Να δώσουμε απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης

Τοποθέτηση του ΚΚΕ(μ-λ) στη Διεθνιστική Συνάντηση που έγινε στην Αθήνα στις 4 και 5 Νοέμβρη.

Συζήτηση με θέμα:

Καπιταλιστική παλινόρθωση: αιτίες-αποτελέσματα-η απάντηση του κινήματος 

 ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗΣ

Α.Η ΟΠΤΙΚΗ

Γιατί είναι απαραίτητη η διερεύνηση των κρίσιμων ζητημάτων που αφορούν στην καπιταλιστική παλινόρθωση που κυριάρχησε τελικά στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες; Η απάντηση βρίσκεται σε μια σειρά   επίπεδα που είναι αλληλένδετα και που το προηγούμενο εμπεριέχεται στο επόμενο:

1. Η υπεράσπιση του σοσιαλισμού και των προσπαθειών οικοδόμησης του  είναι λειψή και κρίσιμα ανεπαρκής αν δεν επεκταθεί στους λόγους που οδήγησαν στην αντεπαναστατική ανατροπή. Δεν πείθει , ούτε απαντά στις ανησυχίες και τους προβληματισμούς των αγωνιστών (αλλά και των λαϊκών μαζών) που θα επιχειρήσουν τα νέα επαναστατικά ξεσπάσματα.  Τους αφήνει έκθετους στην αστική ιδεολογική επίθεση και δεν αντιμετωπίζει την επιχείρηση κλονισμού συνειδήσεων. Άρα η υπεράσπιση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την κριτική αποτίμηση των αποτυχίας και της ήττας του σοσιαλιστικού εγχειρήματος.

2.Σημαντικό ζήτημα που συνδέεται με την παραπάνω ανάγκη -είναι η απάντηση στο αν η παλινόρθωση του καπιταλισμού ήταν «αντικειμενικό» να συμβεί. Υποστηρικτές αυτής της κάλπικης «αντικειμενικότητας» είναι ένα μεγάλο φάσμα δυνάμεων από την δεξιά ως την «αριστερά». Είτε εκείνοι που ανοικτά υποστηρίζουν το ανέφικτο μιας τέτοιας «δοκιμασίας» είτε εκείνοι (κυρίως από την όποια αριστερά) θεωρούν ότι «βιάστηκε» η ιστορική διαδικασία , ότι δεν είχαν οικοδομηθεί οι απαραίτητοι υλικοί όροι στις περιοχές που ξέσπασαν οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις κλπ. Καθίσταται συνεπώς απαραίτητη η    αξιολόγηση των   οικονομικών , πολιτικών και ιδεολογικών όρων και του ιστορικού πλαισίου που επέτρεψαν τη δημιουργία μίας Νέας Αστικής Τάξης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

3.Κατά συνέπεια η διερεύνηση αυτού του πλαισίου δεν μπορεί να μη θέσει προς εξέταση τους περιορισμούς μέσα στους οποίους κινήθηκαν και εκδηλώθηκαν οι –υπαρκτές και συγκεκριμένες ιστορικά- απόπειρες σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Υποχρεωμένες οι σοσιαλιστικές  επαναστάσεις να… ξεσπούν στους αδύνατους κρίκους του καπιταλιστικού- ιμπεριαλιστικού συστήματος –αφού η τελεολογία μία παγκόσμιας επανάστασης δεν τους…. έκανε τη χάρη- ήταν αναγκασμένες να βαδίζουν «σε άνιση μάχη και αγώνα». Να έρχονται αντιμέτωπες με έναν αρνητικό ταξικό και στρατηγικό συσχετισμό. Να αναδιπλώνονται και να υποχωρούν. Να επιχειρούν -ακόμα και- βεβιασμένες εφόδους . Να υιοθετούν λύσεις και μέτρα που δεν ήταν συμβατά-να το πει κανείς- με τους τελικούς και συνολικούς τους στόχους.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση δεν υπάρχουν «καθαρές» σοσιαλιστικές επαναστάσεις αλλά επαναστάσεις που εκδηλώνονται στον συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο , παίρνουν μορφή και περιεχόμενο αντιμετωπίζοντας και όχι αποφεύγοντας την πραγματικότητα στις κρίσιμες και καθοριστικές διακλαδώσεις της ιστορικής συγκυρίας .

Οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις – στο διάβα τους   θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν ποικίλες  αδράνειες αιώνων. Γνωρίζουμε όμως πως η εδραίωση της αστικής κυριαρχίας «απαίτησε» μισό αιώνα ιστορικών ανατροπών και μετακινήσεων. Που σε τελική ανάλυση η εδραίωση της αστικής ταξικής κυριαρχίας ήταν η αντικατάσταση ενός ταξικού συστήματος (φεουδαρχία) με ένα άλλο (καπιταλιστικό) και όχι η έφοδος που θα εξασφάλιζε την οριστική μη επιστροφή σε κάθε ταξική κοινωνία. Μπροστά σε μια τέτοια μεγάλη ιστορική πορεία τα 70-80 χρόνια της σοσιαλιστικής απόπειρας είναι πολύ λίγος ιστορικός χρόνος. Σε αυτό τον «λίγο» και συμπυκνωμένο ιστορικό χρόνο πραγματοποιήθηκαν όμως άλματα προς τα μπρος που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν και να μετρηθούν με την συνήθη –μέχρι το 17- ανθρώπινη και ιστορική κλίμακα. Αυτό αποτελεί ιστορικό γεγονός και δεν μειώνεται από τα «άλλα τόσα» ερωτηματικά, ανεπάρκειες και κενά που κληρονόμησε στους σημερινούς κομμουνιστές η έφοδος της εργατικής τάξης στον ουρανό και η δημιουργία των πρώτων εργατικών ή εργατοαγροτικών κρατών.   Κάθε άλλη αναφορά που κινείται στο πλαίσιο είτε ουτοπικών  επιθυμιών είτε με τη λογική του απολεσθέντα τέλειου «επίγειου παράδεισου» που συνήθισαν να υπόσχονται δάσκαλοι και παπάδες στους πιστούς  δεν έχει απλά καμία… τύχη. Αντίθετα οδηγεί στην υποταγή στο δήθεν αντικειμενικό και αναπότρεπτο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.

