Είναι ζήτημα αναμέτρησης

του Βασίλη Σαμαρά

Εμμονές αμετακίνητες

Για τη δραματική κατάσταση που βιώνουμε ως λαός και ως χώρα δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω τίποτα εδώ. Γι’ αυτά που συμβαίνουν και τα χειρότερα που έπονται έχουν γραφεί και θα συνεχίσουν να γράφονται τόσα που δεν έχει και πολύ νόημα να προσθέσω οτιδήποτε. Άλλωστε, το κυριότερο βρίσκεται στο ότι τις συνέπειες τις βιώνει στο πετσί του εδώ και χρόνια ο λαός μας και θα συνεχίσει να τις υφίσταται για πολύ καιρό ακόμα.
Εδώ θα με απασχολήσουν οι διάφορες εκτιμήσεις που διατυπώνονται, καθώς και οι προτάσεις για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης. Ειδικότερα αυτές που διατυπώνονται στο πλαίσιο του ευρύτερου αριστερού -ας τον πούμε έτσι- χώρου.
Περιδιαβαίνοντας σ’ αυτά που γράφονται, δεν ξέρω αν πρέπει να τα χαρακτηρίσω εξοργιστικά, θλιβερά ή απλώς αστειότητες. Το χειρότερο, ότι μηδενικές σχεδόν οι ελπίδες για μια σοβαρή -τουλάχιστον- αντιμετώπιση των κρίσιμων ζητημάτων που τίθενται.
Θα υπήρχαν κάποιες, αν ήταν ζήτημα χαρακτήρα ας πούμε, νοητικού επιπέδου ή έστω προσώπων. Μόνο που είναι ζήτημα βαθύτατα ιδεολογικό, πολιτικό. Οι αφετηρίες του βρίσκονται στις δεκαετίες κυριαρχίας ρεφορμιστικών, οπορτουνιστικών απόψεων και αντιλήψεων, φαντασιώσεων και αυταπατών, με τις οποίες έχει εμποτισθεί ένας ολάκερος κόσμος. Στο γεγονός ότι αυτός ο κόσμος έχει μάθει -χρόνια τώρα- να «ζει» και να πολιτεύεται με βάση αυτές τις αντιλήψεις και δεν διανοείται κανείς να τις αμφισβητήσει ακόμη και όταν η πραγματικότητα τις διαψεύδει -όπως καλή ώρα- με τον πιο παταγώδη αλλά και επώδυνο τρόπο. Όχι επειδή δεν μπορεί -νοητικά ας πούμε- να αντιληφθεί τι είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει, αλλά επειδή του είναι αδύνατο να «ζήσει» με άλλον τρόπο από αυτόν που έχει συνηθίσει.

