Για τη δουλειά μας στους εργαζόμενους
11 Ιανουαρίου, 2019Κείμενα - 9ηadmin

• Τα τελευταία χρόνια η επίθεση του κεφαλαίου απέναντι στα δικαιώματα της εργατικής τάξης, του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας έχει πάρει τρομακτικές διαστάσεις. Η δήθεν φιλολαϊκή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, πιάνοντας το νήμα από τις προηγούμενες αντιδραστικές κυβερνήσεις και έχοντας –μέσα από τις πολλαπλές προσαρμογές και «κωλοτούμπες»– περάσει στις δυνάμεις της επίθεσης, αξιοποίησε στο έπακρο τη δυνατότητά της να κρατάει τις εργαζόμενες μάζες στη γωνία και κατάφερε να προχωρήσει την αντιλαϊκή λαίλαπα πολλά βήματα μπροστά. Έχει ψηφίσει δεκάδες αντεργατικά μέτρα που αφορούν ολόκληρο το φάσμα της εργασίας – τους μισθούς, τις συντάξεις, την ασφάλιση, τις απολύσεις, το συνδικαλισμό, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και πολλά άλλα. Έχει καταφέρει να εξαπλώσει σε μεγάλη κλίμακα το σύγχρονο εργασιακό μεσαίωνα. Το υποτιθέμενο τέλος των μνημονίων που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση και τα φιλολαϊκά φληναφήματα που την ακολουθούν, είναι προφανές πως δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ο εργαζόμενος λαός και η εργατική τάξη βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο κύκλο επίθεσης με αναβαπτισμένα χαρακτηριστικά.

Βασικοί στόχοι του νέου αυτού κύκλου επίθεσης είναι: η επέκταση των κάθε λογής ελαστικών σχέσεων εργασίας, το παραπέρα χτύπημα του δικαιώματος στον ελεύθερο συνδικαλισμό, η απελευθέρωση των απολύσεων, η συρρίκνωση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.

Οι στόχοι αυτοί υπηρετούν τον κύριο, στρατηγικό στόχο του κεφάλαιου για την απρόσκοπτη απομύζηση των εργατών, την παραγωγή υπεραξίας και τη μεγιστοποίηση των κερδών του, για την πλήρη αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης και την αφαίρεση της δυνατότητάς της να αγωνίζεται, να αντιστέκεται και να διεκδικεί,  Παράλληλα, οι στόχοι αυτοί συμπληρώνονται από σειρά διευκολύνσεων-προνομίων προς το κεφάλαιο. Η όλη συζήτηση για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και την αύξηση του κατώτατου μισθού, γίνεται με βασική (και νομοθετημένη) προϋπόθεση τη σύμφωνη γνώμη των δυνάμεων του κεφάλαιου, αλλά και ως πρόσχημα για να προωθηθούν επιπλέον ελαφρύνσεις προς τις δυνάμεις αυτές (όπως η μείωση ασφαλιστικών εισφορών).

•  Η προώθηση των στρατηγικών επιλογών του κεφαλαίου, έχει ανοίξει το δρόμο της βαρβαρότητας για όλο το φάσμα της εργασίας. Η νομοθετική παρέμβαση για τη διεύρυνση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, έχει πολλαπλά οφέλη για το κεφάλαιο, καθώς ανοίγει το δρόμο για τη συνολικότερη αμφισβήτηση του δικαιώματος στην αργία, την ανάπαυση και την ξεκούραση. Την ίδια στιγμή τα προαπαιτούμενα της 3ης αξιολόγησης έβαλαν στο στόχαστρο τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Ο επαναπροσδιορισμός των κατηγοριών που εντάσσονται στα βαρέα και ανθυγιεινά, και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων, στοχεύει στην πλήρη κατάργηση του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας. Ταυτόχρονα, η πρόσφατη απόφαση του Άρειου Πάγου πως «η μη καταβολή δεδουλευμένων δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας», απελευθερώνει τους εργοδότες ώστε να ασυδοτούν απέναντι στους εργαζόμενους και πριμοδοτεί την απλήρωτη εργασία. Τέλος, τα εργοδοτικά εγκλήματα έχουν γίνει καθημερινό φαινόμενο. Τα επίσημα στοιχεία για το 2017 (για όσα από τα «ατυχήματα» δηλώνονται) καταγράφουν αύξηση κατά 15%. Η έλλειψη μέτρων ασφαλείας και η υπερεντατικοποίηση της εργασίας διαμορφώνουν ευνοϊκές συνθήκες για τα μικρά και μεγάλα «ατυχήματα».

•   Η επίδραση της κυβερνητικής ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν καταλυτική για το εργατικό κίνημα. Η «παύση κινήματος» που κήρυξαν οι πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις του ρεφορμισμού το Φλεβάρη του 2012 και η εκτόξευση των εκλογικών αυταπατών στην προοπτική της «αριστερής» κυβερνητικής διεξόδου, είχαν ως λογική συνέπεια τη συνέχιση της μακριάς περιόδου κινηματικής απραξίας και μετά τις εκλογές του Γενάρη του 2015. Παρ’ όλο που η αναμονή για την εκπλήρωση των ψεύτικων προεκλογικών υποσχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ τελείωσε σύντομα και με βαρύγδουπο τρόπο (με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου), η κυριαρχία των ρεφορμιστικών αντιλήψεων συνέχισε να δείχνει την παραλυτική της επιρροή στις εργαζόμενες μάζες.

Σε κλάδους όπως οι εκπαιδευτικοί και οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, που είχαν δώσει αγώνες με μαζικούς όρους το προηγούμενο διάστημα, επικράτησε πλήρης ακινησία, παρά τη συνέχιση της επίθεσης. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες των κλάδων αυτών –και όχι μόνο– είτε απλώς βολεύτηκαν με την εκτόνωση της πίεσης από τις εργαζόμενες μάζες είτε έκαναν και παραπέρα βήματα (όπως στους εκπαιδευτικούς) συνεργαζόμενες με την κυβέρνηση και το αστικό κράτος, και καλλιεργώντας στο έπακρο τη λογική της προτασεολογίας και την αυταπάτη της συνδιαχείρισης.

Από την άλλη, η αμηχανία και το στρίμωγμα του ΚΚΕ το οδήγησαν, από τη μια,  σε εκτόξευση της κοινοβουλευτικής του αντίληψης (σύμφωνα με την οποία η ανατροπή της αντεργατικής πολιτικής του κεφάλαιου γίνεται απλά με την ψήφιση των νόμων που προτείνει ως ΚΚΕ ή ως ΠΑΜΕ), αλλά και σε στροφή στους ακτιβισμούς και τις εικονικές συγκρούσεις, από την άλλη. Δηλαδή σε οτιδήποτε άλλο πέρα από την κινητοποίηση των εργαζομένων και τους μαζικούς αγώνες.

Αλλά και στους εργατικούς αγώνες που ξέσπασαν την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (π.χ. αναπληρωτές εκπαιδευτικοί και συμβασιούχοι ΟΤΑ) το ΚΚΕ κινήθηκε στη γνωστή υπονομευτική λογική του, προωθώντας τη διάσπαση, το συμβιβασμό και την ηττοπάθεια

Όμως και στις δυνάμεις του εξωκοινοβουλίου –που διακήρυτταν τη συγκρότηση (ενός ακόμη) ταξικού πόλου στο εργατικό κίνημα– συνέχισε να κυριαρχεί η πολιτική σύγχυση. Και μάλιστα, εντονότερη όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την κυβερνητική εξουσία, καθώς έως τότε η συγκρότηση των συνδικαλιστικών συνεργασιών τους περιλάμβανε και τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η σύγχυση κατέληξε για μια ακόμη φορά σε αδιέξοδα, στην κατάταξη του ΠΑΜΕ στις «ταξικές δυνάμεις», αλλά και σε φυγή από τη δύσκολη πραγματικότητα, που πρόσφατα οδήγησε και στην απεργοσπασία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, μπορεί να μην κατόρθωσε να στήσει ικανοποιητικό συνδικαλιστικό μηχανισμό, αλλά αυτό δεν του δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στο να προωθήσει πλήθος αντεργατικών μέτρων, καθώς οι πολιτικοί του αντίπαλοι δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να ρισκάρουν στρεφόμενοι στις λαϊκές και εργαζόμενες μάζες.