4.   Οι περιορισμοί αυτοί δεν αφορούν μόνο στις αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν- και που στο έδαφος των οποίων  εκδηλώθηκαν  –  τα επαναστατικά κομμουνιστικά  κινήματα του προηγούμενου αιώνα.  Αφορούν επίσης και  τους υποκειμενικούς περιορισμούς στο ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο των κομμουνιστών που καθοδήγησαν την ιστορικό έφοδο των μαζών για «την κατάληψη του ουρανού». Η σχέση  των αντικειμενικών προς τους υποκειμενικούς όρους  είναι σε αυτή την περίπτωση οπωσδήποτε  διαλεκτική αλλά όχι πάντα συμμετρική και αρκετές φορές άνιση. Αρκετές φορές οι κομμουνιστές βρέθηκαν ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν το κάλεσμα της επανάστασης ενώ και στις περιπτώσεις που τα επαναστατικά κομμουνιστικά κόμματα ήρθησαν στο ύψος των περιστάσεων  η ίδια η επαναστατική διαδικασία τροποποιούσε και μετασχημάτιζε    τους αρχικούς όρους εκδήλωσης της. Άρα  και τη σχέση υποκειμενικού-αντικειμενικού. Δεν ωριμάζει μόνο το «αντικείμενο» (η ταξική πάλη) αλλά και το «υποκείμενο» (η πολιτική πρωτοπορία). Μαθηματική ακολουθία και αλγόριθμος για τον συγχρονισμό των δύο διαδικασιών δεν έχει ακόμα ανακαλυφτεί. Ούτε πρόκειται.

5.Από την σκοπιά της διαλεκτικής λοιπόν  οι περιορισμοί αυτοί  κρύβουν  ταυτόχρονα και… τις δυνατότητες των που εμπεριέχονταν στο σοσιαλιστικό εγχείρημα .Είναι το «άλλο πρόσωπο» ή όχι ορατή , «πίσω» πλευρά αυτών των περιορισμών. Η διερεύνηση και η κριτική αποτίμηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μοιραία θέτει το ζήτημα των περιθωρίων ελευθερίας που είχαν οι πολιτικές πρωτοπορίες που… καταπιάστηκαν με ένα τέτοιο τιτάνιο έργο. Με δύο λόγια απαιτεί να εξετάσουμε και να σπουδαιολογήσουμε  τα περιθώρια συνείδησης και συνειδητοποίησης (αφού για τον μαρξισμό ελευθερία είναι η συνείδηση της αναγκαιότητας) των απαιτήσεων του σοσιαλιστικού εγχειρήματος  από τους ίδιους τους  επαναστάτες του προηγούμενου αιώνα . Να το πούμε πιο λαϊκά ,  «τι υποψιάζονταν» γι αυτές τις απαιτήσεις οι κομμουνιστικές πρωτοπορίες του αιώνα των σοσιαλιστικών επαναστάσεων; Ο προβληματισμός πρέπει να  ξεδιπλωθεί   σε όλες τις σημαντικές   διαστάσεις του , αγκαλιάζοντας όλες τις χώρες που επιχείρησαν να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό  (και όχι μόνον στην ΕΣΣΔ και την Κίνα) και φυσικά από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του.

Και για να το πούμε ακόμα πιο απλά  - με δεδομένο τις αναγκαστικές επιλογές των επαναστατικών ηγεσιών που επέβαλλε ο άνισος ταξικός συσχετισμός – θα πρέπει να διευρυνθεί  «τι θα μπορούσε» να γίνει για να αποφευχθεί η καπιταλιστική παλινόρθωση. Αλλά  και πάλι «αυτό που θα μπορούσε να γίνει» γιατί τελικά δεν πήρε τις   αναγκαίες και απαιτούμενες διαστάσεις ώστε να αποτρέψει μια τέτοια οπισθοδρόμηση.

 Ή έστω , ακόμη και δεν τις απέτρεψε  γιατί δεν άφησε ως ορατό ιστορικό «ίχνος» εκείνες τις σημαντικές αντιστάσεις ή παρακαταθήκες  πάνω στις οποίες θα μπορούσε να πατήσει η νέα «έφοδος στον ουρανό».  Γιατί αυτά τα «ίχνη» και τις παρακαταθήκες   θα πρέπει να τις αναζητήσουμε βασανιστικά σήμερα; Γιατί και αυτό είναι ένα ερώτημα μέσα στα πολλά.   

 

Β.ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ

 

1.Το μεταπολεμικό «παράδοξο»

Συνεχίζοντας στο ίδιο πλαίσιο αναφοράς και με βάση την οπτική που ήδη εκτέθηκε ένα ακόμη ερώτημα που θα μπορούσε να προστεθεί είναι ότι η καπιταλιστική παλινόρθωση εκδηλώθηκε όχι στην λιγότερο … ευνοϊκή για την σοσιαλιστική οικοδόμηση χρονική (και χωρική) συγκυρία από την άποψη των συσχετισμών αλλά το αντίθετο. Τουλάχιστον με μία εξωτερική-ποσοτική  ματιά…

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η ισχύς του σοσιαλιστικού στρατόπεδου ήταν δεδομένη σχετικά με την προπολεμική περίοδο.. Οι χώρες που οικοδομούσαν τον σοσιαλισμό σε γενικές γραμμές (αλλά και κατά χώρα) είχαν καταφέρει να ξεπεράσουν τις πολεμικές καταστροφές, οι οικονομικές δείκτες είχαν ανέβει , το βιοτικό τους επίπεδο επίσης (τη στιγμή που οι πρώτες εκδηλώσεις της οικονομικής κρίσης άρχισαν να γίνονται ορατές στον καπιταλιστικό κόσμο παράλληλα με την όξυνση των ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων). Από αμυντική άποψη ο ιμπεριαλιστικός πυρηνικός εκβιασμός-ειδικά μετά τον Πόλεμο της Κορέας-  όχι μόνο δεν περνούσε τελικά αλλά και η Κίνα συγκαταλέγονταν πια στις χώρες   με πυρηνικά   Η αίγλη των σοσιαλιστικών χωρών στο αντιαποικιακό κίνημα άνοιγε νέα πεδία διεύρυνσης της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής επιρροής ενώ παρά την εκκαθαριστική επιχείρηση του μακαθρισμού στις δυτικές ιμπεριαλιστικές χώρες –πλην ΗΠΑ- εξακολουθούσαν να υπάρχουν μεγάλα κομμουνιστικά κόμματα (Γαλλία, Ιταλία). Οι ίδιες οι αστικές τάξεις στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις προσπαθούσαν για να διασώσουν την αστική κυριαρχία να αντιγράφουν στοιχεία του «κράτους πρόνοιας» του «σιδηρούν παραπετάσματος» όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος ο Τσώτσιλ που ανακάλυψε και τους δύο… όρους.

