![]() |
Αναπαραγωγή μυθευμάτωνΣώτη Τριανταφύλλου, Το εργοστάσιο των μολυβιών, Πατάκη, 2000 |
Ενα από τα πλέον επιτυχημένα, ως προς τις πωλήσεις, μυθιστορήματα της χρονιάς που φεύγει είναι Το εργοστάσιο των μολυβιών της Σώτης Τριανταφύλλου. Η ιστορία καλύπτει μια χρονική περίοδο σχεδόν 80 χρόνων (1866-1940), ακολουθώντας τρεις γενιές μιας συγκεκριμένης οικογένειας. Η οικογένεια Ασημάκη ανήκει ουσιαστικά στους Ελληνες του εξωτερικού, έχοντας ως βάση της την Αίγυπτο. Τα μέλη της οικογένειας πηγαινοέρχονται στην Αίγυπτο-Αφρική, στην Ελλάδα και σε διάφορες πόλεις της Δυτικής Ευρώπης. Υπάρχει, όμως, ακόμα ένας κεντρικός χαρακτήρας, ο Βάγκαλης, ο οποίος για 50 ολόκληρα χρόνια ζει στη Ζυρίχη, στο Βερολίνο και τη Ρωσία, ακολουθώντας τις επαναστατικές διαδικασίες της εποχής. Είναι ο κομμουνιστής διανοούμενος, ο κοσμοπολίτης με τις εξάρσεις και την τάση αυτοκαταστροφής.
Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως ένα μορφωτικό/εξελικτικό μυθιστόρημα (Bildungsroman) που εξετάζει την ωρίμανση των ηρώων του μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και σε επαφή με ιστορικά πρόσωπα (Λένιν, Λούξεμπουργκ). Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι εδώ εξετάζεται η περίοδος του ευρωπαϊκού μοντερνισμού όπως διαμορφώθηκε από τη βιομηχανική επανάσταση, τον Α΄ΠΠ, την Οκτωβριανή επανάσταση και τα πρωτοποριακά κινήματα του μεσοπολέμου. Καταδεικνύεται ο περιφερειακός ρόλος της Ελλάδας και της αστικής της τάξης. Οι επιστήμονες και γενικά οι διανοούμενοι που θα μπορούσαν και θα ήθελαν να παίξουν οργανικό ρόλο σε μια παράλληλη βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας τελικά αποθαρρύνονται και απογοητεύονται.
Η πρώτη γενιά, ο Στέφανος Ασημάκης, μηχανικός σπουδαγμένος στη Γαλλία, δουλεύει στη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ και αργότερα σ’ αυτήν της Κορίνθου. Οικτίρει τους έλληνες αστούς που θέλουν να επενδύσουν σε …λουκουμοποιεία: «Βρε, στην Ευρώπη ανοίγουν χαλυβουργεία, κατασκευάζουν ηλεκτρομαγνητικές γεννήτριες – τι λουκουμοποιείο και πράσινα άλογα!», και καταλήγει: «Βλάχοι, έλεγε, ψευτοαριστοκράτες, απόγονοι των κοτζαμπάσηδων!». Ο γιος του Μάρκος πηγαίνει να σπουδάσει μηχανικός των τρένων στη Ζυρίχη. Αν και η επιλογή της Ζυρίχης εξυπηρετεί στην ανάπτυξη της υπόθεσης, καταφύγιο των εξόριστων επαναστατών όπου οι πρωταγωνιστές θα γνωριστούν με τον Λένιν και τη Λούξεμπουργκ, είναι επίσης γνωστή για το λεγόμενο «κύκλο της Ζυρίχης», ομάδα ελλήνων μηχανικών που σπούδασε εκεί ακριβώς εκείνη την εποχή και αργότερα έστησαν μερικές από τις πιο σοβαρές βιομηχανικές μονάδες (π.χ. ΑΓΕΤ Ηρακλής). Ο Μάρκος Ασημάκης δεν θα γυρίσει στην Ελλάδα αλλά θα επιστρέψει στην Αφρική. Εκείνη που θα επιστρέψει στην Αθήνα είναι η κόρη του Λουίζα, όπου θα γνωρίσει τον παλιό φίλο του πατέρα της Βάγκαλη, ο οποίος μόλις έχει έρθει από τη Σοβιετική Ενωση.
