O ΑΝΤΑΙΟΣ KAI TO ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

ΕΠΑΝΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΟΛΑ ΤΑ ΤΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ

Η πρόσφατη επανέκδοση όλων των τόμων του περιοδικού Ανταίος αποτελεί μια σημαντική εκδοτική πρωτοβουλία που αξίζει της προσοχής και της επιδοκιμασίας. Το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) σε συνεργασία με την Ελένη Μπάτση-Λυκιαρδοπούλου, κόρη του Δημήτρη Μπάτση, επανέκδωσε σε δύο τόμους, με τη μέθοδο της φωτοτυπικής ανατύπωσης, όλα τα τεύχη του περιοδικού, πενήντα χρόνια περίπου από την βίαιη διακοπή της κυκλοφορίας του. Η επανέκδοση έγινε στην Αθήνα, στα τέλη του περασμένου χρόνου, με μια εκτενή εισαγωγή-παρουσίαση της Ελλης Παππά.

Ο Ανταίος πρωτοκυκλοφόρησε σαν δεκαπενθήμερο περιοδικό «για τη μελέτη των προβλημάτων της Ανοικοδόμησης», στην Αθήνα στις 20 του Μάη του 1945. Ψυχή του περιοδικού υπήρξε από την πρώτη στιγμή ο Δημήτρης Μπάτσης, ο γνωστός επιστήμονας και αγωνιστής, συγγραφέας του βιβλίου «Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα», που εκτελέστηκε στα 1952 μαζί με τους Μπελογιάννη, Καλούμενο και Αργυριάδη. Η σύλληψη του Μπάτση σήμαινε και το τέλος της διαδρομής του Ανταίου. Τελευταίο τεύχος, αυτό που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1951. Ο Δ. Μπάτσης ήταν από την αρχή υπεύθυνος σύνταξης ενώ διευθυντής μέχρι τον Ιούλη του 1947 ήταν ο καθηγητής Χαράλαμπος Θεοδωρίδης. Με την αποχώρηση του Χ. Θεοδωρίδη, ο Μπάτσης αναλαμβάνει και τη διεύθυνση του Ανταίου.

Στο δεύτερο τεύχος, ο Χ. Θεοδωρίδης παρουσιάζει το μύθο του Ανταίου. Γίγαντας, γιος της Γης, νικήθηκε από τον Ηρακλή, παρά το γεγονός ότι κατάφερνε να παίρνει δύναμη όταν πατούσε στη γη. Ο μύθος στην προαιώνια διαδρομή του άλλαξε, ο Ανταίος πήρε πολλές μορφές, έγινε σύμβολο της δύναμης που αντλείται από τις μάζες, έγινε ήρωας, στη δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, των αγώνων των μικρών λαών.

«…Το όνομα του Ανταίου ξεπετάχτηκε αυθόρμητα στις συσκέψεις για το περιοδικό μας. Στην έννοια πρώτα πως το ξεκίνημα μας το πήραμε από τις νεαρές, γόνιμες δυνάμεις που φανερώθηκαν στο λαό μας… Μα και η άλλη πλευρά του, του αγωνιστή για τα δίκαια των μικρών περιφερειακών λαών, δεν έχει μικρότερη έλξη επάνω μας…».

