H 8η Συνδιάσκεψη προκύπτει ως ανάγκη και όχι ως απλή καταστατική υποχρέωση
28 Οκτωβρίου, 20148η Συνδιάσκεψη - Κείμεναadmin

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΕ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ

• Συμπληρώνονται δύο χρόνια από τότε που η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ αναλάμβανε να βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά και να ξαναστήσει πιο στέρεα στα πόδια του το πολιτικό σκηνικό που είχε καταρρεύσει κάτω από το βάρος της άγριας επίθεσης, ιδιαίτερα των χρόνων από το 2010-2012.

Η συγκυβέρνηση αυτή είχε στ’ αλήθεια ένα δύσκολο έργο να επιτελέσει και από πρώτη ματιά αντιφατικό. Έπρεπε απ’ τη μια (όσον αφορά το εσωτερικό πρώτα) να αποκαταστήσει στοιχειωδώς ορισμένες ισορροπίες στα πλαίσια του αστικού πολιτικού συστήματος, μετά από όλη την αναστάτωση και τους κλυδωνισμούς που είχαν προηγηθεί, κυρίως επί των ημερών Γ.Α.Π., και ταυτόχρονα να μην κάνει βήμα πίσω στην προώθηση των πιο άγριων και επιθετικών πολιτικών του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου, εξασφαλίζοντας τη στήριξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ΗΠΑ και ΕΕ. Και όλα αυτά με βασικότερη προϋπόθεση την κατάπνιξη-καταστολή του εχθρού λαού με ότι αυτό συνεπάγεται, και ο οποίος λαός με τις μαζικές του αντιδράσεις το δίχρονο 2010-2012 είχε σαφώς δημιουργήσει πολλά προβλήματα.

Παρά τις αρχικές προσπάθειες της κυβέρνησης Σαμαρά να κρατήσει προσχήματα με την σύμμαχό της ΔΗΜΑΡ, ήταν τόσο βαρύ το έργο της εξόντωσης των τελευταίων λαϊκών δικαιωμάτων που ούτε ξεσκολισμένοι οπορτουνιστές τύπου Κουβέλη δεν άντεξαν.

Πολύ πιο ανθεκτικό αποδείχτηκε το βενιζελικό απομεινάρι του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εκτός από το ότι παρίστανε το δικαιωμένο, αντιλαμβάνονταν ότι δεν είχε άλλη λύση για να παρατείνει την πολιτική του παρουσία από το να κρεμαστεί από τη ΝΔ του Σαμαρά.

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΑΜΑΡΑ (ΚΑΙ ΟΛΙΓΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ): ΜΙΑ ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΑΔΙΣΤΑΚΤΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Αυτό που έχουμε, λοιπόν, να παρατηρήσουμε από τον ενάμισι χρόνο που έχει περάσει από τις τελευταίες εκλογές, είναι ότι η συγκυβέρνηση ουσιαστικά κινήθηκε με βάση τις επιδιώξεις της ηγετικής ομάδας της ΝΔ πέριξ του Αντώνη Σαμαρά. Μια ηγετική ομάδα η οποία κατάφερε να επιβιώσει και να κρατήσει (μέχρι τώρα τουλάχιστον) κρίσιμες ισορροπίες, γιατί εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο δύο παράγοντες. Ο ένας είχε να κάνει με το ότι τα πολιτικό-οικονομικό-στρατηγικά κέντρα εξουσίας εντός και εκτός Ελλάδας, με βάση τους ραγδαίους ρυθμούς αποδόμησης του προηγούμενου πολιτικού στάτους, δεν είχαν την πολυτέλεια μιας άλλης πολιτικής λύσης που να εγγυάται τα βασικά προαπαιτούμενα της καπιταλιστικής επέλασης και της προώθησης των συμφερόντων ΗΠΑ και ΕΕ. Για να μην παρεξηγηθούμε, όχι ότι η κυβέρνηση Σαμαρά δεν ήξερε πώς να υπερασπιστεί το ταξικό συμφέρον αυτών που υπηρετούσε, αλλά αποδείχτηκε ιδιαίτερα έτοιμη και ευπροσάρμοστη για να σκύψει τη μέση στους γερμανούς ιμπεριαλιστές κρατώντας και τις γέφυρες με τους υπόλοιπους Δυτικούς και κλείνοντας αρκετές φορές κατάμουτρα την πόρτα στα μούτρα των Ρώσων. Σύντομα φάνηκε ότι αυτή η κυβέρνηση, αξιοποιώντας στο έπακρο την ανυπαρξία της Αριστεράς και την μεγάλη υποχώρηση του ΚΚΕ, μπόρεσε να πορευτεί πολύ αντιδραστικά και πολύ δεξιά, και να πολιτευτεί με τον βούρδουλα, με την τρομοκρατία, με τον αντικομμουνισμό.

Η κυβέρνηση αυτή αντί, όπως υποτίθεται έπρεπε να κάνει στα πλαίσια μιας αστικής δημοκρατίας, να τηρεί ορισμένα δημοκρατικά προσχήματα, έπραξε εντελώς το αντίθετο, με αποτέλεσμα να διαμορφώσει ένα ολόπλευρα δύσοσμο, σκοτεινό και φασίζον πολιτικό περιβάλλον, όπου πολλά στοιχεία κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ακυρώθηκαν είτε στην πράξη είτε δια νόμων και όπου το φασιστικό και κρυπτοφασιστικό παρακράτος οργανώθηκε και θέριεψε στήνοντας τις άκρες του με το επίσημο κράτος και το επίσημο πολιτικό σκηνικό. Το «δυνατό» του χαρτί απέναντι στους αμφισβητίες (που δεν ήταν λίγοι) ήταν ότι επί των ημερών του το κοινοβούλιο και τα υπουργεία κατόρθωναν με την αγαστή στήριξη και υπόδειξη των έξω να θεσμοθετήσουν μια σειρά βάρβαρα μέτρα. Επί της ουσίας, η κυβέρνηση του Σαμαρά, χωρίς να αποφύγει το τίμημα (κλυδωνισμοί, στραπατσαρίσματα κ.λπ.) και χωρίς να είναι καθόλου απίθανο να πλησιάζει στην ημερομηνία λήξης της, θα μπει στην ιστορία σαν μια κυβέρνηση από τις πιο αποτελεσματικές στο να εξοντώνει το λαό, να κατεδαφίζει τα όποια δικαιώματα, να εξυπηρετεί τους ιμπεριαλιστές και να διαμορφώνει το πλαίσιο μιας πολύ σκληρής έως φασίζουσας δεξιάς, μιας κοινωνίας κρανίου τόπος και με την άνεση να παρουσιάζει με βάση τους όλους μηχανισμούς στήριξης που είχε, το μαύρο, άσπρο.

ΡΕΥΣΤΟ ΚΑΙ ΑΣΑΦΕΣ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΚΗΝΙΚΟ

• Όλο αυτό το τελευταίο διάστημα, η κυβέρνηση Σαμαρά (και ολίγη έως καθόλου Βενιζέλου) αντιμετωπίζεται από τους ιμπεριαλιστές και το ντόπιο κατεστημένο με μια πρακτική «μια στο καρφί και μια στο πέταλο». Τα success story, τα «μπράβο» των ιμπεριαλιστών, τα χτυπήματα στην πλάτη, διαδέχονται χτυπήματα κάτω από τη μέση. Είναι πολύ φυσικό η κυβέρνηση Σαμαρά να εισπράττει ευχαριστίες για τις υπηρεσίες που πρόσφερε και προσφέρει προς το κεφάλαιο και τους ιμπεριαλιστές. Είναι επίσης λογικό η ΕΕ αλλά και οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ, με βάση την πορεία όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, έτσι όπως σηματοδότησαν τις εξελίξεις στη Συρία αλλά και στην Ουκρανία, να ενδιαφέρονται για την ασφάλεια και την σταθερότητα των ερεισμάτων τους στην Ελλάδα με την τόσο νευραλγική και στρατηγική θέση. Είναι, λοιπόν, αρκετά αναμενόμενο από τη σκοπιά των ιμπεριαλιστών και του ντόπιου κατεστημένου να θέλουν στην Ελλάδα μια κυβέρνηση πρόθυμη αλλά και στοιχειωδώς σταθερή. Μια κυβέρνηση που να έχει την ανοχή των λαϊκών μαζών αλλά και την δυνατότητα να δρα αντιλαϊκά. Μια κυβέρνηση που να μην διστάζει να φτάσει στην ωμή βία και την ανοιχτή καταστολή απέναντι στις μάζες, όταν αυτές αποφασίζουν να εκδηλώσουν την οργή τους με διάφορους τρόπους.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι στην προοπτική τους τα πράγματα δείχνουν ότι η κυβέρνηση Σαμαρά μπορεί να μην συγκεντρώνει στο μέλλον τα χαρακτηριστικά που εξυπηρετούν τους ιμπεριαλιστές και το κεφάλαιο. Γι’ αυτό και αναμένονται πολιτικές ανακατατάξεις και αλλαγές. Κυρίως γιατί η φθορά που έχει υποστεί η κυβέρνηση όλο αυτό τον ενάμισι χρόνο δεν φαίνεται πιθανόν να αναπληρωθεί, παρά τους διθυράμβους και τους πανηγυρισμούς των τελευταίων εβδομάδων. Οι κάλπες που θα στηθούν με αφορμή τις εκλογές θα τροφοδοτήσουν αυτές τις εξελίξεις χωρίς αμφιβολία, διότι αποτελούν μια καλή ευκαιρία για το σύστημα να μετρήσει δυνάμεις, επιρροή, ισορροπίες και να προγραμματίσει τις κινήσεις του επί πραγματικών δεδομένων και όχι μέσα από αναξιόπιστα γκάλοπ. Άλλωστε οι πανηγυρισμοί και τα «φιλικά» χτυπήματα στην πλάτη του Σαμαρά, από την πλευρά κυρίως των Γερμανών, δεν θα πρέπει να κρύβουν και να συσκοτίζουν ούτε τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στα πλαίσια της Δύσης ούτε τις αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες μερίδες του ντόπιου κεφαλαίου που διαχρονικά δεν έχουν κρύψει την δυσαρέσκειά τους απέναντι στην κυβέρνηση που δεν παρουσιάζεται αρκετά αποφασιστική απέναντι στους ξένους.