•   Η ανατροπή αυτής της κατάστασης στο εργατικό κίνημα δεν πρόκειται να έρθει μέσα από μία νέα κυβερνητική εναλλαγή. Αυταπατώνται όσοι «ευελπιστούν» ότι το κίνημα των εργαζομένων θα ανακάμψει απλά και μόνο με την πιθανή κυβερνητική επάνοδο των κλασικών αστικών πολιτικών δυνάμεων. Μία τέτοια εκτίμηση υποτιμάει τη ζημιά που έχει κάνει στις συνειδήσεις λαού και εργαζομένων η κατάρρευση των αυταπατών που καλλιέργησε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά υποτιμάει επίσης και τα αντιδραστικά βήματα που έχει κάνει το κεφάλαιο στην κατεύθυνση της αποδιοργάνωσης και του καλύτερου ελέγχου του εργατικού κινήματος και του συνδικαλισμού. Επιπλέον, μία τέτοια εκτίμηση δεν παίρνει υπόψη της ότι στο εργατικό κίνημα και τα συνδικάτα εξακολουθούν να κυριαρχούν οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις και, φυσικά, οι ίδιες –αστικορεφορμιστικές– πολιτικές απόψεις.

Οι «ευκολίες» δεν χωρούν σε μία κατάσταση όπου ο ταξικός συσχετισμός γέρνει ολοένα και περισσότερο προς τη μεριά του κεφάλαιου, ενώ η εργατική τάξη αδυνατεί να συγκροτηθεί σε μία επαναστατική πολιτικοϊδεολογική κατεύθυνση. Είναι αυτές οι «ευκολίες» που κυριάρχησαν όλη την περίοδο 2012-2015 και καθήλωσαν κάθε αγωνιστική έκφραση. Είναι αυτές οι «ευκολίες» που με κάθε ευκολία κηρύττουν «αντεπιθέσεις», «τομές» και «ρήξεις»  την ώρα που η κατάσταση της εργατικής τάξης πηγαίνει από τα κακό στο χειρότερο.

•   Με δεδομένη αυτήν την κατάσταση, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει –σχεδόν ανενόχλητος– και σήμερα την ψεύτικη φιλεργατική του ρητορεία. Με αφορμή το λεγόμενο «τέλος των μνημονίων» ένας νέος κύκλος αυταπατών καλλιεργείται γύρω από τους άξονες «επαναφορά συλλογικών συμβάσεων» και «αύξηση κατώτατου μισθού». Πέρα από τους προφανείς προεκλογικούς σκοπούς αυτής της κυβερνητικής προπαγάνδας αξίζει να σημειώσουμε ότι σε όλη αυτή την προπαγάνδα (που συμπληρώνει και τις προηγούμενες κινήσεις για το δήθεν χτύπημα της μαύρης εργασίας) υπάρχει ένα πολύ σημαντικό κοινό στοιχείο: η αναγόρευση του αστικού κράτους ως υπερασπιστή των εργατικών συμφερόντων, η αυταπάτη της αποκατάστασης των εργατικών δικαιωμάτων με απουσία του εργατικού κινήματος και της εργατικής διεκδίκησης. Είναι ένα πολύ βολικό –για το σύστημα– σχήμα, λογική συνέχεια της αστικής και ρεφορμιστικής αντίληψης στο κίνημα. Είναι ένα σχήμα το οποίο θέλει να διαιωνίσει την αδράνεια και την παθητικοποίηση των εργαζόμενων μαζών, αφήνοντας τις δυνάμεις του κεφάλαιου να συνεχίσουν απρόσκοπτα το ξεζούμισμα της εργατικής τάξης και, φυσικά, τον ιμπεριαλισμό να αλωνίζει στη χώρα.

Κανένα εργατικό δικαίωμα δεν μπορεί να κατακτηθεί ή να διασφαλιστεί, καμία εργατική διεκδίκηση δεν πρόκειται να υλοποιηθεί, χωρίς τη μαζική εργατική παρουσία, τον ανυποχώρητο ταξικό αγώνα. Η λογική του εφησυχασμού και της ανάθεσης, αυτή που φροντίζει να υποκαθιστά το πραγματικό ταξικό υποκείμενο άλλοτε με τους εκπρόσωπους της ξεπουλημένης συνδικαλιστικής ηγεσίας και άλλοτε με κρατικούς μηχανισμούς όπως η Επιθεώρηση Εργασίας, πρέπει να βρει απέναντί της του εργαζόμενους. Διότι στόχος της είναι ο πολιτικός και ιδεολογικός αφοπλισμός της εργατική τάξης, η σύγχυση και ο αποπροσανατολισμός της από την κατεύθυνση της ανυποχώρητης ταξικής πάλης και την προοπτική της επαναστατικής ανατροπής.

•   Πίσω από αυτό το χυδαίο σχήμα επιχειρήθηκε να κρυφτεί και το χτύπημα του δικαιώματος στην απεργία, αλλά και σειρά ακόμη ωμών επεμβάσεων στα εσωτερικά του συνδικαλισμού με αποκορύφωμα την ακύρωση του 29ου Συνεδρίου του Εργατικού Κέντρου Αθήνας και το διορισμό από το κράτος νέας, προσωρινής διοίκησης. Το «κράτος-προστάτης» μεριμνά δήθεν για την υγιή λειτουργία των σωματείων και, θέλοντας να χτυπήσει την «αυθαιρεσία» και να αποκαταστήσει την «ομαλή» και «αντικειμενική» λειτουργία των σωματείων, βάζει επιπλέον όρους για τη νομιμότητα μιας απεργίας. Στην ουσία, πρόκειται για την έμμεση και τμηματική εφαρμογή των απαιτήσεων του κεφάλαιου για χτύπημα του ελεύθερου συνδικαλισμού. Και βέβαια πρόκειται για τα «προεόρτια» μιας συνολικότερης αντιδραστικής διευθέτησης που επιδιώκει το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο για το συνδικαλισμό. Επιδίωξη που επανέρχεται συνεχώς και πιεστικά.

•   Πιστό σύμμαχο σε αυτήν την προσπάθεια βρίσκει τις συνδικαλιστικές ηγεσίες σε ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα. Ηγεσίες που δεν κούνησαν ούτε το δαχτυλάκι τους τον Γενάρη του 2018, όταν περνούσε το πολυνομοσχέδιο που περιλάμβανε και το χτύπημα της απεργίας. Ηγεσίες που είτε δεν έκαναν τίποτε είτε συνέβαλαν κιόλας στις αντιδραστικές επεμβάσεις του κράτους στα εργατικά κέντρα. Με μόνο τους στόχο να διατηρήσουν τις θέσεις που τους διασφαλίζουν το ρόλο του επίσημου συνομιλητή με το αστικό κράτος, από τη μια, και του ελέγχου των εργατικών αντιδράσεων, από την άλλη, οι ηγεσίες αυτές αναγνωρίζουν ότι με κινήσεις σαν και αυτή ­που χτυπάει κατά βάση την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική συγκρότηση της εργατικής τάξης– το κράτος και το κεφάλαιο τούς κλείνουν το μάτι αναγνωρίζοντάς τους ως τους βολικότερους συνομιλητές.

Αυτή η στάση των συνδικαλιστικών ηγεσιών είναι αποτέλεσμα μιας διαδρομής δεκαετιών που προετοίμαζε και συνεχίζει να προετοιμάζει το έδαφος για την ουσιαστική αδρανοποίηση των αγώνων και των διεκδικήσεων, αντικαθιστώντας τους με το «διάλογο» και τη «συνεργασία» με τον ταξικό αντίπαλο. Οι κατάπτυστες συμβάσεις εργασίας που έχουν υπογράψει όλα αυτά τα χρόνια, οι συναντήσεις, συμφωνίες και ανακοινώσεις με ντόπια και ξένα αστικά επιτελεία (με αποκορύφωμα την προπαγάνδιση του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του 2015, τη συνάντηση με το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, αλλά και τη νεόκοπη «Κοινωνική Συμμαχία») καλωσορίζουν τα στελέχη του αστικού συνδικαλισμού στο αντιδραστικό μέτωπο που έχει στηθεί απέναντι σε δικαιώματα και κατακτήσεις των εργαζομένων.