Ο Ανταίος –όπως εύστοχα σημειώνει και η Ελλη Παππά– κυκλοφόρησε σε μια κρίσιμη στροφή της νεοελληνικής κοινωνίας και ιστορίας. Η Ελλάδα έβγαινε από την τριπλή κατοχή, ρημαγμένη αλλά συνάμα βγάζοντας από τα σπλάχνα της ένα κίνημα γεμάτο ελπίδες και φιλοδοξίες. Για μια αναγέννηση της κοινωνίας, της οικονομίας, του πολιτισμού. Ενα κίνημα πλειοψηφικό, που αναπτύχθηκε με ηρωικό τρόπο στα δύσκολα χρόνια της Αντίστασης, κίνημα που απαιτούσε μια ριζική στροφή στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα. Ψυχή του ήταν το κομμουνιστικό κίνημα που κατάφερε να συσπειρώσει πλατιές λαϊκές μάζες, την πλειοψηφία της διανόησης και της επιστήμης. Ενα κίνημα απέραντης αυτοθυσίας και ανιδιοτέλειας, που για πρώτη φορά μετά την επανάσταση του 1821, συγκέντρωσε όλες τις ελπίδες για μια διαφορετική Ελλάδα. Μια Ελλάδα της ισότητας, της δικαιοσύνης, της ανάπτυξης και της ανεξαρτησίας. Τις ίδιες ώρες οι λαοί της Ευρώπης, αλλά και όλου του κόσμου, έβγαιναν από τη δοκιμασία του παγκόσμιου πολέμου με την χαρά της αντιφασιστικής νίκης και την ελπίδα ενός νέου ειρηνικού και δίκαιου κόσμου. Οι επιτυχίες του κομμουνιστικού κινήματος ήταν πολύ σημαντικές και έδιναν το δικαίωμα στους λαούς όλου του πλανήτη να πιστεύουν ότι οι εξελίξεις θα μπορούσαν να ήταν πολύ θετικές. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες στην Ελλάδα. Παρά την ήττα του Δεκέμβρη, τίποτε δεν είχε τελειώσει. Εκατομμύρια άνθρωποι προσδοκούσαν, πάλευαν και πίστευαν για τη δυνατότητα μιας άλλης πορείας.

Ο Ανταίος από την πρώτη στιγμή στράφηκε στη μελέτη των προβλημάτων της ανοικοδόμησης της οικονομίας και της χώρας ευρύτερα. Για μια ακόμη φορά –αλλά πιο ελπιδοφόρα τώρα– ανοίγονταν δύο δρόμοι μπροστά στον ελληνικό λαό. Από την μια ο δρόμος της υποτέλειας, της εξάρτησης, της σύγχρονης αναπαραγωγής της θεωρίας της ψωροκώσταινας. Ο δρόμος της ξένης «βοήθειας» και των ποικίλλων υπαγορεύσεων, ο δρόμος του πλουτισμού για τους λίγους και της φτώχειας και της περιθωριοποίησης για τους πολλούς. Ο δρόμος μιας Ελλάδας καταδικασμένης στην υπανάπτυξη και υποθηκευμένη στους ξένους.

Από την άλλη ο δρόμος μιας ανεξάρτητης πορείας. Μιας αυτοδύναμης ανάπτυξης που θα στηρίζεται στον πλούτο της χώρας, στις μεγάλες δυνατότητες της, στην αξιοποίηση της εργασίας των ανθρώπων της. Ενα διαρκές δίλημμα, που γύρω από την απάντηση του, συγκρούστηκαν διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις όχι λίγες φορές στην νεοελληνική ιστορία.

Κάποιοι –επιστήμονες και καθηγητές– από την κατοπινή ομάδα του Ανταίου, και πριν τη μεταξική δικτατορία, προσπαθούσαν να παρέμβουν στα οικονομικά και κοινωνικά πράγματα εκπροσωπώντας ακριβώς τη δεύτερη εκδοχή. Αν και με αρκετές αυταπάτες για τον ρόλο και τις προθέσεις της βενιζελικής παράταξης, τότε το ΚΚΕ ήταν ακόμη μια αρκετά μειοψηφική δύναμη, κυνηγημένη και με αρκετά προβλήματα προσανατολισμού.

