Όπως θα έγινε αντιληπτό από την προηγούμενη εισήγηση, έχουμε μπροστά μας μια περίοδο ολόπλευρης προσπάθειας και σε όλα τα πεδία, όπου σε συνδυασμό με τη συμβολή μας στην ανάπτυξη του κινήματος, θα πρέπει να αγωνιστούμε για τη διαμόρφωση των όρων ενός «μετασχηματισμού»σε ανώτερο ποιοτικό επίπεδο αυτό που ονομάζουμε «υποκειμενικό» παράγοντα. Θα πρέπει να οδηγηθούμε σε ένα επίπεδο που θα επιτρέπει τη διαμόρφωση μιας πιο προωθημένης σχέσης με τις μάζες, την κίνηση, την πάλη τους. Θα πρέπει να γίνουμε ικανοί ώστε να μπορούμε να θέσουμε τους στόχους του κινήματος στις μάζες, μέσα ακριβώς από μια τέτοια, ανώτερη ποιοτικά σχέση.
Να διδασκόμαστε από τις μάζες

Άξονας μιας τέτοιας κίνησης, μιας τέτοιας προσπάθειας δεν μπορεί να είναι άλλος από την προώθηση μιας σωστής πολιτικής κατεύθυνσης (γραμμής), από την προώθησή της στην πράξη, στην καθημερινή ταξική πολιτική πάλη. Μ’ έναν τέτοιο τρόπο:

Συμβάλλουμε στο μετασχηματισμό της πολιτικής συνείδησης των μαζών.

Συμβάλλουμε, μέσα από την ανάπτυξή αγώνων στη βάση των πολιτικών μας στόχων, στην όποια διαφοροποίηση του πολιτικού συσχετισμού, στην αλλαγή του πολιτικού τοπίου.

Συνδεόμαστε με το λαό, οικοδομούμε πολιτικές σχέσεις με τις εργαζόμενες μάζες.

Ιδιαίτερα σ’ αυτή τη φάση:

Πρώτα απ’ όλα διδασκόμαστε εμείς οι ίδιοι μέσα από την ανάπτυξη αυτής της σχέσης.

Δοκιμάζουμε απόψεις, πρακτικές, μορφές πάλης, τους ίδιους τους εαυτούς μας.

Σφυρηλατούμαστε μέσα στους αγώνες.

Μετασχηματιζόμαστε (σαν κίνημα, ομάδες, αγωνιστές) σ’ ένα ανώτερο επίπεδο μέσα στην πάλη, την διαδικασία μετασχηματισμού της σχέσης «υποκειμένου – αντικειμένου».

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε πως η πολιτική πάλη:

Αποτελεί αναγκαιότητα καθ’ αυτή σε αναφορά με τα ζητήματα που θέτει η ταξική πάλη και ζητά απαντήσεις.

Αποτελεί προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ για την ανάπτυξη του κινήματος.

Αποτελεί «όχημα μεταφοράς» του «υποκειμένου» (μέσα από τη σχέση του μ’ αυτή) σ’ ένα ανώτερο επίπεδο.

  •  Η πάλη αυτή μπορεί και πρέπει να προωθείται

Στη βάση των προβλημάτων που απασχολούν το λαό.

Των πολιτικών ζητημάτων που αναδείχνει η ταξική πάλη και που ζητούν (πολιτικές) απαντήσεις

Των πολιτικών ζητημάτων που η προώθησή τους συμβάλλει στην πολιτικοποίηση των μαζών.

Των πολιτικών ζητημάτων που αναδείχνουν, ξεσκεπάζουν το ρόλο των αστικών, ρεφορμιστικών δυνάμεων, που αναδείχνουν, διαχωρίζουν, ενισχύουν την επαναστατική, κομμουνιστική κατεύθυνση.

Ως προς το ποια πολιτικά ζητήματα τίθενται, από ποια πολιτική σκοπιά, και προς ποια κατεύθυνση, έχουμε κι όλας αναφερθεί αναλυτικά στις άλλες εισηγήσεις. Συνοπτικά εδώ θα μπορούσαμε να αναφερθούμε.Στην ανάπτυξη της αντίστασης των μαζών ενάντια στην επίθεση που έχει εξαπολύσει το σύστημα:

Την πάλη ενάντια σ’ αυτό που θα ονομάζαμε «καθημερινό καπιταλισμό» και σ’ όλες του τις εκφράσεις

Την πάλη για τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού.

Τη πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την εξάρτηση.

Ενάντια στην Ε.Ε. και την παραρτημοποίηση της χώρας.

Ενάντια στον μεγαλύτερο εχθρό των λαών, τον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

Ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τον πόλεμο.

Την πάλη ενάντια στις πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) το καπιταλιστικό σύστημα, τον ιμπεριαλισμό.

Οι στόχοι μιας τέτοιας κατεύθυνσης στις σημερινές συνθήκες και στη βάση της σύνδεσής τους με τους γενικότερους είναι:

Ισχυροποίηση – πολιτικοποίηση της αντίστασης.

Πολιτική σύνδεση με τις λαϊκές μάζες

Ανάδειξη της αναγκαιότητας για μια πραγματική Αριστερά

Ανάδειξη του αντιλαϊκού – αντιδραστικού χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος και μέσα απ’ αυτή, ανάδειξη (έστω σε επίπεδο ζύμωσης και προπαγάνδας σήμερα) η αναγκαιότητα –ως μόνης πραγματικής για το λαό– της σοσιαλιστικής διεξόδου.

Ισχυροποίηση του «υποκειμένου», μετασχηματισμός σε ανώτερο επίπεδο της σχέσης του με το «αντικείμενο».

Μετασχηματισμός γενικότερα των όρων κινήματος.
Ο κρίκος της αντίστασης

¨ Αποφασιστικής σημασίας σήμερα (κρίκος) το μέτωπο της αντίστασης στην επίθεση του συστήματος, η πάλη ενάντια στον «καθημερινό καπιταλισμό».

Είναι «μέτωπο» με όλη τη σημασία της λέξης , αποτελεί τη «γραμμή αντιπαράθεσης» του λαού με το σύστημα όπου κρίνεται όχι το α’ ή το β’ ζήτημα, αλλά το αν θα κρατιέται ζωντανή, ενεργή στις μάζες η αντίληψη της αναγκαιότητας (και «χρησιμότητας») της πάλης για τα προβλήματά τους ή θα περάσει θα παγιωθεί (για όποιο διάστημα έστω), η ιδεολογία της συμμόρφωσης, της ατομικής «λύσης», της υποταγής.

Αφορά ζητήματα που καινε άμεσα καθημερινά το λαό, ζητήματα στη βάση των οποίων συνδεόμαστε με τον λαό, ισχυροποιούμε τη σχέση μας μαζί του.

Αποτελεί πεδίο όπου το σύστημα δείχνει «καθημερινά» την φύση και τον χαρακτήρα της, σε ζητήματα και με μορφές που είναι κατανοητές στον κόσμο, ή που προσφέρονται για να καταδειχτεί η σχέση τους με την ουσία του καπιταλιστικού συστήματος.

Από την άποψη αυτή αποτελεί «προνομιακό» πεδίο για την διαμόρφωση εκείνου του εδάφους που θα ευνοεί το να τεθούν κι άλλα πιο προωθημένα ζητήματα, την πολιτικοποίηση της πάλης των μαζών.

Αυτά τα χαρακτηριστικά σημαίνουν ότι πρέπει ν’ αποτελεί καθημερινή μας μέριμνα, η προσπάθεια η πάλη σ’ αυτό το μέτωπο.

μετωπα παλησ

¨ Τα προηγούμενα δεν σημαίνουν καθόλου, υποβάθμιση ή υποτίμηση των άλλων μετώπων.

Η πάλη στο μέτωπο των δημοκρατικών δικαιωμάτων αφορά τους όρους της πάλης μας και σε αναφορά με όλα τα άλλα μέτωπα. Από την άποψη αυτή η ανάπτυξη της δημοκρατικής αλληλεγγύης μπορεί να μας ενώνει (στην πράξη) ακόμη και με δυνάμεις που έχουμε διαφορές σε άλλα ζητήματα.

Η πάλη ενάντια στην Ε.Ο.Κ. συνδέει την πάλη που εκδηλώνεται σε αναφορά με τα κρίσιμα προβλήματα που δημιουργεί η ένταξη (π.χ. πρόσφατα με τους αγρότες) με το γενικότερο πολιτικό ζήτημα του προσανατολισμού της φυσιογνωμίας της χώρας.

Η πάλη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τον πόλεμο αφορά ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα, θέτει το ζήτημα της εξάρτησης και ταυτόχρονα μας συνδέει με την πάλη των λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και ιδιαίτερα ενάντια στον μεγαλύτερο εχθρό των λαών τον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

Η πάλη ενάντια στον σοβινισμό και τον εθνικισμό αφορά κατ’ αρχήν την αναγκαιότητα οικοδόμησης ενός μετώπου ενάντια σε τυχόν τυχοδιωκτισμούς ή ακόμη και σε πολεμικές περιπέτειες, ταυτόχρονα ωστόσο συνδέεται και με το εσωτερικό πολιτικό κλίμα που διαμορφώνεται και που επηρεάζει την εξέλιξη του συνόλου των πολιτικών ζητημάτων.

Η πάλη ενάντια στις αστικές και ρεφορμιστικές πολιτικές δυνάμεις αποτελεί όρο για την αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της καθημερινής πάλης σε οποιοδήποτε μέτωπο και ταυτόχρονα στοιχείο διαμόρφωσης προϋποθέσεων που να επιτρέπουν να τεθεί το πολιτικό ζήτημα σε διαφορετική βάση.

Από κει και πέρα, είναι ένα συγκεκριμένο κάθε φορά ζήτημα στο που και με ποιο τρόπο επικεντρώνονται οι προσπάθειές μας, πολύ περισσότερο που στη βάση του συσχετισμού που υπάρχει η ανάδειξη των ζητημάτων στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται κατά κανόνα πέρα από τις σημερινές μας δυνατότητες.

¨ Όλα αυτά έχουν, όπως κιόλας έχουμε αναφέρει, απαιτήσεις πολιτικές, ιδεολογικές, ταχτικές, αγωνιστικές. Απαιτούν κατ’ αρχήν ολόπλευρη προετοιμασία, ενεργοποίηση, συμμετοχή και πάλη της οργάνωσης. Απαιτούν την ισχυροποίησή της σε όλα τα πεδία μέσα στην πάλη και μέσα από την πάλη. Αναφερθήκαμε σε όλα αυτά και θα αναφερθούμε ξανά. Εδώ θέλαμε να θέσουμε ένα άλλο ζήτημα, ένα ζήτημα που αφορά την ταχτική μας (κι όχι μόνο).

Β) Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ

¨ Σημαντικό ζήτημα ως προς την προώθηση αυτών των καθηκόντων θεωρούμε την πολύπλευρη και πολύμορφη ανάπτυξη της κοινής δράσης (συνεργασίες κ.λπ.) με άλλες οργανώσεις, ομάδες, τάσεις, αγωνιστές.

Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας ταχτικής είναι κατ’ αρχήν ολοφάνερα.

Γίνονται μαζικότερες, αποτελεσματικότερες οι παρεμβάσεις

Ενισχύονται οι εστίες αντίστασης από περισσότερες δυνάμεις, σε πιο συχνή βάση, με δυνατότητες συνέχειας και σε πιο διευρυμένο πεδίο.

Καταδείχνεται ότι υπάρχουν και άλλες πολιτικές δυνάμεις, που πρεσβεύουν και παλεύουν σε άλλους δρόμους από αυτούς της κατεστημένης «αριστεράς».

Αναδείχνεται, ενισχύεται, αναπτύσσεται μέσα από μια συγκεκριμένη λειτουργία (και δοκιμασία) πάλης αυτή η «εκτός τειχών» αριστερά.

Διευκολύνεται η ανάδειξη ιδεολογικών και πολιτικών ζητημάτων, αντιπαράθεσης και δοκιμασίας απόψεων, όχι σε «ακαδημαϊκή» βάση αλλά σε αναφορά με συγκεκριμένα ζητήματα που θέτει η ταξική πάλη.

Διαμορφώνονται δυνατότητες δημιουργίας πιο μόνιμων και σταθερών μετώπων πάλης, κινήσεων κ.λπ. που μπορούν να θέσουν πολιτικά ζητήματα με καλύτερους όρους.

Ακόμη, στην πορεία, και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις είναι δυνατή η διαμόρφωση ενός πόλου (τάσης, ρεύματος ή όπως το πούμε) που να μπορεί έστω στοιχειωδώς να λειτουργεί ως πολιτική αναφορά των αγώνων στα διάφορα μέτωπα αντίστασης.
Διαφορές και υποκειμενισμοί

¨ Μια τέτοια κατεύθυνση δεν είναι βέβαια χωρίς προβλήματα (το περίεργο θα ‘ταν να μην είχε). Πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες υπάρχουν και εκδηλώνονται προβλήματα που συνδέονται με τις διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις, νοοτροπίες. Δεν είναι κάτι «καλό» ή «κακό». Είναι απλώς δεδομένο, και το κυρίως ζήτημά είναι το πώς αντιμετωπίζονται από την κάθε πλευρά.

Το γεγονός είναι ότι στη βάση αυτών των προβλημάτων υπάρχει μια δυσκολία στη διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεργασίας, στην ευρύτερη δυνατή βάση, και με σταθεροποιημένη τη συνέχεια και την συνέπειά του.

Βεβαίως το κύριο ζήτημα βρίσκεται στις ίδιες τις απόψεις, στο γεγονός ότι στον «χώρο» βρίσκουν έδαφος ύπαρξης ιδέες κι απόψεις από αριστερές και κομμουνιστικές μέχρι ρεφορμιστικές και αστικές, από αντιλήψεις που προσβλέπουν σε μια κατεύθυνση ανάπτυξης κινήματος έως ακτιβίστικες και «εκτονωτικές» κ.λπ. κ.λπ.

Ταυτόχρονα υπάρχει κι ένα ζήτημα στάσης απέναντι στο ζήτημα των συνεργασιών, απόρροια ενός μικροαστικού υποκειμενισμού (αλλά και έκφραση του επιπέδου ανάπτυξης του κινήματος) που εκδηλώνεται με διάφορες μορφές. Εκδηλώνεται με την τάση της περιχαράκωσης κάποιων ομάδων στο όνομα της «καθαρότητας της γραμμής» που οδηγεί σε μια εξαρχής αρνητική στάση στο ζήτημα των συνεργασιών. Εκδηλώνεται με το φαινόμενο της «αυθεντίας» με το ένδυμα της οποίας προσέρχονται στο πεδίο των συνεργασιών κάποιες πλευρές. Πέρα από τη φαιδρή πλευρά του θέματος (τα μεγέθη είναι δεδομένα) έτσι ή αλλιώς δημιουργούνται προβλήματα. Προβλήματα δημιουργούνται και με την αδυναμία κάποιων δυνάμεων να αντιληφθούν το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να προσφέρει μια συνεργασία (με βάση τα υπαρκτά κάθε φορά αντικειμενικά και υποκειμενικά δεδομένα). Ένας αφόρητος υποκειμενισμός ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κάθε πλευράς.

Ένα από τα σημαντικότερα πάντως προβλήματα («συνεννόησης») συνδέεται με την αδυναμία τους να αντιληφθούν ότι η αξιολόγηση ιεράρχηση των ζητημάτων δεν μπορεί να γίνεται στη βάση του τι κουβαλάει η κάθε οργάνωση «από το γραφείο» αλλά στη βάση του «πεδίου» στο οποίο «συναντιόνται». Ενός πεδίου που άμεσα συναρτάται και ορίζεται από τα ζητήματα που αναδείχνει η ταξική πάλη.
η δικη μας αντιληψη

¨ Όσον μας αφορά και τη στάση μας απέναντι σ’ αυτά τα προβλήματα.

Σε σχέση με την «καθαρότητα» της γραμμής. Ποιας γραμμής; Γραμμή που δεν προωθείται και δεν δοκιμάζεται στην πράξη απλά δεν υπάρχει.