Οπως είπαμε, οι χαρακτήρες είναι έλληνες διανοούμενοι του εξωτερικού, που οι μεν φιλελεύθεροι, οι Ασημάκηδες, βλέπουν την Ελλάδα να χάνει το τρένο του μοντερνισμού, ενώ ο κομμουνιστής ασχολείται αποκλειστικά με τις υπάρχουσες επαναστατικές εστίες. Οι μεν Ασημάκηδες προτιμούν να αποτραβηχτούν όχι μόνο από κάθε πολιτική δράση αλλά και από κάθε προσπάθεια βιομηχανικής επένδυσης, ο δε Βάγκαλης ταλαντεύεται συνεχώς μεταξύ πεσιμιστικού κοσμοπολιτισμού και επαναστατικής δράσης, καταλήγοντας τελικά οπαδός της τροτσκιστικής τάσης. Αυτή έτσι κι αλλιώς είναι και η πολιτική θέση του αφηγητή. Διότι η ιδεολογική παρέμβαση του αφηγητή είναι πολλές φορές άμεση και σ’ αυτό υποβοηθά φυσικά η τριτοπρόσωπη παντογνώστρια αφήγηση. Συν τοις άλλοις, έχουμε την ιδεολογικά φορτισμένη επιλογή των ιστορικών γεγονότων που περιπλέκονται με τις προσωπικές ιστορίες των χαρακτήρων καθώς και την επιβεβαίωση των θέσεων του επαναστάτη διανοούμενου. Αυτή η επιβεβαίωση της ορθότητας των θέσεών του επέρχεται από τη γνώση των ιστορικών γεγονότων που μοιράζονται ο αφηγητής και ο αναγνώστης. Ο αφηγητής, δηλαδή, κλείνει κάθε τόσο το μάτι στον αναγνώστη από την κοινή οπτική γωνία του 2000.
Δυστυχώς όμως δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό, αλλά καταφεύγει και σε χτυπήματα κάτω από τη ζώνη, δηλαδή αυθαίρετα χρονικά άλματα. Στο γράμμα της τελικής ρήξης με το ΚΚΕ, ο Βάγκαλης καταλήγει με την εξής πρόβλεψη (όλες του οι προβλέψεις υποτίθεται ότι είναι σωστές): «Οταν ξαναμετρηθούμε, σύντροφοι, θα ’χουμε μείνει οι μισοί. Κι όχι επειδή θα μας έχουνε λιανίσει στον πόλεμο! Θα γίνει κι αυτό, θα μας λιανίσουν, αλλά όχι προτού οι ηγεσίες κόψουν όσα κεφάλια εξέχουν!». Γραμμένο υποτίθεται λίγο πριν το 1940. Και το ερώτημα βέβαια είναι: Πότε ηττήθηκε το κίνημα από τον ταξικό εχθρό; Πότε μετρηθήκαμε λιγότεροι; Μήπως στην επερχόμενη δεκαετία του 40 ή μετά από 60 χρόνια; Και η μεγαλειώδης αντιφασιστική νίκη υπό την καθοδήγηση του Στάλιν; Και η γιγάντωση του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα ακριβώς σ’ αυτά τα επερχόμενα χρόνια; Τίποτα από αυτά δεν μετράει, διότι, σύμφωνα με το ιδεολογικό υπόβαθρο του αφηγηματικού λόγου, η επανάσταση είναι υπόθεση των εκσυγχρονισμένων πόλεων και όχι των αμόρφωτων αγροτικών μαζών.
Πρόκειται λοιπόν για ένα μυθιστόρημα «αυθεντικά και γνήσια κομμουνιστικό», όπως υποστηρίζεται σε διθύραμβο του Espace Marx Θεσσαλονίκης, και γι’ αυτό την επαναστατική του ορμή προσπάθησε να την προσπεράσει ο αστικός τύπος; Ανοησίες. Για να πάμε λίγο παραπέρα από τους βερμπαλισμούς και τους αφορισμούς. Πρόκειται για ένα μονολογικό μυθιστόρημα, όπου η αντίθετη φωνή πνίγεται εντελώς, για την ακρίβεια φιμώνεται, με την εξαίρεση ίσως των σημείων που διαπραγματεύονται τη γυναικεία απελευθέρωση. Αυτό που πράγματι συμβαίνει, είναι η αναπαραγωγή αντισταλινικών μυθευμάτων, με τα οποία –και κανείς δεν το αρνείται αυτό– βρίθει ο αστικός τύπος. Οπως όμως έχει καταδειχθεί αρκετά καθαρά, η επαναστατική τέχνη που παράγεται από την ένταση των ταξικών αγώνων είναι διαλογική. Γι’ αυτό το λόγο, για την ενδυνάμωση δηλαδή του διαλόγου, απαιτείται η ανάγνωσή του.
Προλεραριακή Σημαία, φ. 420, 16/12/00