•   Η κυριαρχία αυτών των ηγεσιών στο εργατικό κίνημα και τον συνδικαλισμό, παρόλο που σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται σε καλπονοθευτικές διαδικασίες, αντανακλά μια πραγματική κατάσταση. Αντανακλά την απομαζικοποίηση (έως και την ανυπαρξία) των σωματείων του ιδιωτικού τομέα, το γεγονός δηλαδή ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων και της εργατικής τάξης είναι έξω από τα σωματεία. Αντανακλά την υποτυπώδη λειτουργία των σωματείων που υπάρχουν και την κυριαρχία της στρεβλής λογικής της ανάθεσης και της συνδιαχείρισης, που πριμοδοτείται τόσο από δεξιές όσο από αριστερές δυνάμεις. Αντανακλά την κατάσταση των σωματείων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου οι αστικές δυνάμεις συνεχίζουν να έχουν το πάνω χέρι και να διαμορφώνουν συσχετισμούς για τα ανώτερα συνδικαλιστικά όργανα. Κυρίως, όμως, αντανακλά αυτό που αναφέραμε στην αρχή: την κυριαρχία της αστικής και ρεφορμιστικής γραμμής στα συνδικάτα.

Αυτή η κατάσταση δεν προσπερνιέται ούτε με κόλπα ούτε με αφορισμούς. Χρειάζεται σκληρή και επίμονη δουλειά μέσα στα σωματεία, αλλά και έξω από αυτά, εκεί που βρίσκεται η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων. Και το σημαντικότερο (θα το επαναλάβουμε κι ας γίνουμε κουραστικοί): η δουλειά αυτή να γίνει σε μια αγωνιστική, επαναστατική κατεύθυνση. Κόντρα στο κεφάλαιο και την εργοδοσία, αλλά και κόντρα στη συνδιαχείριση, την ανάθεση και τις ρεφορμιστικές αυταπάτες.

Όσοι, βλέπουν «αντιδραστική τομή» στις σημερινές επιλογές της συνδικαλιστικής ηγεσίας σε ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και την εξαγγελία της «Κοινωνικής Συμμαχίας» με δυνάμεις του κεφάλαιου, ουσιαστικά θέλουν να αποφύγουν αυτήν την πραγματικότητα. Βιάζονται να διαγράψουν την πραγματικότητα και το συσχετισμό. Επείγονται να ανακοινώσουν κάτι νέο, κάτι διαφορετικό.

Αυτές οι δυνάμεις αρέσκονται κατά καιρούς σε τέτοιες ανακοινώσεις. Αναζητούν συνεχώς ευκαιρίες για να ανακοινώσουν διαφόρων ειδών «τομές» στην πορεία του εργατικού, του λαϊκού ή του φοιτητικού κινήματος. Αυτό που σταθερά τούς «διαφεύγει» είναι ότι καμία «τομή» δεν πρόκειται να υπάρξει με το λαό και την εργατική τάξη στο περιθώριο, και ότι η διαδικασία της ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης και του κινήματός της είναι μια μακριά διαδικασία που θα έχει συνέχειες και ασυνέχειες/άλματα, αλλά δεν γίνεται με όρους «τομής» όπως την εννοούν αυτές οι δυνάμεις,  δηλαδή «μια κι έξω». Πάνω απ’ όλα, δεν μπορεί και δεν πρόκειται να γίνει με τα παλιά υλικά, του κλασικού ή του ανακυκλωμένου ρεφορμισμού. Με τη γραμμή, για παράδειγμα, του εργατικού ελέγχου και της συνδιοίκησης, ή με πολιτική πυξίδα το λεγόμενο «μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα».

Επιπλέον, δεν πρόκειται να γίνει με τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ ή του ΜΕΤΑ, αλλά σε αντιπαράθεση με τη γραμμή που προωθούν στο εργατικό κίνημα. Γραμμή με βασικές ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση αποσυγκρότησης. Γραμμή που συνεχίζει να αναπαράγει αδιέξοδα και αυταπάτες στην εργατική τάξη. Γραμμή που στα σωματεία αναπαράγει τη διάσπαση και τις ιδιοκτησιακές λογικές, την υποταγή στις μικροκομματικές σκοπιμότητες, παρέα με τον τραμπουκισμό.

• Ανοιγμα στην εργατική τάξη

Η αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης δεν είναι μια απλή θεωρητική διαπίστωση που συνάγεται από την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος. Είναι στοιχείο το οποίο θα συναντήσει μπροστά του όποιος προσπαθήσει να έρθει σε επαφή με την εργατική τάξη. Η παρατεταμένη ηγεμονία των αστικών αντιλήψεων, σε συνάρτηση με την υποχώρηση του εργατικού επαναστατικού κινήματος και την ηγεμονία του ρεφορμισμού και του εργατοπατερισμού στα όργανα της εργατικής τάξης, έχει κάνει παραλυτική δουλειά σε αυτήν. Παρ’ όλο, βέβαια, που η κατάσταση της εργατικής τάξης και του εργατικού κινήματος είναι άσχημη, πρέπει να είναι ξεκάθαρο το ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι για πολύ. Η παρατεταμένη επίθεση στα βασικά εργασιακά δικαιώματα και η συνεχιζόμενη συμπίεση μισθών και δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με το ασφυκτικό πλαίσιο που έχει επιβάλει η συνολική, στρατηγικού χαρακτήρα επίθεση στις εργατικές λαϊκές μάζες, κυοφορούν καινούργια ξεσπάσματα. Με αυτήν την έννοια, κομβικό ρόλο για το πώς θα προχωρήσουν αυτές οι διαδικασίες θα παίξει το πόσο θα μπορέσει να παρέμβει σε αυτές η εργατική τάξη. Γι’ αυτό και η παρέμβασή μας σε αυτήν θα πρέπει να έχει βαρύνουσα σημασία.

Η εργατική μας δουλειά πρέπει να καταφέρει να δημιουργήσει δεδομένα. Πρέπει να ιεραρχηθεί η σημασία της δημιουργίας δεσμών με εργατικά κομμάτια τα οποία βρίσκονται στην παραγωγή και βιώνουν με τον πιο βάρβαρο τρόπο την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Η παρέμβασή μας σε αυτά τα κομμάτια εργαζομένων πρέπει να αναδεικνύει πάντα τους πραγματικούς εχθρούς των εργατών – το κεφάλαιο, την εργοδοσία, τις κυβερνήσεις που τους στηρίζουν και τον ιμπεριαλισμό. Παράλληλα, πρέπει να γίνεται κατανοητό ότι η επίθεση που βιώνουν οι εργαζόμενοι έχει ταξικό χαρακτήρα και δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αυταπάτη περί συμφιλιωτισμού ή ειρήνης με τον ταξικό αντίπαλο, αλλά αγεφύρωτου χάσματος το οποίο, όσο κερδίζει έδαφος η διεκδίκηση, θα μεγαλώνει.

Επιμένουμε στην άποψη ότι η συγκρότηση της εργατικής τάξης θα γίνει σε πολιτική βάση, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι διαγράφουμε τη συνδικαλιστική οργάνωση του εργατικού κινήματος. Αυτό που αναδεικνύει η περίοδος είναι ότι, μπροστά στη συνολική επίθεση του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού στην εργατική τάξη, η απάντηση των εργατών και των οργάνων τους θα πρέπει να έχει όχι μόνο συνδικαλιστικό-οικονομικό χαρακτήρα, αλλά και πολιτικό-ιδεολογικό ώστε να μπορέσει να συγκροτηθεί σε τάξη στην αντιπαράθεσή της αυτή. Με αυτήν την έννοια, η παρέμβασή μας στην εργατική τάξη θα πρέπει να είναι εφ’ όλης της ύλης αλλά και επικεντρωμένη· θα πρέπει να συνδέει το ειδικό-μερικό με το συνολικό-γενικό, και αντίστροφα. Θα πρέπει να συνδέει την πάλη για το δικαίωμα στη δουλειά και το μεροκάματο με την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την εξάρτηση· και να το κάνει αυτό με εύσχημο, απλό και λαϊκό τρόπο, που να δίνει τη δυνατότητα σύνδεσης με τους εργάτες.