Χωρίς να αποκλείονται εκπλήξεις που μπορεί να αποτελέσουν εκφράσεις της συσσωρευμένης λαϊκής αγανάκτησης στις κάλπες, το πρόσημο που αναμένεται να έχουν αυτές οι αλλαγές που επίκεινται φαίνεται να είναι ακόμα πιο αντιδραστικό και σκληρά δεξιό.

Μήπως αυτή η εκτίμηση σημαίνει ότι αποκλείεται να δούμε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ; Όχι βέβαια. Αποκλείοντας βέβαια μια κυβέρνηση αυτοδύναμη, αμιγώς ΣΥΡΙΖΑ. Όλοι παρατηρούμε το πώς ξεφυτρώνουν κόμματα και «κομματίδια» προκειμένου να βάλουν υποθήκες και για να χρησιμοποιηθούν στις διάφορες συνεργασίες αν χρειαστούν (στο μέλλον θα χρειαστούν).

Ακόμα όμως και να υποχρεωθεί το σύστημα, επειδή έχει χάσει τη δυνατότητα να ελέγχει αποτελεσματικά τις μάζες ακόμα και μπροστά στις κάλπες, να συνδιαλέγεται με κυβερνήσεις που θέλουν να παρουσιάζονται ότι θα λειτουργήσουν φιλολαϊκά και ότι θα αποκαταστήσουν αδικίες, θα το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να ρυμουλκήσει τέτοιου είδους αλλαγές προς δεξιές και συντηρητικές κατευθύνσεις. Γι’ αυτό και το σύστημα επιδιώκει και θέλει κυβέρνηση που να είναι πιο έτοιμη και πιο ευπροσάρμοστη να ανταποκριθεί. Δεν υπάρχουν πολυτέλειες «χαμένων τετραετιών» και τριετιών για το σύστημα ούτως ώστε να τις χαραμίσει μέσα σε δύσκολες συνθήκες απλώς για να «εκπαιδεύσει τον ΣΥΡΙΖΑ» και να συμμορφώσει τους «απείθαρχους». Θα τους θέλει βέβαια και αυτούς για να δίνουν ένα προφίλ, όμως με την προϋπόθεση να έχει διασφαλίσει τον σκληρό πυρήνα της κυβέρνησης που θα κάνει και την βρώμικη δουλειά. Είναι σαφές για μας ότι το καπιταλιστικό σύστημα θα ήθελε να κυβερνάει διαφορετικά με διευρυμένη κοινωνική εμβέλεια, με ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες, με αυξημένο ρόλο μεσαίων και αστικών στρωμάτων, με…, με … κ.λπ. Αυτή όμως την δυνατότητα την έχει πλέον οριστικά απολέσει και όχι μόνο στην Ελλάδα. Η επέλαση του κεφαλαίου και οι ιμπεριαλιστικές εξορμήσεις, όχι μόνο διέρρηξαν τον κοινωνικό ιστό, όχι μόνο κατεδάφισαν ότι υπάρχει από άποψη λαϊκών δικαιωμάτων, αλλά δεν έχει άλλα περιθώρια παρά να συνεχίσει προς την ίδια κατεύθυνση. Γι’ αυτό και οι πολιτικές λύσεις που δοκιμάζει, εμπιστεύεται και προετοιμάζει, ακόμα και αν δεν μακροημερεύσουν και έχουν ημερομηνία λήξης, είναι ανάλογες. Είναι λύσεις που προορίζονται να κυβερνούν με το μαστίγιο και όχι με το καρότο. Είναι λύσεις που θα στηρίζονται στη βία και στην καταστολή, στην τρομοκρατία, στον αντικομμουνισμό, στη θωράκιση των νομικών πλαισίων, στην ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης, στο ανοιχτό χτύπημα και την περιθωριοποίηση όσων πρωτοπόρων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων έχουν βάλει στο στόχο τους να συμβάλουν στην αντίσταση και την πάλη του λαού.

Γι’ αυτό και παρά την αγανάκτηση του κόσμου, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται σαν να έχει πιάσει κάποια όρια, σαν να αντιμετωπίζει την κατάσταση με αμηχανία και οι υποψήφιοι ψηφοφόροι με σκεπτικισμό. Άλλωστε οι μάζες, χωρίς να υπάρχει ταύτιση κοινωνικής, πρακτικής και πολιτικής συμπεριφοράς, δεν μπορούν να συμπεριφέρονται μπροστά στις κάλπες με διαφορά 180 μοιρών από ότι συμπεριφέρονται στην καθημερινή τους ζωή. Και όταν η μεγάλη πλειοψηφία των μαζών (ευρύτατες κατηγορίες και κοινωνικά στρώματα) έχει καταδικαστεί σε ανέχεια, φτώχεια, δυστυχία και δεν μπορεί να αντιδράσει λόγω, όπως είπαμε, των ευθυνών αυτών που κατά τα άλλα με μεγάλη ευκολία τους καλούν να ψηφίσουν, τότε δεν είναι εύκολο να κάνουν την «ανατροπή» ούτε στις κάλπες κοιτώντας προς αριστερές και ριζοσπαστικές κατευθύνσεις. Το σύστημα γνωρίζει αυτή την πραγματικότητα καλύτερα από οποιονδήποτε αναλυτή γι’ αυτό και προετοιμάζεται. Και ταυτόχρονα προσφέρει και «άλλες λύσεις». Από το να αντικατασταθεί ο πρωθυπουργός χωρίς εκλογές μέχρι να πριμοδοτεί τη «λύση» τύπου «Ποτάμι» ίσα για να δώσει την ψευδαίσθηση της εκτόνωσης σε εκατομμύρια ανθρώπους και να μπορεί να συνεχίζει την άγρια εκμετάλλευση και καταπίεση.

ΟΙ ΓΚΡΙΖΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ «ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ»

Για να χαραχθεί μια πολιτική αντίστασης-διεκδίκησης, αλλά και για να παίρνει σάρκα και οστά μια κατεύθυνση επαναστατική-ανατρεπτική μέσα στο κίνημα και την ταξική πάλη, είναι απαραίτητο για τους πρωτοπόρους αγωνιστές να μελετούν και να παρακολουθούν τις κοινωνικές, ταξικές μεταβολές, τις αλλαγές των συσχετισμών μεταξύ τους, αλλά και τις σχέσεις των μικρών-μεσαίων στρωμάτων τόσο με την εργατική τάξη όσο και με την κυρίαρχη άρχουσα τάξη. Στη χώρα μας (και όχι μόνο) η όλη κοινωνική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί με τις ανατροπές του 2009-2014 χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη επιδείνωση για τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Μια προσπάθεια ταξικής προσέγγισης δείχνει ότι, παρά τα επιφαινόμενα, όλη αυτή η αστική προπαγάνδα ότι δήθεν η περίοδος της δυστυχίας και των βασάνων για το λαό τελειώνει και αρχίζει η περίοδος της ευημερίας και ότι απλώς πρέπει να κάνουμε «υπομονή» για να το δούμε, δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Είναι, λοιπόν, χρέος των πρωτοπόρων αγωνιστών, όσο και αν η φωνή τους αντιμετωπίζει σαφή όρια και περιορισμούς, να διαμορφώσουν, με βάση τα πραγματικά δεδομένα, ένα ολόκληρο φορτίο και οπλοστάσιο αποκάλυψης της συστηματικής και καθημερινής παραπληροφόρησης της κυβέρνησης.

Κυρίως, πρέπει να αποφεύγουμε να πέφτουμε στις παγίδες των διλημμάτων (κυρίως ψεύτικων) που τόσο έντεχνα και έμπειρα καλλιεργεί το σύστημα αλλά και τροφοδοτούνται από τη χρεοκοπημένη Αριστερά που θεωρούσε ότι θα κάνει «εύκολη» πολιτική για να διασκεδάσει τις μάζες αναμασώντας και αυτή με τη σειρά της «επιχειρήματα» του ίδιου του συστήματος.