Εργαστήριο σημαντικό υπήρξε το ηρωικό κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Ο Νίκος Κιτσίκης σε μια ομιλία του στα τέλη του 1945 αναφέρεται στην δραστηριότητα επιτρόπων που δούλεψαν κάτω από την στέγη του Τεχνικού Επιμελητηρίου αλλά και των Ομάδων Μελέτης Σχεδιοποιημένης Ανοικοδόμησης (ΟΜΣΑ) που δημιουργήθηκαν με πρωτοβουλία του ΚΚΕ την άνοιξη του 1944. Στα χρόνια της Κατοχής ένα ευρύ επιστημονικό δυναμικό, στρατεύτηκε στο κίνημα της Αντίστασης και της εθνικής και κοινωνικής Απελευθέρωσης. Η Ελλη Παππά κάνει μάλιστα ιδιαίτερη αναφορά στον ρόλο της Ηλέκτρας Αποστόλου και του Γιάννη Ζεύγου που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην οργάνωση και τη συγκρότηση αυτών των ομάδων. Ταυτόχρονα με τον αντιφασιστικό αγώνα, οι κομμουνιστές επεδίωκαν, στο μέτρο που επέτρεπαν οι δύσκολες συνθήκες, να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια αναγεννητική πορεία της χώρας. Στη βάση μιας σχεδιασμένης οικονομίας και κοινωνικής ανασυγκρότησης. Από αυτή την πρώτη προσπάθεια ξεπήδησε αργότερα η ομάδα του Ανταίου αλλά και η επιστημονική εταιρία νεοελληνικών προβλημάτων «Επιστήμη – Ανοικοδόμηση» (ΕΠΑΝ). Τον Σεπτέμβρη του 1945, εβδομήντα περίπου επιστήμονες και διανοούμενοι ιδρύουν την ΕΠΑΝ και στην προσωρινή διοικητική επιτροπή συμμετέχουν –μεταξύ άλλων– οι Δ. Μπάτσης, Α. Αγγελόπουλος, Π. Κόκκαλης, Σ. Μάξιμος, Η. Ηλιού, Δ. Καββαδάς, Ν. Κιτσίκης κ.α. Στις αρχές του 1946 τα μέλη ξεπερνούν τα 20, οι οποίοι εργάζονται σε κύκλους και συνεργεία μελέτης.

Ο Ανταίος φιλοξενεί την πλούσια δραστηριότητα της Εταιρίας, τις αποφάσεις και πολλά από τα μέλη της δημοσιεύουν άρθρα και μελέτες.

Η προσπάθεια επικεντρώνεται στο να αποδειχθεί ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει βιώσιμη και να ανοικοδομηθεί, ανεξάρτητη τόσο από τα δεσμά της εξάρτησης, της ξενικής «βοήθειας» και των διάφορων «δανείων – βρόχων». Οτι μπορεί να λύσει το επισιτιστικό πρόβλημα του λαού της, αναπτύσσοντας και εκσυγχρονίζοντας την αγροτική παραγωγή. Οτι μπορεί να σχεδιάσει μια σημαντική βιομηχανική ανάπτυξη, να αξιοποιήσει τις επιστημονικές κατακτήσεις και τις προόδους της τεχνολογίας προς όφελος του λαού και των αναγκών του. Στην ιδρυτική διακήρυξη δεν γίνεται καμία αναφορά στο κοινωνικό καθεστώς στο οποίο και με το οποίο θα γίνει η ανοικοδόμηση, παρά μόνο ο όρος της εθνικής ανεξαρτησίας και της αδέσμευτης αξιοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων για την εξυπηρέτηση του λαού. Στην εισαγωγική, όμως, διάλεξη για τους σκοπούς της Εταιρίας, ο Ν. Κιτσίκης, τον Δεκέμβρη του 1945, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τις οριστικές λύσεις «… που πρέπει να προδιαγράφουν τη μετάβασή μας στον σοσιαλισμό…». Πίσω από αυτήν την τοποθέτηση, ο προσεκτικός αναγνώστης θα ανακαλύψει τα διλήμματα, τις αντιφάσεις αλλά και τις ταλαντεύσεις που κυριαρχούν εκείνη την εποχή.

Στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Οκτώβρης του 1945), ο Ν. Ζαχαριάδης στην εισήγησή του αναφέρεται –και ονομαστικά– στην πρωτοβουλία και την εργασία αυτής της επιστημονικής ομάδας. Αναφέρεται ιδιαίτερα στην αναγκαιότητα της βαριάς βιομηχανίας και της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η απόφαση του Συνεδρίου καταδικάζει τις αστικές εκδοχές της ψωροκώσταινας και της Μεγάλης Ιδέας. Διατυπώνει το αίτημα για μια αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη, στηριγμένη στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας και στην πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού της.

