Στους χαλεπούς καιρούς που έλαχε να ζούμε, η λογοτεχνία σίγουρα δεν
διέρχεται τις καλύτερε στιγμές της. Λόγω της ήττας του κινήματος,
αν αναλογιστούμε τη σφοδρή επίθεση - κυρίως εκ των έσω - που δέχτηκε
η αριστερή λογοτεχνική παράδοση, καταλαβαίνουμε το εύρος της σημερινής
γύμνιας. Ο,τιδήποτε μπορούσε να φέρει στη μνήμη ψιχία σοσιαλιστικού
ρεαλισμού, αν δεν αντιμετώπισε φτηνή ειρωνεία, αποσιωπήθηκε. Κατά
καιρούς, αναγορεύτηκε ελπιδοφόρο κάθε χυδαίο αντικομμουνιστικό ιδιοσκεύασμα,
όμως σύντομα ξεχάστηκε για ν’ αναδυθεί και πάλι η λεγόμενη κρίση της
κουλτούρας. Οι ευθύνες επίμονα ρίχνονται στο φάντασμα του σοσιαλιστικού
ρεαλισμού. Τέλος πάντων.
Εδώ θα μας απασχολήσουν δυο έργα τα οποία εμπεριέχουν έντονα στοιχεία
ρεαλισμού. Κι αυτός είναι ο λόγος που παρουσιάζονται μαζί. Συλλογές
διηγημάτων που πραγματεύονται ανθρώπους εξαθλιωμένους από τη φτώχεια
και την αμορφωσιά. Ας τα δούμε όμως ένα-ένα.
Ο Χαριτόπουλος με παρουσία στα ελληνικά γράμματα από τη μεταπολίτευση
και μετά, τοποθετεί τους ήρωές του στα μέσα της δεκαετίας του 60 με
φόντο τις φτωχογειτονιές του Πειραιά. Ο τρόπος γραφής αντανακλά πετυχημένα
τη γλωσσική εξέλιξη τόσο προφορικά όσο και γραπτά. Γραφή αφαιρετική,
κοφτή, βίαιη, κανένα περιττό στολίδι. Η μορφή, μάλλον, που εκφράζει
το σημερινό ρεαλισμό έχει ξεπεράσει τις νατουραλιστικές περιγραφές
και τις ατέρμονες ενδοσκοπήσεις.
Το πρόβλημα όμως έγκειται στο κατά πόσο ο ρεαλισμός αυτός είναι ολοκληρωμένος.
Οπωσδήποτε, πρέπει να παρουσιάζονται τα επακόλουθα της εξαθλίωσης
και της αλλοτρίωσης στους κόλπους του λαού, και μάλιστα της νεολαίας.
Η φυγή στο ποδόσφαιρο, η απέχθεια στη μόρφωση και στη σκληρή δουλειά.
Οι αρρωστημένες σχέσεις ανάμεσα στα δυο φύλλα, αλλά και γενικότερα
μεταξύ των ανθρώπων. Αρκεί όμως αυτό; Επειδή δεν αρκεί, πέφτει σε
μονόπλευρες εξεζητημένες εντυπώσεις. Σε εποχή πλήρους κυριαρχίας των
εμπορευματικών σχέσεων, ο έρωτας πληρώνει κι αυτός το αντίτιμό του.
Η παρουσίαση ακραίων επαφών - κανείς δεν αρνείται την ύπαρξή τους
στα λαϊκά στρώματα - χωρίς την παραμικρή αιτιολόγηση, οδηγεί σε λάθος
εντυπώσεις. Όσο κι αν ο τρόπος παρουσίασης τις καταρρακώνει, η απόσταση
απ’ το σενσουαλισμό είναι μικρή. Έξυπνο και πετυχημένο το εύρημα των
μονολόγων, που μόνο μέσα απ’ αυτούς παρακολουθούμε τη γυναικεία κοινωνική
συμμετοχή. Για την πολιτική συμπεριφορά των εργαζόμενων, πλήρης απαισιοδοξία.
Ειδικά όμως για τη δεκαετία του 60 δεν ήταν μόνο έτσι τα πράγματα.
Ο Δημητρίου κάνει την εμφάνισή του στα μέσα της δεκαετίας του 80.
Στη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, είμαστε σε θέση να προσέξουμε
τα νέα χαρακτηριστικά της ρεαλιστικής γραφής. Σε γενικές γραμμές,
ισχύουν αυτά που ειπώθηκαν και για το προηγούμενο βιβλίο. Θα τον αδικούσαμε
αν δεν τονίζαμε το προσωπικό στυλ, παρά τις όποιες αδυναμίες που οφείλονται
μάλλον στην αρχή ακόμα της τριβής με το ύφος που επιδιώκει.
Εδώ κυριαρχούν τονισμένες περιθωριακές περιπτώσεις. Από τη μια στον
παρακμάζοντα αγροτικό χώρο που διαλύεται από την καπιταλιστική λαίλαπα,
με όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά οξυμένα. Από την άλλη στις παρυφές
της αστικής ζωής. Εξαθλίωση, δράματα μεμονωμένων ακραίων εκφάνσεων,
όπου οι φαντασιώσεις αντικαθιστούν συνήθως την κίνηση. Εδώ ο έρωτας
είναι μακρινή οπτασία. Το ανεκπλήρωτο που οδηγεί στην απελπισία και
στην τρέλα. Με φόντο τη δημοτική υπηρεσία καθαρισμού, σε συνδυασμό
με την κοινωνική μπόχα, ένα σχήμα οξύμωρο που υποβοηθά στη ρεαλιστική
εξιστόρηση. Είθισται, εν είδει φιλανθρωπίας, να προσλαμβάνουν προβληματικά
άτομα ως οδοκαθαριστές. Στα ρεβιζιονιστικά καθεστώτα, εν είδει τιμωρίας,
στέλνανε τους διαφωνούντες διανοούμενους. Στους ελεγχόμενους από το
‘Κ’ΚΕ δήμους, εν είδει ρουσφετιού, τους άνεργους οικοδόμους. Σαν λύση
στην αναποτελεσματικότητα των διαλυμένων απ’ αυτούς συνδικάτων. Αλλά
αυτό είναι μια άλλη πικρή ιστορία.
Παρατηρούμε ένα δυϊσμό. Σε μερικά διηγήματα εκδηλώνεται η συμπάθεια
στους αλλοτριωμένους πάσχοντες, ενώ άλλοτε αναδείχνοντας την κτηνώδη
πλευρά του ανθρώπου, το άκρατο μίσος στην αγριότητα που οδηγεί η απελπισία.
Κι αυτό είναι επόμενο όταν βλέπουμε την αδυναμία του συγγραφέα να
καταδείξει τον υπεύθυνο. Τις παραγωγικές σχέσεις που διέπουν τη ζωή
μας.
Επιμένουμε στην αναφορά των παραγωγικών σχέσεων γιατί αυτές είναι
η λυδία λίθος. Ο εξοστρακισμός τους από τις αιτίες που αναπαράγουν
την απάνθρωπη σημερινή κοινωνία, εμποδίζει το σύγχρονο ρεαλισμό -
που τόσες δυνατότητες ανανέωσης, εμπλουτισμού και εξέλιξης έχει -
να βρει το δρόμο του και να εκφράσει καλλιτεχνικά τις αγωνιζόμενες
λαϊκές μάζες.