Όσοι περιόρισαν τη δράση τους στον αντιμνημονιακό αγώνα, όσοι πόνταραν στην «ανάπτυξη» που οι μνημονιακοί δεν μπορούσαν να προωθήσουν, όσοι πόνταραν σε ευκαιριακές συμμαχίες προκειμένου να δώσουν την αίσθηση ότι μπορούν να κυβερνήσουν αισθάνονται αμηχανία και αδιέξοδα. Ας το πούμε μια φορά ακόμη ότι όσοι ισχυρίζονται (πρώτοι απ’ όλους οι κυρίαρχοι) ότι όλα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη και που τα έχουμε χαρακτηρίσει ως «δημιουργική καταστροφή» που περνάει δια πυρός και σιδήρου, θα σταματήσουν μία μέρα του Απρίλη με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Σαμαρά και τις ευλογίες των έξω ή είναι αφελείς ή παίζουν βρώμικο και αισχρό ρόλο. Δεν μετατράπηκε η χώρα σε «νεκροταφείο» δικαιωμάτων, σε «κρανίου τόπο» για τους εργαζόμενους και τους άνεργους, δεν έφτασαν τα μεροκάματα και οι μισθοί τόσο χαμηλά, δεν εξανεμίστηκαν οι συντάξεις κ.λπ., για να δεχτούμε ότι ο Σαμαράς και όποια κυβέρνηση θα βγει θα γυρίσει το διακόπτη και θα γυρίσουμε εκεί που το είχαμε αφήσει. Όλα όσα πλήρωσαν και πληρώνουν οι λαοί δεν είναι κάποιες θυσίες με ημερομηνία λήξης. Αντίθετα, είναι το απαραίτητο πλαίσιο και προαπαιτούμενο ώστε το κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός να διαχειριστούν τις επιταγές αλλά και τις τρομακτικές αντιφάσεις και αντιθέσεις που διακρίνουν και χαρακτηρίζουν το διεθνές ιμπεριαλιστικό καπιταλιστικό σύστημα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα και υποκρισία από το να ισχυρίζεται η ντόπια κυρίαρχη μεγαλοαστική τάξη ότι αφαίρεσαν όλον αυτόν τον πλούτο τα τελευταία χρόνια, ίσα για να τον επιστρέψουν μέσω διανομής του πλεονάσματος. Μας έκλεβαν (ανοιχτά και μπροστά στα μάτια μας, που λένε), μας πέταξαν από τις δουλειές μας, για να έρθουν μετά, οι ίδιοι που μας έκλεβαν, να μας τα «επιστρέψουν». Μόνο «συγνώμη, παρεξήγηση» δεν θα μας πουν!

Ωστόσο, δεν ξεμπερδεύουμε έτσι εύκολα με τα «επιχειρήματα» του συστήματος. Πρέπει να κάνουμε πιο ουσιαστική και πιο βαθιά μελέτη των πραγματικών όρων και επιδιώξεων του συστήματος.

Κατά πρώτο, ότι όταν το σύστημα και οι παρατρεχάμενοί του μιλούν για την ανάπτυξη, ουσιαστικά εννοούν τη δυνατότητα να συνεχίσει το σύστημα να λειτουργεί, να παράγει, να κερδίζει, με όρους όμως πολύ πιο διαφορετικούς και πιο αποδοτικούς γι’ αυτούς απ’ ότι πριν δεκαετίες. Ουσιαστικά εννοούν να αναπροσαρμόσουν, να τροποποιήσουν, να αποκαταστήσουν ένα ολόκληρο πλέγμα και δίκτυο παραγωγής και εμπορίας, γύρω και δίπλα από τις 5-10 μεγάλες οικογένειες που έχουν συγκεντρώσει το συντριπτικά μεγάλο μέρος του πλούτου της χώρας. Ουσιαστικά επιδιώκεται και μέσα απ’ αυτό το σχέδιο η επιμέρους αποκατάσταση κάποιων κοινωνικών συμβολαίων στρωμάτων που έχουν πληγεί από την κρίση με την ντόπια μεγαλοαστική τάξη.

Ουσιαστικά, λοιπόν, η κυβέρνηση Σαμαρά έχει σαν στόχο, με τις ευλογίες των ξένων να διαμορφώσει μια διευρυμένη «μπίζνα» που λέμε, στην οποία να συμμετάσχουν ξανά και κάποιοι μικρότεροι-μεσαίοι παλιοί αλλά και καινούριοι, και στην οποία αυτό που προσφέρει η «επιτυχημένη» κυβέρνηση Σαμαρά είναι ένα ολόκληρο εργατικό δυναμικό (είτε ντόπιο είτε από τη μετανάστευση) κάτω από άθλιες συνθήκες εργασίας και αμοιβής.

Το σχέδιο, λοιπόν, ούτε καινούριο είναι και στα χαρτιά δείχνει πολύ απλό, είτε το πούμε Ζάππειο 1, 2, είτε το πούμε όπως το ονοματίζει ο Παπακωνσταντίνου κ.λπ. Πρόκειται για το σχέδιο, λοιπόν, της επαναδιαμόρφωσης μιας νέας ή αναβαθμισμένης αυλής πέριξ αυτών που λέμε μεγαλοκαρχαρίες που εδρεύουν(;) στη χώρα. Φαίνεται απλό αλλά δεν είναι, όπως αποδείχτηκε στην πράξη. Πρώτον, γιατί είναι πολύ φυσιολογικό να αντιδράσουν οι εργαζόμενοι όπως αντιδρούσαν τα προηγούμενα χρόνια. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να δεχτούν οι εργαζόμενοι τη μοίρα που ανοιχτά και κυνικά φαίνεται να τους επιφυλάσσει το μεγάλο κεφάλαιο. Δεύτερον, γιατί όλη η διεθνής συγκυρία της επίθεσης, οι καβγάδες των ιμπεριαλιστών παντού και στην περιοχή μας, αλλά και τα χαρακτηριστικά του μεγάλου κεφαλαίου στη χώρα μας, ενώ τα κατάφερε τελικά να γκρεμίσει, δυσκολεύεται στο τι, πώς και με ποια υποστήριξη θα καταφέρει να «χτίσει» πιο αποτελεσματικά και κερδοφόρα.

Είναι επίσης αφέλεια να πιστεύει κάποιος σοβαρός μελετητής ότι το έργο της «ανάπτυξης» μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την εποπτεία, επιτήρηση, στήριξη (δηλαδή την εξάρτηση) από τα ξένα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η προσπάθεια, δηλαδή, για χώρες σαν την Ελλάδα να αποκατασταθεί ξανά αλλά και να διευρυνθεί όλη αυτή η «μπίζνα», πρέπει να έχει μια συμπληρωματική σχέση (παράρτημα δηλαδή) με τη διαδρομή του μεγάλου διεθνούς ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου, και φυσικά την στήριξη του διεθνούς χρηματιστικού-τραπεζικού κεφαλαίου. Μια σχέση, λοιπόν, εξάρτησης η οποία για να περπατήσει έχει επίσης πολλά προαπαιτούμενα, κυρίως στις σχέσεις των ιμπεριαλιστών μεταξύ τους αλλά και αναζήτησης από πλευράς τους των διάφορων διασταυρώσεων που πιθανόν να προκύψουν όσον αφορά τις στρατηγικές συμμαχίες.

Το πώς θα ρυθμίζονται σε κάθε φάση οι ποικίλες σχέσεις, διασυνδέσεις του ντόπιου πλουτοκρατικού συστήματος με τους ιμπεριαλιστές και πως η ελληνική κοινωνία και οικονομία θα διαμορφώνουν τις εξαρτήσεις τις οποίες έχει δείξει και η πρόσφατη ιστορία, θα κρίνεται. Η ουσία όμως της σχέσης μεταξύ τους θα παραμένει εξαρτημένη και προφανώς ανισότιμη. Και φυσικά, όπως είναι σήμερα η κατάσταση του κινήματος και οι προτεραιότητες της ανασυγκρότησής του, το πρώτο ενδιαφέρον μας δεν θα πέφτει στο αν η Ελλάδα, το δεδομένο χρέος της θα το «εξυπηρετεί» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αυτό άλλωστε δεν θα το διαμορφώνει η ίδια αλλά οι ξένοι καρχαρίες ανάλογα με το πώς κρίνουν. Εκεί που πρώτα και κύρια θα κριθούν οι κομμουνιστές είναι στο πώς και πόσο θα συμβάλουν στη συγκρότηση της εργατικής τάξης.

ΜΕΓΑΛΕΣ ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΥΝΟΛΙΚΑ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΣΕΣ ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

• Αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο στον ΣΥΡΙΖΑ σ’ όλη αυτή τη διαδρομή, μιας και είναι τα χρόνια που ο χώρος αυτός φουσκώνει «απότομα» και έφτασε να γίνει ένα κόμμα που διεκδικεί, και με πιθανότητες, κυβερνητική εξουσία. Είναι και ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί με το φούσκωμα της Χ.Α., ορισμένες φανερές παράπλευρες συνέπειες από την κατάρρευση του πολιτικού σκηνικού, έτσι όπως το είχαμε γνωρίσει τις τελευταίες δεκαετίες. Και αξίζει να σταθούμε σ’ αυτόν, γιατί η υπόθεση ΣΥΡΙΖΑ αγγίζει και μια άλλη, πολύ σοβαρή κοινωνική διεργασία που πρόκυψε έντονα τα τελευταία χρόνια: τη ρήξη πολλών δεσμών των μεσαίων και μικρών αστικών στρωμάτων με το «παραδοσιακό» πολιτικό-κομματικό σκηνικό, έτσι όπως επισημοποιήθηκε μετά το Σύνταγμα και τις πλατείες.

