Για τη δουλειά μας στη συνοικία
2 Φεβρουαρίου, 2019Διάλογος - 9ηadmin

Η δράση μας στη συνοικία μπλέκεται αναγκαστικά και με τη δουλειά άλλων τομέων. Του εργατικού, της νεολαίας, της εκπαίδευσης, της περίθαλψης κ.λπ.. Σε αυτά προστίθενται και τα ιδιαίτερα ζητήματα που αφορούν τα προβλήματα που έχουν να κάνουν με το περιβάλλον, την ποιότητα ζωής στις γειτονιές, τον αντιφασισμό -  αντιρατσισμό, όλα όσα περιγράφει το εισηγητικό κείμενο. Συνοπτικά η παρέμβασή μας στις γειτονιές είναι και υποβοηθητική σε κάθε άλλη παρέμβασή μας.

Τα κινήματα στις γειτονιές έχουν περάσει διάφορες διακυμάνσεις οι οποίες εξαρτώνται σχεδόν πάντα από τη γενικότερη κατάσταση του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Μια εποχή ήταν σε έξαρση τα ζητήματα που αφορούσαν την ποιότητα ζωής και το περιβάλον (κεραίες, χωματερές, ελεύθεροι χώροι κ.λπ.), άλλοτε ήταν συνδεδεμένα με εργατικά και απεργιακά ζητήματα (απεργίες εκπαιδευτικών, εργοστασίων, γενικές απεργίες) ή με ζητήματα που αφορούσαν άλλες πλευρές της επίθεσης ενάντια στο λαϊκό εισόδημα (χαράτσια, ΔΕΗ, διόδια κ.λπ.). Είχαν μεν την αυτονομία τους αλλά δεν ήταν και άσχετα μεταξύ τους μιας και αφορούσαν την ανάγκη αντίστασης στη συνολική επίθεση, πολλές φορές δε αναδεικνύονταν και ταυτόχρονα. Παλαιότερα στην ατζέντα τους υπήρξε και το ζήτημα των πολέμων (Ιράκ, Γιουγκοσλαβία κ.λπ.) κάτι που όμως έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια.

Η παρέμβαση στη συνοικία περιλαμβάνει τα πάντα, προσφέρει πλούσια εμπειρία σε όλους μας και είναι σημαντικό κάποια στιγμή να μπορέσουμε να τη μαζέψουμε ώστε να γίνει κτήμα όλης της οργάνωσης. Με αυτή την έννοια είναι αρνητικό που δεν πραγματοποιήθηκε η σχετική πανελλαδική συνάντηση που συζητάγαμε, αν θυμάμαι καλά, από την τελευταία Συνδιάσκεψή μας. Η πραγματοποίησή της θα έκανε πιο εύκολη και τη δουλειά της Συνδιάσκεψής μας σε σχέση με αρκετά ζητήματα που αφορούν τη συγκεκριμένη παρέμβασή μας.

Πέρα από την εμπειρία που δίνει σε μας έχει βοηθήσει, ιδιαίτερα σε περιόδους έξαρσης του κινήματος, μέσα από την κίνηση στις γειτονιές ανθρώπους , που σε άλλες περιόδους δεν θα διανοούνταν καν  ότι θα μπορούσαν να έχουν αγωνιστική στάση οπουδήποτε να ξεπερνούν τους προσωπικούς φόβους τους ή τις πολιτικές αναστολές τους ακόμη και στους χώρους δουλειάς τους.

Οι μορφές συγκρότησης ποικίλουν. Σύλλογοι γενικοί, πολιτιστικοί, περιβαλλοντικοί, θεματικές επιτροπές ή πρωτοβουλίες, σύλλογοι γονέων, έκδοση τοπικών εφημερίδων, συνελεύσεις και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Τα τελευταία χρόνια, λίγο πριν αλλά ιδιαίτερα κατά τη διετία ’10-’12 επικράτησε η μορφή των συνελεύσεων στις οποίες σημαντικό ρόλο παίζαν αλλού δυνάμεις της Αριστεράς και αλλού της Αναρχίας.