Αυτή η διαδικασία πρέπει να είναι συνεχής και επίμονη, μόνιμο μέλημα των συντρόφων που ασχολούνται με την εργατική δουλειά. Πρέπει να απολογίζεται και να συγκεκριμενοποιείται, για να βγαίνουν συμπεράσματα που βοηθάνε την παρέμβασή μας. Το στυλ δουλειάς και παρέμβασής μας πρέπει να εμπνέει και να μην έχει δασκαλίστικο ύφος, να παρεμβαίνουμε σαν εργαζόμενοι, εργάτες και λαϊκοί αγωνιστές που έχουμε ανησυχίες και αγωνιούμε για τα προβλήματα των εργαζομένων και της εργατικής τάξης, που μιλάμε από την ίδια μπάντα με την εργατιά και τα συμφέροντά της.

• Επιμονή στη δουλειά στους νέους εργαζόμενους

Η δουλειά που έχουμε ανοίξει στους νέους εργαζόμενους και ανέργους πρέπει να συνεχίσει και να ενταθεί. Η προσπάθειά μας να έρθουμε σε επαφή με αυτά τα κομμάτια των εργαζομένων –που είτε τώρα μπαίνουν στην αγορά εργασίας είτε βιώνουν όλο αυτό το νέο πλέγμα εργασιακών σχέσεων που υπάρχει τα τελευταία χρόνια– έχει δημιουργήσει κάποια δεδομένα και έχει συσπειρώσει και ένα καλό δυναμικό. Η παρέμβασή μας σε αυτά τα κομμάτια εργαζομένων έχει καταφέρει να αποκρυσταλλώσει κάποια συμπεράσματα για το δυναμικό αυτό στο οποίο θέλουμε να απευθυνθούμε. Επιπλέον, μας έφερε σε επαφή με χώρους εργασιακούς που είτε δεν είχαμε παρέμβαση είτε εδώ και καιρό είχαμε χάσει επαφή. Πρόκειται για κόσμο ο οποίος ζει κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη της ανεργίας και δεν γνωρίζει τι θα πει εργασιακή σταθερότητα, είναι χαμηλόμισθος και έχει λίγη ή καθόλου σχέση με κινήματα και πρωτοβουλίες διεκδίκησης στους εργασιακούς χώρους όπου έχει περάσει. Χαρακτηριστικό το οποίο κάνει επιτακτική την υπεράσπιση της συλλογικότητας και την γραμμή της οργάνωσης στους χώρους εργασίας.

Παρ’ όλα αυτά, η νεολαία και οι εργαζόμενοι σήμερα αναζητούν και συνολικότερες απαντήσεις στα ζητήματα της περιόδου για να μπορέσουν να κινηθούν. Μεγάλο κομμάτι είναι «μπερδεμένο» με αντιλήψεις εθνικιστικές, με βάση την ήττα και την υποχώρηση του εργατικού κινήματος, ή είναι πλήρως απογοητευμένο από τους αγώνες μιας και δεν έχει δει ποτέ του νικηφόρο και διεκδικητικό κίνημα. Αυτό δημιουργεί έδαφος πολιτικής και ιδεολογικής τοποθέτησης πάνω στα συνολικότερα ζητήματα που τίθενται με αφορμή τα εργασιακά.

Είναι αλήθεια ότι τα χαρακτηριστικά που έχουμε περιγράψει για το δυναμικό των νέων εργαζομένων μας δημιουργούν ορισμένες δυσκολίες. Η μη μονιμότητα και η ανακύκλωσή τους στον κύκλο ανεργία-εργασία –και ειδικά όταν η εργασία έχει ιδιαίτερα ελαστικά χαρακτηριστικά– κάνει δύσκολη τη μόνιμη και σταθερή παρέμβαση σε αυτούς τους χώρους. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν έχουν βγει χρήσιμα συμπεράσματα που αφορούν είτε το στυλ δουλειάς είτε τον τρόπο παρέμβασής μας σε αυτούς τους χώρους που απασχολούν τέτοιο δυναμικό. Επίσης, ο μισθολογικός διαχωρισμός για τους νέους κάτω των 24 χρόνων είναι ενοποιητικό αίτημα το οποίο πρέπει να αναδεικνύουμε. Τα σχήματα των νέων εργαζομένων πρέπει να λειτουργούν σε αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή της ζύμωσης και της συγκρότησης ενός δυναμικού το οποίο είτε δεν έχει μαζικό χώρο λόγο της φύσης της δουλειάς του είτε έχει και οι συνδικαλιστικές συνθήκες σε αυτόν είναι ιδιαίτερα αντίξοες.

Δεν πρέπει, όμως, να μένουμε στη θεωρητική ανάλυση της κατάστασης και τη ζύμωση. Τα σχήματά μας πρέπει να παίρνουν πρωτοβουλίες πάνω σε εργασιακά ζητήματα (απολύσεις, εργοδοτική αυθαιρεσία κ.λπ. ) που θα βγάζουν ένα πρωτοπόρο δυναμικό μπροστά και θα δημιουργούν όρους κίνησης για πιο πλατύ κόσμο.

Πρέπει γενικά να έχουμε σαν κατεύθυνση να δημιουργούμε τέτοια σχήματα, όπου μπορούμε πανελλαδικά, έτσι ώστε να μπορούμε με καλύτερους όρους να συγκεντρώνουμε ένα τέτοιο δυναμικό, το οποίο και όρεξη έχει και θέλει να κινηθεί.

Είναι, επίσης, σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η δουλειά στους νέους εργαζόμενους εξυπηρετεί και μια εσωτερική ανάγκη της οργάνωσης. Από τη μία, η οργάνωση αφουγκράζεται τις νέες αλλαγές στους εργασιακούς χώρους και τα ζητήματα που ανοίγουν κατά καιρούς στην εργασία, μέσω των συντρόφων που παρεμβαίνουν σε αυτό το δυναμικό και, από την άλλη, ένα δυναμικό της οργάνωσης το οποίο τώρα μπαίνει στην αγορά εργασίας με κάποιες γενικές κατευθύνσεις και έχει την ανάγκη να τις κάνει πιο συγκεκριμένες στο χώρο που δουλεύει (μισθός, συμβάσεις, συνδικαλισμός, απεργία, κ.λπ.) μαθαίνει πώς να λειτουργεί και να παρεμβαίνει.

Αποτελεί πλέον νέο δεδομένο στους νέους εργαζόμενους η μαζική παρουσία νέων επιστημόνων (γιατροί, δικηγόροι, λογιστές) που προέρχονται από την μαζικοποίηση των Αγων. Κινήσεων και που, αν εξαιρέσουμε τον καθηγητικό κλάδο, αναζητούν πεδίο παρέμβασης αλλά και συγκρότησης στα ιδιαίτερα προβλήματα που συναντούν. Όσο κι αν σήμερα είναι δύσκολο να συγκροτήσουμε τομέα επιστημόνων-εργαζόμενων, δεν παύει να ’ναι αναγκαιότητα προς άμεση αντιμετώπιση, για την οργάνωση της δουλειάς σε τέτοιους μαζικούς κλάδους.

 

• Ενίσχυση της Ταξικής Πορείας

Η όλη κίνησή μας στους εργαζόμενους και την εργατική τάξη δεν θα μπορέσει να πλατύνει και να πάρει πιο μαζικά χαρακτηριστικά, αν δεν συγκροτηθεί παραπέρα και δεν πάρει πιο συγκεκριμένα και πανελλαδικά χαρακτηριστικά το μετωπικό μας σχήμα. Η Ταξική Πορεία έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια –με δυσκολίες και αδυναμίες είναι η αλήθεια– να έχει μια πιο σταθερή παρουσία στις βασικές πόλεις που έχουμε παρέμβαση, στις απεργίες και τις παρεμβάσεις σε εργατικά ζητήματα. Έχει καταφέρει να πάρει πρωτοβουλίες σε ζητήματα εργατικά και εργασιακά, τα οποία ανέδειξαν με καλύτερους όρους το προφίλ και τη φυσιογνωμία που θέλουμε να έχει (εργατικό ατύχημα στα ΕΛΠΕ, θάνατος εργαζόμενης στα Everest, καμπάνια στον επισιτισμό, απολύσεις στα Market Ιn, κυριακάτικη αργία, κ.λπ.). Επίσης, έχει καταφέρει να έχει καλά αντανακλαστικά παρέμβασης και γειωμένη τοποθέτηση σε «έκτακτα» ζητήματα τα οποία τίθενται (απεργία Cosco, απεργία 30 Μάη και γραμμή μη συμμετοχής από το εξωκοινοβούλιο, 48ωρη απεργία για το πολυνομοσχέδιο από ΠΑΜΕ και ΑΔΕΔΥ).

