Βαριά η ήττα για το «μπλοκ» του «ναι»
12 Ιουλίου, 2015Ελλάδα, Επιλεγμένα Άρθραadmin

Σε πλήρη στοίχιση πίσω από το «ναι» στο δημοψήφισμα πορεύτηκε σύσσωμο το αστικό κατεστημένο. Όλο το πολιτικό προσωπικό των παραδοσιακών αστικών κομμάτων –από κάθε θέση και ανεξάρτητα από τις όποιες ανησυχίες και δυσαρέσκειες είχε προκαλέσει η πρόσφατη εκλογική ήττα– πιάστηκε από το «ναι» σε μια προσπάθεια ανασυγκρότησης και επανάκαμψης. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, το μπλοκ του «ναι» αξιοποίησε κάθε υλικό που βρήκε διαθέσιμο, όσο φθαρμένο, πολιτικά και ηλικιακά και να ήταν. Αξιοποίησε, επίσης, κάθε μηχανισμό από τους πολλούς που ελέγχει προκειμένου να επικοινωνήσει, με κάθε τρόπο και μέσο, την πλήρη στοίχιση της ντόπιας αστικής τάξης στην κατεύθυνση που συμπυκνώθηκε στο «ναι».
Η κατεύθυνση αυτή μπήκε πρώτα και κύρια από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τα οποία με πλήθος παρεμβάσεων όρισαν το ίδιο το περιεχόμενο του δημοψηφίσματος, ορίζοντας ταυτόχρονα το «ναι» ως τη μόνη απάντηση που μπορεί να δώσει η άρχουσα τάξη της χώρας. Η άρχουσα τάξη από τη μεριά της, αφού απέρριψε τις αρχικές σκέψεις για απονομιμοποίηση του δημοψηφίσματος, κινήθηκε συντεταγμένα αξιοποιώντας το «ναι» σαν καθοδηγητικό φάρο. Οι σκέψεις για απονομιμοποίηση του δημοψηφίσματος, που εκφράστηκαν με τις πρώτες δηλώσεις περί αντισυνταγματικότητας και τις αντίστοιχες κινήσεις στο Συμβούλιο της Επικράτειας, απορρίφτηκαν κύρια λόγω της ανισορροπίας που έγινε φανερό ότι θα προκαλούσε η μαζική αποχή από ένα δημοψήφισμα που όλα έδειχναν ότι θα πραγματοποιηθεί. Επιπλέον, και καθώς περνούσαν οι μέρες, η άρχουσα τάξη αναγνώριζε ότι το πολιτικό προσωπικό που έχει στη διάθεσή της δεν μπορεί, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να ανασυγκροτηθεί τόσο γρήγορα όσο απαιτούσε ο μικρός χρόνος μέχρι την Κυριακή και επομένως ήταν ανάγκη, από τη μια, να επιταχυνθεί ακόμα περισσότερο η διαδικασία προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ και, από την άλλη, να διασφαλιστεί ότι τα παραδοσιακά αστικά κόμματα θα μπορούν να παίξουν ρόλο στην επόμενη μέρα. Αυτό το στόχο εξυπηρέτησε η διαρκής και συντεταγμένη αναφορά τις τελευταίες μέρες στον ανύπαρκτο «εθνικό διχασμό» που δήθεν απειλούσε τη χώρα, προετοιμάζοντας το έδαφος για την «εθνική συνεννόηση» που υλοποιήθηκε με το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών και τη «συμφωνία των 5″.
