα είδος αντιμετώπισης των ανισοτήτων. Φυσικά ο ιμπεριαλιστικός πυρήνας της ΕΕ δεν ενδιαφέρεται για την ισόρροπη ανάπτυξη, αλλά πρωτίστως για τα κέρδη του (βιομηχανικά, εμπορικά, χρηματοοικονομικά) που δεν μπορούν να πραγματωθούν σε εξαντλημένες και διαλυμένες αγορές. Φυσικά, όλα είναι ακόμα σχέδια καθώς η υλοποίησή τους θα διευρύνει παρά θα μειώσει την ανισομέρεια στην ΕΕ και όχι μόνο για τις «τυπικές» περιπτώσεις. Οι ανησυχίες Ισπανών και Ιταλών είναι ενδεικτικές.

Το πρόβλημα βέβαια των πόρων (κεφαλαίων) και της πηγής τους ήταν από τα ζητήματα που δεν είχαν απαντηθεί και από τον πρώτο συμβιβασμό. Τα χρήματα που θα διοχετευτούν σε κάθε χώρα θα προέλθουν από δανεισμό που θα κάνει συγκεντρωτικά η Ε.Ε. Ο δανεισμός αυτός θα εξοφληθεί στο μέλλον, από έσοδα τα οποία δεν έχει προσδιοριστεί επακριβώς από πού θα προέλθουν. Συμφωνήθηκε ότι θα χρησιμοποιηθούν νέες κατηγορίες εσόδων της Ε.Ε. (οι λεγόμενοι ίδιοι πόροι), όπως φόροι σε προϊόντα και δραστηριότητες που επιβαρύνουν το περιβάλλον, ψηφιακοί και εμπορικοί φόροι, αλλά πιο συγκεκριμένες αποφάσεις παραπέμφθηκαν σε μελλοντική φάση. Υπάρχουν ερωτήματα για το χρηματοδοτικό εργαλείο (που καλύπτει το 80% των αναζητούμενων πόρων του Τ.Α.), το ρόλο και τη μεσολάβηση της ΕΚΤ κ.λπ.

Ο δεύτερος συμβιβασμός

Η αντιπαράθεση με τους περίφημους «τέσσερις φειδωλούς» έδειξε από τη μια την αδυναμία του γαλλογερμανικού συμβιβασμού να καλύψει το ζήτημα, ενώ βέβαια μέσω της αντίδρασης των «φειδωλών» καλύπτονται και οι αστικές μερίδες –βασικά μέσα στη Γερμανία- που είχαν πρόβλημα και με τον πρώτο γαλλογερμανικό συμβιβασμό. Η ίδια δηλαδή η βάση της συμφωνίας κατέδειξε αυτοστιγμεί με το που ανακοινώθηκε τα… όριά της. Χρειάστηκαν βέβαια πολλές, πολλές… στιγμές για να καταλήξουν στην αλλαγή του μείγματος, όπου οι επιχορηγήσεις περίπου ισορρόπησαν με τα δάνεια που θα απαιτούνταν για τη συγκρότηση του Τ.Α.

Είναι φανερό ότι η ενίσχυση του κομματιού της δανειοδότησης έναντι των επιχορηγήσεων αποβαίνει πιο δύσκολη για τις εξαρτημένες και υπερχρεωμένες χώρες της ΕΕ. Και όχι μόνο. Χώρες όπως η Ιταλία, Ισπανία, ακόμη και η Γαλλία δηλώνουν την απαρέσκειά τους γι’ αυτή την ανακατανομή. Ωστόσο δεν είναι αυτό το μόνο γκρίζο σημείο της συμφωνίας.

Βέβαια δεν θεσμοθετήθηκε το βέτο και υιοθετείται η λεγόμενη «αναθεωρημένη κλείδα», που σημαίνει ότι αν τα πράγματα γίνονται δυσμενέστερα σε σχέση με το ΑΕΠ μιας χώρας (αν, π.χ., αυξάνεται η ανεργία ή πέφτει το ΑΕΠ), η ενίσχυση θα αναθεωρείται προς μεγαλύτερα ποσά. Ωστόσο αυτή η διαδικασία δεν θα είναι τόσο απλή.

Τα όρια της συμφωνίας

Στο μέλλον και στην πράξη αναμένεται να δοκιμαστεί και ο μηχανισμός έγκρισης των προγραμμάτων τα οποία θα καταθέτει κάθε χώρα για να χρηματοδοτηθεί. Η απόφαση προβλέπει ότι το σχέδιο θα εγκρίνεται από την Κομισιόν, η οποία θα το προωθεί για έγκριση στην Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, η οποία αποτελείται από τους εθνικούς εκπροσώπους που προετοιμάζουν τις εργασίες του συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε. (ΕΚΟΦΙΝ). Εάν κάποια χώρα έχει αντιρρήσεις για το σχέδιο κάποιας άλλης, τότε το σχέδιο θα παραπέμπεται στο συμβούλιο υπουργών, όπου η απόφαση θα λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία. Αυτό σημαίνει ότι μια χώρα θα έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει για κάποιο χρονικό διάστημα το εθνικό σχέδιο κάποιας άλλης, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για το όλο πρότζεκτ.