Η Ταξική Πορεία πρέπει να αποκτήσει ουσιαστική πανελλαδική εμβέλεια και αυτό είναι μέλημα των κατά τόπους συντρόφων. Για να γίνει αυτό πρέπει να δημιουργηθούν ομάδες-σχήματα εργαζομένων, οι οποίες θα έχουν μόνιμη έγνοια την εργατική δουλειά και την παρέμβαση στους εργαζόμενους. Η κατεύθυνση αυτή πρέπει να αρχίσει να αντανακλάται με καλύτερους όρους και στα σωματεία του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, και στα όργανα των εργαζομένων.

Οι παρεμβάσεις έξω από χώρους εργασίας και εργοστάσια με τα υλικά της Ταξικής Πορείας πρέπει να είναι σταθερές και να μην γίνονται ερασιτεχνικά, μόνο και μόνο για να γίνουν. Μόνιμο μέλημά μας στους εργασιακούς χώρους πρέπει να είναι να επηρεάσουμε τους πιο προοδευτικούς και κινητικούς εργαζόμενους, και να τους μπολιάσουμε με την άποψή μας. Να παίρνουμε πρωτοβουλίες που θα έχουν κινηματικό, διεκδικητικό χαρακτήρα και θα εξυπηρετούν την οργάνωση των εργαζομένων και τη συγκρότησή τους.

Η Ταξική Πορεία πρέπει να γίνει ο φορέας πρωτοβουλιών πάνω σε εργασιακά ζητήματα της εποχής. Από πρωτοβουλίες κοινής δράσης με άλλα σχήματα και συλλογικότητες, μέχρι επιτροπές σε χώρους εργασίας, που θα ενισχύουν και θα βγάζουν μπροστά τις γενικές κατευθύνσεις που ιεραρχούμε:

- Δικαίωμα στην πλήρη και σταθερή δουλειά

- Αυξήσεις στους μισθούς και τα μεροκάματα

- Συλλογικές συμβάσεις

- Ασφάλιση, περίθαλψη, συντάξεις για όλους τους εργαζόμενους.

• ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ

Είναι ολοφάνερο ότι η δουλειά στα σωματεία και συλλόγους εργαζομένων είναι ιδιαίτερα απαιτητική σε συγκρότηση, βαθιά γνώση των δεδομένων του χώρου, καθημερινή παρέμβαση και σύνδεση με τους εργαζόμενους. Δεν πρέπει τίποτε ν’ αφήνεται «να πέφτει κάτω», από το πιο μικρό μέχρι τα πλέον κεφαλαιώδη. Η εμπειρία έχει δείξει ότι ακόμη και, θεωρητικά, τριτεύοντα ή επιμέρους ζητήματα, στη διασύνδεσή τους με τα βασικά επιδιωκόμενα απ’ τις δυνάμεις της επίθεσης, μπορούν ν’ αποτελέσουν σπινθήρα εκτεταμένης κίνησης ενός δυναμικού που σε μια πορεία όξυνσης της αντιπαράθεσης να συσπειρώσει την πλειοψηφία αποκτώντας προοπτική νίκης.

Η βασική μας κατεύθυνση δεν είναι άλλη απ’ την αποκάλυψη της ταξικότητας της αντεργατικής επέλασης και του πολιτικού και στρατηγικού της χαρακτήρα, τη στόχευση των ιμπεριαλιστών και του κεφαλαίου που καθοδηγούν την επίθεση, το ξεσκέπασμα της κυβερνητικής προπαγάνδας και της εικονικής πραγματικότητας που παρουσιάζει, η οποία πάει παρέα με τη θεσμοθέτηση όλου του πλέγματος επιδείνωσης της ζωής της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων λαϊκών μαζών.

Φυσικά, μεγάλη αξία έχει και η κόντρα με το συγκεκριμένο εργοδότη, κρατικό ή ιδιωτικό, καθώς ο εργαζόμενος κόσμος έχει κυριολεκτικά μπουχτίσει από διακηρύξεις και θεωρητικές κατασκευές του συνόλου της Αριστεράς που παραμένουν κενό γράμμα στην εφαρμογή τους στη πράξη.

Σε μια εποχή που θεριεύει η πολιτική της απολιτικής, οφείλουμε να δίνουμε έμφαση στην πολιτικοποίηση της σκέψης και της δράσης των εργαζομένων. Η μόνιμη και συστηματική αντιπαράθεση στις αστικές και μεταρρυθμιστικές λογικές και πρακτικές κάνει πιο εμφανείς τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη συντήρηση και την οπισθοδρόμηση, απ’ τη μια, και την πρόοδο και την εξέλιξη, απ’ την άλλη.

Η απόκτηση κύρους με βάση την εντιμότητα, τη μαχητικότητα, την αλληλεγγύη, τη στάση απέναντι στην εργοδοσία, την αφοσίωση στην εργατική τάξη και την υπόθεση κ.λπ. υπήρξε ανέκαθεν χαρακτηριστικό των κομμουνιστών στη δράση τους στα συνδικάτα. Όσο κι αν έχουν χτυπηθεί αυτές οι αξίες στις μέρες μας, δεν παύουν ν’ αποτελούν κορυφαίες εκφράσεις κομμουνιστικής-ταξικής διαπαιδαγώγησης στους χώρους δουλειάς.

Η επιδίωξη πραγματοποίησης μαζικών διαδικασιών (γενικών συνελεύσεων, συγκεντρώσεων, παραστάσεων, απεργιών, διαδηλώσεων, καταλήψεων κ.ά.), αυτονόητη για μας, δεν είναι καθόλου τέτοια για τις υπόλοιπες πολιτικοσυνδικαλιστικές δυνάμεις, ακριβώς επειδή δεν εμφορούνται από τη λογική της αυτενέργειας των μαζών, αλλά απ’ την ανάθεση και την εξουσιοδότηση. Έχουμε βαθιά πεποίθηση ότι ο συσχετισμός δύναμης είναι αυτός που κρίνει την έκβαση κάθε αντίστασης-διεκδίκησης-αγώνα, γι’ αυτό μοχθούμε για τη μαζικοποίηση και τον ταξικό προσανατολισμό της εργατικής πάλης. Μέσα απ’ την αντιπαράθεση με αντιδραστικές και λαθεμένες απόψεις κερδίζεται ένα δυναμικό στη σωστή άποψη, διαμορφώνει συνθήκες πάλης τέτοιες που ν’ αντιστοιχούν στην ολομέτωπη επίθεση της περιόδου.

Δεν κάνουμε συνδικαλισμό για το συνδικαλισμό. Ούτε θεωρούμε τα σημερινά συνδικάτα φετίχ. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να πρωτοστατήσουμε στη δημιουργία σωματείων, στην πάλη για να κυριαρχήσει η ταξική-επαναστατική-κομμουνιστική αντίληψη μέσα στα υφιστάμενα και στα δημιουργούμενα, στη συγκρότηση πρωτοβουλιών-επιτροπών αγώνα μπροστά στην υπονόμευση και την ακινησία. Ευνοούμε την κοινή δράση πάνω σε συγκεκριμένα κάθε φορά επίδικα, υιοθετώντας τη γραμμή ενότητας και πάλης. Διατηρούμε μόνιμα ανοιχτό το μέτωπο αντιπαράθεσης στη γραμμή της συναίνεσης, της υποταγής, της ταξικής συνεργασίας. Το πολιτικοσυνδικαλιστικό εργατικό σχήμα της ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ που στηρίζουμε πασχίζουμε να συμβάλει στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.

• ΜΑΖΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

Είναι αλήθεια ότι η αποσάθρωση της όποιας βιομηχανικής και αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής τις τελευταίες δεκαετίες (ΕΟΚ-ΕΕ/ΟΝΕ-ΕΥΡΩ) όχι μόνο έχει μετατρέψει τη χώρα μας σε εισαγωγική και την οικονομία της σε παράρτημα αλλά έχει διαλύσει κλάδους και χώρους πύκνωσης του εργατικού δυναμικού. Έτσι σήμερα δεν συναντάμε πολλούς μαζικούς χώρους εργασίας, ενώ ορισμένοι μόνο κλάδοι κατά βάση σε τουρισμό και υπηρεσίες – αναφερόμενοι στον ιδιωτικό τομέα – έχουν διογκωθεί αριθμητικά. Σε κάθε περίπτωση η δουλειά σε μαζικούς κλάδους δεν είναι αναγκαστικά ταυτόσημη με τη δουλειά σε μαζικούς χώρους.