Υπάρχει ένα ισχυρό και επίκαιρο μήνυμα, χρήσιμο για τις ημέρες μας, που βγαίνει από όλη εκείνη την προσπάθεια πριν 50 χρόνια.

Οι θεωρίες της ανίσχυρης και μικρής Ελλάδας μπορεί να έχουν μεταμορφωθεί αλλά παραμένουν τα βασικά όπλα της ολιγαρχίας για να δικαιολογεί την υποταγή της στα ξένα κέντρα. Σ’ όλη την διαδρομή των μεταπολεμικών δεκαετιών έτσι δικαιολογήθηκε και δικαιολογείται η πολιτική της υποτέλειας, της υποθήκευσης της οικονομίας, της προσαρμογής στα συμφέροντα του ξένου κεφαλαίου. Σήμερα ακριβώς δεν είναι ο μύθος της παγκοσμιοποίησης που δήθεν αναγκάζει όλους να προσαρμοστούν, ν’ ανοίξουν την χώρα και την οικονομία στις ορέξεις του ξένου παράγοντα, να προσαρμοστούν στο μοντέλο μιας Ελλάδας των υπηρεσιών, του τουρισμού και της διαμετακόμισης;

Ο Δ. Μπάτσης στο πρώτο άρθρο του στον Ανταίο κατέληγε σχεδόν προφητικά:

«Σήμερα, λοιπόν, προϋπόθεση για να τεθούν τα θεμέλια της ανοικοδόμησης στο απώτερο μέλλον σε πλατιές και κοινωνικές βάσεις είναι να ελευθερωθεί ο λαός και η οικονομία του, από κάθε αντιπαραγωγικό, αντιοικονομικό και εκμεταλλευτικό εμπόδιο που έστηνε στην πρόοδο της χώρας μια μονοπωλιακή κερδοσκοπική ολιγαρχία… Ο λαός κάνει το καθήκον του με στερήσεις και εξαντλητική εργασία. Ποιος όμως δεν κάνει το καθήκον του απέναντι στη χώρα και το λαό; Να, το βασικό πρόβλημα της ανοικοδόμησης. Πρέπει να εξεταστεί κατά κλάδους και τομείς της οικονομίας ποια ενδογενής αιτία εμποδίζει την ανασυγκρότηση και πως μπορεί να εξουδετερωθεί …».