Στο μπλοκ του «ναι» συντάχθηκε φανερά ένα ολόκληρο σύνολο στελεχών του αστικού κατεστημένου. Από δημάρχους και κάθε λογής «τοπικούς άρχοντες» μέχρι επιμελητήρια, συλλόγους και ενώσεις που εκπροσωπούν όλο το εύρος της μεσαίας και μεγάλης αστικής τάξης της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας της εκκλησίας, όλοι αξιοποίησαν την ευκαιρία να υποστηρίξουν την «ευρωπαϊκή πορεία», ανανεώνοντας τους όρκους πίστης στην εξάρτηση και την υποταγή στις απαιτήσεις των ιμπεριαλιστών. Το μήνυμα που έστελναν αδιάκοπα αφορούσε τόσο τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, σε μια προσπάθεια κατευνασμού αλλά και επιβεβαίωσης της στήριξής τους, όσο και το λαό, οι όποιες αναζητήσεις του οποίου για μια χώρα ανεξάρτητη στην οποία ο ίδιος θα είναι αφέντης έπρεπε και πρέπει να καταστέλλονται και να προσαρμόζονται στα στενά όρια που ορίζουν κάθε φορά οι σχεδιασμοί των ιμπεριαλιστών και οι μεταξύ τους αντιθέσεις και ανταγωνισμοί. Το μήνυμα αυτό επικοινωνήθηκε κάνοντας χρήση κάθε μέσου. Τηλεοπτικά κανάλια (ειδικά τα πανελλαδικής εμβέλειας) διαμόρφωσαν ειδικά το πρόγραμμά τους ώστε το δηλητήριο όλων αυτών των στελεχών και των ίδιων των εκπροσώπων των ιμπεριαλιστικών κέντρων να επαναλαμβάνεται τακτικά σε όλο το λαό, εφημερίδες αφιέρωσαν τόνους χαρτιού και μελανιού στις περισπούδαστες αναλύσεις και συνεντεύξεις τους, ραδιοφωνικοί σταθμοί μετέδιδαν τις ανησυχίες του «επιχειρηματικού κόσμου» και στο διαδίκτυο δεκάδες ανώνυμα και επώνυμα σποτάκια και σύντομα κειμενάκια εκλαΐκευσαν το μήνυμα, ώστε να φτάσει σε κάθε λαϊκό νοικοκυριό, σε κάθε λαϊκό άνθρωπο κάθε ηλικίας.
Στην πορεία προς το δημοψήφισμα ήταν φανερό ότι οι παραδοσιακές αστικές δυνάμεις δεν είχαν τη δυνατότητα να αντιστρέψουν τη λαϊκή οργή που έχει συσσωρευτεί απέναντί τους. Παράλληλα, η τελευταία πενταετία έχει φανερώσει πλατιά το ρόλο που παίζουν τα ΜΜΕ και οι μεγαλοδημοσιογράφοι στην προώθηση της προπαγάνδας του συστήματος ως απαραίτητο συμπλήρωμα στην επίθεση που δέχτηκε και συνεχίζει να δέχεται ο λαός. Για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, το μπλοκ του «ναι» επιστράτευσε μια σειρά στελέχη από το παρελθόν (πρωθυπουργούς, υπουργούς κ.ά.) ελπίζοντας ότι η χρονική απόσταση και η μη άμεση έκθεσή τους τα χρόνια των μνημονίων θα επέτρεπε να δοθεί ένα «κύρος» και μια ψευδής αντικειμενικότητα στις τοποθετήσεις τους. Αντίστοιχη «αντικειμενικότητα» έγινε προσπάθεια να προσδοθεί σε μια σειρά υποτιθέμενους τεχνοκράτες και αναλυτές, οι οποίοι, ενώ χρόνια επανδρώνουν τους μηχανισμούς του συστήματος, είχαν μέχρι τώρα αποφύγει τη μαζική τους έκθεση και πλέον εμφανίστηκαν ως «άφθαρτοι» και ανεξάρτητοι του κατεστημένου πολιτικού συστήματος. Η αγωνία για την προώθηση της γραμμής του «ναι» ήταν τέτοια που ανάγκασε το σύστημα να χρησιμοποιήσει (εκθέτοντας) ακόμα και εκπροσώπους του -σάπιου- πολιτισμού που συνοδεύει το σύστημα της εκμετάλλευσης, οι οποίοι είχαν μέχρι τώρα προσφέρει πολύτιμη υπηρεσία στην αποπολιτικοποίηση της νεολαίας.