Αναφερόμενοι σ’ αυτούς τους τελευταίους, εμφανίζουν σίγουρα πλεονεκτήματα παρέμβασης. Η παρουσία των εργαζομένων σε έναν λίγο ως πολύ καθορισμένο χώρο βοηθά στην άμεση κι ευκολότερη επαφή, ό,τι συμβαίνει διαδίδεται γρήγορα, ευνοείται η δημιουργία σωματείου. Ένα μεγάλο τμήμα των εργαζομένων έχει μια σχετική σταθερότητα στη δουλειά, οι δυνατότητες πίεσης προς την εργοδοσία αυξάνουν ανάλογα με το βαθμό οργάνωσης και την αγωνιστικότητα του συνδικάτου. Δεν είναι τυχαίο ότι σε τέτοιους χώρους το κεφάλαιο περισσότερο ενδιαφέρεται να ελέγξει το σωματείο ή να δημιουργήσει εργοδοτικό, αναγνωρίζοντας ότι δύσκολα θα αποτρέψει την ύπαρξή του. Για παρεμφερείς αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση λόγους, η μεγάλη εργοδοσία είναι κι εκείνη που δίνει τον τόνο της επίθεσης και της αφαίρεσης δικαιωμάτων και κατακτήσεων. Οι αστικές κυβερνήσεις το σφυγμό του μεγάλου κεφαλαίου αφουγκράζονται και διαμορφώνουν ανάλογα το εργασιακό και γενικότερα κοινωνικό πλαίσιο, το οποίο με όρους ανισοτιμίας ευνοεί και την μεσο-μικροαστική εργοδοσία στη συνέχεια.

Κατά κανόνα απαντώνται στους μαζικούς χώρους οι περισσότερες κομματικο-πολιτικο-συνδικαλιστικές απόψεις, κατευθύνσεις και γραμμές. Θα λέγαμε ότι είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας με τα συν και τα πλην της. Από τη σκοπιά αυτήν, είναι πρόσφορο το έδαφος για την άποψή μας να καταδείξει αντιπάλους-εχθρούς μα συνάμα ν’ αποκαλύψει ψεύτικους φίλους. Να επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις στις αγωνίες των εργαζομένων πάντα σε κινηματική-διεκδικητική κατεύθυνση. Και να δοκιμαστεί. Να κερδίσει την εμπιστοσύνη, να μετατρέψει τη φιλική διάθεση σε συνειδητή στράτευση. Συν ένα επιπλέον, ότι σ’ αυτούς τους χώρους αναδεικνύεται με σχετικά καλύτερους όρους η υπεροχή της άποψής μας λόγω της εφαρμογής σε μαζική απτή, κλίμακα και συγκεκριμένα της αντεργατικής επίθεσης.

• ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Έχοντας απ’ την αρχή ξεκαθαρίσει ότι το σημερινό κράτος αποτελεί όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στην εργατιά και το λαό, δεν μπαίνουμε στη συζήτηση προτάσεων λειτουργίας του ή στελέχωσής του, και την καταγγέλλουμε ως αποπροσανατολιστική. Αυτό που μας απασχολεί είναι η χαμηλόβαθμη-χαμηλόμισθη δημοσιοϋπαλληλία, η επίθεση που δέχεται σε εργασία-μονιμότητα, εισόδημα, σύνταξη-περίθαλψη, δικαιώματα κ.λπ.

Ταυτόχρονα, έχουμε το βλέμμα μας στο λαό και στις επιπτώσεις των αντιδραστικών-αντιλαϊκών αλλαγών που συντελούνται. Στο αν θα βρίσκει και τι είδους νοσοκομείο, αν θα υπάρχει και με τι όρους σχολείο για τα παιδιά του, αν δεν θα πνίγεται στα σκουπίδια, τη μόλυνση, την εγκατάλειψη. Ακριβώς γιατί θεωρούμε τους εργαζόμενους αυτούς κομμάτι του λαού, έξω από μηχανισμούς που στρέφονται ενάντιά του μισθοδοτούμενοι από το κράτος (στρατός, μηχανισμοί αστυνόμευσης-καταστολής, δικαστές κ.ά.).

Στον αντίποδα των επιδιώξεων ιμπεριαλιστών, αστικής τάξης και κυβερνήσεων βρίσκεται ο αγώνας για πλήρη, μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους, η υπεράσπιση ως κορυφαίας κατάκτησης απ’ το 1911 ως σήμερα της μονιμότητας, η μονιμοποίηση όλων των ελαστικά εργαζόμενων. Η πάλη για αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις που να καλύπτουν το κόστος της ζωής και η ανατροπή της λιτότητας και του μισθολόγιου-φτωχολόγιου. Η αποτροπή των συγχωνεύσεων-κλεισιμάτων φορέων και υπηρεσιών, η ανατροπή της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων και της μεγαλύτερης εμπορευματοποίησης των κοινωνικών αγαθών. Η εναντίωση στην αξιολόγηση που αποσκοπεί στην κατηγοριοποίηση, την πειθάρχηση και τη χειραγώγηση των εργαζομένων. Αλλά και ο αγώνας για δωρεάν παιδεία, περίθαλψη- υγεία, πρόνοια. Να οι σημαντικότεροι στόχοι πάλης των εργαζόμενων με εργοδότη το κράτος, που άπτονται της σημερινής επίθεσης του συστήματος και που απαιτούν ένα συσχετισμό δύναμης ικανό να την ανατρέψει.

Εξίσου σημαντική είναι η αντιπαράθεση στη γραμμή της συνδικαλιστικής ηγεσίας σε ΑΔΕΔΥ, ομοσπονδίες-νομαρχιακά τμήματα αλλά και πρωτοβάθμια σωματεία. Κι όχι μόνο σ’ αυτήν, μιας και η αποσυγκρότηση (όσο κι αν, τυπικά, υπάρχουν σωματεία) και οι αυταπάτες είναι μεγάλες, με βάση μια παλιότερη κατάσταση των δ.υ., η οποία όμως έχει ανατραπεί άρδην. Την ίδια στιγμή η στάση της ποικιλώνυμης Αριστεράς όχι μόνο δε βοηθά, αλλά εντείνει τη σύγχυση και την απογοήτευση με την ακατάσχετη προτασεολογία της, τη συμμετοχή στη συνδιοίκηση και την ιεραρχική ανέλιξη. Το ξεπέρασμα αυτών των λαθεμένων και ζημιογόνων απόψεων και στάσεων είναι προϋπόθεση για τη δημιουργία και δράση πολιτικοποιημένου κινήματος των δημοσίων υπαλλήλων.

• ΠΙΟ ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

Μαζικοί χώροι τα νοσοκομεία, όλα με σωματεία, απαιτούν καθημερινή κυριολεκτικά ενασχόληση, με τα προβλήματα να ξεχειλίζουν και τους εργαζόμενους να βιώνουν τρομακτική πίεση και σ’ όλους τους κλάδους πλέον. Το αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ στον τομέα αυτό, για λαό και υγειονομικούς, δεν αποτελεί παρά άλλη μια εικονική πραγματικότητα. Η πραγματική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το πεδίο αποτελεί ευθεία συνέχεια της πολιτικής ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Ο νόμος που ψήφισε τον Αύγουστο του 2017 για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και την ίδρυση των Τοπικών Μονάδων Υγείας (ΤΟΜΥ) επιχειρεί να στήσει ένα δίκτυο δομών με ελάχιστο προσωπικό, με λίγους και άσχημα αμειβόμενους γιατρούς κάποιων ειδικοτήτων, που θα παρέχει υποτυπώδεις υπηρεσίες υγείας. Θέλει να απομακρύνει/αποθαρρύνει το λαό από την πρόσβαση σε Κέντρα Υγείας και νοσοκομεία.

Απέναντι σε μια πολιτική που καταδικάζει το λαό κυριολεκτικά σε θάνατο και που η τσέπη είναι το εισιτήριο της επιβίωσης, δεν χωρούν και πολλές απαντήσεις. Όλο και πιο συχνά μαθαίνουμε για γιατρούς που δεν υπάρχουν, εργαζόμενους που εξουθενώνονται, εργολάβους κι εταιρίες που κάνουν πάρτι, υλικά που λείπουν κι εγκαταστάσεις που καταρρέουν. Λιγότερα νοσοκομεία-λιγότεροι υγειονομικοί είναι το μότο. Αυτά που θα καλύπτουν υποτυπωδώς μόνο το επείγον, θα λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και θα συμβάλλουν στο θεάρεστο έργο, με το αζημίωτο βέβαια, του ιδιωτικού κεφαλαίου, συμπληρωματικά πλέον ως προς αυτό.