Οι εκδοχές των πραγμάτων

Ας περάσουμε ωστόσο στις περιοχές του συγκεκριμένου. Για τη συμφωνία που συνάφθηκε με τους «εταίρους» και το τι σημαίνει δεν έχω να προσθέσω τίποτα στα όσα έχουν γραφεί τόσο από τη μεριά μας όσο και από πολλούς άλλους.
Ας σταθώ στο πώς αντιμετωπίζεται από διάφορες πλευρές. Οι δυνάμεις του συστήματος θεωρούν την παραμονή στην ΟΝΕ-ΕΕ μονόδρομο και κατά συνέπεια ως αναγκαία και ωφέλιμη λύση τη συμφωνία που συνάφθηκε.
Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ (Τσίπρας, Δραγασάκης κ.ά.), ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ο Λαφαζάνης αλλά και άλλοι εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν ότι υπήρχε και άλλη επιλογή.
Όσον αφορά τις δυνάμεις του συστήματος, να υπενθυμίσουμε ορισμένα πράγματα. Η πρόσδεση σε ΕΕ-ΟΝΕ αποτελεί αμετακίνητη στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης στο πλαίσιο της εξάρτησής της από ΗΠΑ και ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Τόσο αυτό το μνημόνιο όπως και τα προηγούμενα προωθούσαν στόχους που υπηρετούν και τα ταξικά συμφέροντα της αστικής τάξης ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες.
Από εκεί και πέρα η «δυσφορία» της απέναντι σε ρυθμίσεις που έβαζαν όρια και όρους στη δική της λειτουργία και δράση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει παράγοντα αναίρεσης των βασικών της επιλογών. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Τσίπρας ισχυρίζονται ότι «έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα» δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ας πούμε ότι είναι έτσι. Μόνο που τα «πράγματα» δεν ήρθαν έτσι ούτε «ξαφνικά» ούτε από μόνα τους. Το ότι το ζήτημα τέθηκε με τους όρους που τέθηκε υπήρξε έκφραση και αποτέλεσμα συγκεκριμένων ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων, σχεδιασμών και μεθοδεύσεων. Και απέναντι σ’ αυτές τις επιδιώξεις, που μόνο «άγνωστες» δεν ήταν, αυτό που είχαμε ήταν μια πολιτική δύναμη που φαντασιωνόταν ότι θα άλλαζε όχι μόνο την Ελλάδα αλλά συνολικά την Ευρώπη.
Μια βαρουφάκεια ομάδα διαπραγμάτευσης που μέσα στην καλή χαρά επιχειρούσε να «πείσει» τους ιμπεριαλιστές γύπες για το «ατράνταχτο» των επιχειρημάτων της. Έναν πρωθυπουργό να δηλώνει πως μόλις πριν από δύο μήνες αντιλήφθηκε τις διαστάσεις και τη σοβαρότητα του ζητήματος που ανέλαβε να αντιμετωπίσει. Αλήθεια, πέραν όλων των άλλων, πόσο σοβαρά μπορούμε να πάρουμε όλους αυτούς;
Ο Λαφαζάνης και λοιποί αρειμάνιοι καμώνονται πως δεν αντιλαμβάνονται πως άλλο πράγμα είναι ένας λαός να φτάνει συγκροτημένος και μαχόμενος στη συνειδητή επιλογή της ρήξης σαν κορύφωση του αγώνα του και εντελώς άλλο να βρεθεί απροετοίμαστος και αφοπλισμένος απέναντι σε καταστάσεις που θα του επιβάλουν οι ιμπεριαλιστές ως «τιμωρία».
Μα υπήρχε σχέδιο, ισχυρίζονται. Αλήθεια, ποιο; Και ποιανού; Του Λαφαζάνη, του «Αριστερού Ρεύματος», του ΣΥΡΙΖΑ, των περιφερόμενων οικονομολόγων; Και από ποιες δυνάμεις θα προωθηθεί και θα στηριχτεί; Από το «Αριστερό Ρεύμα», από τον ΣΥΡΙΖΑ (μόλις «πείσουν» και τον Τσίπρα να το υιοθετήσει), από άλλες δυνάμεις που εκπονούν τα δικά τους plan-B;
Από τον ελληνικό λαό, λέει. Αλήθεια, ο ελληνικός λαός το ξέρει αυτό; Του το ‘πανε, τον ρώτησαν, τον προετοίμασαν; Μα το 61-62% ψήφισε, λέει, ενάντια στα μέτρα. Με το συμπάθιο, αλλά έχω τη γνώμη ότι όχι το 61 αλλά το 91% του ελληνικού λαού είναι ενάντια στα μέτρα. Αν αρκούσε αυτό, η επίθεση του συστήματος ενάντια στο λαό θα είχε ανατραπεί εδώ και χρόνια. Όσο για τα διάφορα εναλλακτικά σχέδια (και κυκλοφορούν πολλά), μία και μόνη παρατήρηση εδώ.
Το σύνολο σχεδόν των προβλέψεών τους προϋποθέτουν την ανοχή -τουλάχιστον- του συστήματος έως και τη χρήση μηχανισμών και λειτουργιών του. Τόσο καλά!