Αν προσπεράσουμε, λοιπόν, τον αιφνιδιασμό όλων μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ για τα ίδια τους τα ποσοστά, αυτό που κατά βάση έκανε πρώτα απ’ όλα ήταν να χαϊδέψει τα αυτιά αυτών των μεσοστρωμάτων και να επιχειρήσει να τους καλλιεργήσει τις αυταπάτες ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν μια δικαίωση των αντιστάσεων που είχαν εκδηλώσει. Αυτό που τους «υπόσχεται» ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια επιστροφή στα προηγούμενα, το οποίο όμως -όπως αποδείχτηκε στην πορεία- γύρισε κυριολεκτικά «μπούμερανγκ». Για να ολοκληρώσει αυτό το προφίλ και να δικαιολογήσει την κινηματική του απραξία στα πρώτα σκληρά μέτρα που παίρνει η συγκυβέρνηση, «στοιχηματίζει» κάθε τόσο και λιγάκι ότι η συγκυβέρνηση πέφτει και ξαναπέφτει και πάλι πέφτει.

Από δίπλα, παρουσιάζεται ότι η γραμμή της επίθεσης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο δήθεν απομονώνεται, διότι αφενός μετά την εκλογή Ολάντ και αφετέρου με την πίεση των ΗΠΑ(;), η Μέρκελ χάνει ερείσματα. Ποντάρει στο ότι το έργο της κατεδάφισης των όποιων απομειναριών «κράτους πρόνοιας» δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, προσπαθεί να αξιοποιήσει τη διάθεση μιας σειράς μεσοστρωμάτων, κυρίως υπαλληλίας αλλά όχι μόνο, να διατηρήσουν τους κεκτημένους «θύλακες» και έχει την εντύπωση ότι απλά χρειάζεται να περιμένει μερικούς μήνες. Όλο αυτό το προφίλ είχε σίγουρα κοντά ποδάρια, και άρχισε να δοκιμάζεται πολύ γρήγορα, κυρίως διότι η πτώση αργούσε, αλλά και όσο αργούσε, με την στήριξη των έξω, ο Σαμαράς περνούσε σωρεία αντιδραστικών μέτρων, χωρίς μάλιστα οι κινηματικές αντιδράσεις να έχουν καμία σχέση με το δίχρονο 2010-2012.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙ ΓΡΑΜΜΗ ΚΑΙ ΔΙΕΞΟΔΟ

Η γραμμή ΣΥΡΙΖΑ, οι μεταπτώσεις της, τα μπρος-πίσω, οι ταλαντεύσεις, οι δεξιές και «αριστερές» παρεκκλίσεις, οι «πολυφωνίες», για όσους θέλουν να καταλάβουν, είναι σε γενικές γραμμές έκφραση και αντανάκλαση των συμπεριφορών των μεσοστρωμάτων, σε εποχές σαν τη σημερινή, με την εργατική τάξη αποδιοργανωμένη, με το κομμουνιστικό κίνημα σε ήττα και με τους συσχετισμούς ευνοϊκούς υπέρ των κυρίαρχων μεγαλοαστικών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Προσπαθεί, λοιπόν, η ομάδα Τσίπρα και οι συν αυτή, να προσαρμόσουν την κατεύθυνση, χωρίς φυσικά να μπορούν και να θέλουν να στηριχτούν στο λαό και στην εργατική τάξη. Αρχίζουν, λοιπόν, οι προσαρμογές, το νερό στο κρασί, η συμμόρφωση, η συγκρατημένη ρητορεία και μια μετατόπιση του δίπολου «κυβερνητισμός και κινηματισμός» φανερά προς τον κοινοβουλευτικό στίβο. Ενώ η ομάδα Τσίπρα έχει ευθύνη για την κούραση των λαϊκών μαζών, για την απογοήτευση και την απαισιοδοξία τους, σαν γνήσιοι οπορτουνιστές δεν δίσταζαν να επικαλούνται τα παραπάνω για να κάνουν το προφίλ τους όλο και πιο υπεύθυνο, όλο και πιο συγκρατημένο. Ταυτόχρονα το στρατόπεδο Σαμαρά και της συγκυβέρνησης, αποθρασυνόμενο από τη στήριξη των έξω και το αναίμακτο πέρασμα σειράς μέτρων, περνάει στην πολιτική και ιδεολογική αντεπίθεση και αξιοποιεί προς όφελος της τρομοκράτησης του λαϊκού παράγοντα όλα τα παραπάνω.

Μ’ αυτά και με τα άλλα, με τη Βενεζουέλα να μην προσφέρεται για στήριξη της χώρας, με τη Ρωσία να μην αποτελεί ουσιαστικά αποκούμπι, με όλα τα υποτιθέμενα εναλλακτικά συμμαχικά σενάρια του Τσίπρα (βλέπε Ολάντ) να καταρρέουν, οι υπερφίαλες εκτιμήσεις των εκλογών του 2012 και των πρώτων μηνών μετά απ’ αυτές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα στηριχτεί σ’ όλα αυτά τα «ωραία» και θα μεγαλουργήσει τακτικά, μένοντας στην ΕΕ και στο ευρώ, ουσιαστικά καταρρέουν. Αρχίζει, λοιπόν, η αναζήτηση «ρεαλιστικών» σεναρίων. Δηλαδή, τι άλλο από γέφυρες με τα πραγματικά κέντρα εξουσίας, τα οποία ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις, ανάβουν «πράσινο φως» κ.λπ. Επαφές με Αμερικάνους, με βιομήχανους, σούρτα φέρτα στη Γερμανία και όλα αυτά τα «επαναστατικά» που βλέπουμε ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο.

Παρά, λοιπόν, τα φαινόμενα λαχανιάσματος και στασιμότητας που παρατηρούνται για τον ΣΥΡΙΖΑ, είχε ωστόσο (ακόμα) ένα συγκριτικό «πλεονέκτημα»: την άθλια κατάσταση που έχει περιέλθει ο λαός, την εκφρασμένη-καλυμμένη οργή των μαζών, την υποχρέωση της συγκυβέρνησης, ακόμα και δια πυρός και σιδήρου, να περνάει μια σειρά μέτρων.

Ο ΑΝΕΡΜΑΤΙΣΤΟΣ ΣΥΡΙΖΑ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

Σημαντικό ρόλο για το ψαλίδισμα των φιλοδοξιών του ΣΥΡΙΖΑ έπαιξαν τα κλεισίματα των μετώπων που άνοιξε η επίθεση στην εκπαίδευση, στην υγεία και στο δικαίωμα στη δουλειά γενικότερα της υπαλληλίας (κυρίως της δημόσιας). Η ήττα (ουσιαστικά) όλων αυτών των κινημάτων ήταν και ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και όσων κινήθηκαν μ’ αυτήν τη γραμμή ή παραλλαγές της. Η ήττα των κινημάτων αυτών ουσιαστικά για πρώτη φορά και με τόση ένταση το δίχρονο 2012-2014 εξέθεσε σε μεγάλο βαθμό τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ουσιαστικά φάνηκε ανάξιος εμπιστοσύνης για τα λαϊκά στρώματα που επιζητούσαν να περισωθεί ότι μπορεί και να ξανάρθουν πίσω ορισμένα από τα όσα είχε αφαιρέσει η επίθεση.

Με την εξέλιξη αυτή διευρύνεται το αίσθημα ανεμπιστοσύνης προς τον ΣΥΡΙΖΑ από σημαντικά κομμάτια των λαϊκών μαζών. Αρχίζει και πιάνει περισσότερο η προπαγάνδα της κυβέρνησης ότι αν έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ στα πράγματα, επειδή είναι ανεύθυνος και ανερμάτιστος, θα γίνει μπάχαλο στην Ελλάδα κ.λπ.

Με το τελευταίο, ας πούμε, πολυνομοσχέδιο ο Σαμαράς και η συγκυβέρνηση κατόρθωσαν να κάνουν πράξη τις κρυφές και φανερές επιδιώξεις του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών, για τις οποίες είχαν προσπαθήσει δεκαετίες πριν να διαμορφώσουν τους όρους.

Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ -δέσμιος των αυταπατών του, του οπορτουνισμού του και της αναποφασιστικότητάς του- βρέθηκε πρακτικά απροετοίμαστος σ’ όλη αυτήν την προσπάθεια Σαμαρά, με τις ευλογίες των ξένων ιμπεριαλιστών, να παρουσιαστεί ως επιτυχημένος που θα βγάλει την Ελλάδα από την κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πέραν της ουσίας, βγήκε χαμένος του επικοινωνιακού παιχνιδιού και ας δέχεται συνέχεια βοήθειες από τον ίδιο τον Σαμαρά.