Συγχωνεύσεις-κλεισίματα νοσοκομείων, διαθεσιμότητες-απολύσεις εργαζομένων, αποτέλεσαν και θ’ αποτελέσουν ένα σοβαρό πεδίο δοκιμασίας απόψεων, στάσεων και πολιτικών. Το ίδιο και η τραγική έλλειψη προσωπικού και οι προσλήψεις, οι εργασιακές σχέσεις και οι συμβασιούχοι, η αξιολόγηση και η τρομοκρατία, οι μισθοί και οι συντάξεις, η ανθυγιεινότητα του χώρου και οι συνέπειές της. Ποιο απ’ όλα αυτά είναι πιο σπουδαίο; Όλα, γιατί αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας πολιτικής που θεωρεί περιττό βάρος την αναπλήρωση της εργατικής δύναμης, την επισκευή της ικανότητας για εργασία, αφού σήμερα υπάρχουν διευρυμένα πλεονάσματα εργατικού δυναμικού. Παράλληλα, αποτελούν τα πεδία αντιπαράθεσης και πάλης λαού και υγειονομικών με την κυβερνητική πολιτική.

• Εκπαιδευτικοί

Τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σοβαρή κλιμάκωση της επίθεσης σε όλους τους όρους δουλειάς των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Επιπρόσθετα στις πλευρές της επίθεσης που αφορούν όλους τους εργαζόμενους (περίθαλψη, συνταξιοδοτικά, μισθοί), οι εκπαιδευτικοί είναι αντιμέτωποι με μεγάλη εντατικοποίηση της δουλειάς τους, με σοβαρή ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων (πολλαπλά σχολεία, βαθμίδες, αντικείμενα και ωράρια) και με μόνιμη έλλειψη διορισμών.

Την περίοδο αυτή ξεκινάει και η εφαρμογή της αυτοαξιολόγησης των σχολείων, μια διαδικασία που εμπλέκει τους εκπαιδευτικούς και η οποία θα αποτελεί σημαντικό τμήμα της ίδιας της δουλειάς τους. Όλο το πλαίσιο αυτοαξιολόγησης-αξιολόγησης αποτελεί μακρόχρονη επιδίωξη του συστήματος, καθώς στοχεύει στην ίδια τη συγκρότηση των εκπαιδευτικών ως εργαζόμενους, προωθώντας τη χειραγώγηση, την κατηγοριοποίηση, τον ανταγωνισμό αλλά και τη θυματοποίηση των ίδιων των εκπαιδευτικών για τα αδιέξοδα της αστικής εκπαίδευσης.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες στην προώθηση της αντιδραστικής πολιτικής απέναντι στους εκπαιδευτικούς. Αν η μία πηγή της αποτελεσματικότητας αυτής σχετίζεται με τη συνολική κατάσταση του λαϊκού κινήματος, η άλλη πηγή είναι η χρόνια κυριαρχία αστικών και ρεφορμιστικών απόψεων στο κίνημα των εκπαιδευτικών. Οι απόψεις αυτές, συγκροτημένες στη λογική της ταξικής συνεργασίας και του «αταξικού κράτους» (άρα και της «αταξικής εκπαίδευσης») απογείωσαν για χρόνια την απολιτική, τις συνδιοικητικές λογικές, τον αποπροσανατολισμό για συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε όλες τις διοικητικές βαθμίδες (και στη διοίκηση της σχολικής μονάδας), τις αυταπάτες για την «αλλαγή της εκπαίδευσης που θα φέρει την αλλαγή στην κοινωνία» και –συνολικά– ένα σώμα «απόψεων» στο οποίο είναι βαθιά ποτισμένη η Αριστερά (ΚΚΕ και εξωκοινοβουλευτική) και το οποίο εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά η κυβέρνηση για να οξύνει τη σύγχυση.

Η διαλυτική κατάσταση που υπάρχει στις ομοσπονδίες αλλά και στα πρωτοβάθμια σωματεία της εκπαίδευσης, από την παραπάνω κυριαρχία τροφοδοτείται και αυτήν την κυριαρχία ανατροφοδοτεί.

Σε αυτές τις συνθήκες, η οργάνωσή μας στους χώρους των εκπαιδευτικών επιδιώκει, πρέπει και μπορεί να προβάλει το σύνολο της άποψής της για όλα τα μικρά και μεγάλα ζητήματα. Για κάθε μικρό καθημερινό «συνδικαλιστικό», για κάθε μεγάλο πολιτικό. Μόνο να κερδίσει έχει από το άνοιγμα όλων των ζητημάτων που απασχολούν το λαό και τους εκπαιδευτικούς. Από την όξυνση της αντιπαράθεσης με τις αντιδραστικές μεθοδεύσεις και θεωρίες του συστήματος. Από την αποκάλυψη της διαλυτικής δουλειάς του ρεφορμισμού και της νομιμοποίησης της «υποταγής στον συσχετισμό». Πιο συγκεκριμένα παλεύουμε στις κατευθύνσεις:

  • Της δημιουργίας εστιών αντίστασης στην επίθεση και διεκδίκησης των βασικών δικαιωμάτων, στην προοπτική συγκρότησης αντίστοιχου μετώπου.
  • Της ενίσχυσης της πολιτικοποίησης του κινήματος σε αντιιμπεριαλιστική και αντικαπιταλιστική κατεύθυνση ως τμήμα συνολικά του λαϊκού κινήματος – κόντρα σε λογικές «αυτονομίας» και «ιδιαιτερότητας του κλάδου των εκπαιδευτικών».
  • Της αποφασιστικής αποκάλυψης της ταξικής φύσης του κράτους και της αντιπαράθεσης σε διαλυτικές λογικές συνδιοίκησης, «συνδιαμόρφωσης» μαζί με το σύστημα της εκπαιδευτικής πολιτικής και συνευθύνης με αυτό.
  • Της αντιπαράθεσης στις αφοπλιστικές και αποπροσανατολιστικές πρωτοβουλίες «εθελοντισμού» και σε κάθε κίνηση εξωραϊσμού της αντιδραστικής πολιτικής.
  • Του διπόλου «ενίσχυση κάθε αγωνιστικής κίνησης σε πρωτοβάθμια σωματεία, επιτροπές αγώνα κ.λπ. / κριτική σε όλα τα αστικά και ρεφορμιστικά βαρίδια που ταλαιπωρούν το κίνημα». Και οι δύο πόλοι πρέπει να υπηρετούνται με προσοχή και παράλληλα, για να μην πέφτουμε ούτε στο ρεφορμισμό ούτε στον αριστερισμό.
  • Της υποστήριξης της σημασίας του απεργιακού αγώνα ο οποίος τείνει να εξοβελιστεί από το λεξιλόγιο και την πρακτική όλων όσων παρεμβαίνουν στους χώρους της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
  • Της ενίσχυσης του ενιαίου αγώνα των εργαζομένων στην εκπαίδευση, ενάντια σε διασπάσεις εργασιακών σχέσεων (μόνιμοι – συμβασιούχοι), βαθμίδων (δημοτικά – γυμνάσια – λύκεια – ΕΠΑΛ), ειδικοτήτων κ.λπ.

Γενικό πλαίσιο της παρέμβασής μας στους εκπαιδευτικούς είναι το παρακάτω:

  • Ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, την συμμετοχή της χώρας σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, το φασιστικό και ρατσιστικό δηλητήριο – παλεύουμε για αλληλεγγύη και κοινή δράση των λαών και για πλήρη δικαιώματα σε πρόσφυγες και μετανάστες.
  • Ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα και στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων και των λαϊκών κατακτήσεων – παλεύουμε για μόνιμη, πλήρη και σταθερή δουλειά για όλους με πλήρη δικαιώματα σε ασφάλιση, περίθαλψη και μισθούς, για αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, για ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς.
  • Ενάντια στην αξιολόγηση, την χειραγώγηση, την τρομοκράτηση, την κατηγοριοποίηση σχολείων και εκπαιδευτικών, ενάντια στη φασιστικοποίηση συνολικά της πολιτικής του συστήματος – παλεύουμε για πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες και δικαιώματα.
  • Ενάντια στους ταξικούς φραγμούς και τη μετακύλιση του κόστους της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο λαό – παλεύουμε για δωρεάν δημόσια παιδεία για όλους. Στηρίζουμε τις κινητοποιήσεις των μαθητών για τα δικαιώματα στις σπουδές και –αντίθετα με λογικές «πατερναλισμού» τους– υποστηρίζουμε το δικαίωμά τους να αγωνίζονται και να συγκροτήσουν το «δικό τους» κίνημα (ως τμήμα πάντα του λαού).