Πού βρίσκονται οι απαντήσεις

Ας δούμε ωστόσο το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις και χαρακτηριστικά. Πράγματι η απάντηση στο πρόβλημα του λαού και της χώρας είναι η απόρριψη των μνημονίων, η κατάργηση όλων των μέτρων που έχουν παρθεί σε βάρος των εργαζόμενων λαϊκών μαζών. Η διαγραφή του «χρέους», η έξοδος από ΟΝΕ αλλά και ΕΕ (και ΝΑΤΟ, για να μην «ξεχνιόμαστε»), η εθνικοποίηση τραπεζών, παραγωγικών κλάδων κ.λπ. Με δυο λόγια, η ανάληψη από το λαό της ευθύνης της δυνατότητας να ανασυγκροτήσει συνολικά τη χώρα, να διαμορφώσει τους όρους της δικής του κοινωνίας. Το ερώτημα βρίσκεται στο πώς μπορούν να πραγματοποιηθούν αυτά.
Είναι ζήτημα διαπραγμάτευσης; Αυτής που δεν την έκαναν αποφασιστικά οι Σαμαράς-Βενιζέλος αλλά θα την έκανε ο Τσίπρας; Οι απαντήσεις έχουν ήδη δοθεί. Είναι ζήτημα «ρήξης» σαν αυτή που προαναφέρθηκε και των αντίστοιχων σχεδίων επί χάρτου; Συγνώμη, αλλά ρήξη «με άδεια του εισαγγελέα» δεν νοείται. Ή μήπως είναι ζήτημα αναμέτρησης, σύγκρουσης, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται και με όλες τις απαιτήσεις που θέτει;

Οι βαθιές ρίζες του οπορτουνισμού

Κατά την άποψή μας, πρόκειται αδιαφιλονίκητα για ζήτημα αναμέτρησης. Το ζήτημα βρίσκεται σ’ εκείνες τις αντιλήψεις που επιμένουν να «αγνοούν» την πραγματικότητα ακριβώς για να μην την αντιμετωπίσουν. Έχοντας αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά σ’ αυτό το ζήτημα, θα υπενθυμίσω απλώς ορισμένα πράγματα με όση συντομία μπορώ.
Οι αντιλήψεις αυτές έχουν την αφετηρία τους σε απόψεις που θεωρούν ότι όλα οφείλονται σε λάθος πολιτικές (ή και σε «εμμονές» του Σόιμπλε και της Μέρκελ), ενώ ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην επικράτηση, καθώς λένε, των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων στα ηγετικά κλιμάκια του συστήματος. Με τη σειρά τους αυτές οι απόψεις έχουν τη «μήτρα» τους στο πώς βλέπουν συνολικά το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Σ’ όλο τους το φάσμα (από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την «ακροαριστερά») και ανεξάρτητα των διαφοροποιήσεών τους το αντιμετωπίζουν σαν σύστημα που επιδέχεται μεταβολές σε προοδευτική κατεύθυνση, που στα πλαίσιά του και με βάση τις «δικές του» λειτουργίες αναπτύσσει δυνάμεις και δυνατότητες αναστροφής πορείας. Η άποψή μας είναι εντελώς διαφορετική. Αυτά που βιώνουμε είναι αυτές καθαυτές εκφράσεις της φύσης του συστήματος.
Της ακόρεστης δίψας του κεφαλαίου για κέρδη.
Της ασυγκράτητης ροής του ιμπεριαλισμού για επέκταση και κυριαρχία.
Των συνεπειών που έχει για τους λαούς ο ανταγωνισμός τους που όλο και παροξύνεται.
Όσον αφορά τώρα τις τερατώδεις διαστάσεις που παίρνει η επίθεσή τους ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τους λαούς, αυτές συνδέονται κυρίως με ένα πράγμα. Την οπισθοχώρηση, την ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και την παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες.
Την ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών σε βάρος των λαών και υπέρ των πιο αντιδραστικών και επιθετικών δυνάμεων του συστήματος.
Μια εξέλιξη που έδωσε σε αυτές τις δυνάμεις τη δυνατότητα να επιχειρήσουν την αναδιαμόρφωση του κόσμου στα μέτρα των επιδιώξεών τους και στο σύνολο των σχέσεων που τον διέπουν (ταξικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, διεθνών, κ.λπ.).
Το να αποδίδει κανείς αυτές τις κοσμοϊστορικού χαρακτήρα ανατροπές στο «νεοφιλελευθερισμό» (δηλαδή στην ιδεολογική-πολιτική μορφή που ενδύονται) δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αντιστρέφει τη σχέση αιτίου-αιτιατού, να βάζει το αποτέλεσμα στη θέση των παραγόντων που το γεννούν.
Με μια τέτοια οπτική μόνο σε κούφια συμπεράσματα μπορεί να φτάσει κανείς και μόνο σε αδιέξοδα μπορεί να οδηγηθεί.

