Εκατό συν ένα χρόνια

Διανύουμε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο. Μια περίοδο που βαρύνεται με τις συνέπειες της ήττας του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος. Της ήττας των λαών. Μια περίοδο που θέτει μεγάλα και σύνθετα ερωτήματα και τα οποία ζητάνε απαντήσεις. Για τους όρους και τα αίτια της ήττας. Για το πού και με ποιον τρόπο πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις. Για το ποιους δρόμους οφείλουμε να ακολουθήσουμε. Μια μεγάλη και δύσκολη συζήτηση και η οποία δεν είναι απλά συζήτηση. Κατά κύριο λόγο πρόκειται για μια σύνθετη και επίπονη διαδικασία πάλης καθώς οι απαντήσεις δεν βρίσκονται κάπου έτοιμες και διαθέσιμες σε πρώτη ζήτηση ώστε να πάμε να τις παραλάβουμε.

Υπάρχουν ωστόσο κάποιοι που -σε αντίθεση με εμένα, λ.χ., που δεν τις έχω και τόσο «πρόχειρες»- θεωρούν πως τις έχουν αυτές τις απαντήσεις. Έτσι έχουμε από τη μια προγραμματικά αφηγήματα που περιγράφουν μετά πάσης λεπτομέρειας μια πορεία από το σήμερα μέχρι τον… κομμουνισμό. Σ’ αυτό το σημείωμα δεν θα σταθώ σ’ αυτή την πλευρά. Άλλωστε σε σχέση μ’ αυτές τις αντιλήψεις έχω αναφερθεί αναλυτικά πολλές φορές.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά. Αυτή που υποστηρίζει ότι οι απαντήσεις ήδη υπάρχουν και βρίσκονται στη διάθεσή μας. Ότι αν η υπόθεσή μας δεν πήγε καλά από ένα σημείο και μετά φταίει το ότι δεν τηρήθηκαν με συνέπεια οι αρχές του μαρξισμού-λενινισμού. Ότι δεν ακολουθήθηκαν τα διδάγματα και οι κατευθύνσεις των κλασικών της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης. Και βέβαια ότι κάποιοι προδότες κατόρθωσαν να αναρριχηθούν στην ηγεσία του κινήματος και να το εκτρέψουν από το σωστό δρόμο. Αυτό που έχουμε συνεπώς να κάνουμε δεν είναι άλλο από το να στηριχτούμε σ’ αυτές τις αρχές. Να ανατρέξουμε στα διδάγματα των κλασικών. Να πάρουμε τα μέτρα μας απέναντι στο ενδεχόμενο της προδοσίας. Γενικότερα, να επιστρέψουμε στα χαρακτηριστικά του παλιού, καλού και σωστού κομμουνιστικού κινήματος.

Είπα κι εγώ λοιπόν να ακολουθήσω αυτή τη λογική. Να ανατρέξω στους κλασικούς. Ξεκίνησα -από ποιον άλλον- από τον πρώτο στη σειρά. Τον Μαρξ. «Όλως τυχαίως» έπεσα πάνω στην «18η Μπρυμαίρ». Εκεί, στις πρώτες κιόλας σελίδες, την πήρα την «κρυάδα». Ένιωσα σαν να με «μάλωνε». Σαν να μου ‘λεγε, τι δουλειά έχεις εδώ. Γύρνα στην εποχή σου. Εκεί ψάξε τις απαντήσεις. Απ’ όσο μάλιστα μπορώ να φέρω στο νου μου, αντίστοιχες παραινέσεις υπάρχουν και σε κείμενα του Λένιν, του Στάλιν και του Μάο, αλλά ας μην επεκταθώ και σ’ αυτούς. Ας περιοριστώ στα λεγόμενα του Μαρξ. Τα διαβάζει κανείς και αναρωτιέται αν οι απόψεις γράφτηκαν μόλις χτες και για το σήμερα και όχι πριν από 150 και πάνω χρόνια. Ας τα δούμε όμως πιο συγκεκριμένα.

«Η κοινωνία φαίνεται τώρα πως ξαναγύρισε πίσω από την αφετηρία της. Στην πραγματικότητα, πρέπει πρώτα να δημιουργήσει την επαναστατική της αφετηρία, δηλαδή την κατάσταση, τις σχέσεις, τους όρους που κάτω απ’ αυτούς μόνον μπορεί να γίνεται σοβαρή η σύγχρονη επανάσταση».

Αν πάρουμε σαν «αφετηρία» την Οκτωβριανή Επανάσταση, κάπου εκεί βρισκόμαστε. Αν βρισκόμαστε κάπως πιο μπροστά και κάπως πιο πίσω, είναι ένα ζήτημα στο οποίο έχω εκφέρει την άποψή μου, αλλά ας μη σταθούμε σ’ αυτό. Εκείνο που έχει την ιδιαίτερη, τη «σημερινή» του σημασία είναι η άποψη πως η κοινωνία πρέπει να δημιουργήσει τη δική της επαναστατική αφετηρία.