Ως προς τις λαθεμένες κ.λπ. απόψεις. Δεν κρύψαμε ποτέ ότι κινούμενοι στην κατεύθυνση των συνεργασιών δεν είναι στη λογική μας η αποδοχή ή έστω ανοχή τέτοιων απόψεων, αλλά η αντιπαράθεση και η πάλη ενάντια τους (άλλωστε πέρα από οτιδήποτε πούμε εδώ, υπάρχει ο τρόπος που κινηθήκαμε στην πράξη).

Ως προς την λογική με την οποία αντιμετωπίζουμε τις συνεργασίες. Κριτήριο για μας οι ανάγκες του κινήματος, τα ζητήματα που αναδείχνει η ταξική πάλη και ζητάει απαντήσεις. Αν αυτά συμπίπτουν ή βρίσκονται κοντά με αυτά που έχουμε στη σκέψη μας, τόσο το καλύτερο. Αν όχι, εμείς δεν θα απαιτήσουμε από τον «γιαλό» να «εναρμονιστεί» (λογική που ισχύει –θα ‘πρεπε να ισχύει– και για οποιαδήποτε άλλη οργάνωση).

Επιμένουμε, λοιπόν, συνεχίζουμε σ’ αυτή την κατεύθυνση κινούμενοι πάντα στη λογική και με όρους ενότητας και πάλης.

Οι άμεσοι στόχοι μιας τέτοιας κατεύθυνσης συνδέονται με τα θετικά αποτελέσματα που προσδοκάμε από την υλοποίησή της (και που κάποια έχουν ήδη υπάρξει) και που θα μπορούσαν να συνοψισθούν στον στόχο της αποτελεσματικότερης παρέμβασης.

Από κει και πέρα, μάξιμουμ στόχος είναι ο μετασχηματισμός μέσα από μια τέτοια διαδικασία σ’ ένα ανώτερο ποιοτικά επίπεδο και η σύνθεση (στον όποιο βαθμό) όσο γίνεται μεγαλύτερου μέρους των δυνάμεων που σήμερα κινούνται σε παράλληλες τροχιές.

Μίνιμουμ, το ξεκαθάρισμα απόψεων, μέσα στην πάλη και με όρους ταξικής πάλης, η ανάδειξη θέσεων, αντιλήψεων, τάσεων, δυνάμεων, που θέλουν και μπορούν να απαντήσουν στα ζητήματα που έχουν ήδη τεθεί.
γ) για την μαχομενη αριστερα

¨ Σ’ αυτή τη βάση κινηθήκαμε και συνεχίζουμε να κινούμαστε. Δεν είναι εδώ που θα κάνουμε απολογισμό (αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία). Θεωρούμε, όμως, αναγκαίο να σημειώσουμε κάποια πράγματα.

Θεωρούμε σημαντική καμπή ως προς την πορεία αυτού του ζητήματος, της δημιουργία της ΜΑΧΟΜΕΝΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ (Μ.Α.). Σε σχέση μ’ αυτό, γενικά μπορούμε να πούμε ότι στην συγκρότηση, λειτουργία και δράση της αντανακλάστηκαν κι εφαρμόστηκαν σ’ αυτόν ή εκείνον τον βαθμό τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά που προηγούμενα αναφέραμε.
η συμβολή της Μ.Α.

  • q Η Μ.Α. πήρε πρωτοβουλίες, πραγματοποίησε πολιτικές παρεμβάσεις, έθεσε πολιτικά ζητήματα, ενεργοποίησε κίνησε κόσμο και πέρα από τις γραμμές των οργανώσεων που την συγκροτούν.

Πάνω απ’ όλα ωστόσο η Μ.Α. «έθεσε το ζήτημα». Η δημιουργία της υπήρξε μια τομή στο κεφάλαιο των συνεργασιών και της κοινής δράσης. Επηρέασε την στάση όλων των δυνάμεων του «χώρου» απέναντι στο ζήτημα.

Δημιούργησε ένα νέο διαφορετικό κλίμα στα πλαίσια του οποίου μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν πολιτικές ενέργειες που ξεπερνούσαν βέβαια τα πλαίσια της Μ.Α. αλλά που ήταν από δύσκολο έως αδύνατο να πραγματοποιηθούν πριν την δημιουργία της. Όπως και να ‘χει, όποια και να ‘ναι η πορεία αυτής καθ’ αυτής της Μ.Α., οι τάσεις που ενεργοποίησε δύσκολα θα αναστραφούν.

Προβληματα της Μ.Α.

Βεβαίως και όπως αναφέραμε είχε και έχει προβλήματα. Δεν κατόρθωσε να διευρυνθεί (σε επίπεδο οργανώσεων) πέρα από τις δυνάμεις που αρχικά την συγκρότησαν. Υπαρκτή αλλά περιορισμένη η συμμετοχή ενός κόσμου ανέντακτων κ.λπ.

Δεν έγινε δυνατό να κατακτηθεί μια «συνεχής ροή» λειτουργίας και κύρια δράσης.

Δεν μπόρεσε να διαμορφώσει μια ιδιαίτερη πολιτική φυσιογνωμία και παρέμεινε σαν πολιτική έκφραση των κατά περίπτωση «συνθέσεων» που πραγματοποιούσαν οι οργανώσεις που την απαρτίζουν.

Αντίστοιχα δεν διαμορφώθηκε ένα πανελλαδικό δίκτυο με διαρκή και σαφή λειτουργία και αρμοδιότητες.

Για το ζήτημα της διεύρυνσης η μια πλευρά συνδέεται με τον υποκειμενισμό δυνάμεων που βρίσκονται εκτός Μ.Α. και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν το ζήτημα (αναφερθήκαμε προηγούμενα). Εμείς ωστόσο θα προτιμούσαμε να τονίσουμε την πλευρά που συνδέεται με τις αδυναμίες της ίδιας της Μ.Α. Αν επηρέασε (θετικά) ως ένα βαθμό την στάση διαφόρων δυνάμεων απέναντι στο ζήτημα της κοινής δράσης, η παραπέρα ανάπτυξη της θα μπορούσε να τις επηρεάσει ακόμη περισσότερο (το λιγότερο θα αφαιρούσε από κάποιους τα προσχήματα).

Εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Η στάση απέναντι στο ζήτημα της συνεργασίας συνδέεται από τη μια μεριά με το βαθμό ωριμότητας των διαφόρων δυνάμεων κι οργανώσεων και από την άλλη από το πόσο και με ποιο τρόπο οι συνθήκες επιδρούν πάνω τους. Κι αν ως προς το πρώτο δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ως προς το δεύτερο η Μ.Α. θα μπορούσε (θα έπρεπε) να έχει συμβάλλει στην δημιουργία καλύτερων όρων.

  • Εδώ ερχόμαστε στα προβλήματα της ίδιας της Μ.Α. Υπάρχει πάντα το ζήτημα των διαφορετικών απόψεων αλλά αυτό ήταν κάτι γνωστό από την αρχή. Από κει και πέρα το πρόβλημα βρίσκεται όχι απλά στην «θέληση» αλλά κύρια στον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος, στα κριτήρια στα «μέτρα» που χρησιμοποιεί (ή που δεν χρησιμοποιεί) η κάθε πλευρά. Υπήρξε λ.χ. μια εκπληκτική εναλλαγή θεώρησης του ζητήματος όπου ο μαξιμαλισμός διαδεχόταν τον μινιμαλισμό χωρίς καμία φανερή αιτία κι εξήγηση.

Από το να θεωρείται (η Μ.Α.) περίπου σαν ο μελλοντικός φορέας της αριστεράς μέχρι το να αντιμετωπίζεται σαν μια περιστασιακή επιτροπή συνεργασίας. Από το να εκδηλώνεται η άποψη για διαμόρφωση πλήρους πολιτικής πλατφόρμας της Μ.Α. μέχρι την πλήρη υποτίμηση της αναγκαιότητας να διατυπώσει άποψη για σημαντικά πολιτικά ζητήματα που αναδείχνονταν. Από το να προτείνεται να οργανωθεί σε περίπου συγκεντρωτική καθοδηγητική βάση μέχρι την πρακτική υποτίμηση των στοιχειωδών αναγκών λειτουργίας της. Από την άποψη του να περνάει όλη η δράση των οργανώσεων μέσα από την Μ.Α. μέχρι την πρακτική του να μην περνάει καθόλου.

ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

¨ Για μας το «μέτρο» είναι η πάλη, τα ζητήματα που αναδείχνει και που μπορούν να αποτελέσουν το πεδίο «συνάντησης» συνεργασίας και κοινής δράσης. Οι απόψεις που διαμορφώνονται για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, η «σύνθεση» στη βάση της οποίας τα απαντάμε, διαμορφώνει σε μια πορεία το «σώμα απόψεων» της Μ.Α. Οι ενέργειες που προωθούνται και στη βάση που προωθούνται δημιουργούν το «ιστορικό» την «παράδοσης» της τα στοιχεία και τα δεδομένα κοινής αντίληψης. Ο κόσμος που κινείται (εντός κι εκτός των οργανώσεων) που δημιουργεί δεσμούς μέσα στην πάλη διαμορφώνει σε μια πορεία μια «βάση» ιδιαίτερου (ως ένα βαθμό τουλάχιστον) χαρακτήρα, σε σχέση με αυτού των οργανώσεων που την συγκροτούν. Το οργανωτικό δίκτυο που υποχρεωτικά θα διαμορφώνεται για προώθηση και συντονισμό (σε τοπικό και πανελλαδικό επίπεδο) θα δίνει τα πραγματικά δεδομένα για πιο μόνιμα και αποδοτικά οργανωτικά σχήματα.

Δεν είναι ίσως αρκετά όλα αυτά, χρειάζεται μήπως κάτι παραπάνω, κάποιες πιο τολμηρές κινήσεις και πρωτοβουλίες; Ότι γενικά χρειάζονται πολλά και γνωστό και δεν έχει και πολύ νόημα να τα επικαλείται κανείς. Το ζήτημα είναι ότι για οποιαδήποτε πρωτοβουλία αναβάθμισης, για οποιαδήποτε ποιοτική μεταβολή, χρειάζεται μια ποσοτική συσσώρευση στα πεδία που μόλις προηγούμενα αναφέραμε. Και σε κάθε περίπτωση ηχεί κάπως περίεργα στα δικά μας αυτιά η άποψη για ποιοτική αναβάθμιση της Μ.Α. από πλευρές απ’ όπου κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή υποβαθμίζεται, υποτιμάται θεωρητικά και πρακτικά η ύπαρξη, η λειτουργία και η δράση της.

¨ Όπως και να ‘χει εμείς θα επιμείνουμε στη λογική και την κατεύθυνση μας. Τα όποια προβλήματα μπορούν να επηρεάσουν, να διαμορφώσουν επιμέρους επιλογές και ιεραρχήσεις αλλά όχι την γενική μας κατεύθυνση. Κανόνας «ισορροπίας» για όλα τα «διλήμματα» η προώθηση των πολιτικών στόχων και των αναγκαιοτήτων που αναδείχνει η ταξική πάλη και ζητούν απαντήσεις. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο.

Αυτόνομα ή σε συνεργασία (σε όλα τα πεδία και όλων των μορφών συνεργασίας) τα κριτήρια μας είναι πάντα (και με την σειρά που τίθενται):

α) Η ορθότητα των απόψεων που προωθούνται

β) το να προωθούνται στην πράξη και μάλιστα έγκαιρα και να μην πνίγονται σε ατέρμονες «διαπραγματεύσεις»

γ) Το να προωθούνται από όσο γίνεται ευρύτερες δυνάμεις.

Εννοείται ότι με την μια ή την άλλη μορφή η οργάνωση δεν παραιτείται της αυτόνομης παρουσίας και δράσης της.
αναγκαιες διευκρινησεισ

¨ Πριν κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο, θεωρούμε αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε δύο ακόμη ζητήματα.

Από διάφορες πλευρές τίθεται σαν ερώτημα ή σαν κριτική έως και μομφή, περί του αν αυτή η κατεύθυνση συνδέεται με τον στόχο της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κόμματος (Κ.Κ.). Όσο τουλάχιστον μας αφορά, έχουμε την εκτίμηση ότι ο δρόμος μέχρι εκεί είναι αρκετά μακρύς. Δεν εννοούμε τόσο από άποψη χρόνου όσο σε αναφορά με την ποιοτική διάσταση του προβλήματος κι αυτό φάνηκε ήδη από τα ζητήματα που θέσαμε και που πρέπει ν’ απαντηθούν για να οδηγηθούμε εκεί (δεν συνυπολογίζουμε την πιθανότητα εξελίξεων που ίσως επιταχύνουν διεργασίες και συντμήσουν τον «πολιτικό χρόνο»). Είναι συνεπώς κάπως χωρίς αντικείμενο το ερώτημα και οπωσδήποτε πρόωρο.

Εμείς στην επιλογή αυτή βλέπουμε:

Την συμβολή στην μεταβολή των όρων κινήματος

Την προσπάθεια μετασχηματισμού (σε ανώτερο ποιοτικά επίπεδο) ήδη υπαρκτών δυνάμεων

Το ξεκαθάρισμα απόψεων, αντιλήψεων και λογικών

Την ανάδειξη (μέσα από μια τέτοια διαδικασία και πάλη) νέων «φρέσκων» και ζωογόνων για το κίνημα δυνάμεων

Από την άποψη αυτή μια τέτοια προσπάθεια σίγουρα συμβάλλει και στον στόχο της ανασυγκρότησης του Κ.Κ. αλλά υπό τους όρους και τις αιρέσεις που θέσαμε. Από κει και πέρα και αν αυτό απαντάει σε κάτι κι όσο μας αφορά, την ανασυγκρότηση του Κ.Κ. την βλέπουμε (τώρα και στο μέλλον) πάντα στη βάση της επαναστατικής κομμουνιστικής μαρξιστικής λενινιστικής αντίληψης και κατεύθυνσης.

¨ Το δεύτερο ερώτημα αφορά στο αν μια τέτοια τακτική έρχεται σε αντίθεση με το στόχο της ισχυροποίησης του ΚΚΕ (μ–λ). Ας εξηγηθούμε. Πάνω και πριν απ’ όλα, μας ενδιαφέρει η ενίσχυση της κομμουνιστικής κατεύθυνσης, η προώθηση των στόχων του κινήματος. Την ισχυροποίηση του ΚΚΕ (μ–λ) την βλέπουμε σε διαλεκτική σχέση με αυτή την κατεύθυνση κι όχι σαν κάτι το ξεχωριστό. Από την άποψη αυτή, αν η προώθηση των στόχων που θέτουμε συνδέεται και συμβαδίζει με την ισχυροποίηση και του ΚΚΕ (μ–λ) τότε αυτό σημαίνει ότι λειτουργούμε σωστά στα πλαίσια αυτής της διαλεκτικής σχέσης. Αν όχι τότε σημαίνει πως πρέπει να μπούμε σε διαδικασία διερεύνησης (πράγμα που θα ‘πρεπε να ισχύει και για κάθε οργάνωση) τόσο ως προς το τι προωθούμε όσο και ως προς το πώς το προωθούμε και κινούμαστε σαν οργάνωση. Αυτό δεν είναι «υποτίμηση» του ρόλου του κόμματος, είναι θέση μας.
δ) για τη δραση και λειτουργια της οργανωσης

Κεντρικός στόχος για την περίοδο που μας έρχεται, η ενίσχυση, το ανέβασμα του επιπέδου και των δυνατοτήτων της οργάνωσης από κάθε άποψη (ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά, σε επίπεδο σύνδεσης με τον κόσμο). Τα αυξημένα καθήκοντα που μπαίνουν για την περίοδο που έρχεται απαιτούν αυξημένες προσπάθειες αλλά και δυνατότητες.