Η καπιταλιστική παλινόρθωση εκδηλώνεται «παράδοξα» σε αυτή την χρονική περίοδο στην κρίσιμη δεκαετία του `50.

Το παράδοξο αυτό έχει εξηγήσεις .

Μία από αυτές αφορά εκείνο που έλεγε ο έλληνας  μαρξιστής-λενινιστής Γιάννης Χοντζέας ότι δηλαδή οι γραμμές επικοινωνίας του κομμουνιστικού κινήματος είχαν μακρύνει τόσο πολύ  στον καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό κόσμο που είχε χαθεί η σύνδεση με το «κέντρο». Αλλά τι γίνονταν στο ίδιο το «κέντρο»;

 

2.Η κρίσιμη δεκαετία

Στη δεκαετία του 50 δεν εκδηλώνεται μόνο – με θετικό τρόπο- η συσσώρευση των οικονομικών , κοινωνικών, στρατιωτικών κλπ δυνατοτήτων των χωρών που οικοδομούσαν τον σοσιαλισμό αλλά ταυτόχρονα συσσωρεύονται μία σειρά ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα άλυτα που πιέζουν βασανιστικά το κέντρο και τις παρυφές του κομμουνιστικού κινήματος.

Τα ζητήματα αυτά αφορούν είτε κατεστημένες   καταστάσεις στα πλαίσια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στις σχέσεις των κομμουνιστικών κομμάτων(που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζονται από τον κρατισμό της μεγάλης δύναμης )  είτε αποτελούν αρνητικά κληροδοτήματα πρακτικών, αποφάσεων και επιλογών της προηγούμενης περιόδου. Χαρακτηριστικά, νοοτροπίες και στάσεις που  ο Πόλεμος και η συμμετοχή των κομμουνιστών σε αυτόν αλλά και η δημιουργία νέων σοσιαλιστικών κρατών μετά το τέλος του διεύρυναν, επέκτειναν και ενέτειναν. Τα ζητήματα αυτά συγκροτούν τα πεδία μιας  συζήτησης που έπρεπε να ξεκινήσει για να αντιμετωπιστούν οι νέες διευρυμένες δυνατότητες αλλά και τα συσσωρευμένα προβλήματα  που άνοιγε η επέκταση του σοσιαλιστικού κόσμου στον καπιταλιστικό  .   Και όχι η…  απορρόφηση στον καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό κόσμο που τελικά επιβλήθηκε ως επιλογή με την αντεπαναστατική ανατροπή .

Είναι αλήθεια ότι ο Στάλιν επιχειρεί με τα «οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού» το 1952 να θέσει τα επίδικα ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη σχετική συζήτηση που είχε ξεκινήσει στη ΕΣΣΔ. Αντιπαρατίθεται σε ένα διπλό μέτωπο τόσο στη μερίδα εκείνη της διανόησης που θεωρεί ότι με απούσα την εργατική τάξη και «εν ονόματι» της  θα καταφέρει να ορθολογικοποιήσει και να «ζέψει» τους οικονομικούς νόμους μέσω του κρατικού σχεδιασμού… Όσο επίσης και στην πλευρά εκείνη των στελεχών κρατικών επιχειρήσεων που ζητούν να «χαλαρώσουν» οι σοσιαλιστικοί έλεγχοι και να δοθεί λόγος και χώρος σε πρακτικές καπιταλιστικής οικονομικής διαχείρισης (ή «αγοράς»). Η συζήτηση αυτή όμως περιορίζεται στον κύκλο των οικονομολόγων ή έστω σε ένα κύκλο «στελεχών» και δεν αγγίζει τα πλατιά στρώματα των εργαζομένων. Επιπρόσθετα σύμφωνα με την κριτική των κινέζων μαοϊκών η παρέμβαση αυτή του Στάλιν αν και βρίσκεται στην σωστή κατεύθυνση υπεράσπισης του σοσιαλισμού ωστόσο δεν συνδέεται με τα την συζήτηση για  τις αλλαγές που επιβάλλονται να γίνουν στο λεγόμενο πολιτιστικό εποικοδόμημα και στην ιδεολογία  Όχι βέβαια ξεκομμένα αλλά σε διαλεκτική επενέργεια με τους μετασχηματισμούς στις παραγωγικές σχέσεις τους οποίους παρακινούν. Οι σοσιαλιστικοί μετασχηματισμοί στις παραγωγικές σχέσεις    αποτελούν το «κλειδί» όλων των κρίσιμων επαναστατικών μετασχηματισμών της σοσιαλιστικής μεταβατικής περιόδου. Που και ο Στάλιν επίσης αναγνωρίζει.

Βέβαια και όσον αφορά εκείνη την περίοδο θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως η καθυστερημένη ρήξη με τον ρεβιζιονισμό από τη μεριά των κινέζων καθυστερεί επίσης το άνοιγμα αυτής της συζήτησης με όλες τις συνέπειες που θα έχει κάτι τέτοιο σε αυτή την κρίσιμη χρονική διακλάδωση (μέχρι το 1957 το ΚΚΚ και το ΚΕΑ συμμετέχουν στις παγκόσμιες συνδιασκέψεις κομμουνιστικών κομμάτων και μάλιστα η παρουσία του Μάο προσδίδει σε αυτές αυξημένο κύρος που ήδη είχε κερδίσει απέναντι των άλλων κομμουνιστικών κομμάτων).

 

3.Η αντεπαναστατική ανατροπή δεν ήταν απλά ένα χρουτσωφικό πραξικόπημα.

Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε πως η ανάδειξη μιας Νέας Αστικής Τάξης μέσα από τις γραμμές του κόμματος και του κράτους ή καλύτερα του κόμματος-κράτους δεν ήταν μόνο μία διαδικασία  πραξικοπηματικού και στρατιωτικού χαρακτήρα (είχε και τέτοια χαρακτηριστικά). Το χρουτσωφικό πραξικόπημα ήταν το αποτέλεσμα της ολοένα και μεγαλύτερης απομάκρυνσης της εργατικής τάξης από τον στίβο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης , της σταδιακής απώλειας της δικής της αρμοδιότητας στο πως   θα οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός όλη την προηγούμενη περίοδο. Άρα και της σταδιακής απομάκρυνσης του δικού της «αποτυπώματος» και της δικής της φυσιογνωμίας από τη διαδικασία αυτή.  Ταυτόχρονα και παράλληλα την αρμοδιότητα από την εργατική τάξη αποσπά αρχικά το σώμα της «εργαζόμενης διανόησης»  (όπως το χαρακτήρισε ο Στάλιν) που είχε παράγει η ίδια η σοσιαλιστική οικοδόμηση και πιστώνεται ως δική της επιτυχία. Να όμως που οι επιτυχίες του σοσιαλισμού αποτελούν κατά μία έννοια και την άλλη πλευρά των… αποτυχιών του αφού και εδώ έχουμε εφαρμογή του νόμου της διαλεκτικής που επιτάσσει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις θετικά στοιχεία να μετατρέπονται στο αντίθετο τους . Το πώς , με ποιους τρόπους και από ποιο σημείο και μετά το «σώμα» αυτό των κρατικών στελεχών, οικονομικών   τεχνοκρατών ,στρατιωτικών αξιωματούχων  και κομματικών υπευθύνων , με εργατοαγροτική ωστόσο  καταγωγή,  αποχτά συνείδηση ιδιαίτερου στρώματος και κινείται σαν τέτοιο είναι ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί  . Εκ του αποτελέσματος βέβαια επιβεβαιώνεται  πως τελικά έδρασε με την αντεπαναστατική ανατροπή ως τέτοιο! Ήταν συνεπώς  η ίδια η «κόκκινη» διανόηση το σώμα εκ του σώματος της εργατικής τάξης  που ανέτρεψε τελικά τους… κόκκινους και υφάρπαξε την  εξουσία της τάξης από την οποία κατάγονταν.

4. Η περιορισμένη αντίληψη για το ρόλο , τους μετασχηματισμούς και τις μορφές της ταξικής πάλης κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση  .

Όσον αφορά στην ΕΣΣΔ αλλά και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης κατ επέκταση σημαντικό ρόλο απενεργοποίησης των ταξικών ιδεολογικών και πολιτικών  αντανακλαστικών των κομμουνιστών έπαιξε η περιορισμένη αντίληψη που έβλεπε την ταξική πάλη να διεξάγεται μόνο ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα υπολείμματα των εκμεταλλευτριών τάξεων. Αυτό αποτελεί μία ερμηνευτική διαστρέβλωση της λενινιστικής θέσης .Που δεν έβλεπε την ύπαρξη ανταγωνιστικών αντιθέσεων στη διάρκεια της μεταβατικής σοσιαλιστικής περιόδου , την ανάδειξη αστικών στοιχείων μέσα στο κόμμα, την οικονομία , την κοινωνία  και το κράτος στη βάση αυτών των αντιθέσεων. Το πιο χαρακτηριστικό αποτέλεσμα αυτής της περιορισμένης αντίληψης για την ταξική πάλη (που χρεώνεται  στην σταλινική ηγεσία που την αποδέχτηκε) είναι η θέση του συντάγματος του 1936 η οποία   «καταργεί» την ταξική πάλη και την αντικαθιστά ως  κινητήρια δύναμη  με την λεγόμενη «ηθικοπολιτική ενότητα» της σοβιετικής κοινωνίας. Την περίοδο μάλιστα που εντείνονταν η ταξική πάλη στην ΕΣΣΔ ενώ λίγο αργότερα ο βασικός εισηγητής αυτής της θέσης του Συντάγματος , ο Μπουχάριν, θα οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα! Αυτή η τρανταχτή αντίφαση  αποτελεί πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο σύνθετα είχαν αρχίσει να γίνονται τα ζητήματα  που έπρεπε να απαντηθούν αν και σημαντικό ρόλο στο κλείσιμο τους έπαιξε για  εκείνη την περίοδο η ανάγκη δημιουργίας ενός αρραγούς μετώπου απέναντι στον επερχόμενο πόλεμο. Οι ιδεολογικές επανορθώσεις που επιχειρήθηκαν μετά τον Πόλεμο δεν άγγιξαν αυτή τη θεμελιώδη λαθεμένη θέση και –όπως επίσης αναφέρθηκε- περιορίστηκαν σε ένα κύκλο στελεχών .

Από την άλλη, κάποιος δύσπιστος  θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η αναγνώριση της ταξικής πάλης και των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό δεν «έσωσαν» την κινέζικη επανάσταση. Έτσι είναι. Όμως δεν μπορούν όλα τα ιστορικά κινήματα της εργατικής τάξης να κρίνονται με τη μέθοδο της χυδαίας αποτελεσματικότητας. Γιατί οι διαπιστώσεις και οι διακηρύξεις των κινέζων κομμουνιστών  έδωσαν τη δυνατότητα να διεξαχθεί μιας μεγάλης κλίμακας ταξική αντιπαράθεση  (Πολιτιστική  Επανάσταση) που αν και επίσης  δεν έκλεισε νικηφόρα για την προλεταριακή αριστερά,  τουλάχιστο έδωσε ένα εξαιρετικό σώμα και υλικό αν όχι  απαντήσεων τουλάχιστο διερωτήσεων,   που χρειάζεται  σήμερα να μελετηθούν –σε πρώτη φάση-  σχετικά με την  ανοικτή δυνατότητα καπιταλιστικής παλινόρθωσης κατά τη διάρκεια του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας .

Είναι αλήθεια πως στην Κίνα διακηρύχτηκε ανοιχτά η πιθανότητα αστικής παλινόρθωσης και αρνητικής έκβασης της ταξικής πάλης  για την εργατική τάξη.  Επισημάνθηκε η πάλη των δύο γραμμών, του καπιταλιστικού με τον σοσιαλιστικό δρόμο σε όλη  τη διάρκεια της μετάβασης. Με αυτή την έννοια ο λενινισμός και η θέση  του για τη συνέχιση της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό  αποκαταστάθηκε σε ανώτερο επίπεδο και τούτο φυσικά δεν έχει καμία σχέση και βρίσκεται σε ευθεία αντιπαράθεση με την «αποκατάσταση» -καρικατούρα που επιχείρησαν οι χρουτσωφικοί ρεβιζιονιστές μόνο και μόνο για να θάψουν τον λενινισμό και μαζί του τον μαρξισμό.