Ελάχιστες έχουν παραμείνει και αυτές ουσιαστικά είναι καρικατούρες όλων όσων έχουν υπάρξει στο παρελθόν, κοντινό και μακρινό. Βασική ευθύνη γι΄ αυτό έχουν οι δυνάμεις της Αριστεράς και της Αναρχίας που κινούμενες, όπως παντού άλλωστε, γύρω από το εαυτό τους έχουν μετατρέψει τις συγκροτήσεις αυτές σε παραρτήματά τους, σε ορισμένες δε περιπτώσεις, κυρίως όπου κυριαρχεί η Αναρχία, είναι απαγορευτική η συμμετοχή όσων δεν αποδέχονται τον κορμό των ιδεολογικοπολιτικών τους απόψεων. Το μόνο που κατάφεραν όλοι τους είναι να διώξουν ακόμη και τον κόσμο που επέμενε να συμμετέχει σε αυτές μετά το ’12.

Το ζητούμενο είναι τι κάνουμε εμείς. Πως παρεμβαίνουμε στη συνοικία; Ποια ζητήματα προτάσσει η εποχή μας με βάση την εξελισσόμενη επίθεση ενάντια στα λαϊκά  και εργατικά δικαιώματα και κυρίως με βάση την κατάσταση του λαού; Με ποιες κατευθύνσεις, ποιες μορφές και με ποια εργαλεία;

Η παρέμβασή μας τα τελευταία χρόνια της κινηματικής νηνεμίας στη συνοικία μάλλον θετικό πρόσημο έχει. Με όλα μας τα προβλήματα, υποκειμενικά και αντικειμενικά, δε υπήρξε ζήτημα στις γειτονιές που να μην παρεμβήκαμε είτε μόνοι μας είτε αναλαμβάνοντας κοινοδρασιακές πρωτοβουλίες είτε συμμετέχοντας σε καλέσματα κι άλλων. Στο προσφυγικό, στο αντιφασιστικό, σε ζητήματα που αφορούσαν απεργίες ή κινητοποιήσεις για εργατικά ζητήματα (εδώ σε αρκετές περιπτώσεις σε συνεργασία με την Τ.Π.), σε ζητήματα περιβαλλοντολογικά και σε ότι άλλο αναδεικνυόταν ήμασταν παρόντες με το δικό μας στίγμα και σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξαν εστίες αντίστασης χάρη στην παρουσία μας παρασύροντας κι άλλες δυνάμεις, κυρίως όμως τον κόσμο, σε λογικές αγώνα και όχι διαχείρισης των ζητημάτων.  Θα μπορούσαμε καλύτερα; Θα μπορούσαμε! Είχαμε ελλείμματα; Είχαμε! Είναι άλλο αυτό όμως κι άλλο να ρίχνουμε ανάθεμα και να μηδενίζουμε την παρουσία μας, είναι άλλο να προσπαθούμε να δούμε και να λύσουμε τα προβλήματά μας και άλλο να ρίχνουμε τις ευθύνες της -υποτιθέμενης- απουσίας μας και μη δημιουργίας εστιών αντίστασης σε… τρίτους υποτιμώντας μάλιστα και τις γενικότερες πολιτικές και κινηματικές συνθήκες, λες και οι εστίες αντίστασης ξεπηδούν κατά το δοκούν όταν κι αν το αποφασίζουν οι οργανώσεις να δράσουν από κοινού!