Βασικοί δρόμοι για την ενίσχυση της οργάνωσης είναι:

α) Η ανάπτυξη της πολιτικής της δράσης στα μέτωπα που ανοίγονται. Αποτελεί τον κύριο άξονα, αλλά και αυτόν που προσφέρεται για την πιο ολόπλευρη και ουσιαστική ανάπτυξη μιας οργάνωσης. Αποτελεί το πεδίο όπου συναντώνται το καθήκον της εκπλήρωσης των πολιτικών στόχων και καθηκόντων (ο λόγος ύπαρξης σε τελευταία ανάλυση μιας οργάνωσης, της (πολιτικής) σύνδεσης με τον λαό, με τις ιδέες και τις απόψεις μιας οργάνωσης, το πεδίο όπου δοκιμάζονται αυτές οι απόψεις, το πεδίο όπου στην πραγματικότητα διαμορφώνεται η φυσιογνωμία της. Θα πρέπει να ενισχυθεί το πνεύμα πρωτοβουλίας και παρέμβασης, τόσο σε αναφορά με τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα όσο και στους ειδικότερους χώρους. Να επιδιώκεται η διαρκής πολιτική παρουσία της οργάνωσης είτε οι συγκυρίες ευνοούν μια ισχυρή παρέμβαση είτε στις περιπτώσεις εκείνες που είναι εφικτή μια παρέμβαση πιο περιορισμένου χαρακτήρα.

β) Η εσωτερική πολιτική λειτουργία της οργάνωσης. Θα πρέπει να είναι κατανοητό το εξής. Η πολιτική λειτουργία πράγματι υπάρχει για να «υπηρετεί» τους πολιτικούς στόχους και την πολιτική δράση της οργάνωσης. Μόνο που για να μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο θα πρέπει κατ’ αρχήν να …υπάρχει σαν τέτοια. Η πολιτική λειτουργία, είναι (θα πρέπει να είναι) το κύριο στοιχείο της «εσωτερικής» ζωής μιας οργάνωσης. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην αντίληψη που έχουμε (συνολικά η οργάνωση) για το ζήτημα. Στην πράξη ωστόσο συμβαίνει συχνά να υποβαθμίζεται η πολιτική λειτουργία χάριν άλλων προτεραιοτήτων ή το χειρότερο «αδρανειών».

Θα πρέπει συνεπώς να είναι κατανοητό ότι η προώθηση μιας γραμμής, μιας κατεύθυνσης, γίνεται τόσο αποτελεσματικότερα, όσο καλύτερα έχει γίνει κατανοητή και έχει αφομοιωθεί από αυτούς που την προωθούν. Αν μάλιστα δούμε το ζήτημα από μια άλλη πλευρά, η γραμμή δεν είναι τόσο αυτή που διατυπώνεται σε μια απόφαση ενός Κ.Ο. αλλά κύρια αυτό που «φτάνει» στον κόσμο (στην πράξη) διαμέσου των μελών και της συγκεκριμένης πολιτικής της δράσης. Στην ίδια βάση έχουμε την βεβαιότητα, ότι το πνεύμα πρωτοβουλίας κ.λπ., ενός μέλους, ενός στελέχους αποτελεί συνάρτηση του ιδεολογικού και πολιτικού «φορτίου» που κουβαλάει (γενικά αλλά και σε αναφορά με κάθε συγκεκριμένο ζήτημα πάλης) περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Είναι γεγονός (κι όχι μόνο στη δική μας οργάνωση) ότι ένας συγκεκριμένος κάθε φορά αριθμός στελεχών επεξεργάζεται «τελικά» συγγράφει αποφάσεις και καθοδηγητικά κείμενα, διατυπώνει απόψεις κεντρικού καθοδηγητικού χαρακτήρα κ.λπ., κ.λπ. Εκείνο που δεν είναι «ευρέως» γνωστό και κατανοητό, είναι πως όλες αυτές οι απόψεις δεν ξεπηδάνε από το «κεφάλι» αυτών των στελεχών όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Περιέχουν ένα «υλικό» που προέρχεται από την πολιτική λειτουργία της οργάνωσης τόσο πριν (να διαμορφωθούν ολοκληρωμένα σαν άποψη) όσο και μετά την διατύπωση και την δοκιμασία τους στην πράξη. Στην πραγματικότητα το σύνολο της οργάνωσης είναι (πρέπει να είναι) ένα εργαστήρι επεξεργασίας απόψεων, όλοι «διδάσκουν» και «διδάσκονται» μέσα σ’ αυτό, ακόμα και όταν κάτι τέτοιο δεν φαίνεται δια «γυμνού οφθαλμού» (διαφορετικά μιλάμε για άλλου είδους οργάνωση ή ομάδα από αυτή που θέλουμε). Όσο λοιπόν πιο ζωντανή και σε διαρκή βάση είναι η πολιτική λειτουργία μιας οργάνωσης τόσο πιο ολοκληρωμένα λειτουργεί αυτή η σχέση.

γ) Προϋπόθεση για το συνολικό ανέβασμα της οργάνωσης, αποτελεί και η οργανωτική της ανασυγκρότηση. Αυτή προϋποθέτει:

Την καλύτερη και κανονικότερη λειτουργία των οργάνων, από το Κ.Ο. και το Π.Γ. μέχρι τους πυρήνες. Την ένταση της προσπάθειας για ύπαρξη συνεχούς καθοδηγητικής ροής αλλά και την συνέπεια στελεχών και μελών ως προς την συμμετοχή και εκπλήρωση των καθηκόντων τους.
Την μεγαλύτερη υπευθυνοποίηση στελεχών και μελών ως προς την αντιμετώπιση των αυξημένων καθηκόντων που θέτει το κίνημα και που πρέπει να αντιμετωπίσει η οργάνωση. Την αποκατάσταση της κριτικής – αυτοκριτικής σαν στοιχείου λειτουργίας της οργάνωσης.
Την διάταξη των δυνάμεων με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με κριτήριο (διάταξης – ιεράρχησης) την αντιμετώπιση αυτών των καθηκόντων αλλά και με την ανάλογη «οικονομία».
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δουλειά που πρέπει να γίνεται στον πολιτικό μας περίγυρο (φίλοι της οργάνωσης κ.ά.) ένα ζήτημα που δεν αντιμετωπίζεται πάντα στη βάση της σημασίας που έχει.

Θα θέλαμε στη συνέχεια ν’ αναφερθούμε σε ορισμένους ιδιαίτερους τομείς της οργάνωσης.

ε) εφημεριδα – εκδοσεις

Η εφημερίδα όπως είναι γνωστό στον καθένα μας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που έχουμε και που πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε.

Η εφημερίδα μας δεν εκπληρώνει το ρόλο της όπως θα τον θέλαμε και η κυριότερη αιτία βρίσκεται στο ότι έχει υποτιμηθεί ο ρόλος και η σημασία της. Το αν αυτό αποτελεί έκφραση άποψης κι αντίληψης (που δεν αποτελεί) ή προκύπτει σαν αποτέλεσμα λαθεμένης κι ανεπαρκούς αντιμετώπισης, έχει την μικρότερη σημασία. Το πρόβλημα υπάρχει και η ευθύνη βαρύνει πρώτα και κύρια το Π.Γ. και το Κ.Ο.

Η εφημερίδα μας είναι (πρέπει να είναι) όργανο καθοδήγησης στελεχών και μελών. Όργανο προπαγάνδισης – εκλαΐκευσης της πολιτικής μας γραμμής. Βήμα του πολιτικού – ιδεολογικού μετώπου. Με άλλα λόγια κι ένα είδος «καθρέφτη» της οργάνωσης, που να προβάλλει να ενισχύει την εικόνα της προς τα έξω.
Ως προς το περιεχόμενο η έκφραση μιας γενικής εκτίμησης ενέχει τον κίνδυνο να εξισώσει (προς τα πάνω ή προς τα κάτω) κάποια πράγματα. Από άποψη βασικών πολιτικών κειμένων μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η εφημερίδα καλύπτει σ’ ένα μεγάλο βαθμό το ρόλο της. Από άποψη κειμένων που καλύπτουν πλευρές των πολιτικών ζητημάτων, ή ζητήματα επικαιρότητας, υπάρχουν και καλά κείμενα, αλλά και κείμενα γραμμένα «στο πόδι». Δεν δικαιολογείται αυτό για μια εφημερίδα που βγαίνει κάθε 15 (και αν) μέρες. Κείμενα αντιπαράθεσης δημοσιεύονται αραιά και που και πολύ σπάνια κείμενα ιδεολογικού χαρακτήρα (μετώπου). Η παρουσίαση της δράσης του κινήματος (γενικά) είναι ελλιπής ενώ η παρουσίαση της δράσης της οργάνωσης γίνεται άμα το θυμηθούμε.
Ως προς την θεματολογία υπάρχει μια απόλυτη κυριάρχηση των αυστηρά πολιτικών θεμάτων. Αυτό συνδέεται κατ’ αρχάς με τις επιλογές μας αλλά και τις δυνατότητες (αδυναμίες) της οργάνωσης να καλύψει κι άλλες πλευρές. Ωστόσο πάντα υπάρχει η δυνατότητα, σ’ ένα μικρό κατ’ αρχήν βαθμό να θιχτούν κι άλλα ζητήματα. Αν λοιπόν, (παρ’ όλους τους ενδοιασμούς που αναφέραμε) επιχειρούσαμε μια γενίκευση, θα λέγαμε, πως η εφημερίδα βρίσκεται (ως «καθρέφτης») πίσω από τις πραγματικές δυνατότητες και το επίπεδο που έχει, που μπορεί να εμφανίσει η οργάνωση και οπωσδήποτε πίσω από αυτό που θέλουμε.
Μεγάλο πρόβλημα υπάρχει στην μορφή. Συνδέεται βέβαια και με το προηγούμενο, αλλά έχει και τις δικές του παραμέτρους. Δεν θα μπούμε σε «τεχνικές» λεπτομέρειες, παρά θα κάνουμε κάποιες μόνο παρατηρήσεις. Υπάρχει πρόβλημα αρκετές φορές στη μορφή των κειμένων. Αρκετά συχνότερα απ’ όσο μερικές φορές είναι αναγκαίο ή αναπόφευκτο, υπάρχουν πολύ μεγάλα κείμενα. Η διάταξη της ύλης, οι τίτλοι, οι φωτογραφίες δίνουν αρκετές φορές την εικόνα μιας δουλειάς που –το λιγότερο– γίνεται βιαστικά αν όχι πρόχειρα. Εδώ δεν πρόκειται για κριτική στους συντρόφους που κυριολεκτικά ιδροκοπούν για να βγάλουν την εφημερίδα (το πρόβλημα και οι βασικές ευθύνες είναι αλλού και θ’ αναφερθούμε). Πρόκειται για την διαπίστωση πως η μορφή της εφημερίδας δεν έλκει τον αναγνώστη.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα στην κυκλοφορία – διανομή. Κατά καιρούς γίνονται εξορμήσεις σε πρακτορεία και περίπτερα κι αυτό έχει κατά κανόνα τα θετικά του αποτελέσματα. Εκεί που βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι στην διανομή χέρι με χέρι. Εδώ το ζήτημα ξεπερνάει τα όρια του προβλήματος εφημερίδα και συνδέεται με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την πολιτική δουλειά με ένα κόσμο με τον οποίο συναναστρεφόμαστε και στον οποίο μπορούμε να απευθυνθούμε πολιτικά (θ’ αναφερθούμε). Οπωσδήποτε συνδέεται και με την κυκλοφορία της εφημερίδας.
Γενικότερα, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι η εφημερίδα δεν επιτελεί ολοκληρωμένα το ρόλο που θέλουμε και με τον τρόπο που θέλουμε (εκτός ως ένα βαθμό στην επαρχία όπου οι σύντροφοι την αντιμετωπίζουν διαφορετικά). Αν μάλιστα πάρουμε υπόψη ότι κυκλοφορεί (όταν) κάθε 15 μέρες, τότε γίνεται επιτακτικότερη η ανάγκη αυτό το κενό να καλύπτεται από μια όσο γίνεται καλύτερη ποιότητα της Προλεταριακής Σημαίας.
Οι αιτίες βρίσκονται όπως και στην αρχή αναφέραμε στην –σε τελευταία ανάλυση– υποτίμηση της εφημερίδας κατ’ αρχήν από το Π.Γ. και το Κ.Ο. Υποτίμηση που εκφράζεται με την διάταξη στελεχών, την συμμετοχή στελεχών και την βοήθεια που (δεν) δίνουν στην εφημερίδα (γράψιμο) και από κει και πέρα στην έλλειψη συμμετοχής των οργανώσεων (ανταποκρίσεις) και την συνακόλουθη υποτίμηση της και από μεριάς μελών. Η «θεραπεία» συνδέεται άμεσα με τις αιτίες. Το πρόβλημα και η απάντησή του βρίσκονται κατ’ αρχήν στο καθοδηγητικό επίπεδο. Εκεί πρέπει να κατανοηθεί το πρόβλημα και η σημασία του. Από κει και πέρα: ανάλογη διάταξη στελεχών. Καθοδηγητική παρέμβαση και έλεγχος της υπεύθυνης συμμετοχής του συνόλου των στελεχών της οργάνωσης (τόσο στην διαμόρφωση όσο και στην διακίνηση της εφημερίδας). Μόνο έτσι μπορούν να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για το πέρασμα μιας άλλης αντίληψης για την εφημερίδα και στα μέλη της οργάνωσης, ζήτημα που με την σειρά του απαιτεί κι αυτό ιδιαίτερη καθοδηγητική παρέμβαση.

ΕΝΑΥΣΜΑ: Θετικότατη προσπάθεια που ξεκίνησε με πρωτοβουλία ορισμένων στελεχών και με καθοριστική την συμβολή της Σπουδάζουσας. Απέδωσε σημαντικά και μπορεί να αποδώσει περισσότερα. Το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο στην περίπτωση είναι πως απέδειξε τις δυνατότητες που έχει η οργάνωση και που μένουν αναξιοποίητες. Ότι το πνεύμα πρωτοβουλίας όχι μόνο είναι θεμιτό αλλά και αναγκαίο κι αποδοτικό. Έδειξε ακόμη ότι έχουμε τις δυνατότητες ν’ αντιμετωπίσουμε πέρα από τα πολιτικά (περιεχόμενο κ.λπ.) και τα τεχνικά και οικονομικά προβλήματα που εμφανίζονται. Έχουμε, λοιπόν, την άποψη ότι το ΕΝΑΥΣΜΑ όχι μόνο πρέπει να συνεχίσει αλλά και να ενισχυθεί. Να αγκαλιαστεί από το σύνολο της οργάνωσης (από κάθε άποψη) να βοηθηθεί καθοδηγητικά, να οργανωθεί η μεγαλύτερη συμβολή των στελεχών στην αρθρογραφία του, στον στόχο να γίνει και καλύτερο αλλά και πιο συχνή η έκδοση του.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Αυτό που κατ’ αρχήν μας έχουν αποδείξει οι όποιες προσπάθειες μας σ’ αυτό το πεδίο, είναι ότι κατ’ αρχήν «αποδίδουν» πολιτικά (τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος από αυτές). Έχουν χρησιμεύσει στο να προβάλλουν τις πολιτικές μας θέσεις και ένα πληρέστερο πολιτικό – ιδεολογικό «πρόσωπο» της οργάνωσης, σε φίλους της οργάνωσης αλλά και σε ένα κόσμο πέρα από μας. Ταυτόχρονα αποτελούν πάντα ένα χρήσιμο υλικό για πληρέστερη κατανόηση των απόψεων μας από τα ίδια τα μέλη της οργάνωσης. Υπάρχουν ωστόσο και προβλήματα. Το κυριότερο. Δεν υπάρχει κεντρικός σχεδιασμός, μια συγκεκριμένη πολιτική στο ζήτημα. Κυρίως βγαίνουν με πρωτοβουλίες στελεχών και τομέων. Αντίστοιχα δεν υπάρχει οργανωτικός αλλά ούτε οικονομικός έλεγχος (πρόβλημα που υπάρχει και στο σύνολο των εκδοτικών –κι όχι μόνο– δραστηριοτήτων της οργάνωσης).