Η στήριξη των Αγωνιστικών Κινήσεων Εκπαιδευτικών (οι οποίες έχουν διανύσει μια αξιόλογη πορεία σε ένα όχι εύκολο πολιτικοσυνδικαλιστικό περιβάλλον) είναι απαραίτητη για την πιο αποτελεσματική παρέμβαση της οργάνωσης στους εκπαιδευτικούς στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η πολιτική τους στήριξη έχει ως στόχο την αναβάθμιση της πολιτικής και οργανωτικής τους συγκρότησης, της τακτικής λειτουργίας ολομελειών, πανελλαδικών συσκέψεων αλλά και του συντονιστικού, και στήριξη μιας πορείας παραταξιοποίησής τους.

Ταυτόχρονα, πρέπει να γίνουν συχνότερες οι παρεμβάσεις των εκπαιδευτικών του ΚΚΕ(μ-λ) σε ιστορικά, ιδεολογικά και πολιτικά θέματα που δεν αντιστοιχούν στο επίπεδο εναιοποίησης των Αγωνιστικών Κινήσεων Εκπαιδευτικών.

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Σημαντικό κομμάτι του σώματος της εργατικής τάξης στη χώρα και σε μεγάλο βαθμό «αόρατο», οι μετανάστες και η παρέμβαση σε αυτούς πρέπει να αποτελούν μία μόνιμη στόχευση της εργατικής μας δουλειάς αλλά και του εργατικού κινήματος συνολικότερα. Είναι προφανές ότι το χτύπημα που δέχτηκε ο κλάδος της οικοδομής επέδρασε ουσιαστικά στη σύνθεση αυτού του κομματιού της εργατικής τάξης, καθώς ένα σημαντικό κομμάτι των μεταναστών εργατών (ιδιαίτερα αλβανικής καταγωγής) έφυγε από τη χώρα αναζητώντας αλλού τις τύχες του. Γεγονός σημαντικό, καθώς αφορούσε ένα ταξικά συνειδητοποιημένο κομμάτι της εργατικής τάξης που είχε σε ένα βαθμό εμπλακεί και στα συνδικαλιστικά ζητήματα (όσο του επέτρεπε η συνολικότερη κατάσταση αποσυγκρότησης των σωματείων) και είχε αποκτήσει δεσμούς με τους έλληνες εργαζόμενους.

Επιπλέον, οι τεράστιες ροές μεταναστών και προσφύγων που προκάλεσαν οι συνεχιζόμενες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, η δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης και τα τεράστια προβλήματα που δημιουργεί η υπερσυσσώρευση μεταναστών και προσφύγων σε αυτά, κάτω από άθλιες συνθήκες και χωρίς καμία προοπτική, έχουν ρίξει νερό στο μύλο του ρατσισμού και του φασισμού και έχουν συσκοτίσει ακόμη περισσότερο την ταξική σκοπιά του ζητήματος.

Παρ’ όλα αυτά, οι μετανάστες εξακολουθούν να εργάζονται μαζικά στον πρωτογενή και το δευτερογενή τομέα, από τα χωράφια μέχρι τις βιοτεχνίες και τα εργοστάσια, νόμιμα ή παράνομα, δηλωμένοι ή αδήλωτοι, παράγοντας πλούτο και, φυσικά, υπεραξία για το ντόπιο κεφάλαιο. Μια σημαντική παράμετρος, που συνεχώς «παραλείπεται» από τους κήρυκες των ρατσιστικών θεωριών που παρουσιάζουν τους μετανάστες ως το ακριβώς αντίθετο: ως παράγοντες απομύζησης πλούτου και επιβάρυνσης της οικονομίας.

Τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά τύπου «Μανωλάδας», οι στοιβαγμένοι και κλειδωμένοι στα υπόγεια εργοστασίων μετανάστες που «ανακαλύπτονται» κατά διαστήματα (όπως με τραγικό τρόπο έγινε στις πλημμύρες της Μάντρας), υπογραμμίζουν τους άθλιους και δραματικούς όρους κάτω από τους οποίους ζει αυτό το κομμάτι της εργατικής τάξης.

Αν και η παρέμβαση της Αριστεράς στους μετανάστες κυρίως περιστρέφεται γύρω από ζητήματα ρατσισμού, κοινωνικών δικαιωμάτων και ασύλου (που δεν είναι καθόλου υποτιμητέα), το ζήτημα της συνδικαλιστικής τους ένταξης και δραστηριοποίησης είναι σαφώς υποτιμημένο. Ωστόσο, πρέπει να είναι σαφές ότι η παρέμβαση στην εργατική τάξη, για να είναι ολοκληρωμένη και αποτελεσματική, πρέπει να λαμβάνει υπόψη της και το ζήτημα των μεταναστών σε όλες τους τις διαστάσεις. Και κυρίως, πάνω στη θέση ότι οι μετανάστες είναι συστατικό κομμάτι της εργατικής τάξης της χώρας και όχι ξένο σώμα. Τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει το κομμάτι αυτό σε τίποτε δεν πρέπει να επηρεάζει αυτήν τη θέση.

Αυτή η άποψη δεν πρέπει να παλευτεί μόνο στους έλληνες εργαζόμενους αλλά και στους μετανάστες. Πρέπει και οι ίδιοι να αντιληφθούν την ταξική τους θέση, να αισθανθούν ως κομμάτι της εργατικής τάξης στη χώρα, να ξεπεράσουν φόβους και αναστολές και να διεκδικήσουν από κοινού με τους έλληνες εργάτες. Το στοιχείο της κοινής διεκδίκησης στους χώρους δουλειάς και της κοινωνίας, της αντίληψης του κοινού ταξικού εχθρού, είναι αυτό που θα συνενώσει πραγματικά έλληνες και μετανάστες εργάτες και θα τους θωρακίσει απέναντι στις φασιστικές και ρατσιστικές αντιλήψεις.

Η πάλη ενάντια στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων και τη δημιουργία εργαζομένων πολλών ταχυτήτων, περιλαμβάνει και την πάλη για την υπεράσπιση του δικαιώματος των μεταναστών να δουλεύουν με ίσους όρους και συνθήκες.

• Είναι σαφές ότι η κατάσταση του εργατικού κινήματος και των συνδικάτων δεν ευνοεί μια τέτοια κατεύθυνση. Το αντίθετο· η αποσυγκρότησή τους δίνει έδαφος στην ισχυροποίηση στρεβλών και ρατσιστικών αντιλήψεων. Επιπλέον, η ενίσχυση της ακροδεξιάς «ατζέντας», των ακροδεξιών απόψεων στην Ευρώπη και στη χώρα μας, ευνοεί την αντιμετώπιση του ζητήματος των μεταναστών κατά βάση από την «ανθρωπιστική» και την αντιφασιστική σκοπιά. Χωρίς να υποτιμάμε αυτήν την πλευρά του ζητήματος, θεωρούμε κρίσιμο στοιχείο την ταξική τοποθέτηση πάνω στο ζήτημα. Μία τοποθέτηση που –πέρα απ’ όλα τ’ άλλα– θα αναδεικνύει κυρίως το δικαίωμα και την ανάγκη κάθε μετανάστη να παλεύει και να διεκδικεί και όχι τη στρεβλή αντίληψη περί «ανοιχτών συνόρων» που επιπλέον συντηρεί και μία αντίληψη περί «καπιταλιστικών παραδείσων».

Από αυτήν την άποψη, αιτήματα όπως «Νομιμοποίηση όλων των μεταναστών», «Δουλειά με ίσα και πλήρη δικαιώματα για Έλληνες και μετανάστες», αλλά και «Συνδικάτα ανοιχτά στους μετανάστες» πρέπει να μπαίνουν με επιμονή και αποφασιστικότητα.

 

Αναζήτηση

Κατηγορίες