Συνάρτηση με τα παραπάνω αποτελεί μια ακόμα πιο περιορισμένη αντίληψη για τις αντιθέσεις στο σοσιαλισμό που δεν τις βλέπουν ως μία εσωτερική διαδικασία της ίδιας της σοβιετικής κοινωνίας αλλά ως υποκινούμενο έργο της καπιταλιστικής περικύκλωσης.

Γ. ΤΑ ΠΕΔΙΑ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ

1.Περιεχόμενο και μορφές της ταξικής πάλης στον σοσιαλισμό.

Στο βαθμό που η ταξική πάλη συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου προς τον κομμουνισμό που αποκαλέστηκε «σοσιαλισμός»,  πρέπει να οριστούν οι βάσεις , το περιεχόμενο και οι μορφές που αυτή παίρνει.

Η αντιπαράθεση  αφορά  το περιεχόμενο και της μορφές που θα παίρνουν οι παραγωγικές σχέσεις και το πώς αυτές θα μετασχηματίζονται σε κομμουνιστική κατεύθυνση.  Αυτό είναι το πρώτο και πλέον καθοριστικό πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στην αστική και την προλεταριακή γραμμή. Αποδείχτηκε σε συνάρτηση με το παραπάνω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα του σοσιαλισμού μπορεί να αποτελέσει ένα άλλο μεγάλο πεδίο αντιπαράθεσης. Το σύστημα αμοιβής ( άρα διανομής) που ακόμα επηρεάζεται από το αστικό δίκαιο , η προσπάθεια να ξεπεραστούν οι οικονομικές προϋποθέσεις που επιφέρει η λειτουργία του νόμου της αξίας μέσα στον σοσιαλισμό –ακόμα και αν βρίσκεται «υπό περιορισμό»-  η ύπαρξη διαφορετικών συστημάτων ιδιοκτησίας αποτελούν επίσης πεδία τροφοδότηση αντιθέσεων όπου εκδηλώνεται η πάλη ανάμεσα στις δύο γραμμές.

Το ζήτημα είναι ότι στην ΕΣΣΔ αυτή η αντιπαράθεση –όπως ειπώθηκε –περιορίστηκε σε έναν στενό κύκλο, δεν ιδεολογικοποιήθηκε επαρκώς (όπως στην Κίνα που ανοιχτά τέθηκε το ζήτημα των «δύο δρόμων») και φυσικά δεν κινητοποιήθηκαν οι εργαζόμενες μάζες , δεν έγινε κτήμα των μαζών αυτή η αντιπαράθεση.

Από την άλλη η κινέζικη εμπειρία έδειξε ακόμα –με όλα τα αναπάντητα ερωτηματικά που άφησε πίσω της και συνδέονται κυρίως με το ρόλο του κόμματος στο σοσιαλισμό- ότι είναι απαραίτητη για την νικηφόρα έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης η δημιουργία μίας συλλογικής ηγεσίας  που να υπερασπίζεται  σθεναρά σταθερά και σε διάρκεια την προλεταριακή γραμμή .Τα φαινόμενα προσωπολατρίας που επαναλήφτηκαν σε μεγαλύτερη έκταση σε σχέση με τον Στάλιν, με τις πολλαπλές αναφορές στο πρόσωπο του Μάο , τον απαράδεκτο αυτοκρατορικό ορισμό «διαδόχου», το πώς παραμερίστηκε , ανατράπηκε και εξοντώθηκε η «συμμορία των τεσσάρων» κλπ  έθεσαν δραματικά αυτό το ζήτημα. Που σε τελικά ανάλυση αποτελεί πρόβλημα όλων των προλεταριακών επαναστάσεων αφού τα νέα αστικά στοιχεία και οι προσπάθειες ανατροπής εκδηλώνονται λίγο μετά την φυσική αποχώρηση από την ζωή των προλεταριακών ηγετών. ( ΕΣΣΔ, Κίνα,  Αλβανία)  Είτε εκδηλώνονται  με την «νέκρωση» και το «πάγωμα»  της επαναστατικής διαδικασίας και τη σιωπηλή μετατροπή σε ένα είδους κρατικού καπιταλισμού με σοσιαλιστικό παρελθόν και αναφορές (πχ Κούβα ή Κορέα).

2.Το ζήτημα των σχέσεων του κόμματος και του κράτους.

Ένα άλλο πεδίο που δημιούργησε υλικούς και πολιτικούς αστικής παλινόρθωσης είναι η σχέση κόμματος-κράτους στη διαδικασία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας .

Όντας το μοναδικό πολιτικό κόμμα που καθοδηγούσε την επαναστατική διαδικασία (άρα και το μοναδικό κόμμα της εσωτερικής πολιτικής ζωής)  το κόμμα των μπολσεβίκων (και το ΚΚΚ) πέρασε από διάφορους μετασχηματισμούς στις διάφορες φάσεις και περιόδους που η ταξική πάλη εντείνονταν στη σοβιετική κοινωνία. Η ταύτιση του όμως με το κράτος αποτέλεσε ένα αρνητικό παράγοντα γιατί το νέο σοβιετικό καθεστώς ταυτίζοντας τις κρατικές-διοικητικές λειτουργίες με τις κομματικές στέρησε από την εργατική τάξη    το    πολιτικό της εργαλείο   . Επιπρόσθετα δημιούργησε ένα είδος κατεστημένης εξουσίας , ένα σκαλοπάτι αριβισμού για τα νέα αστικά στοιχεία που μεταμφιέζονταν σε κομμουνιστές προκειμένου να συνεχίσουν να «βρίσκονται στα πράγματα» . Πολλές μάλιστα από τις κατασταλτικές υπερβολές των κρατικών μηχανισμών ,ιδιαίτερα την περίοδο της κολεκτιβοποίησης, προέρχονταν από τη δράση τέτοιων στοιχείων .Χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι η ίδια η χρήση των κρατικών μηχανισμών και η έκταση της κρατικής καταστολής δημιουργούν από μόνα τους  προϋποθέσεις «απόσπασης αυτών των μηχανισμών από την κοινωνία» και «αναπαραγωγής στο εσωτερικό τους αστικών εξουσιαστικών σχέσεων και όρων».