Ευνόητο είναι ότι αυτά ακριβώς τα προβλήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν, για να οργανωθεί καλύτερα αυτός ο τομέας που πολλά έχει να μας δώσει.
στ) για την εργατικη μας δουλεια

¨ Ιδιαίτερη θέση στην εκπλήρωση των καθηκόντων μας έχει η προώθηση τους σε ορισμένους τομείς και στη βάση πάντα των ιδιαίτερων όρων και απαιτήσεων αυτών των τομέων. Εδώ θα σταθούμε σε βασικές πλευρές των ζητημάτων μιας και η πλήρης αναλυτική κι ολόπλευρη επεξεργασία τους, αποτελεί μια ξεχωριστή δουλειά για τον καθένα από αυτούς τους τομείς.

  • Ευνόητη για τον καθένα η σημασία της δουλειάς στον εργατικό χώρο. Αν το Κ.Κ. είναι το κόμμα της εργατικής τάξης αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι χωρίς την εργατική τάξη μια οργάνωση δεν μπορεί να είναι κόμμα, ενώ και τα κομμουνιστικά της χαρακτηριστικά μένει να επαληθευτούν κι οπωσδήποτε να ολοκληρωθούν στην σύνδεση της με το προλεταριάτο, πάντα με όρους ταξικής πάλης και στη βάση επαναστατικού προσανατολισμού. Για την σημασία λοιπόν της εργατικής δουλειάς θα μπορούσαμε και να σταματήσουμε εδώ. Θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε την σημασία της σύνδεσης της με βασικά καθήκοντα της εποχής μας, για την «εκ νέου» συγκρότηση του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της», σε συνάρτηση με το καθήκον της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος. Αναφερθήκαμε ήδη σ’ αυτά τα ζητήματα. Αναφερθήκαμε ακόμη στην σημασία που έχει η αντίσταση του προλεταριάτου στην επίθεση του συστήματος, πολύ περισσότερο που αυτή η επίθεση αυτό έχει σαν κεντρικό της στόχο.

προβληματα της δουλειας μας

  • Για τη δουλειά μας στον εργατικό χώρο μπορούμε να πούμε ότι έγιναν κάποιες προσπάθειες, δόθηκε ένα μεγαλύτερο βάρος το τελευταίο διάστημα και υπήρξαν και κάποια αποτελέσματα. Ωστόσο αυτά πολύ απέχουν από αυτά που απαιτούν οι συνθήκες, ενώ αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι απέχουν κι από αυτά που μπορούμε ν’ αντιμετωπίσουμε.

Βασικό πρόβλημα στην εργατική μας δουλειά το ζήτημα της γραμμής. Η δουλειά μας εμφανίζεται να υστερεί από τη μια σε επίπεδο συνολικοποίησης της και από την άλλη στο πεδίο της… εξειδίκευσης. Το κατ’ αρχήν αντιφατικό του πράγματος έχει στην πραγματικότητα κοινές αιτίες. Την ελλιπή γνώση των ζητημάτων στη «βάση» τους από τη μια, και ανεπαρκείς επεξεργασίες από την άλλη. Είναι αναγκαίο και είναι μέσα στις δυνατότητές μας να απαντήσουμε στο πρόβλημα της συνολικοποίησης της γραμμής μας, της σύνδεσής της με την γενικότερη πολιτική μας γραμμή, την πολιτικοποίησή της αλλά ταυτόχρονα και την παραπέρα εξειδίκευσή της τουλάχιστον στους τομείς που κινούμαστε.

Πέρα από τα α όσα έχουμε αναφέρει σε αυτή και τις προηγούμενες εισηγήσεις (γύρω από τα ζητήματα που αφορούν την εργατική τάξη κ.λπ.). Να μελετήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος τις ειδικότερες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται σήμερα το ζήτημα. Να βελτιώσουμε το επίπεδο σύνδεσης μας με τον κόσμο, να «γνωρίσουμε» τα προβλήματα στις μορφές που τα βιώνει. Να κάνουμε πιο επίμονη και συστηματική δουλειά επεξεργασίας με σημεία (άξονες) αναφοράς:

Την αντίσταση στην επίθεση.

Την πολιτικοποίηση της εργατικής πάλης.

Την σύνδεση της με τις ιδέες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Πρακτικά και πέρα από οτιδήποτε άλλο αυτό σημαίνει.

Ανεξάρτητα από το μέχρι ποιο σημείο φτάσουμε μέσα από την διαδικασία της Συνδιάσκεψης, χρειάζεται και μια ξεχωριστή διαδικασία (το συντομότερο δυνατό) με αντικείμενο ακριβώς αυτό το ζήτημα.

  • Από άποψη στελέχωσης της δουλειάς, ο τομέας έχει ενισχυθεί τελευταία, τουλάχιστον στα μέτρα που μπορεί σήμερα η οργάνωση. Δεν έχει πάρει ωστόσο την αναγκαία κεντρική καθοδηγητική βοήθεια από το Κ.Ο. και το Π.Γ. το τελευταίο αποτελεί μια βασική αιτία για την όποια καθυστέρηση της δουλειάς. Μια δεύτερη αιτία βρίσκεται στην λειτουργία του Εργατικού Τομέα. Στην πράξη δεν υπάρχει συντονισμός και πλήρης αξιοποίηση υπάρχοντος στελεχικού δυναμικού!

Πιστεύουμε πως πρέπει (κι είναι άμεσα δυνατό) να προχωρήσουμε σε καθοδηγητική οργανωτική ανασυγκρότηση του τομέα σε πανελλαδική βάση. Πριν την διαδικασία που αναφέραμε προηγούμενα ή σε συνδυασμό με αυτή, είναι κάτι που πρέπει και μπορεί να γίνει το ταχύτερο δυνατό, με άμεση συμμετοχή και βοήθεια από το Π.Γ.
μετωπα αντιπαραθεσησ

  • Ένας θεμελιακός όρος για την προώθηση της πάλης στο εργατικό κίνημα, αποτελεί το μέτωπο αντιπαράθεσης στις αστικές και ρεφορμιστικές απόψεις και σε όλες τους τις παραλλαγές και εκφάνσεις.
  • Ως προς την αστική γραμμή αυτή σήμερα εκφράζεται κύρια από το ΠΑΣΟΚ στο βαθμό που η ΝΔ έχει περιορισμένη (αλλά όχι ανύπαρκτη) επιρροή. Αυτή η γραμμή δεν έχει και δεν πρέπει να έχει θέση στον εργατικό χώρο. Όσο κι αν οι σημερινοί συσχετισμοί δεν το ευνοούν, υπάρχουν ήδη κάποιοι όροι και διαμορφώνονται ολοένα και περισσότεροι για το ξεσκέπασμα, το χτύπημα και εντέλει την χρεοκοπία της στις συνειδήσεις των εργαζομένων. Οπωσδήποτε αποτελεί αμετακίνητο, καθημερινό στόχο της πάλης μας.
  • Η ρεφορμιστική γραμμή εκφράζεται κατά κύριο λόγο από το «Κ»ΚΕ (ΕΣΑΚ) ενώ οι δυνάμεις που πρόσκεινται στον ΣΥΝ παλινδρομούν ανάμεσα στον ρεφορμισμό και σε καθαρά αστικές αντιλήψεις. Θα πρέπει να είναι κατανοητό ότι το πρόβλημα της ύπαρξης μιας τέτοιας γραμμής στο εργατικό κίνημα θα το έχουμε μπροστά μας για πολύ καιρό. Ευνόητη η αναγκαιότητα ενός μόνιμου μετώπου αντιπαράθεσης απέναντί της. Θα πρέπει ωστόσο να είναι ταυτόχρονα κατανοητό ότι η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας αντιπαράθεσης προϋποθέτει δύο όρους στους οποίους ήδη αναφερθήκαμε. Την παραπέρα επεξεργασία της δικής μας γραμμής και την ενίσχυση των δεσμών μας με τον κόσμο.
  • Πέρα από τις προηγούμενες υπάρχουν και δρουν στον χώρο μικρότερες αριστερές δυνάμεις, με αντιρεφορμιστικές διαθέσεις αλλά και κομμουνιστική αναφορά στις περισσότερες περιπτώσεις. Ωστόσο και στις απόψεις αυτών των δυνάμεων «παρεισφρύουν» συχνά πυκνά ρεφορμιστικές απόψεις, εκδηλώνονται τάσεις ενδοτισμού σε αστικές αντιλήψεις που εναλλάσσονται κάποιες φορές με τάσεις αριστερίστικου ακτιβισμού, ενώ δεν απουσιάζει (αντίθετα ενδημεί) ένας αυτάρεσκος υποκειμενισμός. Με αυτές τις δυνάμεις όπως έχουμε ήδη αναφέρει προωθούμε σχέσεις ενότητας και πάλης.

Δυσκολιες και προκλησεις των καιρων

  • Σε σχέση με τα προηγούμενα και πέρα από την πάντα αναγκαία αυτόνομη δράση μας. Η λογική που γενικά εκθέσαμε στο ζήτημα των συνεργασιών ισχύει κι εδώ με τις απαραίτητες προσαρμογές στις ιδιομορφίες του κάθε χώρου. Στόχος μας πάντα η δημιουργία καλύτερων όρων πάλης. Στην ίδια πάντα λογική ευνόητο είναι για μας πως δουλεύουμε και στα συνδικάτα όταν και όπου έχουμε την δυνατότητα πρόσβασης και συγκεκριμένης παρουσίας. Όσο για το γνωστό πρόβλημα για μας απλώς δεν υπάρχει σαν τέτοιο. Μπορούμε να «μπαίνουμε» στα συνδικάτα, μπορούμε να «βγαίνουμε» μπορούμε να «μπαινοβγαίνουμε». Χωρίς να υποτιμούμε ποτέ τα ζητήματα τακτικής ή πολύ περισσότερο της σύνδεσης με τον κόσμο, το κύριο για μας είναι πάντα το ζήτημα της γραμμής που προωθεί κανείς.

Σε σχέση με όλα αυτά, αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι πως ένας βασικός και σταθερός μας στόχος, είναι η ενίσχυση της επαναστατικής κομμουνιστικής μ – λ γραμμής στο εργατικό κίνημα. Ένας στόχος που όχι μόνο δεν έρχεται σε αντίθεση με το στόχο της διαμόρφωσης καλύτερων όρων πάλης, αλλά συνδέεται διαλεκτικά μαζί του, δημιουργεί προϋποθέσεις για ποιοτικό μετασχηματισμό αυτών των όρων σε ανώτερο επίπεδο σε μια πορεία.

Είναι αναγκαίο στις σημερινές συνθήκες να καταδειχτεί ότι πέρα από την αστική και ρεφορμιστική γραμμή υπάρχει και μια άλλη κατεύθυνση που υπερασπίζεται πραγματικά τα λαϊκά συμφέροντα που προσπαθεί να ανοίξει δρόμους για την εκπλήρωση των προσδοκιών των λαών.

Ταυτόχρονα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι αντικειμενικές συνθήκες δεν μας βάζουν μόνο τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αναφέραμε. Ο ραγδαίος τρόπος με τον οποίο εξελίσσονται τα πράγματα στενεύει τα περιθώρια ελιγμών των αστικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων ενισχύει τις δυνατότητες αποκάλυψης της πολιτικής και των αντιλήψεων τους. Από την άλλη, οι ίδιες αυτές εξελίξεις καταδείχνουν με όλο και πιο συγκεκριμένο τρόπο τον αποπροσανατολιστικό χαρακτήρα απόψεων που τσαλαβουτούν στον εργατικό χώρο σπέρνοντας την σύγχυση. Από την άποψη αυτή –και πέρα απ’ όλα τ’ άλλα– προσδιορίζουν και κάποιους όρους στη βάση των οποίων είναι όχι μόνο αναγκαίος αλλά και πραγματοποιήσιμος ο στόχος της προβολής και ανάδειξης της ιδιαίτερης γραμμής που προωθούμε και της φυσιογνωμίας που προσπαθούμε να διαμορφώσουμε.
για τους «ξενους» εργατεσ

¨ Ξεχωριστή αναφορά θα θέλαμε τέλος να κάνουμε σ’ ένα ζήτημα και επίκαιρο κι ιδιαίτερα σημαντικό. Αυτό των «ξένων» εργατών – μεταναστών. Δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι πρέπει να υπερασπιστούμε το δικαίωμα τους για ίση μεταχείριση αμοιβή και ασφάλεια. Να εναντιωθούμε με τον πιο αποφασιστικό τρόπο στον ρατσισμό, την ξενοφοβία, το κλίμα που δημιουργούν ενάντιά τους τα Μ.Μ.Ε. κ.ά. Αυτό δεν είναι απλά ένα ζήτημα ηθικής τάξης. Είναι ένα πολιτικό καθήκον σαν τέτοιο πρέπει να το κατανοήσουμε και ανάλογα να το προωθήσουμε.

¨ Σε σχέση με το ζήτημα κυκλοφορούν διάφορα σλόγκαν – απόψεις. «Τους ταΐζουμε». «Μας παίρνουν τις δουλειές» (άρα αυτοί φταινε για την ανεργία). «Ρίχνουν τα μεροκάματα». «Μας κλέβουν και μας σκοτώνουν κι από πάνω».

  • Τώρα για το ποιος σκοτώνει ποιον, το ζήτημα βρίσκεται στο ότι η αναισχυντία και το θράσος των εκμεταλλευτών και των αντιδραστικών απλώς δεν έχει όρια. Είναι αμέτρητες οι Περιπτώσεις, ιδιαίτερα Αλβανών μεταναστών που δολοφονούνται για το τίποτα. Ο θόρυβος για τις ελάχιστες περιπτώσεις που συμβαίνει το αντίθετο, υπηρετεί ακριβώς την δημιουργία ενός κλίματος ασυλίας για τα κτήνη εκείνα που «ασκούνται» στην σκοποβολή πάνω στα κορμιά των νεαρών Αλβανών μεταναστών. Από κει και πέρα όμως.
  • Στοιχειώδης πολιτική σκέψη λεει ότι το κεφάλαιο δεν κάνει αγαθοεργίες. Δεν φέρνει δηλαδή εδώ τους μετανάστες για να τους «ταΐσει». Τους φέρνει για να τους εκμεταλλευτεί. Τους φέρνει επειδή κερδίζει απ’ αυτούς. Αλλά ας πούμε κάτι παραπάνω. Οι ξένοι εργάτες δουλεύουν στη χώρα μας, κινούν (στο μέτρο που τους ανήκει) την παραγωγική, οικονομική της μηχανή. Δεν τους «ταΐζει» αυτή η μηχανή, την ταΐζουν με τον ιδρώτα και το αίμα τους όπως όλοι οι άλλοι εργάτες και μάλιστα με τους χειρότερους όρους από άποψη συνθηκών δουλειάς, αμοιβής και ασφάλειας. Αλλά ας δούμε και την άλλη πλευρά. Το ελληνικό κεφάλαιο με «χαρτί» τους μετανάστες, ανοίγει «δουλειές» και κερδίζει πολλαπλάσια από τις χώρες προέλευσης τους. Τα όποια «δάνεια» και «βοήθειες» (για τα οποία επίσης κάποιοι μεμψιμοιρούν) έχουν πολύ συγκεκριμένους στόχους αλλά και αποτελέσματα.
  • Όσο για την ανεργία και τους μισθούς. Προκαλούν «απορία» κάποιες απόψεις, ιδιαίτερα όταν έχουν –υποτίθεται– «αριστερή» προέλευση. Γιατί στους αριστερούς τουλάχιστον είναι καθαρό ότι τόσο την ανεργία όσο και την πίεση προς τα κάτω των αμοιβών, τα δημιουργεί η ίδια η λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό ισχύει σήμερα και θα ισχύει ενόσω υπάρχει καπιταλιστικό σύστημα. Με δεδομένη αυτή την βασική σχέση, η ανατροπή του συσχετισμού σε βάρος των λαών και η επίθεση του συστήματος (που δεν προκλήθηκε βέβαια από τους μετανάστες) όξυνε στο έπακρο τα προβλήματα (αναλυτικότερα βλέπε προηγούμενες εκτιμήσεις). Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα, εδώ και η απάντηση του. Στην πάλη για την ανατροπή αυτού του συσχετισμού.
  • Η πάλη της εργατικής τάξης σε μια τέτοια κατεύθυνση, έχει κάποιες απαιτήσεις για να είναι αποτελεσματική και νικηφόρα. Μια θεμελιώδης προϋπόθεση είναι η ενεργοποίηση συνολικά της εργατικής τάξης γιατί μόνον έτσι μπορεί ν’ αντιμετωπίσει τις δυνάμεις και τους μηχανισμούς του συστήματος. Το σύνολο ωστόσο της εργατικής τάξης της χώρας μας (μια και αναφερόμαστε σ’ αυτή) δεν περιορίζεται στους «Έλληνες το γένος» εργάτες. Περιλαμβάνει (όπως στοιχειωδώς προσπαθήσαμε να καταδείξουμε) και τους «ξένους» εργάτες. Οι αντιδραστικές λοιπόν απόψεις στο ζήτημα, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, διασπούν την ενότητα της εργατικής τάξης, την αποδυναμώνουν, της ελαχιστοποιούν την αποτελεσματικότητα. Αυτές είναι που ενισχύουν τον αρνητικό συσχετισμό, αυτές φέρνουν την ανεργία, αυτές ρίχνουν τα μεροκάματα.
  • Η πάλη λοιπόν για τα δικαιώματα των «ξένων» εργατών, είναι πάλη και για τα δικαιώματα των «Ελλήνων» εργατών και σαν τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί. Ακόμη περισσότερο. Θα πρέπει να κατανοηθεί, ότι οι «ξένοι» εργάτες, αποτελούν ένα κομμάτι της δύναμης της εργατικής τάξης που θα πρέπει κι αυτό να μπει στον κοινό αγώνα. Προϋπόθεση ωστόσο γι αυτό, είναι οι «ξένοι» εργάτες να αισθανθούν δίπλα τους έλληνες εργάτες. Να αισθανθούν ότι η εργατική αλληλεγγύη θα λειτουργεί σε οποιαδήποτε περίπτωση, ολοκληρωμένα και μέχρι το τέλος.