Σε σχέση με αυτή την αναγκαιότητα ο Μαρξ κριτικάρει με αυστηρό έως και δηκτικό τρόπο ορισμένες αντιλήψεις που κατά την άποψή του είναι κάτι περισσότερο από ανεπαρκείς ως προς το ζητούμενο. «Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σαν βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών. Και όταν ακόμη οι ζωντανοί φαίνονται σαν να ασχολούνται ν’ ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα και να δημιουργήσουν κάτι που έχει προϋπάρξει, σ’ αυτές ακριβώς τις στιγμές της επαναστατικής κρίσης επικαλούνται φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματα τους, τις στολές τους για να αναπαραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή σεβάσμια μεταμφίεση και μ’ αυτή τη δανεισμένη γλώσσα τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας».

Εδώ, λοιπόν, σ’ αυτές τις διατυπώσεις του Μαρξ επιβεβαίωσα αυτό που μ’ έναν τρόπο εδώ και καιρό «υποψιαζόμουν». Πως όταν αρκούμαστε στο να «επικαλούμαστε τα πνεύματα του παρελθόντος», δεν εκφράζουμε παρά τους «φόβους» μας απέναντι στη ζόρικη πραγματικότητα. Πως όταν δανειζόμαστε τα ονόματα, τη γλώσσα τους και τα συνθήματά τους, δεν εκφράζουμε παρά την αδυναμία μας να βρούμε τα δικά μας συνθήματα, να δώσουμε σ’ αυτά το σημερινό τους όνομα. Πως όταν ενδυόμαστε τις στολές τους για να εμφανιζόμαστε μ’ αυτή την «αρχαιοπρεπή και σεβάσμια μεταμφίεση» δεν σημαίνει κιόλας ότι ανυψωθήκαμε σε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε. Άσε που όταν παίρνουμε τέτοιες «αρχαιοπρεπείς» πόζες μάλλον αστείοι φαινόμαστε παρά «σεβάσμιοι». Και σίγουρα καθόλου πειστικοί. Όσο για το ζητούμενο του πράγματος, ας ανατρέξω κατ’ αρχάς και πάλι στον Μαρξ.

«Σ’ αυτές λοιπόν τις επαναστάσεις η ανάσταση των νεκρών χρησίμευε για να λαμπρύνει τους καινούριους αγώνες και όχι για να παρωδήσει τους παλιούς, για να υπερβάλει στη φαντασία, το καθήκον που είχε μπει και όχι για να αποφύγει την εκπλήρωσή του στην πράξη, για να ξαναβρεί το πνεύμα της επανάστασης και όχι για να κάνει να πλανιέται το φάντασμά της». Αυτό λοιπόν είναι το ζήτημά μας. Το πώς μπορεί να ξαναζωντανέψει στην εποχή μας το πνεύμα της επανάστασης και όχι ένα φάντασμα που πλανιέται χωρίς να μπορεί να πάρει πραγματική υπόσταση. Και αυτό είναι κάτι που στην κύρια πλευρά του έχει τους σημερινούς του όρους.

Μα δεν πρέπει να ανατρέχουμε και να μελετάμε τους κλασικούς; Φυσικά και πρέπει. Έχουμε πάρει πολλά απ’ αυτούς και έχουν να μας δώσουν και περισσότερα. Άλλωστε και ο υπογράφων στον πρώτο των κλασικών ανέτρεξε γι’ αυτό το άρθρο. Το ζήτημα βρίσκεται στο πώς τους «διαβάζει» κανείς, τι παίρνει απ’ αυτούς και, για να “ρθω στο ζήτημα που εδώ θέτω, τι περιμένει να πάρει.

Αν περιμένει να τον πάρουν απ’ το χέρι και να τον οδηγήσουν βήμα βήμα προς τη νίκη και τον θρίαμβο του κομμουνισμού, τότε, ό,τι και αν φαντάζεται, δεν πρόκειται να κουνηθεί ρούπι από το σημείο όπου βρίσκεται (και αυτή είναι η «καλύτερη» εκδοχή του πράγματος). Για να γίνω πιο συγκεκριμένος.

Αν ο Λένιν αρκούνταν σ’ αυτά που πήρε από τον Μαρξ και δεν τα αντιμετώπιζε δημιουργικά, δεν θα έφτανε ποτέ στον Οκτώβρη.

Αν ο Στάλιν περιοριζόταν σ’ αυτά που πήρε από τους Μαρξ και Λένιν, δεν θα κατόρθωνε να καθοδηγήσει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ούτε να αναδειχτεί σε ηγετική μορφή του επαναστατικού κινήματος που άλλαξε τον κόσμο.