Οι του ΣΥΡΙΖΑ δεν διέγνωσαν μια σειρά πρόσφατες διεθνείς αλλαγές που επίσης διαμόρφωσαν ορισμένα νέα δεδομένα στο πώς οι ιμπεριαλιστές (σ’ αυτήν τη φάση) έχουν διαφοροποιήσει τη στάση τους απέναντι στη χώρα (όχι φυσικά γιατί η χώρα θα περάσει σε ανάπτυξη). Κυρίως διεθνείς λόγοι και αναπροσαρμογές (Συρία, Τουρκία, Ουκρανία) έχουν οδηγήσει σε μια προσωρινή, μερική αλλαγή των δεδομένων όπου η Ελλάδα θεωρούνταν μαύρο πρόβατο. Φάνηκε, παρεμπιπτόντως, ότι ρητορείες με «εθνικό» και «πατριωτικό» χαρακτήρα τύπου ΑΝΕΛ, Χ.Α. αλλά και ΣΥΡΙΖΑ, που για να κάνουν πολιτική «επενδύουν» επιφανειακά στον «κατήφορο» της χώρας, σχετικά εύκολα «αδειάζονται» όταν την πρωτοβουλία την έχουν οι αστικές δυνάμεις και οι ιμπεριαλιστικές. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει σοβαρό πολιτικό ζήτημα και οι επιλογές του δεν είναι πολλές. Για την ακρίβεια, έχει μόνο μία: να προσπαθήσει να κρατήσει ζωντανή την «ελπίδα» των εκλογών. Και επειδή οι πρόωρες εκλογές δεν μπορούν να προκληθούν από τον ίδιο, αναγκάζεται να ασχολείται με τις εκλογές που έρχονται και προσπαθεί να τις εκμεταλλευτεί προκειμένου να δείξει τη δυσαρμονία ανάμεσα στο εκλογικό σώμα και την κυβερνητική πλειοψηφία.

Το ότι αυτή η προοπτική δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική έχει αρχίσει να φαίνεται και να αναγνωρίζεται από την ίδια την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Τέλος πάντων, αυτό που είπαμε και πιο πριν φαίνεται να ισχύει. Με τον περιορισμό των αυταπατών των αστικών μικρών και μεσαίων στρωμάτων, με τη δεδομένη αδυναμία των στρωμάτων αυτών να ανακόψουν την επίθεση, με τη συσσώρευση ερειπίων των πάλαι ποτέ κοινωνικών δικαιωμάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει ένα μεγάλο μέρος της όποιας δυναμικής παρουσίαζε και, όσες προσαρμογές και να επιχειρεί, δεν μπορεί να αντιστρέψει το κλίμα. Όπως είπαμε, ο οπορτουνισμός πληρώνει το τίμημα των επιλογών του να μην δυσαρεστήσει κανέναν και να τα έχει καλά με όλους και κυρίως να επιδιώκει διαχείριση και όχι ανατροπή.

Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΟΥΤΕ ΘΕΛΕΙ, ΟΥΤΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΗΓΗΘΕΙ ΕΝΟΣ ΤΑΞΙΚΟΥ-ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

• Ας σταθούμε λίγο στο ΚΚΕ, το οποίο -παρά την αλλαγή (;) της ηγεσίας και όλες αυτές τις «αριστερο-επαναστατικές» οβιδιακές μεταμορφώσεις- δεν έχει καταφέρει να πείσει ούτε στον ίδιο του τον κόσμο ότι ξεπέρασε το σοβαρό αιφνιδιασμό του 2012, που το οδήγησε σε μεγάλο περιορισμό της επιρροής του και στο να είναι μια δύναμη που θα υστερεί σε επιρροή σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αν τα πράγματα έχουν έτσι όπως τα περιγράψαμε, το ΚΚΕ είχε εδώ και πάνω από ένα χρόνο τη δυνατότητα να καλύψει, από τη σκοπιά του λαϊκού παράγοντα και της εργατικής τάξης, τα κενά που άφηνε η φανερά δεξιότερη μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ. Μια μετατόπιση που, όπως είπαμε, συνοδευόταν από φανερή αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να προτείνει πειστική διέξοδο για το λαό που στέναζε. Το ΚΚΕ, λοιπόν, που τόσο κόπτονταν (εν πολλοίς υποκριτικά) ότι η «αριστερή» κυβέρνηση που υποσχόταν ο ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν πλήρης ενσωματώσιμη στο σύστημα, είχε αρκετές ευκαιρίες να παρέμβει στην ταξική πάλη και να διαμορφώσει σοβαρές προϋποθέσεις αγωνιστικής διεξόδου για το λαό και τις διεκδικήσεις του.

Φάνηκε ότι το ΚΚΕ ούτε ήθελε ούτε μπορούσε, κρυμμένο πίσω από μια φανερά αναχωρητική στάση η οποία μεταφραζόταν σε καμία πρωτοβουλία συμμετοχής στους αγώνες. Το ΚΚΕ επέλεξε ξανά την «κατήχηση» «εμείς σας τα λέγαμε» και στο αναμάσημα μιας εκ του ασφαλούς προσέγγισης ότι για όλα φταίει ο καπιταλισμός. Φάνηκε επιπλέον από την στάση του στους εκπαιδευτικούς ότι αυτή του η λογική το οδηγεί σε ανοιχτή απεργοσπασία, σε ανοιχτό σαμποτάρισμα της όποιας προσπάθειας κάνει ο λαός να αντισταθεί και να διεκδικήσει. Το αποτέλεσμα είναι να βρίσκεται η ηγεσία του στριμωγμένη στην άκρη, μη έχοντας ουσιαστικά να προτείνει τίποτε απέναντι στο λαό. Ούτε καν εκλογικά που την εποχή προ ΣΥΡΙΖΑ ήταν το «δυνατό» του χαρτί. Ένα χαρτί, που με τις συνεχείς του επιθέσεις απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ φρόντισε το ίδιο να το απαξιώσει. Γι αυτό και εκλογικά θα αρκεστεί στο να πανηγυρίζει από μια άνοδό του καμιά μονάδα, συγκεντρώνοντας κάποιους «προδομένους» από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως και να’ χει, το ΚΚΕ το μόνο που κάνει, αναπαράγοντας ουσιαστικά το μηχανισμό του, (αποκλειστικό του ενδιαφέρον), βολεύεται (για πόσο όμως;) να κηρύσσει την επανάσταση και τη λαϊκή εξουσία.

Το ΚΚΕ του «ούτε μια σπασμένη τζαμαρία», το ΚΚΕ που θεωρούσε επανάσταση την εισβολή των σοβιετικών στο Αφγανιστάν, έρχεται να κηρύξει την «επανάσταση». Σαν γνήσιοι οπορτουνιστές που είναι, την εποχή που χρειάζεται η παρέμβασή του στην ταξική πάλη για να αλλάξουν οι συσχετισμοί, το ΚΚΕ μιλάει για επανάσταση, όχι γιατί πιστεύει αλλά γιατί δεν θέλει και δεν μπορεί να στηριχτεί στο λαό και την εργατική τάξη. Γιατί δεν θέλει και δεν μπορεί να δώσει καμία ουσιαστική αγωνιστική διέξοδο παρά μόνο την οριακή εκλογική του ενίσχυση. Η κακομαθημένη ηγεσία του ΚΚΕ θεωρεί ότι ο λαός απλώς της χρωστάει.

Συμπέρασμα, λοιπόν, που δεν πρέπει να ξεχνάμε (έστω και παρενθετικά) είναι ότι και οι δύο πτέρυγες της κυρίαρχης Αριστεράς αποδείχτηκαν στην πράξη και στα μάτια των λαϊκών ανθρώπων, ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο, ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από αναχώματα της λαϊκής αντίστασης και έμμεσοι νεροκουβαλητές του συστήματος.

Δηλαδή, για να το πούμε πιο απλά: άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο έχουν βασικές ευθύνες για την απογοήτευση και την υποχώρηση των μαζών αφού έχουν περάσει μαζικά το μήνυμα ότι «με τους αγώνες και τις αντιστάσεις δεν μπορούμε να ανατρέψουμε την επίθεση αλλά και οι εκλογές τελικά δεν είμαστε και πολύ σίγουροι τι θα μας ξημερώσουν».

Έχουν βασικές ευθύνες που η όλη επιχείρηση κρατικής-παρακρατικής τρομοκράτησης και καταστολής του λαού, αντί να γυρίσει μπούμερανγκ στους εμπνευστές της, έχει παγιώσει ευρύτερα στις μάζες μια (προσωρινή σίγουρα) αίσθηση παντοδυναμίας του συστήματος.

ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΝΑ ΠΛΑΣΑΡΙΣΤΕΙ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ, ΟΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΓΕΙΩΣΕΙΣ

• Το υπόλοιπο, ας πούμε, εξωκοινοβούλιο έδωσε και αυτό τις εξετάσεις του και το τελευταίο δίχρονο ουσιαστικά κινήθηκε σε τεντωμένο σχοινί ακροβατώντας, πότε γέρνοντας προς ΚΚΕ και πότε προς ΣΥΡΙΖΑ. Όλη η εσωτερική συζήτηση και αντιπαράθεση στους χώρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όσων την καλοβλέπουν από δίπλα, δεν είναι τυχαίο ότι εξαντλήθηκε σ’ αυτό το δίλλημα. Μπορεί τελευταία αυτή η συζήτηση να ατόνησε κάτω από το βάρος της ευρύτερης αποκάλυψης των αδιεξόδων ΣΥΡΙΖΑ και της αναχώρησης του ΚΚΕ, όμως επί της ουσίας, αν δούμε την εκλογική πρεμούρα και το εκλογικό προφίλ αυτών των χώρων, θα διαπιστώσουμε ότι εξαντλείται σε ρόλους γέφυρας που θα διευκολύνουν την επικοινωνία του με τα κυρίαρχα ρεφορμιστικά ρεύματα. Ουσιαστικά, το τελευταίο δίχρονο, έχει διαμορφώσει στους χώρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ένα κλίμα σοβαρής υποχώρησης των όποιων αγωνιστικών και κινηματικών χαρακτηριστικών. Το πιο ανησυχητικό, που αφορά τον όποιο κόσμο υποστηρίζει ή συνεργάζεται μ’ αυτό τον χώρο, είναι ότι παραιτείται από την προσπάθεια οικοδόμησης ανεξάρτητου κινήματος, με ταξικά χαρακτηριστικά, από την παρέμβαση στη ταξική πάλη και περιορίζεται σε «αγωνιστικό» συμπλήρωμα του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΚΚΕ. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι ο κόσμος αυτός, μπροστά στους αρνητικούς συσχετισμούς, εκβιάζεται από την κατεύθυνση του πολιτικού αυτού χώρου να αποδεχτεί την παντοδυναμία του συστήματος και την κυριαρχία του καπιταλιστικού μονόδρομου.

Η προοπτική γι’ αυτό το όποιο αγωνιστικό δυναμικό δεν βρίσκεται στην πολιτική ουράς και γέφυρας με τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε φυσικά στην εκ του ασφαλούς αναγνώριση «επαναστατικής» καθαρότητας. Πολύ περισσότερο δεν πραγματώνεται ούτε επιβεβαιώνεται μέσα από τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό που έχει γίνει, δυστυχώς, δεύτερη φύση αυτού του χώρου. Και βέβαια πρέπει να καταδικαστεί η πρακτική της «εικονικής» συμμετοχής στην ταξική πάλη και της «σύγκρουσης» εργαστηρίου με τις δυνάμεις καταστολής, μόνο για να μπορεί αυτός ο χώρος να «ξεχωρίζει» στο φαίνεσθαι από την επίσημη και συστημική Αριστερά.

ΜΕΓΑΛΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ Η ΑΝΑΡΧΟΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

• Ένα ακόμη σημάδι των πολύ δύσκολων καιρών που περνάει το κίνημα και της ασφυξίας που παρατηρείται κυρίως σαν έκφραση των επιτυχιών του συστήματος, είναι και οι όλες διεργασίες σε ένα ευρύτερο χώρο της, ας πούμε αναρχοαυτονομίας και της κινητικότητας που παρατηρείται εκεί.

Η σοβαρή υποχώρηση των μαζικών κινητοποιήσεων και διαδηλώσεων έχει οδηγήσει αυτό τον χώρο να χάσει το βασικό μαξιλάρι που αξιοποιούσε προκειμένου να κάνει την φασαρία του και να πραγματώνει την «επαναστατικότητά» του. Αυτή η εξέλιξη, όσο και αν η αναρχοαυτονομία παρουσιάζονταν να μην χρειάζεται τους «καναπεδάτους» όταν ξεσηκώνονταν, την έχει ζορίσει αφάνταστα γιατί την εξέθεσε πολύ περισσότερο και την άφησε «απροστάτευτη» απέναντι στην κυβέρνηση και τις δυνάμεις καταστολής που έχουν τον «τελευταίο χρόνο αγριέψει» μέσα στα πλαίσια της ευρύτερης φασιστικοποίησης.

Δεν θέλουμε να δώσουμε μαθήματα περιφρούρησης και υπεράσπισης του επαναστατικού κινήματος, ωστόσο η αναρχοαυτονομία έχει κριθεί και έχει αποτύχει στον τομέα αυτό για πολλούς λόγους που δεν είναι της παρούσης.

Το αποτέλεσμα είναι, ένα μεγάλο μέρος να λουφάξει και να περάσει στην υποτιθέμενη «ουδέτερη» δράση, που ουσιαστικά μετέτρεψε αυτό το κομμάτι σε νεροκουβαλητή του ΣΥΡΙΖΑ. Η αίσθηση ότι τα μπάχαλα δεν οδηγούν πουθενά, η ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρξει διέξοδος χωρίς την εργατική τάξη και την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού δεν οδήγησε αυτόν τον κόσμο στο να βγάλει σωστά συμπεράσματα, αντίθετα τον οδήγησαν όπως φάνηκε και στις εκλογές του 2012, να περιδιαβαίνουν δίπλα και πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν μάλιστα φτάσει σε σημείο, σε πολλές γειτονιές που «δραστηριοποιούνται» οι «μη μπάχαλοι» να είναι συγκοινωνούντα δοχεία με τις «κοινωνικές» δραστηριότητες του ΣΥΡΙΖΑ. Όλος αυτός ο κόσμος, μέσα στα αδιέξοδά του, στην έλλειψη εμπιστοσύνης στο κίνημα, στις μάζες, η αποστασιοποίηση από την κομμουνιστική προοπτική, βλέπει τον καπιταλισμό σαν μονόδρομο και τον ΣΥΡΙΖΑ μια «διέξοδο» για να μπορούν τουλάχιστον να επιδίδονται χωρίς κυνηγητό στις περιφερειακές και περιθωριακές «αναζητήσεις» τους.

Θα πούμε ότι και πάλι θα απογοητευτούν. Πρώτο γιατί δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το σύστημα θα εμπιστευτεί επιτέλους τον ΣΥΡΙΖΑ, και δεύτερο διότι ακόμα και αν έρθει στα πράγματα μια κυβέρνηση με ΣΥΡΙΖΑ, δεν πρέπει να θεωρούν διάφοροι ότι θα αντιμετωπίσει με χάδια και στοργή τις «ανησυχίες» και τις «ανυπακοές» της αναρχοαυτονομίας. Το «αριστερό» ματσούκι, όπως έχουν δείξει οι πρώτοι διδάξαντες του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, όταν έχουν και την πλάτη της κυβερνητικής εξουσίας μπορεί επίσης να τσακίσει κόκκαλα όπως το «κλασικό» ξύλο από το παρακράτος και τις φασιστικές συμμορίες.

ΤΟ ΑΝΑΘΕΜΑ ΣΤΟ ΛΑΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΑΒΑΕΙ, ΑΛΛΟΘΙ ΟΣΩΝ ΥΠΟΚΛΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟ

• Κάναμε μια εκτενή αναφορά σε όλες αυτές τις ενδιάμεσες, μη κυβερνητικές (ακόμα) δυνάμεις αλλά και στις δυνάμεις που είχαμε συνεργαστεί στο πλαίσιο της κοινής δράσης, όχι γιατί θέλουμε να τσουβαλιάσουμε, ούτε γιατί ξεχάσαμε ποιοι είναι οι πραγματικοί μας εχθροί (ιμπεριαλιστές, κυβέρνηση, κρατική καταστολή, παρακράτος και φασίστες). Την κάνουμε για να αποδώσουμε ιεραρχικά και με διαβάθμιση τις σοβαρές ευθύνες που έχουν όλοι αυτοί που αναφέρουμε, για το ότι η επίθεση του συστήματος καταφέρνει να περνάει, για ότι το κίνημα, παρά τα μεγάλα ξεσηκώματά του, δεν βρίσκει τον δρόμο του.

Θέλουμε όμως και να οριοθετηθούμε κάθετα και οριζόντια απέναντι σε μια πρακτική που αναπαράγουν σχεδόν όλοι όσοι αναφέρουμε και θέλουν να καλύπτουν όχι μόνο το αριστερό φάσμα αλλά και την αναρχοαυτονομία, που αντί να δουν τις δικές τους ευθύνες για την κατάσταση ρίχνουν ανάθεμα στον κόσμο γενικώς που δεν «τραβάει», που δεν ξεσπάει, που δεν …, που δεν… Μάλιστα, για να ισχυροποιήσουν περισσότερο το προφίλ του δικαστή και κριτή των λαϊκών μαζών, πετάνε λάσπη σε κάθε κατεύθυνση που τους αμφισβητεί κατηγορώντας όσους έχουν εμπιστοσύνη στις μάζες ότι δήθεν χαϊδεύουν το λαό και δεν του δείχνουν τις ευθύνες του.