ζ) νεολαια – σπουδαζουσα

Είναι γνωστό πως η νεολαία αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Το πιο φρέσκο, ζωντανό και δυναμικό. Το τμήμα εκείνο που προετοιμάζεται να μπει στην παραγωγή, την κοινωνία με πλήρεις απαιτήσεις και υποχρεώσεις. Ταυτόχρονα είναι το τμήμα εκείνο που ιδιαίτερα κάτω από ορισμένες συνθήκες, μπορεί να έχει κι ένα αυξημένο πολιτικό βάρος. Έχει συνεπώς μεγάλο σημασία ο τρόπος που διαμορφώνεται η στάση της απέναντι στα πράγματα. Ακριβώς στη βάση αυτής της σημασίας αντιμετωπίζεται από όλους, ακόμη κι από εκείνους που θέλουν να συγκαλύψουν την παρέμβασή τους (δυνάμεις του συστήματος) ακριβώς για να διασφαλίσουν το μονοπώλιο παρέμβασης.
αναπαραγωγη της ταξικησ διαρθρωσης

  • Βασική τάση παντού και πάντα, η επιδίωξη αναπαραγωγής του συστήματος. Ιδιαίτερα κρίσιμο έδαφος ως προς αυτό, ο χώρος της νεολαίας. Βασική επιδίωξη η «ομαλή» αναπαραγωγή της ταξικής διάρθρωσης, η διαμόρφωση των όρων γι αυτό, υλικοί, μορφωτικοί, ιδεολογικοί. Γενικότερα και μέσα από τη χρήση ενός πολύμορφου και πολυπλόκαμου μηχανισμού, επιδιώκεται η υποταγή η προσαρμογή η χειραγώγηση της νεολαίας.
  • Ειδικότερα στη σημερινή φάση επίθεσης του συστήματος επιδιώκονται οι ίδιοι στόχοι, αλλά με πιο επιθετικό τρόπο. Η «ανασύνθεση» της αστικής κυριαρχίας στις πιο αντιδραστικές της μορφές. Με την γενικευμένη επίθεση στον λαό, την παραπέρα ανατροπή των ταξικών και πολιτικών συσχετισμών και την διαμόρφωση στα πλαίσιά τους όρων και κλίματος υποταγής του λαού και της νεολαίας. Με την επίθεση στον χώρο της παιδείας σαν βασικό μοχλό «αναδιανομής» – προσαρμογής της νεολαίας στην επιδιωκόμενη αναπαραγωγή της ταξικής διάρθρωσης. Με την ένταση της ιδεολογικής επίθεσης, ιδιαίτερα στο χώρο της νεολαίας, με στόχο τον αποπροσανατολισμό, την χειραγώγησή της.

περι «απολιτικης»

  • Το ερώτημα τώρα και πάντα είναι ένα. Υποταγή στους στόχους του συστήματος ή ενότητα της νεολαίας με τον λαό και την πάλη του; Το σύστημα επιδιώκοντας το πρώτο (την υποταγή) επιδιώκει ταυτόχρονα με κάθε τρόπο την αποτροπή του δεύτερου. Χρησιμοποιεί γι αυτό όλα τα μέσα. Από ιδεολογικούς μέχρι μηχανισμούς καταπίεσης και καταστολής. Βασικό ιδεολόγημα του συστήματος είναι αυτό της «απολιτικής». Από την παλιά την παραδοσιακή εκδοχή του, μέχρι την πιο «εκσυγχρονισμένη» και του στυλ «όλοι ίδιοι είναι». Βεβαίως το σύστημα υποκρίνεται. Όπως ήδη αναφέραμε αυτό που επιδιώκει δεν είναι η «απολιτική» αλλά το μονοπώλιο της παρέμβασης και η αποτροπή (έως απαγόρευση) της παρέμβασης, ιδιαίτερα από μεριάς του λαϊκού κινήματος. Γιατί βεβαίως το σύστημα δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ασκεί συστηματική συνεχή πολύπλευρη και καθολική ιδεολογική – πολιτική παρέμβαση στην νεολαία, σε συνδυασμό μάλιστα με μια πολιτική και μεθοδεύσεις πιέσεων και εκβιασμών. Από το Νηπιαγωγείο μέχρι το Πανεπιστήμιο. Από τις παιδικές «εκπομπές» και στήλες των Μ.Μ.Ε. μέχρι τις περισπούδαστες πραγματείες διαφόρων επώνυμων. Από το «όπιο του λαού» την θρησκεία μέχρι το πραγματικό όπιο που πλασάρεται ποικιλοτρόπως. Από τα σήριαλ της TV και τον κινηματογράφο μέχρι την μουσική, από τους κατασκευασμένους «ήρωες» που προβάλλει μέχρι τις «αξίες» και το «στυλ ζωής» που πλασάρει. Από τους έμμεσους και άμεσους εκβιασμούς σε σχέση με την προοπτική των νέων μέχρι την χρήση της απειλής που επισείετε από την ύπαρξη των μηχανισμών καταναγκασμού του δέους που προκαλεί το «πανίσχυρο» κράτος.

ενοτητα με το λαο ή «αυτονομηση

  • Αυτή η επιδίωξη του συστήματος δεν είναι πάντα και δεν είναι καθολικά εφικτή. Σ’ αυτή τη βάση και όπως ήδη αναφέραμε αν βασικός στόχος του συστήματος είναι η μονοπώληση παρέμβασης, ο συμπληρωματικός του είναι η αποτροπή παρέμβασης, επίδρασης ιδιαίτερα από τη μεριά της προλεταριακής κομμουνιστικής άποψης. Σε μια τέτοια βάση το σύστημα δεν υποτιμά καθόλου την τακτική του να υιοθετεί, αναπαράγει, προβάλλει «ενδιάμεσες» αντιλήψεις που αποτρέποντας το δεύτερο (ενότητα με τον λαό) οδηγούν στο… πρώτο (υποταγή).

Ένα τέτοιο ιδεολόγημα, είναι αυτό περί του «αυτόνομου ρόλου» της νεολαίας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το θεμελιώδες ερώτημα αν η νεολαία αποτελεί κομμάτι του λαού, τμήμα της ενιαίας πάλης του λαϊκού κινήματος και όπως αναφέρεται (Στάλιν) «δύναμη κρούσης» του. Απέναντι σ’ αυτή την «πεπαλαιωμένη» άποψη, η αντίληψη περί «αυτονόμησης» της νεολαίας προβάλλεται και μάλιστα σαν η «τελευταία λέξη» της επαναστατικής αντίληψης καθώς αντιπαραβάλλεται με τον «συντηρητισμό» των «ηλικιωμένων» και «ενταγμένων» και ακόμη σαν φορέας «ανανέωσης» της επαναστατικής άποψης απέναντι στην «ξεπερασμένη» και «συντηρητική» πλέον «παλαιοκομμουνιστική» αντίληψη. Οπότε η προοδευτικότητα ή ο συντηρητισμός, η επαναστατική ή αντιδραστική στάση δεν είναι πλέον συνάρτηση ταξική αλλά ζήτημα ηλικίας και η ταξική πάλη μπορεί ν’ αντικατασταθεί από την «πάλη των γενεών». Ολοφάνερα πρόκειται για αταξική θεώρηση του ζητήματος, για άποψη που σε τελευταία ανάλυση είναι αστική.
βασικα προβληματα και διαφοροποιησεισ

  • Βεβαίως η νεολαία δεν είναι τάξη. Αποτελεί κοινωνική κατηγορία με κοινότητα χαρακτηριστικών αλλά και σοβαρές διαφοροποιήσεις. Στην πραγματικότητα στα πλαίσιά της αντανακλώνται οι ταξικοί διαχωρισμοί και η ταξική πάλη που διεξάγεται στην κοινωνία και εκφράζεται μέσα από τους ειδικότερους όρους ύπαρξης της. Τα προβλήματα που απασχολούν την νεολαία είναι αυτά που απασχολούν και το σύνολο της κοινωνίας εκφρασμένα μέσα από τις ιδιαίτερες σχέσεις και όρους που τα βιώνει. Αν προσπαθούσαμε να τα συνοψίσουμε θα αναφερόμασταν στο πρόβλημα της «προετοιμασίας» όπου δεσπόζει το ζήτημα της εκπαίδευσης, το πρόβλημα του μέλλοντός της που συνδέεται κυρίαρχα με το ζήτημα της επαγγελματικής προοπτικής, και αυτό της εν γένει σχέσης της με την κοινωνία (ελευθερία, πολιτισμός, ποιότητα ζωής, σχέση με τα κοινά). Στην πραγματικότητα το παλιό σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» δεν είναι και τόσο «παρωχημένο» όσο θεωρείται από κάποιους. Τα προβλήματα αυτά απασχολούν το σύνολο της νεολαίας αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν διαφοροποιήσεις στη βάση:

Της ταξικής καταγωγής.

Των προοπτικών που ανοίγονται για τον καθένα.

Στη βάση εν τέλει της άποψης που διαμορφώνει ως προς την λύση τους (ατομική, συλλογική κ.λπ.). Προφανής η σύνδεση και αλληλεπίδραση των παραγόντων κι αν προσπαθούσαμε να συνοψίσουμε το ζήτημα θα λέγαμε ότι οι διαφοροποιήσεις διαμορφώνονται:

α) Από τη μια στη βάση των λύσεων που προσφέρει το σύστημα (ποιες, για ποιους και με ποιο τρόπο) και

β) του τρόπου που τις αποδέχεται (ή αντιπαρατίθεται σ’ αυτές) η νεολαία από την άλλη.

  • Οι «λύσεις» που προσφέρει το σύστημα, όχι μόνο δεν εκφράζουν, αλλά βρίσκουν αντίθετη τη μεγάλη πλειοψηφία των νέων καθώς στρέφονται ενάντια στα συμφέροντα τις επιδιώξεις τις προσδοκίες τους.

Ακριβώς εδώ διαμορφώνεται το πεδίο πάλης και αντιπαράθεσης με το σύστημα.

Εδώ δημιουργείται το έδαφος της σύνδεσης με το λαό και την πάλη του.

Εδώ προβάλλει και το πεδίο παρέμβασης της αριστερής, κομμουνιστικής άποψης.

Ως προς το ζήτημα αυτό. Απευθυνόμαστε γενικά στη νεολαία αλλά «όχι ακριβώς». Απευθυνόμαστε γενικά στην ευαισθησία, το ερευνητικό και δημιουργικό της πνεύμα, την ζωντάνια της. Η παρέμβαση μας όμως έχει ταυτόχρονα κι έναν ειδικότερο χαρακτήρα. Συνδέεται με τα βασικά προβλήματα και τις απαιτήσεις της νεολαίας, το δικαίωμα στη μόρφωση την δουλειά την ελευθερία, ζητήματα που απασχολούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο την πλειοψηφία της νεολαίας. Σ’ αυτή την πλειοψηφία κατά κύριο λόγο απευθυνόμαστε.

Απευθυνόμαστε σε βάση και λογική σύνδεσης με το λαό. Τα προβλήματα του λαού και της νεολαίας έχουν κοινή βάση και αφετηρία, κοινός ο δρόμος για τη λύση τους κοινή και η πάλη τους.
Απευθυνόμαστε σε πολιτική, αριστερή, αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική βάση. Στη βάση της άποψης ότι η ρίζα των προβλημάτων βρίσκεται στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, προβλήματα που οξύνονται στα πλαίσια του καθεστώτος εξάρτησης, και που η πάλη για τη λύση τους μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο στη βάση μιας αριστερής πολιτικής κατεύθυνσης.
Η πρόσφατη επίθεση του συστήματος με τον νόμο του Αρσένη όχι μόνο επιβεβαιώνει θέσεις και εκτιμήσεις, αλλά ανοίγει ταυτόχρονα και ένα σοβαρό πεδίο παρέμβασης στη βάση των αξόνων που έχουμε θέσει. Ταυτόχρονα δημιουργεί όρους συμπαράταξης πανεκπαιδευτικής στα πλαίσια της οποίας μπορεί να τεθεί σαν στόχος ακόμη και η συνολική ανατροπή του νόμου.

για το ιδεολογικο μετωπο

  • Μεγάλης σημασίας παντού και πάντα το ιδεολογικό μέτωπο έχει ένα ιδιαίτερο βάρος στον χώρο της νεολαίας. Η νεολαία δεν είναι τάξη, δεν είναι ενταγμένη στην παραγωγή, οι ιδέες σ’ αυτή δεν διαμορφώνονται σε άμεση συνάρτηση μ’ αυτή την σχέση αλλά μ’ ένα δικό τους (έμμεσο) τρόπο. Η νεολαία, φύσει και θέσει, είναι συνεπώς ευαίσθητη σε ιδέες και απόψεις γι αυτό και στο πεδίο αυτό δέχεται μια πολύ μεγάλη επίθεση του συστήματος. Μια επίθεση που διαθέτει πολλά και πολύμορφα μέσα, διεξάγεται καθημερινά και με ρυθμούς καταιγιστικούς. Ωστόσο το σύστημα όπως ήδη έχουμε αναφέρει έχει μια πολύ μεγάλη αδυναμία. Δεν είναι σε θέση να προσφέρει πραγματικές αξίες, δεν έχει να προτείνει τίποτα στην μεγάλη πλειοψηφία των νέων και αυτός ο κατακλυσμός των απόψεων με τις οποίες βομβαρδίζει τους νέους δεν είναι παρά ένα συνονθύλευμα ψεμάτων. Λειτουργούν και «πείθουν»μόνο και ενόσω δεν υπάρχει πραγματικός αντίλογος. Το κίνημα έχει να προσφέρει ιδανικά ζωής και πάλης στους νέους, δεν έχει να πει παρά την αλήθεια, κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η δύναμη του. Το πραγματικό πρόβλημα συνεπώς είναι το πώς μπορεί να φτάσει η άποψή του στους νέους. Αυτό βέβαια δεν είναι απλά ιδεολογικό ζήτημα αλλά συνάρτηση συνολικά της συγκρότησης και ισχυροποίησης του κινήματος και της «φωνής» του. Είναι σε τελευταία ανάλυση συνάρτηση συσχετισμού. Δεν είναι λίγο, (είναι πολύ), αλλά εκεί μόνο βρίσκεται η «ιδεολογική» υπεροχή του συστήματος.
  • Βασικοί στόχοι του συστήματος, η πλήρης ένταξη της νεολαίας σ’ αυτό, οπωσδήποτε η χειραγώγηση της αλλά και (για όσους δεν ανταποκριθούν στα προηγούμενα) η εξουθένωση, ο εξαναγκασμός σε παραίτηση. Βασικές «αξίες» στη βάση των οποίων προσπαθεί να προσελκύσει σήμερα να εντάξει τους νέους, η «ελευθερία», η «ευημερία», η «αξιοκρατία». Βεβαίως το σύστημα δεν έχει παραιτηθεί από την προβολή των παραδοσιακών του αξιών. Πατρίς (εθνικισμός), Θρησκεία, Οικογένεια. Μόνο που στις σημερινές συνθήκες, οι πρώτες προσφέρονται περισσότερο για μια «επιθετική» πολιτική απέναντι στην νεολαία απ’ ότι οι παραδοσιακές. Πολύ περισσότερο που στη βάση των εξελίξεων του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος έχουν εμφανιστεί σοβαρά προβλήματα και αντιφάσεις σε αναφορά με τις «παραδοσιακές αξίες».
  • Ο εθνικισμός (Πατρίς) εμφανίζει αντιφάσεις με τον κοσμοπολιτισμό (Ευρωπαϊκή ιδέα, κ.λπ.) που επίσης πλασάρεται.