Το ποιος και τι εμπόδιζε την ανοικοδόμηση της χώρας σε μια ριζικά διαφορετική κοινωνική κατεύθυνση και σε ανεξάρτητη βάση φάνηκε καθαρά πολύ σύντομα. Ο Ανταίος μπήκε στην περίοδο του εμφυλίου και του ένοπλου αγώνα του ΔΣΕ κατά των μοναρχοφασιστών αναγκασμένος να προσαρμοστεί. Στις δύσκολες συνθήκες της βαριάς τρομοκρατίας, των έκτακτων στρατοδικείων και των… τακτικών εκτελέσεων, το περιοδικό ισορροπεί ανάμεσα στη νομιμότητα και την παρανομία. Τον Γενάρη του 1948, το πρώτο τεύχος της δεύτερης –και τελευταίας– περιόδου αναγγέλλει ότι ο Ανταίος γίνεται μηνιαίο περιοδικό για την Επιστήμη, την Τεχνική και την Οικονομία. Πληθαίνουν τα άρθρα γύρω από ευρύτερα κοινωνικά, φιλοσοφικά και επιστημονικά ζητήματα. Οι συνθήκες άλλαξαν, διαπιστώνει το εισαγωγικό σημείωμα: «Υπέρτατο χρέος των εργατών της επιστήμης… να διαλύσουν το σκοτάδι, να αναστυλώσουν την αξία της επιστήμης…». Νέοι αρθρογράφοι εμφανίζονται: Βασίλης Ρώτας, Τάσος Βουρνάς, Ρόζα Ιμβριώτη, Μάρκος Αυγέρης. Αυξάνονται οι μεταφράσεις ξένων φιλοσοφικών και επιστημονικών κειμένων. Μεγαλώνουν τα χρονικά διαστήματα ανάμεσα σε κάθε έκδοση και πυκνώνουν οι κραυγές αγωνίας της σύνταξης για τις δυσκολίες έκδοσης. Μετά τη λήξη του εμφυλίου, ο Ανταίος συνεχίζει να εκδίδεται. Στο τελευταίο τεύχος που κυκλοφόρησε τον Ιούνη του 1951, ο Μπάτσης έγραφε για την αποικιακή εκχώρηση της Πτολεμαΐδας. Ανώνυμος αρθρογράφος στη στήλη των εργατικών προβλημάτων αναφερόταν στη συγχώνευση των ασφαλιστικών οργανισμών τονίζοντας προφητικά ότι το πρόβλημα θα παραμείνει πάντα άλυτο, αν δεν μελετηθούν οι απόψεις της εργατικής τάξης. Αυτά λίγο πριν τις συλλήψεις και την τελευταία περιπέτεια. Ο Δ. Μπάτσης, δίπλα στον ήρωα του ΚΚΕ, Ν. Μπελογιάννη τουφεκίστηκε στις 30 του Μάρτη του 1952, ξημερώματα Κυριακής από το καθεστώς των μοναρχοφασιστών και της αμερικανοκρατίας.

Παρ’ ότι κατατοπιστική και καλογραμμένη, η εισαγωγή της Ελλης Παππά στην επανέκδοση του Ανταίου δεν αποφεύγει σε μερικά σημεία τους υπαινιγμούς ενάντια στην ηγεσία του ΚΚΕ. Ενώ παραδέχεται τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην συγκρότηση της ομάδας του Ανταίου, θεωρεί ότι στην πορεία η ηγεσία δεν καλόβλεπε τη φυσιογνωμία που διαμόρφωνε, επιδιώκοντας την υποταγή και τον περιορισμό της εντός της κομματικής γραμμής. Την κατηγορία για παρεμβάσεις στα άρθρα-κατευθύνσεις του περιοδικού, παρ’ ότι δεν καταλαβαίνουμε, τί κακό βρίσκει σε κείνα τα δύσκολα χρόνια της σύγκρουσης στην άποψη ότι είναι: «… αυταπάτη να νομίζουμε ότι μπορεί ο επιστήμονας να εργάζεται «αθόρυβα» στο εργαστήριο, όταν ο χωρικός αναγκάζεται να καταφύγει στο όπλο και ο εργάτης απουσιάζει από την παραγωγή…».

Πενήντα χρόνια μετά, δεν προσυπογράφουμε απλά αυτή την άποψη που γράφτηκε στον Ανταίο, αλλά θεωρούμε ότι η ιστορία δικαίωσε όλους εκείνους που θεωρούσαν ότι η πιο σημαντική και κρίσιμη προϋπόθεση για την υιοθέτηση των επιστημονικών μελετών του Ανταίου ήταν το πάρσιμο της εξουσίας και η δημιουργία της λαοκρατικής Ελλάδας. Αυτό άλλωστε δεν εννοούσε ο Δ. Μπάτσης όταν έγραφε για το τι μπορεί να εμποδίσει την ανοικοδόμηση; Αυτό δεν εννοούσε όταν αναφέρονταν στην «ενδογενή αιτία»;

Οπως σωστά γράφτηκε πρόσφατα, οι δύο τόμοι του Ανταίου είναι η εποποιία του πνεύματος της αντίστασης σε δύσκολους αλλά και ελπιδοφόρους καιρούς. Γι αυτό και αξίζουν της προσοχής μας, της μελέτης αλλά και της αντίστοιχης προβολής.

Προλεταριακή Σημαία, φ. 423, 10/2/01