Με ποιους έχουμε να κάνουμε

Είναι συνεπώς καθαρό ότι αυτό που έχουμε μπροστά μας δεν απαντιέται ούτε σε βάση «διαπραγμάτευσης» ούτε ρήξης ιμιτασιόν. Απαντιέται μόνο σε βάση αναμέτρησης. Και όσον αφορά τις δυνάμεις του συστήματος, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το πώς την αντιμετωπίζουν. Αν δεν «χαρίστηκαν» ούτε στους «δικούς τους» ανθρώπους (Σαμαρά, Βενιζέλο), αν φέρθηκαν τόσο «σκληρά» στον Τσίπρα, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε το πώς θα ενεργήσουν αν αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο για τα συμφέροντα και την κυριαρχία τους. Και θα πρέπει να είναι σαφές πως αναφερόμαστε στο σύνολο των δυνάμεων του συστήματος. Στην ντόπια αστική τάξη και τα ερείσματά της στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τους μηχανισμούς τους. Σ’ αυτή την ανελέητη σύγκρουση (επειδή τέτοια θα είναι), το ερώτημα δεν βρίσκεται στο πώς την αντιμετωπίζουν οι δυνάμεις του συστήματος αλλά στο πόσο προετοιμασμένες και συγκροτημένες είναι απέναντί της οι λαϊκές δυνάμεις.