Η υποτιθέμενη «πνευματικότητα» και «αρετή» (συντηρητισμός) της Εκκλησίας αντιφάσκει με τον χυδαίο υλισμό που χαρακτηρίζει στην ουσία το καπιταλιστικό σύστημα, τον ανθρωποφάγο ατομισμό που προωθεί (άσε πια τα πεπραγμένα του ίδιου του Δεσποτάτου). Η δυστυχής οικογένεια συντρίβεται καθημερινά σαν κοινωνικό κύτταρο στην «αντιπαράθεση» της με το κοινωνικό, πολιτιστικό, καταναλωτικό μοντέλο που διαμορφώνουν οι εξελίξεις κι αν «διασώζεται» το οφείλει σε σημαντικό βαθμό στην λειτουργία της ως μονάδα οικονομικής επιβίωσης.

  • Χωρίς λοιπόν να εγκαταλείπονται οι προηγούμενες και παραμένοντας πάντα σαν σταθερά σημεία αναφοράς, στην αιχμή του δόρατος της ιδεολογικής επίθεσης του συστήματος βρίσκονται κάποιες άλλες «αξίες». Η «ελευθερία» και η «δημοκρατία» απέναντι στον «καταναγκασμό και ολοκληρωτισμό του σοσιαλισμού». Η «ευημερία» απέναντι στην «ισότητα της φτώχειας». Η «αξιοκρατία» απέναντι στην «καθήλωση των αξιών χάριν των μετρίων»! Φυσικά όλα αυτά δεν ανταποκρίνονται σε καμιά πραγματικότητα.
  • Όχι μόνο δεν υπάρχει ελευθερία αλλά πλήρης καταναγκασμός ο οποίος επιβάλλεται με χίλιους τρόπους και μηχανισμούς. Ένας καταναγκασμός που οδηγεί στην αλλοτρίωση και τείνει στα όρια ενός συνολικού εξανδραποδισμού. Ένας καταναγκασμός που αν όταν όπου και για όσο «χρειαστεί» μπορεί να εκφραστεί και με αστυνομικό τρόπο έως και ανοιχτά δικτατορικό. Αυτό και μέσα στη φύση του συστήματος είναι και αποδειγμένο στην πράξη μέσα στην ιστορία.

¨ Η επίκληση της «ευημερίας» είναι κι αυτή μια έκφραση της θρασύτητας του συστήματος. Αν στα προηγούμενα χρόνια οι συνθήκες επέτρεπαν την δημιουργία κάποιων αυταπατών (και μιλάμε πάντα για τις αναπτυγμένες χώρες) η επίθεση των τελευταίων χρόνων διέλυσε κάθε ψευδαίσθηση. Όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού οδηγούνται στην φτώχεια και την εξαθλίωση ακριβώς στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.

¨ Όσο για την «αξιοκρατία». Φυσικά και πρόκειται για ανέκδοτο. Είναι γνωστό σε όλους πόσοι (μειοψηφία) και κυρίως ποιοι επιπλέουν. Οι «αξίες» (όχι μόνο στη χώρα μας αλλά παντού) στο καπιταλιστικό σύστημα, κατασκευάζονται διαμορφώνονται προωθούνται στη βάση πολύ συγκεκριμένων κριτηρίων (ταξική καταγωγή, λεφτά, μέσα). Έτσι ή αλλιώς το παραμύθι αυτό δεν το τρωει κανείς. Υπάρχει ωστόσο μια πλευρά εδώ που βρίσκει κάποιο έδαφος. Αναφερόμαστε στην διαμόρφωση μιας αντίληψης (στον όποιο βαθμό περνάει αυτή) ανταγωνισμού, τον ρόλο της στην ενίσχυση της τάσης για επιδίωξη ατομικής κι όχι συλλογικής λύσης των προβλημάτων.

  • Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές (και κάποιες άλλες) είναι οι «αξίες» στη βάση των οποίων υλοποιείται η πλήρης (ενεργητική) ένταξη στο σύστημα για όσους τις ενστερνιστούν. Πρόκειται βέβαια για μια μειοψηφία της νεολαίας και σ’ αυτήν άλλωστε κατά κύριο λόγο απευθύνονται. Υπάρχουν ωστόσο και οι «άλλοι» το μεγαλύτερο τμήμα της νεολαίας το οποίο δεν γίνεται να «αφεθεί στην τύχη του». Εδώ χρειάζονται και κάποια άλλα πράγματα. Είναι απαραίτητο εδώ να υπογραμμίσουμε ότι το ίδιο το σύστημα δεν έχει καμία ψευδαίσθηση για την «αξία των αξιών του». Έτσι σταθερός παρονομαστής της ιδεολογικής του επίθεσης είναι ένας συνδυασμός απόψεων αλλά και έμμεσων ή άμεσων πιέσεων εκβιασμών και μεθοδεύσεων, κύρια σε αναφορά με την επαγγελματική προοπτική των νέων και στην κατεύθυνση της χειραγώγησης της νεολαίας. Ένας συνδυασμός που αποθαρρύνει, αποπροσανατολίζει, τροφοδοτεί ψευδαισθήσεις. Έτσι μια μερίδα (η «δεύτερη» επιλογή) την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενη μπορεί να γίνεται πιο δεκτική στις «αξίες» του συστήματος (παθητική ένταξη). Όσο για τμήμα εκείνο που δεν θέλει ή δεν μπορεί ούτε έτσι να προσαρμοστεί υπάρχει η πολιτική της πλήρους εξουθένωσης της αχρήστευσης αυτής που θα το οδηγήσει στην τελική και συνολική παραίτηση.
  • Η ίδια η εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος πάει χέρι χέρι και διευκολύνει τις ιδεολογικές του «προτάσεις». Η βιομηχανοποίηση λ.χ. της τέχνης, της μουσικής, του θεάματος κ.λπ. είναι μια βασική παράμετρος. Να ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι δεν μιλάμε απλά για εμπορευματοποίηση στο επίπεδο της προβολής – κατανάλωσης. Αυτό είναι πλέον «παλιό». Αναφερόμαστε σε πλήρες πέρασμα στο «βιομηχανικό» στάδιο, από το πεδίο της «παραγωγής» μέχρι αυτό της διακίνησης, πλασαρίσματος, κατανάλωσης. Μια σχέση στα πλαίσια της οποίας οι καλλιτέχνες μετατρέπονται σε απλά εξαρτήματα («τεχνίτες» και μόνο πλέον) της βιομηχανίας με εξειδικευμένο ρόλο στην παραγωγή τυποποιημένων προϊόντων με τυποποιημένα επίσης τα «μηνύματα» και κύρια τους «ερεθισμούς» που θέλει κάθε φορά να εκπέμψει το σύστημα. Μια φάση όπου η τέχνη δεν έχει πια σαν ρόλο της το να γεμίζει τις ψυχές των ανθρώπων αλλά «απλά» και μόνο να τις αδειάζει.
  • Ο καταναλωτισμός που μετατρέπει τον πολίτη (γενικά) και τον νέο ειδικότερα σε μεταλλαγμένο καταναλωτή προϊόντων. Μπλουζάκια μάρκας, τσιγάρα μάρκα, μουσική μάρκα, μια σχέση που αλλοτριώνει που τον μετατρέπει σε απομίμηση ενεργού έμβιου όντος. Κι όλα αυτά να συνοδεύονται από ένα είδος ιδεολογικής τρομοκρατίας για τους in και τους out, γι αυτούς «που συμβαδίζουν με την εποχή τους» κι αυτούς που «μένουν πίσω». «Ζήσε το σήμερα» είναι ένα από τα κεντρικά συνθήματα που πλασαρίστηκε από κάποια μοντέρνα «νεολαιίστικα» (και αφειδώς χρηματοδοτούμενα) περιοδικά. Και γιατί όχι αλήθεια; Υπάρχει πιο ελκυστικό σύνθημα για τους νέους αλλά αν θέλετε και πιο «σωστό» από μια άλλη άποψη; Μόνο που δεν υπάρχει «σήμερα» χωρίς μέλλον όπως και δεν υπάρχει μέλλον χωρίς το σήμερα χωρίς δηλαδή μια πλήρη και δημιουργική σχέση με τη ζωή, μόνο που στην πλειοψηφία των νέων το σύστημα δεν έχει να προσφέρει ούτε σήμερα ούτε αύριο. Μόνο που το «σήμερα» που προτείνουν οι διάφοροι επιτήδειοι αφορά στην πραγματικότητα (όπως τους αφορά) την μειοψηφία του κηφηναριού. Για τους άλλους;
  • Για τους άλλους υπάρχει η επίφαση ζωής, οι μορφές απομίμησής της. Έτσι αν στο μπαρ της γειτονιάς σου πίνεις (με το σαββατιάτικο χαρτζιλίκι) τάδε μάρκας ουίσκι και καπνίζει Marlboro, δεν είσαι πια ένας Βαλκάνιος «επαρχιώτης», δεν βρίσκεσαι στο μαγαζί του Μπάμπη, αλλά κάπου στο Αΐνταχο ας πούμε, στο «κέντρο του κόσμου». Αν ακούς τάδε μάρκας μουσική κι όχι αυτόν τον πως τον λένε μωρέ, α ναι τον Τσιτσάνη, τότε δεν είσαι ο Τάκης από τη Βαγγελίστρα αλλά περίπου κολλητός του Ρ. Γκιρ. Άμα φοράς (με το υστέρημα του «γέρου») τάδε μάρκας παπούτσια και μπλουζάκι σινιέ, τότε δεν είσαι ο Χρήστος της κυρά Μαρίας αλλά παρ’ ολίγον γιάπης.
  • Από κοντά το χτύπημα πραγματικών αξιών ο χλευασμός η απαξίωση τους και ιδιαίτερα αυτών που καταδείχνουν την ουσία των προβλημάτων και τους δρόμους για την λύση τους. Στόχος η σύγχυση ο αποπροσανατολισμός το άδειασμα της ψυχής του νέου, η παράλυση της ζωντανής ενεργητικής του διάθεσης. Επιστρατεύονται η απολιτική ο μηδενισμός κ.ά. μέσα από τις πιο επιστημονικές τους εκδοχές (με βομβαρδισμό «αναλύσεων» από «επιφανείς») μέχρι τις πιο «λαϊκές» ευκολοχώνευτες και χυδαίες εκδοχές τους (καθοριστικός εδώ ο ρόλος διαφόρων «μοντέρνων» στηλών). Έλα μωρέ όλοι ίδιοι είναι! Γάμησέ την, την πολιτική! Ποιος λαός ρε μαλάκα οι «γέροι»; Να «την βρούμε» τώρα κι άσε τις μπαρούφες! Τι συλλογικότητες και παπαριές μου λες τώρα, κοίτα τον εαυτό σου ρε κορόιδο!
  • Το έδαφος έχει στρωθεί. Όλα αυτά δεν οδηγούν παρά στο κενό την απογοήτευση την απελπισία το αδιέξοδο. Είναι το κρίσιμο σημείο. Εκείνο όπου ο νέος (θέλοντας και μη) «ευαισθητοποιείται απέναντι σε «αξίες» το συστήματος. Η πίεση του μέλλοντος (που κάποιοι «μάγκες» το «σνομπάρανε») γίνεται αφόρητη. Κάπου εκεί αρχίζει να καλοβλέπει ο νέος τους δρόμους του βολέματος. Εκεί ακριβώς τον «περιμένει» το σύστημα. Ο «παράγων» της περιοχής με τις διασυνδέσεις του. Ο βουλευτής του νομού με τα μέσα του. Το παπαδαριό που σαν τα κοράκια στους διαδρόμους των νοσοκομείων διαγκωνίζονται ποιος θα «προσφέρει παρηγορίαν» στους ηττημένους. Και βέβαια η «πατρίς». Είτε στην εθνικιστική είτε στην κοσμοπολίτική της εκδοχή. Προϋποθέτουν αμφότερες το ίδιο κενό περιεχομένου. Ο κύκλος έχει πλέον κλείσει.
  • Όχι ακριβώς. Υπάρχουν και κάποιοι που μένουν εκτός. Λόγω συνθηκών ή ιδιαίτερης ευαισθησίας (ή και τα δύο μαζί). Λόγω αδυναμίας τους να ενταχθούν στο κίνημα, ή καλύτερα λόγω αδυναμίας του κινήματος να τους προσεγγίσει και να δώσει απάντηση στις αγωνίες τους, κάποιοι μένουν απέξω. Γι αυτούς υπάρχει η πολιτική της εξουθένωσης, η εκμηδένιση σε διάφορες παραλλαγές με πιο χαρακτηριστική τους έκφραση στις μέρες μας τα ναρκωτικά. Εμείς δεν θα μπούμε καθόλου στην συζήτηση για τα «σκληρά» και τα «μαλακά». Ούτε σ’ αυτή για τις μεθόδους θεραπείας κ.λπ. Πέρα από προθέσεις, (αναμφισβήτητα κάποιοι έχουν αγαθές) νομίζουμε πως βρίσκονται πολύ μακριά από την ουσία και την δυνατότητα απάντησης στο πρόβλημα, ενώ και αυτές (οι προσπάθειες κάποιων) χρησιμοποιούνται από το σύστημα αποπροσανατολιστικά και ως άλλοθι. Η ουσία του προβλήματος είναι:

α) Τα ναρκωτικά, «μαλακά» ή «σκληρά», υπάρχουν, κυκλοφορούν και νεκρώνουν (μεταφορικά και κυριολεκτικά) ένα σημαντικό τμήμα της νεολαίας,

β) Τα ναρκωτικά υπάρχουν και κυκλοφορούν με πλήρη γνώση ανοχή έως και με πριμοδότηση του συστήματος, αποτελούν στοιχείο της πολιτικής του απέναντι στη νεολαία (ποια συζήτηση και για ποια νομιμοποίηση. Είναι πλήρως «νομιμοποιημένα» και προωθούμενα),

γ) Το σύστημα αν ήθελε θα μπορούσε να ξεριζώσει το φαινόμενο και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν το θέλει, ή αν θέλετε «δεν το μπορεί» με βάση την φύση και τον χαρακτήρα του. Αμφιβάλλει κανείς ότι οι παράγοντες του συστήματος από Ε.Π.Α. μέχρι Κολομβία και… Ελλάδα γνωρίζουν που παράγονται τα ναρκωτικά και από ποιους. Που γίνεται η κατεργασία τους και από ποιους. Από ποιους δρόμους μεταφέρονται και από ποιους. Που και από ποιους διακινούνται στις «αγορές». Ας μη μας πουν ότι τους εμποδίζει η νομοθεσία κ.λπ. κ.λπ. Δηλαδή ποια νομοθεσία; Αυτή που (δεν) τους εμπόδισε να ισοπεδώσουν το Ιράκ, να βομβαρδίσουν την Λιβύη, να εισβάλλουν στον Παναμά, να ποτίσουν σε βάθος πολλών μέτρων την γη του Βιετνάμ με χημικά, ή μήπως αυτή που τους «εμπόδισε» να ρίξουν την ατομική βόμβα στην Χιροσίμα;
για την δουλεια μας