Κάποιες σκέψεις σχετικά με τα κινήματα που ξέσπασαν τα προηγούμενα χρόνια στις γειτονιές της Αθήνας. Τα επίδικα ήταν πολλά. Χαράτσια, ΔΕΗ, πλειστηριασμοί, σχολεία, φασισμός, προσφυγικό, νοσοκομεία, απεργίες κ.λπ. Οι κινητοποιήσεις και η συμμετοχή του κόσμου αρχικά ήταν μαζική. Αυτό που όμως αναδείχθηκε σε όλο του το μεγαλείο μέσα από αυτά τα κινήματα ήταν η απουσία ενός άλλου. Του βασικότερου. Του συγκροτημένου εργατικού κινήματος που θα ήταν η ραχοκοκαλιά των αντιστάσεων και των διεκδικήσεων και σε αυτά τα ζητήματα, που στο κάτω κάτω αφορούν κυρίως τα εργατικά και λαϊκά στρώματα. Όσο μαζικά κι αν ήταν τα διάφορα «δεν», όσο απαραίτητα κι αν ήταν σε κάποια φάση, το βασικό τους χαρακτηριστικό ήταν ότι απουσίαζε από αυτά η διεκδίκηση των όρων που θα επέτρεπαν στα λαϊκά στρώματα να ανταποκριθούν στις «ανάγκες» που τους επέβαλε το σύστημα, πέρα από το ότι απέκρυπταν λογικές κυβερνητικών λύσεων δια της αναμονής, ιδιαίτερα από το ’12 και μετά. Θα μπορούσε αυτό να αλλάξει από τις συνελεύσεις, συλλόγους και όποιες άλλες λαϊκές συλλογικότητες στις γειτονιές; Όχι. Τουλάχιστον όχι κατά κύριο λόγο. Μόνο συμπληρωματικά θα μπορούσαν να παρέμβουν αυτές οι συγκροτήσεις στα πλαίσια ενός ευρύτερου κινήματος, στα πλαίσια ενός μετώπου με βασικό κορμό το εργατικό κίνημα που θα αντιστεκόταν στην επίθεση και θα διεκδικούσε αυτά που δικαιούται ο λαός. Δυστυχώς όμως και στο ζήτημα της διεκδίκησης συναντήσαμε αρνήσεις και «επιφυλλάξεις» από άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Αυτοί που μας κατηγορούσαν ως αμυντικούς αρνούνταν τις σχετικές μας προτάσεις. Ακόμη και για συντονισμό των τοπικών κινημάτων με εργατικούς αγώνες με κορυφαία περίπτωση αυτή της Χαλυβουργίας. Και από δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ξεπεράστηκαν αυτές οι αντιρρήσεις μόνο όπου σταθήκαμε αποφασιστικά και με πολιτικό τρόπο απέναντι σε αυτές τις αντιρρήσεις, αναδεικνύοντας την ανάγκη μετωπικού αγώνα, μέσα σε μαζικές συνελεύσεις καλώντας τον ίδιο τον κόσμο  να πάρει θέση αναγκάζοντας και τις άλλες δυνάμεις να… άρουν τις επιφυλάξεις τους. (Το δυστύχημα είναι ότι δεν είχαμε την ίδια αποφασιστικότητα και στο να οικοδομήσουμε σχέσεις με αυτόν τον κόσμο, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση!).

Όπου κυριαρχούσε η λογική μη τυχόν και τα σπάσουμε με άλλες δυνάμεις, μη τυχόν και η επιμονή μας τρομάξει έναν κόσμο που δεν είναι συνηθισμένος να ακούει απόψεις σαν τις δικές μας, πόσο μάλλον να τις στηρίζει, το μόνο που πετύχαμε δεν ήταν αυτό που υποτίθεται ότι επιδιώκαμε αλλά ακριβώς το αντίθετο, πολιτικά και κινηματικά. Την υποταγή, του κινήματος πρωτ’ απ’ όλα, σε λογικές διαχειριστικές και κυβερνητισμού.

Έχοντας τα παραπάνω σα σκέψεις θεωρώ ότι η κατεύθυνση της Οργάνωσής μας και στη συνοικία θα πρέπει να έχει ως βασικό στοιχείο την ανάγκη συγκρότησης της εργατικής τάξης και συνακόλουθα όλου του λαού. Τη σύνδεσή μας με την εργατική τάξη. Νομίζω ότι θα πρέπει να κινηθούμε σε δύο βασικά άξονες. Κατ’ αρχήν μιας και ένα μεγάλο μέρος των μελών μας στις συνοικιακές οργανώσεις είναι εργαζόμενοι, να δούμε τις δυνατότητες της δικής τους παρέμβασης, με βοήθεια πιθανά των «απ’ έξω»,  στους χώρους που εργάζονται. Δεύτερον χρειάζεται να καταγράψουμε σημαντικούς χώρους ή και κλάδους που μπορεί να υπάρχουν στις γειτονιές μας και μετά από μια πορεία αναζήτησης να αποφασίσουμε που θα εστιάσουμε. Πιθανά σε περιοχές στα δυτικά της Αθήνας και της Αττικής να είναι σχετικά πιο εύκολα τα πράγματα αλλά και εδώ οι εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών και χρόνων δυσκολεύουν έναν τέτοιο σχεδιασμό.

Αν μιλούσαμε για παράδειγμα για τον Κολωνό ή για το Περιστέρι μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’90 θα λέγαμε «ιδού πεδίο δόξης λαμπρό» μιας και οι περιοχές αυτές ήταν γεμάτες από εργοστάσια και βιοτεχνίες που κατά κανόνα οι εργαζόμενοί τους ζούσαν σε αυτές. Η διαφορά είναι σημαντική ακόμη και από το 2010 – 12 που από τότε έκλεισαν ή βρέθηκαν σε καταστάσεις  «άλλης» λειτουργίας αρκετά από τα εναπομείναντα εργοστάσια και βιοτεχνίες. Εργοστάσια μικρά και μεγάλα που εκείνα τα χρόνια βρισκόταν σε κινητοποιήσεις πλέον δεν υπάρχουν! Η αποβιομηχάνιση σε αυτές της περιοχές είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού και έχουν γεμίσει από σούπερ μάρκετ, καφετέριες, εμπορικά και κουφάρια κτιρίων χωρίς να σημαίνει ότι δεν απέμειναν και κάποιες παραγωγικές μονάδες, μικρές κατά κανόνα.