3.Κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου και δικτατορία του προλεταριάτου.

Πρόκειται για μία λεπτή διάκριση αλλά ουσιαστική.

Χωρίς να παραγνωρίζεται ότι το σοσιαλιστικό κράτος πρέπει να είναι καλά εξοπλισμένο και πανέτοιμο να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική περικύκλωση και να μπορεί να απαντά αποτελεσματικά με οργανωμένη βία απέναντι στη βία των ιμπεριαλιστών, όπως γράφει ο Β Σαμαράς θα πρέπει να τείνει σε ένα «κάτι από κράτος» .

Αυτό σημαίνει πως δίπλα στο «καθαυτό κράτος» (τους μηχανισμούς εσωτερικής και εξωτερικής καταστολής) είναι ανάγκη να δημιουργούνται όροι όλο και  πλατύτερης, ανεμπόδιστης, ελεύθερης και ουσιαστικής συμμετοχής των εργατικών και λαϊκών μαζών στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Με αυτή την έννοια η προλεταριακή δημοκρατία που είναι το… άλλο όνομα της δικτατορίας του προλεταριάτου ,μην το ξεχνάμε,  είναι ευρύτερη από το… κράτος της προλεταριακής δημοκρατίας. Η  ταύτιση του κόμματος με το κράτος είναι το συνώνυμο της ταύτισης της δικτατορίας του προλεταριάτου με το κράτος της και της λαθεμένης αντίληψης ότι αυτή η τελευταία συνεπάγεται ένα   κεντρικά σχεδιασμένο, συγκεντρωτικό  και διαρκώς ογκούμενο διοικητικό και κρατικό μηχανισμό.

Η εμπειρία της εξουσίας «τρία σε ένα» που δοκιμάστηκε στην διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, τα διαρκή κινήματα στον κοινωνία, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση , την οικονομία υπογραμμίζουν αυτή την λεπτή αλλά σημαντική διάκριση που η υλοποίηση της δεν είναι προφανώς ένα από τα πλέον εύκολα πράγματα στον κόσμο. Κι αυτό γιατί τα κινήματα αυτά αναγκαστικά αποδομούν άρα αποδυναμώνουν θεσμούς και μηχανισμούς που έχουν την τάση να παγιώνονται και μέσα στην σοσιαλιστική κοινωνία. Άρα αποδυναμώνουν την κρατική εξουσία του προλεταριάτου -εξ ανάγκης- την ίδια στιγμή που προσπαθούν να δώσουν ευρύτερο και βαθύτερο περιεχόμενο στη συνολικότερη παρουσία   και το ειδικό βάρος  του προλεταριάτου  στην κοινωνία , την οικονομία, τον πολιτισμό! Είναι και αυτή μία άλλη διαλεκτική αντίφαση που ο χειρισμός και η λύση της απαιτούν μία άλλου είδους «μαεστρία» από τις προλεταριακές ηγεσίες. Εδώ φυσικά χρειάζεται    ένα απόθεμα θετικής και αρνητικής εμπειρίας που βέβαια η σοβιετική ηγεσία δεν διέθετε. Υπήρχε μόνο το σύντομο ιστορικό  παράδειγμα της Κομμούνας- όταν ξεκινούσε η οικοδόμηση του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο.

4.  To ζήτημα του κόμματος στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Συναφές με τα παραπάνω είναι και το «αυτόνομο» ζήτημα του ρόλου του κόμματος στον σοσιαλισμό. Το ζήτημα του ρόλου του κόμματος στον σοσιαλισμό όμως  είναι από τα λιγότερο «καταταγμένα»  και απαντημένα ζητήματα γι αυτήν την μεταβατική περίοδο. Τραβώντας λίγο τον προβληματισμό για το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου θα αναρωτιόμασταν  αναλογικά   «πόσο κράτος και πόσο κόμμα» είναι αναγκαίο στο σοσιαλισμό  ή «πόσο κράτος για… πόσο κόμμα». Εν πάσει περιπτώσει πρέπει να διερευνήσουμε πέρα από τις ποσοτικές συσχετίσεις –που έχουν την αξία τους-  για το τι κόμμα μιλάμε στον σοσιαλισμό.

Εδώ πάνω να τονίσουμε πως η επιλογή του ενός κόμματος δεν είναι επιλογή που είχαν εξ αρχή οι μπολσεβίκοι ή οι κινέζοι κομμουνιστές. Επιβλήθηκε από την ίδια την ταξική πάλη και τη στάση των υπόλοιπων τάσεων της αριστεράς απέναντι στην σοβιετική εξουσία αλλά και την υπερκάλυψη των  εθνικών –δημοκρατικών  στόχων των άλλων κομμάτων από το ΚΚΚ κατά τη διεξαγωγή της νεοδημοκρατικής επανάστασης στην περίπτωση της Κίνας.

Ούτε πάλι η απάντηση βρίσκεται στον πολυκομματισμό ή την ελευθερία της αστικής τάξης να έχει πολιτικούς εκπρόσωπους,  πολύ περισσότερο το ζήτημα που θέτουμε δεν συνδέεται με την νομιμοποίηση τάσεων και φραξιών.

Αφού η ύπαρξη ενός κόμματος σημαίνει ουσιαστικά κανένα κόμμα (η πολιτική ζωή απαιτεί τουλάχιστον κάποιους διαφορετικούς πόλους και κόμματα για να υπάρξει ως τέτοια) τίθεται το ζήτημα ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του κομμουνιστικού κόμματος στον σοσιαλισμό. Και πως θα είναι η πολιτική ζωή στον σοσιαλισμό

Και επειδή δεν…  υποφέρουμε από τα ψευτοδημοκρατικά υποκριτικά  σύνδρομα της αστικής τάξης αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το εξής:

Πως θα μπορεί το κομμουνιστικό κόμμα να «υποκινεί» την από τα κάτω κριτική και συμμετοχή των μαζών στην πολιτική και κοινωνική ζωή; Δηλαδή πως θα πρέπει να είναι η πολιτική ζωή στον σοσιαλισμό; Ερχόμαστε δηλαδή ξανά στα ζητήματα της σχέσης της δικτατορίας του προλεταριάτου με το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου που ετέθησαν πιο πάνω.