  • Κινούμαστε βασικά (σχεδόν αποκλειστικά) στον χώρο της Σπουδάζουσας και κύρια της φοιτητικής. Αυτό δεν γίνεται στη βάση κάποιας ιδεολογικής – πολιτικής επιλογής αλλά εκ των πραγμάτων. Η διαιώνιση ωστόσο αυτής της κατάστασης τείνει να παγιοποιήσει κάποια χαρακτηριστικά της δουλειάς κι αυτό δεν είναι βέβαια θετικό. Είναι ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί σε μια πορεία μόνο που οι σημερινές μας δυνατότητες δεν το επιτρέπουν. Το άνοιγμα ενός τέτοιου δρόμου σήμερα περνάει υποχρεωτικά μέσα από το δυνάμωμα της οργάνωσης γενικότερα και του νεολαιίστικου (σπουδαστικού) τμήματός της ειδικότερα.
  • Εκ των πραγμάτων λοιπόν το αντικείμενό μας εδώ είναι η Σπουδάζουσα. Για την σημασία του τομέα θ’ αρκούσε να θυμίσουμε ένα μόνο πράγμα. Η Σπουδάζουσα έχει τροφοδοτήσει το μεγαλύτερο μέρος της στελέχωσης της οργάνωσης. Ακόμη, αποτελούσε και αποτελεί το τμήμα που σήκωσε το κύριο βάρος των παρεμβάσεων και της εν γένει δράσης της οργάνωσης. Γενικότερα στον τομέα αυτό υπάρχει μια αρκετά καλή παράδοση δουλειάς. Σήμερα ωστόσο η δουλειά μας εμφανίζεται αποδυναμωμένη. Ως προς τις αιτίες και πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες της περιόδου. Επηρεάστηκε από τις γενικότερες αδυναμίες της οργάνωσης. Τον περιορισμό της ακτινοβολίας της. Στην ελλιπή καθοδηγητική βοήθεια που της δόθηκε. Στην αφαίμαξη στελεχών που γινόταν χωρίς να έχουν διαμορφωθεί οι όροι αντικατάστασής τους. Σε αδυναμίες που εμφανίστηκαν στην ίδια την δουλειά της Σπουδάζουσας.
  • Πιο συγκεκριμένα για τον χαρακτήρα της δουλειάς μας. Σε επίπεδο γραμμής. Υπάρχει ένα σημαντικό «απόθεμα» θέσεων και εκτιμήσεων, μια σωστή πολιτική κατεύθυνση κι αντίληψη των προβλημάτων του χώρου. Εμφανίζονται ωστόσο αδυναμίες στην «συνόψιση» – κωδικοποίηση σε θέσεις και κύρια συνθήματα που προσδιορίζουν κάνουν εύκολα κατανοητή αναδείχνουν και «διαχωρίζουν» την άποψή μας. Κάτι τέτοιο είναι όχι μόνο αναγκαίο, αλλά και μέσα στις σημερινές μας δυνατότητες.

Μια πολύ καλή παράδοση υπήρχε σε επίπεδο πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων. Οδηγήθηκε ωστόσο σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα σαν έκφραση κι αποτέλεσμα των γενικότερων αδυναμιών. Είναι προφανές ότι το πνεύμα πρωτοβουλίας και παρέμβασης θα πρέπει να γίνει και πάλι βασικό χαρακτηριστικό της οργάνωσης και αυτό συνδέεται με την βελτίωση της δουλειάς μας σε όλους τους τομείς.

Ανεπαρκές το μέτωπο αντιπαράθεσης σε άλλες απόψεις. Υπήρξε ένα «κούμπωμα» τόσο ως προς τις συνεργασίες όσο και την δυνατότητα αντιπαράθεσης και γενικότερα της «επαφής» με άλλες δυνάμεις. Στο τελευταίο με την προώθηση της λογικής των συνεργασιών έγιναν αρκετά βήματα. Βήματα που θα πρέπει να συνεχιστούν στο βαθμό μάλιστα που οι απόψεις της οργάνωσης πλεονεκτούν σαφώς απέναντι σε άλλες που κυκλοφορούν στον χώρο.

  • Σαν κύριο πρόβλημα στον χώρο της Σπουδάζουσας τείνει ν’ αναδειχτεί αυτό της στελέχωσης – καθοδήγησης της δουλειάς. Η αφαίμαξη που έχει υποστεί (για διάφορους λόγους) η Σπουδάζουσα έχει οξύνει το πρόβλημα σε μεγάλο βαθμό. Εδώ βρίσκεται επίσης και μια βασική αιτία και για άλλες αδυναμίες της Σπουδάζουσας. Εδώ βρίσκεται ωστόσο και η απάντηση στο πρόβλημα. Εννοείται κατ’ αρχήν ότι πρέπει να υπάρξει η απαραίτητη καθοδηγητική βοήθεια. Ωστόσο η λύση μπορεί να δοθεί μέσα από το ίδιο το δυναμικό της Σπουδάζουσας. Φαίνεται λίγο (ποσοτικά) και με αρκετές αδυναμίες. Δεν έχουμε όμως άλλη επιλογή από το να προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε την «ποσότητα» που διαθέτουμε σε ποιότητα. Την ανάδειξη των μελών της Σπουδάζουσας σε στελέχη της δουλειάς. Δεν είναι εύκολο, ούτε μπορεί να γίνει «αύριο», αλλά μπορεί να γίνει. Αυτό που χρειάζεται είναι η ένταση της ιδεολογικής – πολιτικής δουλειάς, στην κατεύθυνση της όσο γίνεται πληρέστερης αφομοίωσης της γραμμής των απόψεων των αντιλήψεων μας τόσο σε αναφορά με τον ειδικότερο χώρο όσο και γενικότερα. Τα ίδια τα μέλη πρέπει να καταβάλλουν και από μόνα τους προσπάθειες σε επίπεδο αυτομόρφωσης, ώστε να αναδειχτούν σε αποτελεσματικούς προπαγανδιστές και μαχητές των κομμουνιστικών μ – λ απόψεων. Σοβαρό βοήθημα μπορεί ν’ αποτελέσει το «Έναυσμα» τόσο από την άποψη της προς τα «έξω» δουλειάς όσο και από την άποψη της βοήθειας που μπορεί να προσφέρει στα ίδια τα μέλη.
  • Ως προς την γραμμή και τους άμεσους στόχους μας. Στο επίκεντρο ο νόμος Αρσένη. Ως προς αυτό, πρόσφατες είναι, πλήρεις και αναλυτικές τοποθετήσεις μας ώστε να μην χρειάζεται να τις επαναλάβουμε εδώ. Βασικοί στόχοι το δικαίωμα στη μόρφωση, την δουλειά, στην ελευθερία σκέψης και δράσης. Η πάλη μας κινείται στη βάση αυτών των κατευθύνσεων. Ως προς την συμπαράταξη με τους εκπαιδευτικούς όπως έχουμε ήδη αναφέρει υπάρχει δυνατότητα κοινού μετώπου κι πρέπει να επιδιωχθεί. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να αγνοήσουμε – υποτιμήσουμε το γεγονός πως πρόκειται για δυο διαφορετικές κοινωνικές ομάδες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η κάθε μια.
  • Ως προς ορισμένα ζητήματα τακτικής. Ισχύει κι εδώ η γραμμή ενότητας και πάλης στη βάση πάντα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του χώρου. Το πρόβλημα για μια πιο «επιθετική» τακτική στο πεδίο των συνεργασιών, συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με δικές μας αδυναμίες στις οποίες και αναφερθήκαμε προηγούμενα. Εκεί (στο ξεπέρασμά τους) βρίσκεται και η απάντηση που θα «απελευθερώσει» την τακτική μας από τις όποιες αγκυλώσεις της. Αυτό που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε άμεσα είναι η προώθηση της γραμμής και της πάλης μας όπως αναφέρθηκε. Ταυτόχρονα μπορούμε να προωθήσουμε πιο τολμηρά την τακτική ενότητας και πάλης τόσο σε αναφορά με το σκέλος της συνεργασίας σε διάφορα ζητήματα που αναδείχνονται όσο και στο σκέλος της αντιπαράθεσης με άλλες απόψεις. Πέρα από τις όποιες αδυναμίες μας έχουμε και στοιχεία υπεροχής κύρια σε επίπεδο απόψεων. Ας τα αξιοποιήσουμε. Για να ισχυροποιηθούν μέσα από μια τέτοια αντιπαράθεση κατ’ αρχήν τα ίδια τα μέλη της οργάνωσης. Για να προβληθεί, δυναμώσει, «διαχωριστεί», και αναδειχτεί η άποψη και η γραμμή μας στα ιδιαίτερά της χαρακτηριστικά.
  • Από άποψη προοπτικής χρειάζεται παραπέρα μελέτη των σχέσεων που διαμορφώνονται και των αναδιατάξεων στον νεολαιίστικο χώρο με βάση τις τάσεις που αναδείχνονται και τους νόμους που προωθούνται. Μπορεί να παρατηρήσει κάποιος ότι οι νόμοι αλλάζουν κάποιες φορές, οι βασικές τάσεις όμως όχι. Είναι γεγονός πως η διάταξη που διαμορφώνεται οι τάσεις ροής, (μαθητές γενικής και τεχνικής κατεύθυνσης, κανονικό και «ανοιχτό» Πανεπιστήμιο κ.λπ.) επηρεάζονται ως ένα βαθμό από τον κάθε καινούργιο νόμο, ωστόσο οι βασικές τάσεις του συστήματος (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές) είναι που καθορίζουν με πιο «μόνιμο» τρόπο τον χαρακτήρα των παρεμβάσεων στο χώρο της νεολαίας. Το ζήτημα έχει τεθεί εδώ και καιρό και θα τεθεί πιο έντονα στο μέλλον. Η προσπάθεια μας σε μια τέτοια κατεύθυνση περιλαμβάνει την παραπέρα μελέτη των δεδομένων που δημιουργούνται, την επεξεργασία μορφών προσέγγισης των νέων όπου έχουμε κάποιες δυσκολίες και βέβαια την προσπάθεια που πρέπει να γίνει στον μαθητικό και στον σπουδαστικό χώρο.

η) για ορισμενα ακομη ζητηματα

  • Σε σχέση με άλλους χώρους δουλειάς, ισχύουν τα όσα γενικά αναφέραμε και ειδικότερα αυτά για την εργατική δουλειά. Η επίθεση του συστήματος δημιουργεί οξύτατα προβλήματα παντού και συνεπώς, έδαφος για ανάπτυξη αντίστασης. Ταυτόχρονα οι δυνατότητες παρέμβασης παρουσιάζονται μεγαλύτερες απ’ ότι το προηγούμενο διάστημα. Όπου έχουμε την ελάχιστη έστω πρόσβαση θα πρέπει να καταβάλλουμε συγκεκριμένες προσπάθειες ώστε ν’ αναβαθμιστεί και διευρυνθεί η παρέμβασή μας.

για τους εκπαιδευτικους

Από την άλλη μεριά οι δυνατότητες μας σε ορισμένους χώρους όπως λ.χ. των εκπαιδευτικών εμφανίζονται αυξημένες. Οι πρόσφατες εξελίξεις με τον νόμο Αρσένη ανέδειξαν με τον πιο καθαρό τρόπο τα ζητήματα. Τις προθέσεις συστήματος – κυβέρνησης. Τα πραγματικά προβλήματα των εκπαιδευτικών. Την δυναμική που περικλείει ο κλάδος. Την δυνατότητα συμπαράταξης με λαό – νεολαία. Ακόμη, όπως αναφέραμε τις αυξημένες δυνατότητες της δικιάς μας παρέμβασης σε σχέση με άλλους τομείς.

Η επίθεση έβαλε στο στόχαστρο το δικαίωμα στη δουλειά των εκπαιδευτικών, αδιόριστων και διορισμένων με την κατάργηση της επετηρίδας την προοπτικής άμεσης ή έμμεσης αναίρεσης της μονιμότητας. Οι διάφοροι ελεγκτικοί – πειθαρχικοί μηχανισμοί που βρίσκονται στα σκαριά, μαζί με τα προηγούμενα, έχουν στο στόχαστρό τους τα όποια περιθώρια ελευθερίας – ανεξαρτησίας στη δουλειά τους έχουν κατακτήσει οι εκπαιδευτικοί. Μια επίθεση που αποτελεί συνέχεια και κλιμάκωση της προηγούμενης που είχε σαν στόχο το βιοτικό τους επίπεδο.

  • Τα προβλήματα συνεπώς των εκπαιδευτικών, όλων των εκπαιδευτικών, αδιόριστων και διορισμένων νηπιαγωγών δασκάλων και καθηγητών συνδέονται με τον πιο άμεσο τρόπο.
  • Τα ίδια αυτά προβλήματα αποτελούν την βάση ενότητας με την νεολαία και τον λαό που αντιμετωπίζουν τα ίδια και παρόμοια προβλήματα και προσδιορίζουν την κατεύθυνση της ενιαίας πάλης τους ενάντια στην επίθεση που δέχονται.
  • Ταυτόχρονα τόσο ο προηγούμενος μεγάλος απεργιακός αγώνας των εκπαιδευτικών όσο και οι πρόσφατες κινητοποιήσεις απέδειξαν την δυναμική που περικλείει ο κλάδος, τις δυνατότητες που έχει για ανάπτυξη αγώνων αποφασιστικής σημασίας, δυνατότητες που μπορούν να πολλαπλασιαστούν στα πλαίσια μιας συμπαράταξης με λαό – νεολαία.

Χρειάζεται σοβαρή και επίμονη δουλειά.

Για την κατάδειξη των πραγματικών προθέσεων της κυβέρνησης και το χτύπημα κάθε ψευδαίσθησης ως προς αυτές.

Για την κατάδειξη, ξεπέρασμα και απόρριψη της οποιασδήποτε ποικιλίας και απόχρωσης ρεφορμιστικών, αποπροσανατολιστικών αυταπατών.

Για την κατάδειξη της κοινότητας των προβλημάτων και την απόκρουση απόψεων αντιλήψεων και ενεργειών που διασπούν το ενιαίο μέτωπο πάλης.

Της κοινότητας των προβλημάτων με λαό – νεολαία της αναγκαιότητας κοινού μετώπου πάλης, ενάντια στην γενικευμένη επίθεση του συστήματος.

Την αναγκαιότητα της πάλης σαν τον μόνο δρόμο για την λύση των προβλημάτων, τον πολιτικό χαρακτήρα αυτής της πάλης κόντρα σε δήθεν «απολιτικές» αποπροσανατολιστικές αντιλήψεις.

Την δυνατότητα αποτελεσματικής και νικηφόρας διεξαγωγής μιας τέτοιας πάλης, την δυνατότητα ανατροπής του νόμου, την δυνατότητα οικοδόμησης ενός ισχυρού μετώπου αντίστασης απέναντι στην επίθεση του συστήματος.

Ως προς την παρέμβαση μας. Οι αυξημένες δυνατότητες που έχουμε εδώ, βάζουν και τα ανάλογα καθήκοντα. Οι δυνατότητες αυτές παρουσιάζονται αυξημένες τόσο με βάση το έδαφος που δημιουργούν –αντικειμενικά– οι εξελίξεις όσο και με βάση τις μεγαλύτερες υποκειμενικές μας δυνατότητες στον χώρο. Οι πρόσφατες παρεμβάσεις μας, αν μη τι άλλο, αυτό το έδειξαν καθαρά. Θα πρέπει λοιπόν με την μεγαλύτερη επιμονή αποφασιστικότητα και συνέπεια να οργανωθεί η παρέμβασή μας στη βάση των κατευθύνσεων που έχουμε προσδιορίσει και με στόχο την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων σε κάθε επίπεδο. Βασικές προϋποθέσεις, η κατανόηση, αφομοίωση των απόψεων και κατευθύνσεων μας, αλλά και των δυνατοτήτων που έχουμε να τις προωθήσουμε. Η κατανόηση πως η επιμονή και η μαχητική προώθηση και ανάδειξη αυτής της γραμμής και των κατευθύνσεων της, αποτελεί παράγοντα ενίσχυσης της γενικότερης γραμμής πάλης των εκπαιδευτικών. Η συγκρότηση της δουλειάς μας σε καλύτερη και πανελλαδική βάση και βέβαια η ανάλογη καθοδηγητική βοήθεια.

