Η οσμή του χώματος

Σωτήρης Δημητρίου, Η βραδυπορία του καλού, Πατάκη, Αθήνα, 2001

Ο Σωτήρης Δημητρίου εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα στα τέλη της δεκαετίας του 80 και έχει γίνει αρκετά γνωστός κυρίως με τα διηγήματά του. Τέσσερις συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα αποτελούν έργο ικανό που επιτρέπει τόσο τη γενική κρίση όσο και συγκεκριμένες προσδοκίες.

Σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε η τελευταία του συλλογή διηγημάτων, η οποία κινείται αρκετά κοντά στα θέματα και τα μοτίβα που απασχολούν το συγγραφέα και στα προηγούμενα έργα του. Οι χαρακτήρες του παραμένουν στο περιθώριο της κοινωνικής διαδικασίας στα όρια της οποίας σχοινοβατούν είτε προς την πλήρη παραίτηση είτε προς την αυτοσυντήρηση. Ισως όμως να ρέπουν περισσότερο προς το δεύτερο αυτή τη φορά, αφού η περιθωριοποίηση δεν είναι τόσο έκδηλη λόγω της κοινωνικής τους θέσης αλλά έγκειται κατά κύριο λόγο στην ιδεολογική διαμόρφωση. Η περιγραφή λοιπόν δεν περιορίζεται σε κοινωνικά απόβλητα, αντιθέτως προχωρά σε χαρακτήρες που ανήκουν στο πλήθος των μεσοστρωμάτων της πόλης. Πρόκειται για υπαλλήλους, συνταξιούχους, εργαζόμενους που πλησιάζουν τα σαράντα ή κάπου εκεί γύρω, άτομα δηλαδή που θεωρούνται η ραχοκοκαλιά της κοινωνικής δομής της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η απομόνωσή τους έρχεται ως επακόλουθο της διαμόρφωσης ενός συμβατικού χαρακτήρα, ο οποίος μπορεί μεν να είναι κοινωνικά αποδεκτός, αφού στηρίζεται στην κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά έχει καταλήξει στη στέρηση και την καταπίεση των επιθυμιών. Το αποτέλεσμα είναι η αντικοινωνικότητα και η ατομική περιχαράκωση που εκδηλώνεται με άκριτο μίσος και φθόνο προς όλες τις κατευθύνσεις.

Στα περισσότερα διηγήματα κυριαρχεί και πάλι ο γυναικείος λόγος, κάτι που συμβαίνει και στα προηγούμενα έργα με αποκορύφωμα στο μυθιστόρημα Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου (1993) με τον ιδιωματικό λόγο των γυναικών της Ηπείρου. Το ενδιαφέρον είναι έκδηλο αφού ο γυναικείος λόγος, συνήθως, ελέγχεται, διαμορφώνεται, πνίγεται με πολυποίκιλους τρόπους έτσι ώστε, δαμασμένος πλέον, να συνταιριάζει με τις επίσημες, συμβατές και γενικότερα αποδεκτές μορφές του γραπτού λόγου της πατριαρχικής κοινωνίας.

Αυτή τη φορά όμως παρατηρείται μια σημαντική διαφορά. Σε προηγούμενες περιπτώσεις ο γυναικείος μονόλογος εκδηλώνεται απελευθερωτικά και, πολλές φορές, ανατρεπτικά, αφού μέσω της γραπτής μορφής έρχεται σε διαλογική σχέση με τον αναγνώστη και θέτει ανοιχτά τόσο την ύπαρξη ενδόμυχων επιθυμιών όσο και τις αιτίες που τις ευνουχίζουν. Είναι η εκδήλωση της επιθυμίας που τελικά προκαλεί τον τρόμο στη διαδικασία των κοινωνικών σχέσεων. Στα νέα όμως διηγήματα παραμένει έγκλειστος από τη στιγμή που αδυνατεί να σπάσει το ασφυκτικό κοινωνικό πλαίσιο. Διατηρεί, παρ' όλα αυτά, τη δυναμική αντίστασης και της έμμεσης διαφοροποίησης. Ισως εκεί έγκειται η δύναμη της αφήγησης, δηλαδή στα αφαιρετικά υπονοούμενα και τα αποσιωπητικά που επιβάλουν στον αναγνώστη να συμπληρώσει την ημιτελή διήγηση.

Πιο συγκεκριμένα, αυτός ο λόγος διαφοροποιείται διότι αρθρώνεται ή για την ακρίβεια εκκρίνεται από το γυναικείο σώμα. Για άλλη μια φορά οι οσμές του σώματος διαπλέκονται δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα. Η άρνηση της μορφής του σώματος και των λειτουργιών του οδηγεί στο αδιέξοδο ή αντιθέτως η συμφιλίωση με αυτό δημιουργεί ξανά τους όρους για κοινωνική επαφή.

Πρόκειται λοιπόν για σχολιασμό, και πάλι, του προβλήματος του μεταφυσικού διαχωρισμού ύλης και πνεύματος πάνω στον οποίο στηρίζεται από την εποχή του Καρτέσιου και του Μπέρκλεϋ ολόκληρη η αστική ιδεολογία. Σε τελική ανάλυση, αναδύεται το επιχείρημα ότι η αντίσταση και η άρθρωση της γυναικείας επιθυμίας περνά μέσα από την αναγνώριση του σώματος και των λειτουργιών του, αμφισβητώντας τους διπολισμούς του ανδροκρατούμενου ορθολογισμού με το εξαϋλωμένο υποκείμενό του. Το ποταπό και χαμερπή (abject), δηλαδή σωματικές εκκρίσεις όπως σάλιο, ιδρώτας, έμμηνα, ούρα, κόπρανα, γίνεται το μέσο της διάχυσης του υποκειμένου στο αντικείμενο, εμποδίζοντας τον πλήρη διαχωρισμό που απαιτεί η κυρίαρχη αντίληψη. Η ταυτότητα πλέον οριοθετείται από το σώμα και τους χυμούς του, ερχόμενη σε ουσιαστική αντιπαράθεση με την επιδίωξη της υποδούλωσης του πνεύματος μέσω του ελέγχου και περιορισμού του σώματος και των λειτουργιών του.

Η ποιητικότητα του λόγου, με αναφορές στο σώμα, τις κινήσεις του και τις λειτουργίες του, διαμορφώνει τελικά μια υποκειμενικότητα που εισβάλλει στο κοινωνικό πλαίσιο και προκαλεί τριγμούς. Αν όμως σε προηγούμενα κείμενα υπήρχε μια υποβόσκουσα απαισιοδοξία με τον τονισμό της ανθρώπινης βαναυσότητας, αυτή τη φορά βλέπουμε την επιμονή για επιστροφή στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μια από τις σημαντικότερες γραφίδες των δύσκολων καιρών μας.