Πρόκειται για μια συλλογή πέντε διηγημάτων του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, η οποία, παρά τη σχετική περιθωριοποίηση του διηγήματος ως λογοτεχνικού είδους, μπορούμε να πούμε ότι έκανε αμέσως ιδιαίτερη αίσθηση. Το ότι βραβεύτηκε ως μία από τις καλλίτερες συλλογές διηγημάτων της περασμένης χρονιάς δεν υποδηλώνει βέβαια και πολλά πράγματα. Το γεγονός επίσης ότι μπορεί να καταταχθεί στο είδος της φανταστικής λογοτεχνίας, ένα είδος που δεν είναι και ιδιαίτερα αναπτυγμένο στην Ελλάδα, κάνει ακόμα πιο επιφυλακτική την προσέγγισή του. Επιφυλακτική όχι μόνο λόγω της κυριαρχίας του ρεαλισμού τόσο στην κλασική αστική πεζογραφία όσο και στην προοδευτική, αλλά για την ευκολία με την οποία μπορεί να γλιστρήσει σε ύποπτα (μεταφυσικά) μονοπάτια. Ενα πρόσφατο σχετικά δείγμα της φανταστικής πεζογραφίας είναι το μυθιστόρημα του Κώστα Αντύπα, Οι Ποταμοί κάτω απ’ τον κόσμο, που δεν ξεφεύγει από μια στιλιστική επιτήδευση χωρίς την τόλμη να πει κάτω παραπάνω.
Ο Μίγγας όμως έχει αρκετά πράγματα στο μυαλό του, με αποτέλεσμα να μπορεί να
ελέγχει τα χαρακτηριστικά του είδους αυτού και συγχρόνως να αρθρώνει το λόγο
του για τις κοινωνικές σχέσεις που αναδιατάσσονται τόσο γρήγορα τα τελευταία
είκοσι χρόνια, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση είτε στον επαρχιακό μικρόκοσμο (Καλαμάτα,
Ορεστιάδα, Λευκάδα) ή τις παρυφές των περιθωριακών προαστίων (δυτικές συνοικίες)
ή τον κλειστοφοβικό χώρο της ναυτικής ζωής.
Ο Τοντόροφ επισημαίνει ότι «το φανταστικό εξυπονοεί μιαν ενσωμάτωση του αναγνώστη στον κόσμο των προσώπων του έργου» και ότι «ορίζεται από την αμφίβολη αντίληψη που έχει και ο αναγνώστης ο ίδιος για τα συμβάντα που αναφέρονται … ο δισταγμός του αναγνώστη αποτελεί τον πρώτο όρο του φανταστικού» (Εισαγωγή στη φανταστική λογοτεχνία, σ. 40). Ο δισταγμός αυτός εκδηλώνεται από την πρώτη στιγμή του βιβλίου με το πρώτο διήγημα, το οποίο ίσως είναι και αυτό που πιο πετυχημένα οδηγεί τον αναγνώστη, χάρη στην έκπληξη, από το δισταγμό και την απορία στην έντονη ενσωμάτωση. Τα θέματα απλώνονται από το ποδόσφαιρο, στην εκπαίδευση παιδιών μεταναστών, τους πολιτικούς πρόσφυγες.
Οι νεκροί που εμφανίζονται και παρεμβαίνουν είναι η επιμονή της συνείδησης μιας κοινωνίας όπου οι σχέσεις αλλάζουν ισοπεδωτικά, ενώ τα μέλη της επιμένουν να αρνούνται το μέλλον που τους επιφυλάσσεται. Η ενεργητική παρέμβαση των νεκρών υποδηλώνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σήμερα για να εκφράσουμε την αντίσταση που απαιτείται. Από την άλλη όμως εκφράζεται η άρνηση της ηττοπάθειας και της ακινησίας. Η επιθυμία για ανασυγκρότηση δημιουργεί έναν φανταστικό κόσμο που όμως δεν είναι τέλειος αλλά εκφράζει την ανάγκη για να βρεθεί και πάλι ο σκοπός και τα μέσα για να επιτευχθεί. Οπως λέει και ο γιος του πολιτικού πρόσφυγα που επιστρέφει στην Ελλάδα για να συνεχίσει την κομματική δουλειά μετά την κατάρρευση των ανατολικών χωρών: «Και να ’χα, λέει τα χέρια μου ακέρια και να γείρω πάνω της να κάνουμε έρωτα επί τέλους …»
Προλεταριακή Σημαία, φ. 422, 27/1/01