Ένα καθόλου «τεχνικό» ζήτημα

Αλλά πριν περάσω σ’ αυτό, ας αναφερθώ σε μια κρίσιμη διάσταση του ζητήματος. Αναφέρομαι στο ζήτημα της παραγωγικής, οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας που τόσο όψιμα απασχόλησε τους οικονομολόγους και δυνάμεις της Αριστεράς μας.
Όσον αφορά τα πολυάριθμα πλάνα που κυκλοφορούν, δεν υπάρχουν εδώ τα περιθώρια μιας αναλυτικής παρουσίασης και κριτικής. Ορισμένες μόνο παρατηρήσεις.
Στην πλειονότητά τους αντιμετωπίζουν το πρόβλημα σαν τεχνοοικονομικού χαρακτήρα και μάλιστα «ουδέτερης μορφής». Όπως ήδη αναφέρθηκα, οι προβλέψεις τους προϋποθέτουν την «ανοχή» του συστήματος. Οι περισσότερες προσβλέπουν σε έξοδο από ΟΝΕ, αλλά όχι από ΕΕ. Μόνο που ανεξάρτητη οικονομική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στο πλαίσιο της ΕΕ. Στο σύνολό τους «βλέπουν» ανοίγματα και στηρίξεις σε Ρωσίες, Κίνες κ.λπ. Αυτά απέναντι στα οποία εθελοτυφλούν είναι τα εξής:
Η Ρωσία βεβαίως και θέλει να προωθήσει τους αγωγούς της, αλλά το τελευταίο που θα ‘θελε στις σημερινές συνθήκες είναι να ανοίξει και δεύτερο μέτωπο αντιπαράθεσης με Ευρώπη-Δύση και μάλιστα στο προνομιακό για τη Δύση πεδίο της Ελλάδας. Όσο για την Κίνα, αν θέλει (και φυσικά θέλει) την «πύλη» της Ελλάδας είναι για να διεισδύσει μέσω αυτής στον ευρωπαϊκό χώρο. Την πύλη για την πύλη τι να την κάνει.
Εκείνα ωστόσο που παρακάμπτουν όλα αυτά τα πονήματα (σταθερά εθελοτυφλώντας) είναι δυο βασικά ζητήματα. Πρώτον, ότι είναι και αυτό ζήτημα αναμέτρησης. Μιας αναμέτρησης που δεν πρόκειται να «λήξει» στην περίπτωση που η έκβασή της θα ‘ναι νικηφόρα για το λαό, αλλά θα συνεχιστεί με χίλιους τρόπους και στο αμέσως επόμενο διάστημα.
Δεύτερο, το ότι αυτή η παραγωγική-οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας μας με βάση τις υπάρχουσες προδιαγραφές, συνθήκες και όρους δεν θα είναι απλώς ανασυγκρότηση. Μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε βάση συνολικής αναδιάρθρωσης και σε όλη την κλίμακα. Στον παραγωγικό οικονομικό τομέα, στο πεδίο των ταξικών, κοινωνικών, πολιτικών σχέσεων και συνολικά των σχέσεων που διέπουν τη λειτουργία μιας κοινωνίας, αντίστοιχα των διεθνών προσαρμογών κ.λπ. Ταυτόχρονα μια αναδιάρθρωση που θα συντελείται κατά το μάλλον σε εχθρικό διεθνές περιβάλλον αλλά και εσωτερικές αντιθέσεις, αντινομίες και προβλήματα.
Όλες αυτές οι δυσκολίες, τα προβλήματα, οι πιέσεις, οι έξωθεν παρεμβάσεις, η εσωτερική αντίδραση είναι αναπόφευκτο να θέσουν σε δοκιμασία τις αντοχές του λαού αλλά και των πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών, τις δυνατότητες των πολιτικών δυνάμεων που θα ηγούνται αυτού του εγχειρήματος. Αυτές οι διαπιστώσεις θέτουν ορισμένα ζητήματα. Η δυνατότητα να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο έργο είναι συνάρτηση του ποιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις το αναλαμβάνουν αλλά και του ποια στήριξη μπορούν να έχουν από τη μεριά του λαού με βάση και το επίπεδο προετοιμασίας και συγκρότησής του. Και εδώ ας σταθώ λίγο σε όσα λέγονται και γράφονται σε σχέση με αυτό το ζήτημα.
Διαβάζω σε δηλώσεις στελεχών των διαφωνούντων του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων, «αυτοκριτικά», ότι δεν ενημέρωσαν, δεν προετοίμασαν τον λαό κ.λπ. Αλήθεια, γιατί δεν το έκαναν; Τους «διέφυγε»; Δεν το έκαναν γιατί στο σύνολό τους είχαν τις αυταπάτες τους για το «εύκολο» του προγράμματος. Και δεν το έκαναν επειδή οπορτουνιστικότατα εκτιμούσαν ότι αν ενημέρωναν τον λαό για το πώς πραγματικά έχει το ζήτημα αυτό, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στα εκλογικά τους ποσοστά. Αλλά έστω και τώρα. Τι εννοούν αλήθεια όταν μιλάνε για ενημέρωση και προετοιμασία; Επιμορφωτικά σεμινάρια, συνελεύσεις, μαζώξεις, διαλέξεις, τα διάφορα πάνελ και τα συναφή; Ας αποφύγω το σχολιασμό. Όσο για το πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς αυτό το ζήτημα, θα αναφερθώ παρακάτω.