Δηλαδή πως το κομμουνιστικό κόμμα από –μοναδικό- κυβερνητικό κόμμα θα μετατραπεί με μία έννοια , θα λέγαμε καλύτερα  σε μη καθεστωτική,  πολιτική οντότητα που    ως συλλογικός οργανωτής θα οργανώνει και θα καθοδηγεί την όλο και πιο διευρυμένη, ελεύθερη , απρόσκοπτη συμμετοχή της εργατικής τάξης στους θεσμούς της προλεταριακής δημοκρατίας και στα κινήματα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Εδώ δεν υπάρχουν ολοκληρωμένες απαντήσεις .Ακόμα και η ΠΕ μπορεί να έθιξε και να ανάδειξε αλλά δεν απάντησε το ζήτημα αυτό.  Σίγουρο είναι ότι τη διαδικασία της αστικής παλινόρθωσης βοήθησε σημαντικά –και αποτέλεσε μάλιστα έναν από τους υλικούς όρους της – η ενσωμάτωση του επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος στις δομές της κρατικής εξουσίας . Μάλιστα το μπρεζνιεφικό ή το  κινέζικο παράδειγμα απέδειξε πως το ίδιο το κόμμα –ελλείψει άλλων μηχανισμών  - μπορεί να μετατραπεί σε…  έξοχο κεντρικό  μηχανισμό   ελέγχου και επιβολής των ρυθμών και των μέσων της αστικής -καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Και το σοσιαλιστικό κράτος μπορεί να μετατραπεί σε σοσιαλφασιστικό κράτος. 

5 Για το ζήτημα της βίας. Επαναστατική βία και κρατικοί μηχανισμοί στο σοσιαλισμό.

Επειδή όλα τα ζητήματα που εξετάζονται με επίκεντρο την καπιταλιστική παλινόρθωση  συνδέονται μεταξύ τους έτσι και το ζήτημα της άσκησης της επαναστατικής βίας στο σοσιαλισμό συνδέεται με ό, τι τέθηκε λίγο πιο πάνω (σχέση κόμματος-κράτους –μηχανισμών εξουσίας). Κατ αναλογία η  επαναστατική βία κατά τη διάρκεια του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας είναι ευρύτερη της βίας που ασκούν κατ αποκλειστικότητα –θα μπορούσαμε να πούμε- οι κρατικοί/κατασταλτικοί μηχανισμοί. Και δεν ταυτίζεται μαζί τους.

Επαναστατική βία πχ  είναι η δήμευση των τσιφλικάδικων περιου   σιών, επαναστατική βία είναι να απαιτείς και να επιβάλεις τις εφημερίδες τοίχου που οι ρεβιζιονιστές ηγέτες και καθηγητές  απαγορεύουν να αναρτηθούν, επαναστατική βία είναι πχ η αποστολή στο θεοκρατούμενο Θιβέτ των Ερυθροφρουρών , η εκστρατεία για την κολεκτιβοποίηση και οι βίαιες συγκρούσεις με τους κουλάκους κλπ.

Η δικτατορία του προλεταριάτου δεν πρόκειται –και δεν πρέπει φυσικά-  να απαλλοτριώσει για τον εαυτό της  το δικαίωμα να εφαρμόζει την επαναστατική βία σε όλη τη διάρκεια της μεταβατικής σοσιαλιστικής περιόδου. Ωστόσο η βία που ασκείται από τους κρατικούς –κατασταλτικούς μηχανισμούς της δικτατορίας του προλεταριάτου , από το κράτος,  είναι ένα διαφορετικό πράγμα. Όχι μόνο γιατί ενσωματώνει νομικές ρήτρες, κανόνες και σωφρονιστικές ποινές πολύ περισσότερο εκτελέσεις. Αλλά γιατί αν  η επαναστατική βία της δικτατορίας του προλεταριάτου ασκείται ΚΥΡΙΩΣ μέσω των μηχανισμών τους κράτους έχουμε δύο πολύ σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τον μακροχρόνιο κομμουνιστικό στόχο που είναι η απονέκρωση του κράτους : Η μία επίπτωση είναι η αυτονόμηση –από την υπόλοιπη κοινωνία- των κρατικών κατασταλτικών -σωφρονιστικών μηχανισμών. Η άλλη –πιο σοβαρή –επίπτωση αφορά στο γεγονός ότι τα αστικά στοιχεία που χτυπιούνται – όσο χτυπιούνται-  και  καταστέλλονται πρόσκαιρα  ή εκτελούνται ακόμα ως φυσικές υπάρξεις από τους κρατικούς μηχανισμούς βίας στην ουσία αναπαράγονται πολιτικά  στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών.  Γιατί «τρέφονται» από τις   εξουσιαστικές  σχέσεις  που διαμορφώνονται και  εδραιώνονται εκεί ..

6. Το ζήτημα της ιδεολογικοποίησης αναγκαστικών επιλογών.

Όπως ήδη ειπώθηκε οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις δεν εκδηλώθηκαν σε… κενό αέρος αλλά μέσα σε συγκεκριμένες αλλά σπάνια «κανονικές»  συνθήκες «θερμοκρασίας και πίεσης». Ότι αυτό πολλές φορές επέβαλλε αποφάσεις, μέτρα και επιλογές που δεν ήταν συμβατές όχι μόνο με τους μακροπρόθεσμους αλλά και τους μεσοπρόθεσμους στόχους της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Τέτοιες αποφάσεις πχ ήταν τα μέτρα επίταξης τροφίμων και μέσων της περιόδου του «εμπόλεμου κομμουνισμού» ή το αντίθετο τους τα μέτρα «κρατικού καπιταλισμού» της περιόδου της ΝΕΠ ακόμα θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την «βιασύνη» της γοργής βιομηχανοποίησης και κολεκτιβοποίησης μπροστά στον Πόλεμο, μπροστά στον Πόλεμο επίσης τη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας, την επαναφορά των βαθμών και της στρατιωτικής ιεραρχίας ή πολύ περισσότερο τις εκκαθαρίσεις των στρατιωτικών στελεχών όταν αποκαλύφτηκε η προσπάθεια στρατιωτικού πραξικοπήματος (περίπτωση Τουχατσέφσκι κλπ )κλπ.