Είναι δυνατό έτσι και η συμβολή μας στο κίνημα να είναι ουσιαστική και αποτελεσματική, αλλά και η οργάνωση να δυναμώσει μέσα σ’ αυτή την πάλη.

Για τις σχεσεις μας με οργανωσεις αλλων χωρων

Η «ιδιορρυθμία» μας στο ζήτημα αυτό, είναι πως από τη μια μας χαρακτηρίζει μια σωστή πολιτική αντίληψη των πραγμάτων κι από την άλλη μια ανεπαρκής αντιστοιχία πρακτική αντιμετώπισή του.

Στο πεδίο αυτό, υπήρξαν κατ’ αρχήν κάποια φαινόμενα που εμείς τουλάχιστον τα’ αντιμετωπίσαμε κριτικά. Υπήρξε το φαινόμενο οργανώσεων που «βιάζονται» να στήσουν «επί χάρτου», μια νέα –ούτε πολύ ούτε λίγο– Κομμουνιστική Διεθνή. Οργανώσεων που (απορίας άξιον πόθεν ορμώμενες) διεκδίκησαν έναν «ηγετικό» ρόλο στο «διεθνές κίνημα», πριν και χωρίς αυτό να έχει… υπάρξει. Περίπτωση οργανώσεων που αναζητούσαν «περγαμηνές» στις «διεθνείς τους σχέσεις» (ποιες δηλαδή;) σαν αντιστάθμισμα της περιορισμένης υπόστασής τους στον δικό τους χώρο. Μια κατάσταση που δημιουργούσε σύγχυση σε δυνάμεις που προσέρχονταν στις διεθνείς συναντήσεις με κάθε καλή διάθεση, και εν τέλει απογοήτευε και αποπροσανατόλιζε.

Όσο μας αφορά. Ξεκαθαρίζουμε ευθύς εξ αρχής ότι οι όροι μέσα στους οποίους κινούμαστε, πολύ απέχουν από το να μπορούν να θέσουν έστω σαν στόχο την δημιουργία της Διεθνούς. Δεν αποδεχτήκαμε (όπου βρεθήκαμε) κανενός είδους «αρμοδιότητα» και για κανέναν έστω και αν γινόμασταν δυσάρεστοι (είναι περιττό ίσως να πούμε πως ούτε διεκδικήσαμε κάποιον «ιδιαίτερο» ρόλο). Αυτό που θεωρούσαμε πως μπορεί και πρέπει να γίνει είναι: Η συνέχιση των διμερών και πολυμερών συναντήσεων και επαφών σε μια κατεύθυνση ανταλλαγής πείρας πληροφοριών και απόψεων. Η προβολή των αγώνων των λαών και της δράσης των επαναστατικών οργανώσεων (απέναντι στη «συσκότιση» που επιβάλλει το σύστημα) σαν παράγοντα που ενισχύει την πάλη τους. Η διοργάνωση διεθνών κινητοποιήσεων αλληλεγγύης σε περιπτώσεις που με βάση τους ιδιαίτερους όρους του ζητήματος, δημιουργούνται οι ανάλογες προϋποθέσεις. Πάνω απ’ όλα η επιμονή στην ανάπτυξη της πάλης της κάθε οργάνωσης στην χώρα της, έτσι ώστε σε μια πορεία να διαμορφωθούν οι όροι για το πέρασμα σ’ ένα ανώτερο επίπεδο «τοπικά» και διεθνώς.

Όπως και στην αρχή αναφέραμε η αντίληψη στη βάση της οποίας κινηθήκαμε ήταν και παραμένει σωστή. Εμφανίσαμε ωστόσο σοβαρές αδυναμίες (ολιγωρήσαμε) στο πεδίο της πρακτικής της υλοποίησης. Δεν συμμετείχαμε σ’ όλες τις συναντήσεις αν και καλούμαστε σχεδόν πάντα. Η πρακτική μας στάση περισσότερο καθορίστηκε από τις διαφωνίες μας με την λογική με την οποία γίνονταν κάποια πράγματα αλλά και από οργανωτικές – οικονομικές μας αδυναμίες, παρά από το κίνητρο – καθήκον να προβάλλουμε να παλέψουμε την άποψή μας. Στα έντυπα, στην εφημερίδα, στην δουλειά μας, γενικότερα η προβολή της δράσης και των απόψεων των άλλων οργανώσεων υπήρξε περιορισμένη και αποσπασματική. Αντίστοιχα αποσπασματική υπήρξε η προώθηση, η «γνωστοποίηση» των δικών μας απόψεων σε άλλες οργανώσεις, περιορισμένες γενικά (σε σχέση με ότι μπορούσαμε) οι σχέσεις μας με άλλες οργανώσεις. Γενικότερα και με ευθύνη του Π.Γ. το ζήτημα δεν βρισκόταν –πρακτικά– στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης.

Για καλύτερη κατανόηση, ενημερωτικά κάποια πράγματα.

Διατηρούμε ένα αρκετά καλό επίπεδο σχέσεων με το μ – λ Τουρκίας εδώ και πολύ καιρό. Έχουμε προβεί και σε κοινές ενέργειες (εκδηλώσεις – προκηρύξεις) και έχουμε εκδηλώσει έμπρακτα την αλληλεγγύη μας σε αρκετές περιπτώσεις.

Με το κόμμα Μπολσεβίκων της Αντρέεβα οι σχέσεις μας έχουν σχετικά «παγώσει». Αυτό που αντιλαμβανόμαστε είναι πως υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις σε αρκετά και σοβαρά ζητήματα.

Συμμετείχαμε σε διάφορες διεθνείς συναντήσεις, διατηρούμε επαφές με διάφορα κόμματα και οργανώσεις, ανταλλάσσουμε κείμενα και απόψεις αλλά όπως και προηγούμενα αναφέραμε σε χαμηλότερο βαθμό από αυτό που πρέπει και μπορούμε.

Για την σημασία του ζητήματος αναφερθήκαμε σε προηγούμενη εισήγηση και σε αναφορά με τον διεθνή χαρακτήρα της επαναστατικής διαδικασίας. Δεν χρειάζεται συνεπώς να τα επαναλάβουμε εδώ. Αυτό που χρειάζεται είναι ν’ αντιμετωπίσουμε το ζήτημα ακριβώς στη βάση της σημασίας που έχει.

Εννοείται ότι συνεχίζουμε να κινούμαστε στη βάση των απόψεων και αντιλήψεων που μόλις προηγούμενα αναφέραμε, αλλά με διαφορετικό (καλύτερο) πρακτικά τρόπο.

Θεωρούμε ότι έχουν την σημασία τους και μπορούν να συμβάλλουν θετικά οι πολυμερείς και διμερείς συναντήσεις και επαφές.

Ιδιαίτερη σημασία δίνουμε στην προβολή της πάλης των λαών και της δράσης των επαναστατικών κομμουνιστικών οργανώσεων σε κάθε χώρα και από κάθε χώρα.

Ιδιαίτερη επίσης σημασία έχει η διαμόρφωση όρων και προϋποθέσεων για την ανάπτυξη σε μια πορεία της διεθνούς αλληλεγγύης σε επίπεδα που να την κάνουν αισθητή και αποτελεσματική.

Ειδικότερα για μας και σε αναφορά με την περιοχή μας. Υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης επαφών ανταλλαγής απόψεων αλλά και –σε μια πορεία– συνεργασίας με οργανώσεις των Βαλκανικών χωρών. Τόσο από άποψη συνθηκών και προβλημάτων που απασχολούν τους λαούς των Βαλκανίων όσο και από την άποψη της ύπαρξης δυνάμεων αλλά και των –πρακτικών– δυνατοτήτων.

Θα πρέπει να τεθεί σαν ζήτημα προτεραιότητας και να κινηθούμε αποφασιστικά σε μια τέτοια κατεύθυνση.

Στη βάση όλων αυτών των ζητημάτων, θα πρέπει να υπάρξουν οι ανάλογες καθοδηγητικές – οργανωτικές προβλέψεις, για την αντιμετώπιση τους ανάλογα με την σημασία που έχουν.

για τα οικονομικα μας

¨ Κρίσιμο τείνει να γίνει το ζήτημα με τα οικονομικά της οργάνωσης. Υπάρχει πρόβλημα τόσο στην σχέση εσόδων – εξόδων, όσο και στην λογιστική πλευρά της διαχείρισης όπου ενδημεί ένας αδιόρθωτος ερασιτεχνισμός.

Ως προς το πρώτο. Πιστεύουμε πως στην ουσία πρόκειται για ανεπαρκή θεώρηση του πολιτικού χαρακτήρα του ζητήματος (τόσο από την καθοδήγηση όσο και από τα μέλη). Πιο συγκεκριμένα. Στο επίπεδο των συνδρομών καθώς και στα διάφορα πλάνα που έχουν μπει, υπάρχει κατά βάση ανταπόκριση (αν και όχι χωρίς προβλήματα κι εδώ).

Είναι όμως σχεδόν ανύπαρκτη η προς τα «έξω» οικονομική δουλειά. Πιστεύουμε πως υπάρχει έλλειψη κατανόησης της πολιτικής σημασίας του ζητήματος τόσο σε αναφορά με την καθαυτή οικονομική του πλευρά και τις ανάγκες της οργάνωσης, όσο –και κύρια– για τον πολιτικό ρόλο που έχει η σύνδεση ενός κόσμου με την οργάνωση έστω σε επίπεδο οικονομικής εισφοράς. Πιστεύουμε ότι την ευθύνη γι αυτό την φέρνει στο ακέραιο η καθοδήγηση της οργάνωσης, όχι γιατί είναι άμοιρο ευθυνών το κάθε ξεχωριστό μέλος, αλλά γιατί δεν αντιμετώπισε μέχρι σήμερα το πρόβλημα στην διάσταση και στην σημασία που έχει.

Σε επίπεδο εσόδων – εξόδων είναι αναγκαίο να γνωρίζει η οργάνωση, ότι τα πραγματικά έξοδα της είναι σταθερά μεγαλύτερα από τα εμφανιζόμενα έσοδα. Το πώς «ισοσκελίζεται» η ψαλίδα, αποτελεί ένα πρόβλημα που η οργάνωση οφείλει να αντιμετωπίσει. Υπάρχει κατ’ αρχήν ένα σταθερό χρέος που «μετακυλύετε» (μικρότερο ή μεγαλύτερο κάθε φορά) από χρήση σε χρήση. Κάθε τόσο, σημαντικά ποσά βγαίνουν από τις τσέπες στελεχών και μελών για να καλύψουν διάφορες ανάγκες. Ένα σημαντικό επίσης ποσό θα σχηματίζουν τα έξοδα εκείνα που δεν εμφανίζονται πουθενά (ταξίδια, τηλέφωνα, φαξ κ.ά.) και τα οποία οι σύντροφοι που τα αναλαμβάνουν απλώς τα… πληρώνουν.

Αντίστοιχα δεν είναι καλή η λογιστική εικόνα του ζητήματος. Υπάρχει ένας ερασιτεχνισμός στο σύνολο σχεδόν των οικονομικών δραστηριοτήτων της οργάνωσης (εισφορές, πλάνα, εφημερίδα, εκδόσεις, έσοδα – έξοδα κατά οργανώσεις και συνολικά). Δεν υπάρχει πρόβλημα διαχείρισης. Η δική μας «ιδιορρυθμία» συνίσταται στο ότι αυτοί που διαχειρίζονται χρήματα της οργάνωσης είναι κατά κανόνα αυτοί που αναλαμβάνουν (επειδή ίσως έχουν και πιο άμεση την πίεση) να καλύψουν από την τσέπη τους τις διάφορες τρύπες. Φυσικά δεν μπορεί να είναι αυτό λύση. Από την άλλη μεριά, το αποτέλεσμα είναι ότι σε καμία στιγμή δεν μπορεί να υπάρχει σαφής εικόνα των οικονομικών της οργάνωσης γενικά και κατά περίπτωση. Αυτό ούτως ή άλλως είναι ένα σοβαρό ζήτημα. Από την άλλη μεριά μια τέτοια κατάσταση δεν βοηθάει στο να αξιολογηθεί το κάθε ζήτημα (και να αντιμετωπιστεί) ανάλογα με το που πως και σε ποια διάσταση εμφανίζεται.

Η ευθύνη για μια τέτοια κατάσταση βαρύνει την καθοδήγηση της οργάνωσης. Σ’ αυτή επίσης ανήκει και η ευθύνη για τη διόρθωση της. Θα πρέπει να παρθούν άμεσα και αποφασιστικά μέτρα και πρέπει να συμβάλλουμε όλοι σ’ αυτό. Όπως είναι γνωστό είμαστε αντίθετοι σε κάθε λογική χρηματοδότησης από το κράτος. Οι λόγοι γνωστοί. Πέρα από αυτό, θα πρέπει ίσως να διευκρινίσουμε ότι είμαστε κατ’ αρχήν αντίθετοι σε οποιαδήποτε λογική χρηματοδότησης της λειτουργίας της οργάνωσης απ’ όπου κι αν προέρχεται. Μια κομμουνιστική οργάνωση θα πρέπει να λειτουργεί οικονομικά σε συνάρτηση και αντιστοιχία με την πολιτική της λειτουργία, δράση, επιρροή.

Συνεπώς: Αποτελεί ευθύνη της καθοδήγησης, αλλά και του κάθε συντρόφου η ανταπόκριση με συνέπεια στις εισφορές και στα πλάνα που θέτει η οργάνωση. Αποτελεί ζήτημα προτεραιότητας η οικοδόμηση μιας αντίληψης και αντίστοιχης πρακτικής στη βάση της οποίας θα γίνεται οικονομική δουλειά προς τα «έξω». Θα πρέπει να τεθεί τέρμα στην εύκολη «λύση» της αφαίμαξης συντρόφων για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών. Θα πρέπει να παρθούν μέτρα νοικοκυρέματος των οικονομικών μας. Βασικός στόχος η εξισορρόπηση εσόδων – εξόδων η οποία δεν θα πρέπει να παρουσιάζει παρά ελάχιστη απόκλιση. Ένας επίσης βασικός στόχος ο ορθολογισμός, ο έλεγχος η αποσαφήνιση της εικόνας ώστε να μπορούν να γίνονται συγκεκριμένες εκτιμήσεις και ανάλογοι προγραμματισμοί.

Σύντροφοι,

Βάζοντας σαν στόχο την επιτυχία της Συνδιάσκεψης, πιστεύουμε ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την ενεργή συμμετοχή του συνόλου των συντρόφων.
Με την μελέτη των εισηγήσεων την συμμετοχή στις συζητήσεις με τον δικό τους προβληματισμό απόψεις και προτάσεις.
Πιστεύουμε ακόμη ότι η συζήτηση πρέπει να επεκταθεί και στον περίγυρο της οργάνωσης είτε με την διοργάνωση ομάδων συζήτησης είτε με άλλες μορφές.
Ταυτόχρονα πιστεύουμε ότι αυτή η διαδικασία πρέπει να συνδυαστεί με την δράση της οργάνωσης η οποία δεν θα πρέπει να πάει πίσω λόγω της προσυνδιασκεψιακής διαδικασίας.

  • Για να πετύχει η Συνδιάσκεψη και οι στόχοι της
  • Για να δυναμώσει από κάθε άποψη η οργάνωση
  • Για να γίνει ικανότερη στην εκπλήρωση των μεγάλων καθηκόντων που θέτει η εποχή μας
  • Για να ενισχυθεί προβληθεί και αναδειχτεί η μ – λ γραμμή και κατεύθυνση στο κίνημα

Το Κ.Ο. του Κ.Κ.Ε (μ – λ)

Αναζήτηση

Κατηγορίες