Το ζητούμενο είναι να καταγράψουμε το τι υπάρχει και τι όχι στις περιοχές μας και όπου είναι δυνατόν σε συνεργασία με την Ταξική Πορεία να προχωρήσουμε σ’ ένα σχεδιασμό παρεμβάσεων με διάρκεια, επιμονή και συγκεκριμένους στόχους. Από τη γνωριμία με τους εργάτες και τους εργαζόμενους στις περιοχές μας, μέχρι και την ένταξη κάποιων από αυτούς στα πλατιά μας σχήματα. Τουλάχιστον! Δεν είναι όρος και προϋπόθεση η ύπαρξη γενικού μαζικού κινήματος, το οποίο ναι μεν θα διευκόλυνε αρκετά μια τέτοια παρέμβαση, αλλά η απουσία του δεν κάνει απαγορευτική μια τέτοια δουλειά. Δεν είναι και τόσο μακρινή η εμπειρία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος όπου στήθηκαν ακόμη και μεγάλα σωματεία σε μεγάλους εργασιακούς χώρους με παρέμβαση απ’ έξω. Καλό θα ήταν να την θυμηθούμε και να την αξιοποιήσουμε προσαρμόζοντάς τη στις δυσκολίες της εποχής μας, για να συσσωρεύσουμε όσες δυνάμεις μπορούμε ώστε στο επόμενο απεργιακό ή άλλο ξέσπασμα να είμαστε πιο έτοιμοι!

Φυσικά δεν καταλήγω ότι αφήνουμε στην άκρη πολλά άλλα ζητήματα που προκύπτουν ή πρόκειται να προκύψουν στις γειτονιές. Παρά το ότι τα κινήματα πόλης, όπως βαφτίστηκαν, έχουν υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια το πάρκο Τρίτση για παράδειγμα έδειξε ότι οι κάτοικοι μπορούν να κινητοποιηθούν και γι’ αυτά τα ζητήματα όταν νοιώσουν έντονα ότι θίγεται η ποιότητα της ζωής τους συγκροτώντας νέες πρωτοβουλίες. Είναι προφανές ότι είναι αναγκαία η παρέμβασή μας και σε αυτό το πεδίο αναδεικνύοντας χωρίς αναστολές την άποψή μας και την προοπτική που προτείνουμε στο λαό.

Σε σχέση με τις εναπομείναντες Λαϊκές ή Ανοιχτές Συνελεύσεις. Όπως προανέφερα στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ειδικά στην Αθήνα δεν μπορώ να εξαιρέσω καμιά, έχουν μετατραπεί σε παραρτήματα των πολιτικών χώρων που κυριάρχησαν, δια του διωγμού του κόσμου που τις έστησε και τις στήριξε στο ξεκίνημά τους. Η περίοδος των διπλών εκλογών του 10-12 με τον απροκάλυπτα ψηφοθηρικό τρόπο που κινήθηκαν στα πλαίσιά τους δυνάμεις της Αριστεράς λειτούργησε διαλυτικά χωρίς υπερβολή. Η Αναρχία είναι άλλου παπά ευαγγέλιο αλλά η κατάληξη είναι η ίδια!