Εμείς δεν έχουμε πάντως «σχιζοφρενίσει» ώστε να κάνουμε σχεδόν ό,τι περνάει από το χέρι μας για να διασπάσουμε τα διάφορα λαϊκά μέτωπα, για να απομονώσουμε και όχι να στηρίξουμε τα μέτωπα αντίστασης και, απ’ την άλλη, να διατυμπανίζουμε ότι φταίει ο λαός που δεν αξιοποιεί τη δύναμή του. Για να αξιοποιήσει ο λαός τη δύναμή του πρέπει να την δει καταρχάς και να την αναγνωρίσει μέσα από την ταξική πάλη, τη σύγκρουση, τις απεργίες. Για να αξιοποιήσει ο λαός τη δύναμή του, την πραγματική του δύναμη, πρέπει να κατορθώσει μέσα από την συμβολή των πρωτοπόρων επαναστατικών και κομμουνιστικών δυνάμεων να πετύχει νίκες, να φέρει σε πέρας νικηφόρους αγώνες. Δεν είναι δυνατόν μια σειρά αριστερές δυνάμεις να κατηγορούν το λαό ότι υποκύπτει στην αδυναμία του και απ’ την άλλη να τον δουλεύουν λέγοντας ότι η δύναμή του βρίσκεται στην ψήφο και στις κάλπες.

Δεν είναι δυνατόν να τα ρίχνουν όλα στην ατομική ευθύνη των ανθρώπων του λαού, και οι ίδιοι να μην αναλαμβάνουν ποτέ την συλλογική πολιτική τους ευθύνη, που οδηγούν τα στρώματα του λαού αφοπλισμένα απέναντι σε ένα ταξικό εχθρό που έχει προς το παρόν όλα τα ατού στα χέρια του και φυσικά έχει και την διεθνή αμέριστη στήριξη.

ΝΑ ΜΕΛΕΤΗΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΒΑΘΥΝΟΥΜΕ, ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΖΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ

• Περιγράψαμε σε αδρές γραμμές τους βασικούς παράγοντες που οδήγησαν τα τελευταία δύο χρόνια σε μια κρίσιμη καμπή του κινήματος, των λαϊκών αντιδράσεων και σε μια προσωρινή και ασταθή ισχυροποίηση του μπλοκ εξουσίας. Δεν θα θέλαμε βέβαια να αποφύγουμε την αναγνώριση των δικών μας ευθυνών και της δικής μας συμμετοχής στο κίνημα και στις δικές μας πρωτοβουλίες.

Σε γενικές γραμμές, όλο αυτό το κρίσιμο δίχρονο, παρακολουθήσαμε και ερμηνεύσαμε σωστά τις εξελίξεις και όλη την πορεία των πολιτικών πραγμάτων μέχρι σήμερα. Επίσης σωστά ανοίξαμε τα διάφορα μέτωπα αντιπαράθεσης με τις υπόλοιπες δυνάμεις της αριστεράς. Κυρίως σταθήκαμε σωστά απέναντι στην επίθεση του συστήματος και αποκαλύψαμε τις αιτίες και τις βάσεις της πολιτικής του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών.

Δεν περιοριστήκαμε βέβαια στις καταγγελίες και τις αποκαλύψεις, αλλά προσπαθήσαμε να πάρουμε μέρος στις αντιστάσεις αυτής της περιόδου και να πάρουμε μια σειρά πρωτοβουλίες στα διάφορα μέτωπα πάλης που άνοιξε η επίθεση του συστήματος.

Ας σημειώσουμε, με την ευκαιρία, ένα χαρακτηριστικό της περιόδου που περνάμε. Τον Φλεβάρη του 2012 έκλεισε ένας κύκλος λαϊκών αντιδράσεων που είχε χαρακτήρα γενικής πολιτικής αντίδρασης στα μνημόνια και το ΔΝΤ. Έκλεισε ο κύκλος των μεγάλων αντιδράσεων ευρύτερων στρωμάτων που έβλεπαν ότι με την επίθεση του συστήματος, η προηγούμενη θέση τους στην κοινωνία έμπαινε σε συνολική αμφισβήτηση. Έκλεισε ο κύκλος των χύμα και διαταξικών αντιδράσεων, στρωμάτων που έστελναν το μήνυμα της αγωνίας, της αμφιβολίας, της ανεμπιστοσύνης τους σε σχέση με τη φάση που μπαίναμε και το τι έβλεπαν να έρχεται απειλητικά κατά πάνω τους. Έκλεισε ο κύκλος αυτός με δύο εκλογικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα των πρώτων εκλογών, γιατί στις δεύτερες άρχισαν να φαίνονται τα όρια του κινήματος και οι δυνατότητες του έστω και στραπατσαρισμένου πολιτικού συστήματος να μπορεί να ανασυνταχτεί και να διαφυλάξει την κυριαρχία του.

Τα δεύτερα ιδίως εκλογικά αποτελέσματα κατέγραψαν, εκτός απ’ αυτά, την κατρακύλα του ΠΑΣΟΚ, του ενός από τους δύο πόλους του προηγούμενου συστήματος, αλλά και έκαναν φανερή την εκλογική ενίσχυση του φασιστικού-ναζιστικού ρεύματος για το οποίο τόσα γράφτηκαν και επισημάνθηκαν.

Μπαίνουμε, λοιπόν, μετά τις εκλογές σε μια περίοδο κινηματικής κάμψης, όπου οι κεντρικές μαζικές αντιδράσεις έλειπαν και οι αντιδράσεις πλέον έσπαγαν και κατακερματίζονταν. Ο λαός δεν φαίνεται να έχει τα όπλα για να πολεμήσει κεντρικά και μετωπικά την επίθεση. Οι λαϊκές μάζες αλλά και η εργατική τάξη βιώνουν ένα σημαντικό αδιέξοδο το οποίο ενισχύουν οι πολιτικές των υποτιθέμενων αριστερών και κομμουνιστικών δυνάμεων. Είναι, αν θέλετε, η τελευταία φάση, έστω της επιμέρους και κατακερματισμένης υπεράσπισης από τμήματα του λαού και των εργαζομένων, των υπολειμμάτων των όποιων λαϊκών δικαιωμάτων είχανε μείνει «απείραχτα» λόγω κυρίως των αντιδράσεων της περιόδου 2010-2011 αλλά και της προσπάθειας χειρισμού των μαζών μπροστά στις εκλογές του 2012.

Χωρίς να ξεχνάμε τον αγώνα της Χαλκιδικής και τις αντιδράσεις γύρω από τα σκουπίδια, οι αντιδράσεις της περιόδου 2012-2013 φυσικό είναι να στρέφονται ενάντια στην πολιτική των διαθεσιμοτήτων, των μετατάξεων οι οποίες φαίνονται καθαρά (από όποιον θέλει να δει) ότι στοχεύουν σε μαζικές απολύσεις, σε ξεπούλημα κρατικών και ημικρατικών υπηρεσιών, σε κατάργηση των δικαιωμάτων όπως στην περίθαλψη και την ασφάλιση.

Όσο μας αφορά, λοιπόν, ένα πεδίο αυτοκριτικής αποτίμησης και απολογισμού είναι η συμμετοχή μας και η όλη μας παρουσία στα πλαίσια αυτών των ειδικότερων και επιμέρους αντιδράσεων, στις οποίες αλλού δράσαμε από τα μέσα και αλλού απ’ τα έξω και από δίπλα.

Δράσαμε επίσης μέσα στα πλαίσια μιας κίνησης που ήθελε να έχει αντιφασιστικά χαρακτηριστικά, και που -παρά τις σοβαρές μας αντιρρήσεις για την προοπτική και τα χαρακτηριστικά αυτής της δράσης- μας βοήθησε να αποκτήσουμε στην πορεία μια σφαιρική και ολοκληρωμένη άποψη για το φασιστικό φούσκωμα, και κυρίως για τη σχέση του φασιστικού παρακράτους με το επίσημο και ημιεπίσημο κράτος. Ωστόσο, αποδείχτηκε ότι παρά τα βήματα που κάναμε, ο διαγκωνισμός στα πλαίσια αυτής της δράσης ανάμεσα σε διάφορες αναρχοαυτόνομες ομάδες και στο ΣΕΚ μαζί με τις προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ να πλαγιοκοπήσει αυτές τις αντιδράσεις, δημιούργησαν ένα πλαίσιο που μας δυσκόλεψε και μας δυσκολεύει, κυρίως γιατί αυτή η όποια δράση άρχισε να δείχνει καθαρά ότι αντί να αποτελεί τμήμα της γενικότερης αντίστασης και πάλης ενάντια στην επίθεση και στα βασικά της στηρίγματα, αποτελούσε ένα κομμάτι αντιδράσεων για την αποκατάσταση της αστικής νομιμότητας. Εξέλιξη που φάνηκε όταν ο Σαμαράς και το επιτελείο του έκρινε ότι πρέπει να βάλει χέρι στην Χ.Α., ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Χαρακτηριστικό και αυτών των αντιδράσεων ήταν η σταδιακή τους αποδυνάμωση και η απαξίωσή τους μπροστά στα αδιέξοδα αυτών που θέλησαν να ηγηθούν και να στρέψουν αυτές τις κινήσεις σε στρατιωτικού τύπου αντιπαράθεση με τον φασισμό, οι οποίες «αντιπαραθέσεις» έμειναν στην άκρη όταν αποκαλύφθηκαν οι πραγματικοί συσχετισμοί και φάνηκε ότι η φασιστική παρακρατική οργάνωση δεν αστειεύεται και απαιτεί άλλου είδους αντιμετώπιση.