Αν ο Μάο αντιμετώπιζε τη θεωρία αλλά και την εμπειρία του κινήματος σαν συνταγή, δεν θα αποτολμούσε τη Μεγάλη Πορεία και δεν θα έφτανε στον θρίαμβο της Κινεζικής Επανάστασης. Και βεβαίως δεν θα αναζητούσε νέους δρόμους και νέες απαντήσεις, καθοδηγώντας την Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση.

Αν λοιπόν οι σημερινοί κομμουνιστές δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα με αντίστοιχα δημιουργικό-επαναστατικό τρόπο, είναι καταδικασμένοι να στριφογυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους (και, όπως ήδη ανέφερα, αυτή είναι η «καλύτερη» εκδοχή).

Και για να μη δημιουργούνται παρανοήσεις. Η αξία αυτών που έχουν προσφέρει οι κλασικοί στην εργατική τάξη, τους λαούς, στο κίνημα και συνολικά στην ανθρωπότητα είναι ανυπολόγιστη και με διαχρονική υπόσταση. Μόνο που, όπως άλλωστε και οι ίδιοι έχουν με σαφήνεια ξεκαθαρίσει, αυτό δεν σημαίνει ότι μας έχουν αφήσει ένα οργανόγραμμα πορείας ανά τους αιώνες.

Αν ήταν νοητή η ύπαρξη κάτι τέτοιου, απλούστατα δεν θα φτάναμε στην ήττα. Και όσο τουλάχιστο με αφορά, δεν μου λένε τίποτα οι απόψεις που λένε ότι δεν τηρήθηκαν οι αρχές, δεν ακολουθήθηκαν τα διδάγματα των κλασικών κ.λπ. Κι αλήθεια, ποια διδάγματα «αγνόησε» ο Λένιν, λ.χ., και δεν «διασφάλισε» τη σοσιαλιστική μετεξέλιξη; Ποιες αρχές «δεν τήρησε» ο Στάλιν ώστε να διασφαλίσει και την μετά απ’ αυτόν συνέχεια; Ποια θεωρία «δεν μελέτησε καλά» ο Μάο και δεν μπόρεσε να οδηγήσει την ΜΠΠΕ στη νίκη;

Θα μπορούσα να πω, καμία. Καμία αρχή δεν παραβιάστηκε και κανένα δίδαγμα δεν αγνοήθηκε. Και αυτό που κυρίως θα έλεγα είναι ότι το ζήτημα βρίσκεται έξω και πέρα από μια προσέγγιση αυτού του τύπου. Ούτε βέβαια απαντιέται με απόψεις που επικεντρώνουν την απάντηση στο ότι υπήρξαν «προδότες». Συγνώμη, αλλά αυτοί από πού μας προέκυψαν; Έπεσαν από τον ουρανό; Μέσα από τις αντινομίες, τις αντιφάσεις, τις ανεπάρκειες που υπήρξαν στο πλαίσιο αυτού του τιτάνιου αγώνα μάς προέκυψαν. Μέσα από την αδυναμία τού να βρει τις απαντήσεις στα κάθε φορά νέα ζητήματα που αναδεικύονταν.

Δεν σκοπεύω εδώ να επεκταθώ σ’ αυτό το μεγάλο κεφάλαιο, σε σχέση με το οποίο άλλωστε έχω εκθέσει αναλυτικά τις απόψεις μου. Θα περιοριστώ στο να σημειώσω δύο πράγματα. Πρώτο, ότι η ταξική πάλη και η πορεία της ιστορίας είναι πολύ πιο σύνθετη υπόθεση από απλουστευτικές προσεγγίσεις που αναζητούν απαντήσεις σε κάποια «λάθη» και κάποιους «προδότες». Δεύτερο, ότι οι κλασικοί του μαρξισμού-λενινισμού, οι μεγάλες επαναστάσεις που πραγματοποιήθηκαν, συνολικά η πορεία του κινήματος μας έχουν αφήσει πολύτιμες παρακαταθήκες και διδάγματα στα οποία και πρέπει πάντα να ανατρέχουμε.

Μόνο που οφείλουμε να “χουμε ξεκαθαρισμένα ορισμένα πράγματα σε σχέση με το ζήτημα που εδώ τίθεται. Μας έχουν προσφέρει πολύ σημαντικά «εργαλεία» (αν μπορώ να τα ονομάσω έτσι) «ανάγνωσης» της πραγματικότητας και του κόσμου που ζούμε. Δεν μας έχουν προσφέρει -και δεν θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο- αυτούσια την ανάγνωση του σημερινού κόσμου. Μας έχουν προσφέρει «εργαλεία» αναζήτησης απαντήσεων στα ζητήματα που μας έχουν τεθεί. Δεν μας έχουν προσφέρει -και δεν θα ήταν δυνατό αυτό- τις ίδιες τις απαντήσεις. Αυτό είναι δική μας υπόθεση. Όσοι δεν το κατανοούν αυτό, όση «κομμουνιστική» πόζα κι αν παίρνουν βρίσκονται απλώς «αλλού».

Β.Σ.

Αναζήτηση

Κατηγορίες