Η πίεση και οι εκβιασμοί που δέχτηκε ο λαός δεν περιορίστηκαν στο επίπεδο της προπαγάνδας. Σε μια σειρά χώρους δουλειάς, αλλού συγκαλυμμένα και αλλού χωρίς καμία συστολή, η εργοδοσία τάχθηκε με το «ναι» συνδέοντας το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος με την καταβολή των μισθών των εργαζόμενων. Σε πολλές περιπτώσεις, η έλλειψη ρευστότητας χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι για να καθυστερήσει η πληρωμή των εργαζόμενων και ο εκβιασμός για την επικράτηση του «ναι» πέρασε και από απειλές για κλείσιμο της επιχείρησης, μαζικές απολύσεις ή/και στάση πληρωμών σε περίπτωση υπερίσχυσης του «όχι». Στις μεθοδεύσεις τους οι εργοδότες βρήκαν πρόθυμο σύμμαχο τη ΓΣΕΕ που τοποθετήθηκε ουσιαστικά υπέρ του «ναι», με τα μέσα να αναμεταδίδουν αυτή την απόφαση με κάθε ευκαιρία.
Η στοίχιση του συνόλου των παραδοσιακών αστικών δυνάμεων πίσω από το «ναι» αποτέλεσε προσπάθεια ανασύνταξης αυτού του μπλοκ, που είχε χάσει τη δυνατότητα να στηρίζεται από μεγάλα τμήματα του λαού, όπως είχε ήδη φανεί στις πρόσφατες εκλογές. Σε ένα βαθμό πέτυχε να ενώσει αυτές τις δυνάμεις σε ένα κοινό στόχο. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος όμως έδειξε ότι ο λαός δεν είναι διατεθειμένος, παρά τους κάθε είδους εκβιασμούς, να στηρίξει τις δυνάμεις που εφάρμοσαν την αντιλαϊκή πολιτική των μνημονίων. Το «όχι», αλλά και η αποχή, μαζί με τα άκυρα/λευκά, είχαν ξεκάθαρα στοιχεία καταδίκης του «παλιού» πολιτικού προσωπικού, μαζί με αυτό που το σύστημα προσπάθησε να εμφανίσει ως νέο. Οι δυνάμεις αυτές κατέγραψαν μια σοβαρή ήττα, που αντανακλάστηκε και στην παραίτηση Σαμαρά από την προεδρία της ΝΔ, όπως είχε γίνει λίγο νωρίτερα και με την απομάκρυνση του Βενιζέλου από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Έγινε ακόμα μια φορά καθαρό ότι η διαδικασία ανασυγκρότησης των δύο βασικών πόλων του συστήματος δεν είναι εύκολη υπόθεση με δεδομένη την επίθεση σε κάθε λαϊκό δικαίωμα αλλά και την ανάγκη ντόπιων και ξένων κέντρων αυτή η επίθεση να συνεχιστεί και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση. Αυτή η αντικειμενική τάση, κύρια των ιμπεριαλιστών, είναι πολύ πιο ισχυρή από την υπαρκτή ανησυχία που προκαλεί η κατάρρευση των δυνάμεων που επί δεκαετίες υπηρετούσαν πίστα τα συμφέροντά τους. Κατάρρευση που εκφράζεται και με την αδυναμία διαμόρφωσης στρατηγικής για τις δυνάμεις αυτές. Η επιτάχυνση της προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ δίνει ανάσες στο πολιτικό σύστημα, δεν μπορεί όμως από μόνη της να διασφαλίσει μια σταθερότητα σε βάθος χρόνου. Η κατεύθυνση της «εθνικής συναίνεσης» που οδηγεί ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει μια πρώτη λύση στο πρόβλημα της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών και ταυτόχρονα επιτρέπει στις παραδοσιακές δυνάμεις να παραμένουν στην κεντρική πολιτική σκηνή. Δεν προσφέρει, όμως, καμία βεβαιότητα ότι θα καταφέρει να διατηρήσει για καιρό τις λαϊκές μάζες στο περιθώριο. Γιατί το σύστημα γνωρίζει καλά πως, αν το λαϊκό και εργατικό κίνημα βγει στο προσκήνιο, μπορεί να γκρεμίσει όλες τις εύθραυστες ισορροπίες που καταφέρνει να συντηρεί.

Αναζήτηση

Κατηγορίες