Στις ελάχιστες που απέμειναν η παρέμβαση-συμμετοχή, με απουσία και κόσμου ευρύτερου των οργανωμένων δυνάμεων, κατά τη γνώμη μου δεν είναι πλέον απαραίτητη, μάλλον ζημιά θα κάνει περισσότερο παρά καλό! Από χώρους διαπάλης απόψεων ανοιχτά και με μαζική συμμετοχή με στόχο την κινητοποίηση του λαού των γειτονιών πλέον έχουν μετατραπεί σε χώρους διαπάλης για τους συσχετισμούς ακόμη και μεταξύ Οργανώσεων που κατά τα άλλα μπορεί κεντρικά να ανήκουν στο ίδιο συνεργατικό σχήμα! Ουσιαστικά χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο συγκρότησης συγκεκριμένων πολιτικών χώρων και όχι του λαού. Το μόνο που μπορεί να γίνει στην περίπτωσή τους είναι η κοινή δράση όπου αυτή είναι εφικτή γιατί και εδώ έχουν παρουσιαστεί αρκετά προβλήματα αποκλεισμών (το γνωστό όχι στις Οργανώσεις, που μπορεί να περιλαμβάνει και μετωπικά σχήματα, ιδιαίτερα δε όταν το ΝΑΡ και όσοι κινούνται γύρω του θέλουν να αποκλείσουν το ΣΕΚ και τα σχήματά του!!!). Το βασικότερο είναι ότι έχουν απαξιωθεί στα μάτια του κόσμου ως «λαϊκές συνελεύσεις» και η συμμετοχή μας σε αυτές το μόνο που θα έκανε είναι η νομιμοποίηση των από τα πάνω επιβολών επιλογών άλλων δυνάμεων και θα μπέρδευε όσους μας παρακολουθούν. Ήδη είχαμε τέτοια σημάδια από παλιότερα! Χρεωθήκαμε και ΄μεις σε μεγάλο βαθμό την αδιαφορία των υπόλοιπων όταν για παράδειγμα αρκετός κόσμος πιεζόταν από τη ΔΕΗ ή την εφορία γιατί χρωστούσε και χρωστά τα χαράτσια ή γιατί κυνηγήθηκε για επανασυνδέσεις.

Όλα αυτά βέβαια δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να είμαστε ανοικτοί σε ότι συλλογικό μπορεί να προκύψει στις γειτονιές μας αλλά και να δούμε τον τρόπο και το μέσο σταθερής παρέμβασής μας σε αυτές και όπου είναι δυνατόν με βάση τις δικές μας δυνατότητες αλλά και τις αναγκαιότητες από την πλευρά κόσμου να δούμε τη δημιουργία νέων συγκροτήσεων.

Η Λαϊκή Αντίσταση – ΑΑΣ

Αποφεύγοντας σε αυτό το σημείωμα μια ολοκληρωμένη αποτίμηση της Λαϊκής Αντίστασης θα έλεγα ότι γενικά η παρουσία της έχει και θετικά και αρνητικά. Δεν είναι λίγες οι φορές που μας βοήθησε σε πιο πλατιά απεύθυνση αλλά και οι φορές που λόγω των εσωτερικών της ζητημάτων μας ανάγκασαν σε μια πιο «στενή» παρέμβαση ή και καθόλου (αν και το τελευταίο ιδιαίτερα σπάνια και συνήθως σε συνδυασμό με δικές μας ολιγωρίες). Επίσης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι έχει κινητοποιήσει σε τακτική βάση στα πλαίσιά της ένα κόσμο που σε άλλη περίπτωση δεν θα συμμετείχε πουθενά.

Η Λαϊκή Αντίσταση με όλα της τα προβλήματα και τις δυσκολίες έχει αναδειχθεί σε σημαντικό εργαλείο της παρέμβασής μας σε αρκετές γειτονιές. Το αρνητικό είναι ότι δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να επεκταθεί και σε άλλες, ακόμη και σε περιοχές όπου υπάρχουμε, ζούμε και παρεμβαίνουμε. Επιπλέον αρνητικό είναι ότι δεν συμμετέχει σε αυτή το σύνολο των δυνάμεών μας, οργανωμένων και μη, «χρεωμένων» στη συνοικία ή μη, με αποτέλεσμα την όποια εμπειρία από αυτή τη συνεργασία να την έχουμε αρκετοί μόνο εξ αντανακλάσεως! Νομίζω ότι συμπερασματικά βγαίνει τι προτείνω!

Το γεγονός ότι σαν πρόταση βγήκε ενώ ακόμη η αγωνιστική διετία 10-12 ακόμη «έτρεχε» αλλά είχε την ατυχία στη συνέχεια να συγκροτηθεί στο έδαφος της κινηματικής νηνεμίας δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δοκιμάστηκε και απέτυχε. Δοκιμάστηκε σε επιμέρους ζητήματα, κεντρικά και τοπικά, αλλού πέτυχε αλλού απέτυχε, εξακολουθεί όμως να είναι αναγκαιότητα ως πόλος αγωνιστών και -πιθανά- δυνάμεων που ορισμένα ζητήματα τουλάχιστον τα βλέπουν με διαφορετικό τρόπο από αυτόν της μεγάλης πλειοψηφίας των δυνάμεων της Αριστεράς. Εκκρεμεί η δοκιμασία της σε μεγάλα γεγονότα!

Δημήτρης Ν.

 

Αναζήτηση

Κατηγορίες