Η αναμέτρηση και οι απαιτήσεις της

Ένα πρώτο και θεμελιώδες ζήτημα αφορά το ποιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας τέτοιας αναμέτρησης, όσο και της συνέχειάς της. Στα καθ’ ημάς, το συγκεκριμένο εγχείρημα ηγεμονεύτηκε από μια ρεφορμιστική πολιτική δύναμη μικροαστικού χαρακτήρα που αντίστοιχα στηρίχτηκε σε καθοριστικό βαθμό σε μικροαστικά στρώματα και στις προσδοκίες τους για εύκολη «επιστροφή» στην προηγούμενη κατάσταση. Μια αντίληψη που υποστηρίχθηκε, θεωρητικοποιήθηκε και «θωρακίστηκε» απέναντι σε κινδύνους «επιμόλυνσής» της (βλέπε «πλατείες» και όχι μόνο) από εργατικές, κομμουνιστικές αντιλήψεις όχι μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και από άλλες «επαναστατικές» δυνάμεις. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα το έχουμε ήδη μπροστά μας.
Όσο μας αφορά, έχουμε την αμετακίνητη άποψη ότι ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να βασιστεί πρώτα και πάνω απ’ όλα στην εργατική τάξη. Τη σταθερή δύναμη κορμού και ισχύος της λαϊκής πάλης. Όχι επειδή το λένε τα «βιβλία» ή μας το υπαγορεύει η «παρωχημένη» και «δογματική» λογική μας, αλλά επειδή μας το διδάσκει η πραγματικότητα της ταξικής πάλης (άλλος «ξύλινος» όρος κι αυτός). Θα αρκεστώ εδώ σε ένα και μόνο. Αν παρατηρήσει κανείς την πορεία των πραγμάτων από τότε που εμφανίστηκε στο προσκήνιο το εργατικό κίνημα (στα μέσα του 19ου αιώνα), αυτό που θα δει είναι ότι όλες οι στροφές της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής σε προοδευτική ή αντιδραστική κατεύθυνση βρίσκονται σε ευθεία συνάρτηση με το επίπεδο συγκρότησης της εργατικής τάξης και παρέμβασής της στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Αυτός είναι και ο λόγος που θέτουμε σαν πρωταρχική αναγκαιότητα και καθήκον την πάλη για την «εκ νέου» συγκρότηση της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της».
Αντίστοιχα αμετακίνητη είναι η άποψή μας ότι οι πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να αναλάβουν αυτόν το ρόλο είναι οι επαναστατικές-κομμουνιστικές. Και πάλι, όχι επειδή το λένε τα βιβλία αλλά για συγκεκριμένους λόγους.
Πρώτον, επειδή η σύζευξη της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης με το εργατικό κίνημα είναι η εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη για την ολοκληρωμένη συγκρότηση της εργατικής τάξης στο ανώτερό της ιδεολογικό, πολιτικό επίπεδο.
Δεύτερον, επειδή αποτελεί τη μοναδική κοσμοαντίληψη καθολικής και αδιαπραγμάτευτης άρνησης του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος και ταυτόχρονα υπεράσπισης και αποφασιστικής προώθησης της άποψης για την αναγκαιότητα ανατροπής του και περάσματος της ανθρωπότητας σε ένα νέο στάδιο.
Τρίτον, επειδή ιστορικά έχει αποδείξει ότι είναι η μόνη δύναμη που έχει τη θέληση, την αποφασιστικότητα αλλά και την ικανότητα να οργανώσει, συγκροτήσει και ηγηθεί της πάλης των λαών για την απελευθέρωσή τους.
Γι’ αυτό επίσης θέτουμε σαν βασική αναγκαιότητα το καθήκον, την πάλη για τη συνολική ανασύσταση, ανασυγκρότηση του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας.
Ταυτόχρονα και σε διαλεκτική σχέση με τα προηγούμενα, η σε μια πορεία καθολική, πολύπλευρη και πολύμορφη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων και στα επίπεδα του να καταστούν ικανές να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στην επίθεση των δυνάμεων του συστήματος, να αναμετρηθούν νικηφόρα μαζί τους αλλά και να μπορέσουν να φέρουν σε πέρας το έργο της συγκρότησης της νέας κοινωνίας.

Πώς «ενημερώνεται» ο λαός

Το τελευταίο ερώτημα αφορά το πώς «προετοιμάζονται», διαμορφώνονται, συγκροτούνται αυτές οι δυνάμεις σε σώμα ικανό να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις του συστήματος, όσο και να αντιμετωπίσει όλες τις δοκιμασίες που θα βρεθούν στο δρόμο του και μέχρι το τέλος.
Για μας είναι καθαρό ότι τέτοια χαρακτηριστικά δεν αναπτύσσονται σε κοινοβουλευτικά θερμοκήπια, ούτε με λογικές εύκολων «επιστροφών» ούτε «έξυπνων» κινήσεων που «κόβουν δρόμο» και μας απαλλάσσουν από κόπους και κινδύνους. Ένας και μόνο τρόπος και δρόμος υπάρχει γι’ αυτό. Ο δρόμος της Αντίστασης, της Διεκδίκησης, της Πάλης. Το ίδιο ισχύει και για την ενημέρωση του λαού, που πρόσφατα τη θυμήθηκαν ορισμένοι. Δεν είναι ζήτημα σεμιναρίων και άλλων ανάλογων μορφών. Πραγματική και ουσιαστική «ενημέρωση» του λαού γίνεται κατά κύριο λόγο μέσα στην πάλη. Εκεί που γνωρίζει τους εχθρούς και τους φίλους του, τα χαρακτηριστικά τους, το τι μπορεί να περιμένει τόσο από τους μεν όσο και από τους δε, εκεί που μαθαίνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της πάλης και να «αναγνωρίζει» τις μεγαλύτερες που έπονται.