Συνολικά η συμφωνία της τελευταίας Συνόδου εμπεριέχει έναν γενικότερο συμβιβασμό στην κατάληξή του όμοιο αναλογικά με τους  κρίσιμους συμβιβασμούς της τελευταίας δεκαετίας μέσα στην ΕΕ όπου  αναδεικνύονται τα όρια  του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού συνασπισμού.

Είναι φανερό ότι η διπλή κρίση που σήμερα αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ (καταγράφονται τεράστια ποσοστά ανεργίας λίγο πριν λήξει το αντίστοιχο αμερικάνικο πρόγραμμα στήριξης, ενώ σταθερά αυξάνονται κρούσματα και νεκροί από τον κορονοϊό) αποβαίνει θετική για την ΕΕ, αν και στην ΕΕ δεν δαπανήθηκαν ή πρόκειται να δαπανηθούν τέτοιους μεγέθους κεφάλαια.

Το διακριτικό στοιχείο των ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας, ο πιο έντονος δηλαδή -αν και αρκετά φαλκιδευμένος τα τελευταία χρόνια- δημόσιος χαρακτήρας τους σε σχέση με τις ΗΠΑ, πάντα σε συνέργεια με την πολιτική του lockdown που εφαρμόστηκε, δίνει ένα θετικό προβάδισμα σταθερότητας στην Ευρώπη, που αποτυπώνεται και στις προτιμήσεις των οίκων για τις ευρωπαϊκές μετοχές, ως πιο φερέγγυες. Η φερεγγυότητα αυτή όμως θα δοκιμαστεί σε ένα πιθανό δεύτερο κύμα της πανδημίας και είναι, να το πούμε, βραχείας λήξης. Η συμφωνία έρχεται να επικυρώσει σε ένα δεύτερο επίπεδο την εικόνα μιας ΕΕ που μπορεί να σταθεί στα πόδια της αφού αντιμετώπισε καλύτερα το πρώτο κύμα της πανδημίας

Η δεσμευτική ρήτρα –περίπου στο 40%- των επιχορηγήσεων που πρέπει να κατευθυνθούν σε συγκεκριμένους τομείς (ψηφιοποίηση, αποκατάσταση ρυπογόνων πρώτων υλών, η λεγόμενη «πράσινη οικονομία» κ.λπ.) αντικειμενικά ευνοούν τις επενδύσεις των πιο αναπτυγμένων χωρών του ιμπεριαλιστικού πυρήνα (άρα, με αυτή την έννοια, αυτές οι παροχές θα επιστρέψουν στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις προσαυξημένες), ωστόσο ο ανταγωνισμός για τη διεκδίκηση των αγορών δεν πρόκειται να λείψει και εντός της ΕΕ. Ο μηχανισμός αντιμετώπισης των ενστάσεων στον οποίο έγινε πιο πάνω αναφορά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εντείνει την αντιπαράθεση μέσα στην ΕΕ.

Η, με κάποιον τρόπο, αποδοχή της αμοιβαιοποίησης του χρέους (τουλάχιστον του χρέους που δημιούργησε η πανδημία και το lockdown) από τη μια συντείνει στην εικόνα ενιαίας αντιμετώπισης, από την άλλη όμως τοποθετεί στο… κάδρο της δανειοδότησης χώρες που αντιμετώπιζαν την έκθεση σε δάνεια με απαξίωση όταν αφορούσαν, π.χ., περιπτώσεις όπως η ελληνική.

Η «τρύπα», δε, του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος (μεγάλη έκθεση των ιταλικών τραπεζών σε κόκκινα δάνεια, των γαλλικών σε αμοιβαία εταιρικά κεφάλαια, μεγάλη αφανή επέκταση των γερμανικών τραπεζών κ.λπ.) είναι μια βόμβα στα θεμέλια της ευρωζώνης.

Η νέα συμφωνία για το Τ.Α. δεν μπορεί όλα αυτά να τα υπερκεράσει. Μπορεί να τα μεταθέσει στο μέλλον. Ποιο όμως είναι αυτό;  

Δημήτρης Μάνος   

Αναζήτηση
Κανάλι στο YouTube
Κατηγορίες
Βιβλιοπωλείο-Καφέ

Γραβιάς 10-12 - Εξάρχεια
Τηλ. 210-3303348
E-mail: books@ektostonteixon.org