Στον ίδιο καμβά μπορούμε να προσθέσουμε ότι τέτοιου είδους υποχωρήσεις συνοδεύτηκαν από πρακτικές, νοοτροπίες και συμπεριφορές και εν γένει  «κατεστημένες καταστάσεις»  που περισσότερο χαρακτήριζαν την αστική κουλτούρα και   ιδεολογία. Πχ η συμπεριφορά μεγάλης κρατικής δύναμης στις σχέσεις με τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα. Φυσικά αυτές οι αυτοκρατορικές αντιλήψεις –η προσάρτηση των Βαλτικών χωρών μετά τον Πόλεμο μπορεί να ενταχθεί σε αυτές- ήταν αντανάκλαση της σταδιακής κατάληψης της εξουσίας  και των κέντρων του κομμουνιστικού κινήματος από το «σώμα» εκείνο που λίγο αργότερα θα ανατρέψει την σοσιαλιστική κατεύθυνση .

Εκείνο  που απαιτούνταν  την περίοδο  πριν τον Πόλεμο  ήταν όλες   οι αναγκαστικές επιλογές που έφεραν αυτό το  αρνητικό πρόσημο αφού δεν μπορούσαν να αποφευχθούν,  τουλάχιστον με πλήρη συνείδηση να «υπονομεύονται θεωρητικά»  και όχι αντίθετα να … θεωρητικοποιούνται και να δικαιολογούνται σε κάθε συγκυρία και πολύ περισσότερο να γενικεύονται . Δηλαδή μπορούμε να πούμε πως σε αυτό το σημείο   υπάρχει μία εκτροπή από την λενινιστική θέση  ότι οι κομμουνιστές πρέπει να αποστασιοποιούνται θεωρητικά και να μην ταυτίζονται με τις κατά περίπτωση η συγκυρία πολιτικές επιλογές τους.

Για την περίπτωση μετά τον Πόλεμο το ιδεολογικό μέτωπο διευρύνεται καθώς ήταν ανάγκη να ανοίξει το σύνολο των ζητημάτων , όπως ήδη έχει ειπωθεί. Ό όρος σταλινικός βέβαια πριν το χρουτσωφικό πραξικόπημα είχε συνδεθεί με ότι ηρωικό, πρωτοπόρο   δοτικό ΚΑΙ τολμηρό υπήρχε στην μέχρι σήμερα ιστορία   Ένα  είδος «αποσταλινοποίησης» βέβαια ήταν αναγκαίο από τα.. αριστερά με την έννοια της άρσης όλων   των βαριδίων, στρεβλώσεων και λαθών της σταλινικής περιόδου. Όμως αυτό που   τελικά επιβλήθηκε ήταν  η  χρουτσωφική  αποσταλινοποίηση     και στο όνομα της ο αντικομουνισμός της δεξιάς αναθεώρησης. Ό, τι    δεν το τόλμησε δηλαδή η προλεταριακή αριστερά επιχειρήθηκε από την ρεβιζιονιστική δεξιά , στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.   Υπερθεματίζοντας για τις αδυναμίες και τις στρεβλώσεις της σταλινικής περιόδου   στις οποίες τα μέλη της ρεβιζιονιστικής ηγεσίας  είχαν διαπρέψει και διακριθεί  αφού, ίσα-ίσα,  στο έδαφος αυτών των στρεβλώσεων «άνθισε» η αστική παλινόρθωση .

Ανακεφαλαιώνοντας

Η επισήμανση των πεδίων και των σταθμών της συζήτησης για την καπιταλιστική παλινόρθωση είναι μία συζήτηση  που έπρεπε να ξεκινήσει… χτες.

Από μεριάς μας αυτή η σύντομη εισήγηση δεν έχει καθόλου τον χαρακτήρα αυτάρεσκης προβολής  μίας τελειωμένης και ολοκληρωμένης προσέγγισης.  Αντίθετα, έρχεται να υπογραμμίσει το μεγάλο και βασανιστικό δρόμο που έχουν να βαδίσουν οι κομμουνιστές της εποχής μας προκειμένου να δώσουν όλο και πιο ολοκληρωμένες, ολόπλευρες και πειστικές απαντήσεις στο μεγάλο αυτό ζήτημα.

Πολλές  μάλιστα διαστάσεις του δεν έχουν ακόμα καν εξεταστεί

Επιπλέον από αυτή την ιστορική εμπειρία «απουσιάζει» η εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στις χώρες εκτός της ΕΣΣΔ και της Κίνας.

Επιστρέφοντας στην εισαγωγή και επιχειρώντας να αντιστρέψουμε την κριτική που οι ίδιοι κάνουμε για όσους θεωρούν την καπιταλιστική παλινόρθωση ως μία αντικειμενική και –αναμενόμενη- εξέλιξη , μπορούμε να πούμε κάτι ακόμα που ίσως ξαφνιάσει :

Ίσως και τελικά να ήταν «ιστορικά αντικειμενικό» να υπάρξει αυτή η επώδυνη παλινδρόμηση. Ίσως στην πορεία προς τον κομμουνισμό   να ήταν αναγκαία αυτή η συσσώρευση αρνητικής πείρας που πιέζει αφόρητα να μετατραπεί στο αντίθετο της . Να μην ξεχνάμε και τον Μαρξ που γράφοντας για τις προλεταριακές επαναστάσεις του καιρού του λέει ότι περιφρονούν τις πρώτες αποτυχίες τους ,ότι ξαναγυρίζουν τον εαυτό τους , ότι αυτοσαρκάζονται και επιχειρούν ξανά και ξανά μέχρι  να κάνουν πια αδύνατη την επιστροφή στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Είναι γνωστό από τη φύση τουλάχιστον  ότι  μόνο τα μεγάλα δένδρα  έχουν βαριά «σκιά».

Η  απόπειρα οικοδόμησης μίας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο  είναι ένα δένδρο που διακλαδώνεται τόσο βαθιά στο μέλλον όσο βαριά είναι η σκιά της που προσπαθούμε  σήμερα να ερμηνεύσουμε και να εξηγήσουμε.

 

 

 

 

Αναζήτηση

Κατηγορίες