Πού διαμορφώνονται οι πρωτοπορίες

Με ανάλογο τρόπο μπαίνει το ζήτημα και για την ανάδειξη, διαμόρφωση, συγκρότηση καταξίωση των δυνάμεων της επαναστατικής κομμουνιστικής πρωτοπορίας.
Δεν εννοώ καθόλου ότι αυτές οι δυνάμεις θα διαμορφωθούν απλά και μόνο στη βάση κάποιων κομματικών αποφάσεων και διακηρύξεων, ούτε κάποιων κομματικών σχολείων ή έστω μιας κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης και μόνο. Δεν θέλω να διαγράψω τη χρησιμότητά τους, αλλά να υπογραμμίσω ότι μόνο αρνητικό ρόλο μπορούν να έχουν αν χρησιμοποιούνται σαν υποκατάστατα του πραγματικού «σχολείου». Το σχολείου της ταξικής πάλης. Σ’ αυτή τη λογική δεν μπορούμε να εννοήσουμε σαν τέτοιες δυνάμεις που επαναπαύονται στην «ιδιοκτησία» ενός τίτλου. Ούτε εκείνες που παλινδρομούν ανάμεσα στον οπορτουνισμό και τις κούφιες «κομμουνιστικές» διακηρύξεις. Ούτε καν θα ισχυριστώ ότι το ΚΚΕ(μ-λ) στο οποίο ανήκω έχει διαμορφώσει τις προϋποθέσεις, τα χαρακτηριστικά και τη συγκρότηση ανάληψης ενός τέτοιου ρόλου.
Αυτό που υποστηρίζουμε είναι ότι η κομμουνιστική πρωτοπορία της εποχής μας θα αναδειχτεί, διαμορφωθεί και σφυρηλατηθεί στο πυρακτωμένο πεδίο της ταξικής πάλης. Θα συγκροτηθεί και καταξιωθεί στο ρόλο της μόνο στην αναμέτρησή της με τις μεγάλες απαιτήσεις της ταξικής πάλης της εποχής μας.
Όσο μας αφορά, ως ΚΚΕ(μ-λ), αυτό που φιλοδοξούμε είναι να συμβάλουμε με όλες μας τις δυνάμεις σε μια τέτοια κατεύθυνση. Να αποτελέσουμε συστατικό στοιχείο αυτής της διαμόρφωσης και ταυτόχρονα να λειτουργήσουμε σαν κρίκος σύνδεσης των καλύτερων παραδόσεων του κομμουνιστικού κινήματος με αυτό που γεννιέται στο καμίνι της ταξικής πάλης.
Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι ο δρόμος που προτείνουμε ούτε εύκολος ούτε γρήγορος είναι, αλλά ούτε και τόσο «δημοφιλής» με βάση τις αντιλήψεις που συνεχίζουν να κυριαρχούν. Δεν έχουμε ωστόσο καμιά διάθεση να ενδώσουμε στο ελάχιστο στη λογική των εύκολων απαντήσεων που συνεχίζει να χαρακτηρίζει το σύνολο της Αριστεράς. Αυτής που από «επιτυχία» σε «επιτυχία» και από «νίκη» σε «νίκη» ανακυκλώνει διαρκώς την ήττα.
Αυτό που χρειάζεται να κατανοηθεί απ’ όσους διατίθενται και θέλουν είναι ότι η ταξική πάλη είχε πάντα και συνεχίζει να έχει τους δικούς της όρους και τις δικές της απαντήσεις. Δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί παρά μόνο στη βάση των δικών της όρων και των δικών της απαιτήσεων.

Αναζήτηση

Κατηγορίες