Εκεί που οι δυνάμεις μας δοκιμάστηκαν αρκετά έντονα και για μεγάλα διαστήματα είναι στην αντίσταση των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων στα νοσοκομεία. Θεωρούμε ότι αυτή μας η παρέμβαση είναι πολύ πρόσφορη για να βγάλουμε πολλά συμπεράσματα, κυρίως θετικά, αλλά και αρνητικά για το πώς πρέπει να δρούμε στα μέτωπα πάλης του λαού και κυρίως για το πώς θα πρέπει να συνδυάζουμε την ας πούμε πλατιά συνδικαλιστική δουλειά με την προσπάθεια ενίσχυσης των δικών μας υποκειμενικών δυνάμεων.

Ας μείνουμε όμως στα συμπεράσματα που πρέπει να βγάλουμε απ’ τη συμμετοχή μας στις αντιστάσεις και στο πως με βάση αυτή την συμμετοχή καταλήγουμε στους στόχους πάλης των αντιστάσεων αλλά και στην προοπτική αυτών των επιμέρους αντιστάσεων. Χρειάζεται, λοιπόν, στα πλαίσια της οργάνωσης να γίνουν οι απαραίτητες συζητήσεις και προετοιμασίες απολογισμών για τη δράση μας στα μέτωπα της εκπαίδευσης, της υγείας, των γειτονιών.

• Είμαστε πεισμένοι ότι τα όσα εξελίχθηκαν μέχρι σήμερα δικαιώνουν τις βασικές μας αποφάσεις που πήραμε την άνοιξη του 2011 και μας έφτασαν στη σύσκεψη του φθινοπώρου του 2011, αλλά και στην απόφαση που πήραμε στις εκλογές του 2012 και οι οποίες μας οδήγησαν στη σύσκεψη του φθινοπώρου του 2012.

Έχει δικαιωθεί καταρχάς η ανάγκη αναθέρμανσης της πολιτικής μας πρότασης αλλά και η ανάγκη να μπούμε σαν οργάνωση σε μια διαδικασία αφενός διαμόρφωσης κατευθύνσεων και στόχων πάλης στα πλαίσια του κινήματος, αλλά και στην αποσαφήνιση του δικού μας δρόμου και της σχέσης του με την οικοδόμηση του ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ.

Δικαιώθηκαν επίσης οι αποφάσεις που οδήγησαν σε μια ολόκληρη εσωτερική συζήτηση, αφενός για την ανάγκη οργανωτικής και πολιτικής ενίσχυσης του ΚΚΕ(μ-λ) και αφετέρου για τη σχέση του αντικαπιταλιστικού και αντιιμπεριαλιστικού χαρακτήρα του κινήματος που ξεκίνησαν από την άνοιξη του 2013 και έφτασαν, με διαλείμματα φυσικά, μέχρι το φθινόπωρο του 2013 με την δημιουργία της ΛΑΪΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ-ΑΑΣ.

Ας μην πέσουμε όμως στο λάθος ότι όλα είναι καλώς καμωμένα, γιατί δεν είναι. Παρουσιάζουμε και παρουσιάσαμε μια αναποφασιστικότητα και αναβλητικότητα στο να προχωράμε με τις αποφάσεις που παίρνουμε. Κυρίως παρουσιάζουμε υστέρηση στο να αναλάβουμε μονιμότερα και επίμονα την ευθύνη σύνδεσής μας με τους εργαζόμενους και την εργατική τάξη.

Πέρα όμως απ’ αυτά έχουν γίνει και καθοδηγητικά λάθη όπως και ολιγωρίες, όχι τόσο από λάθος αντίληψη αλλά από την ανάγκη που προκύπτει να δρομολογούμε ταυτοχρόνως αρκετά μέτωπα και να μην υπάρχει δυνατότητα σοβαρότερης μελέτης και επεξεργασίας προκειμένου να προχωρήσουν οι προσπάθειές μας, ιδιαίτερα όταν αυτές αφορούν τη συμμετοχή μας σε απεργιακούς αγώνες, σε κεντρικές πολιτικές παρεμβάσεις αλλά και σε σχήματα συνεργασίας-κοινής δράσης που έχουμε συμβάλλει στη δημιουργία τους, είτε αφορούν τη ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΑΑΣ είτε άλλα σχήματα κοινής δράσης.

Έχουν γίνει βέβαια ορισμένα βήματα για να συνδέσουμε τους άμεσους στόχους πάλης και διεκδίκησης με τον δικό μας δρόμο και το ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ. Ωστόσο έχει προκύψει η ανάγκη από την ίδια τη ζωή και την εμπειρία, ιδιαίτερα μετά το 2008, να αποσαφηνίσουμε περισσότερο τα συνθήματά μας, τις στοχεύσεις μας και την αντίληψη με την οποία βλέπουμε τη διεκδίκηση, τη σχέση της με την αντίσταση αλλά και με μια καινούρια πραγματικότητα που έχει προκύψει με όλα αυτά τα κινήματα αλληλεγγύης (εντός και εκτός εισαγωγικών). Το ενθαρρυντικό είναι ότι και καθοδηγητικά, αλλά και στο επίπεδο των συντρόφων που παρέμβηκαν μέσα σε κινήσεις αντίστασης, που πάσχισαν να ανοίξουν το κεφάλαιο διεκδίκησης και παρακολούθησαν κριτικά όλα αυτά τα περί αλληλεγγύης, επιδείχτηκε μια τόλμη και μια διάθεση να μελετήσουμε τους στόχους μας και τις κατευθύνσεις μας. Προσπαθήσαμε, χωρίς να επιδεικνύουμε εφησυχασμό, να προχωρήσουμε κι’ άλλο τις κατευθύνσεις μας, χωρίς να διστάσουμε να συγκρουστούμε με τις λάθος αντιλήψεις, στο βαθμό που τις αναγνωρίζαμε και τις αναδεικνύαμε.

Οφείλουμε, λοιπόν, να διαμορφώνουμε μέσα στην οργάνωση, και ιδιαίτερα στους πυρήνες, αλλά και στα πλατύτερα σχήματα κοινής δράσης-μετωπικής συνεργασίας, τέτοιους πολιτικούς όρους και τέτοιες οργανωτικές προϋποθέσεις ώστε μέλη, φίλοι, επιρροές να παίρνουν δύναμη και κατευθύνσεις στο να παρεμβαίνουν μόνιμα και σταθερά (κάνοντας τις απαραίτητες ιεραρχήσεις) στους χώρους όπου κυριολεκτικά στενάζουν οι προλετάριοι, οι εργάτες, οι άνεργοι, οι εξαθλιωμένοι, οι μετανάστες και όλοι όσοι ζουν «στην άλλη πλευρά του φεγγαριού».

Μια τέτοια κατεύθυνση, που δεν είναι φυσικά καινούρια, αλλά που όμως είμαστε υποχρεωμένοι να επιμένουμε, δεν αποτελεί ένα «πρακτικό» ζήτημα, αλλά μια σοβαρή κεντρική πολιτική δουλειά, με σαφή ιδεολογικά στοιχεία, τροχιοδεικτικά της φυσιογνωμίας που θέλουμε να αποκτήσουμε. Φυσικά και δεν εισηγούμαστε εγκατάλειψη παρέμβασης σε μια σειρά «κλασικά» στρώματα υπαλληλίας και νεολαίας που, και σωστά, μέχρι τώρα παρεμβαίνουμε. Αυτό που ουσιαστικά θέλουμε να θέσουμε περισσότερο είναι ότι οι όποιες βάσεις παρέμβασης έχουμε διαμορφώσει ή δημιουργούμε πρέπει να μπορούν πλέον να αξιοποιούνται ώστε το ίχνος, το αποτύπωμα αυτής της παρέμβασης να μπορεί να φτάνει πλέον να συναντήσει και τέτοιον κόσμο, με τέτοια χαρακτηριστικά. Όχι τόσο γιατί σ’ αυτήν τη δυσμενή φάση θα περίμενε κανείς από τέτοια στρώματα, κυριολεκτικά κονιορτοποιημένα από την υπερδεκαετή επίθεση, να κάνουν ντόρο και φασαρία. Αλλά γιατί έχουμε κάθε λόγο να θέλουμε να αναδείξουμε και να κερδίσουμε πρωτοπόρα στοιχεία μέσα απ’ αυτά τα στρώματα. Έχουμε διαπιστώσει όμως (έστω και αν οι προσπάθειες δεν γίνονται με σταθερότητα και εγκαταλείπονται πολλές φορές στη μέση) ότι η υπόθεση αυτή έχει πολύ μεγάλες δυσκολίες, πρώτον διότι το σύστημα με την αρωγή της Αριστεράς «μας» έχει ξεπετάξει ανάλογα στρώματα έξω από όλες σχεδόν τις «νόμιμες» και «αστικά αποδεκτές» εκφράσεις της «λαϊκής κυριαρχίας». (σωματεία, συλλόγους κ.λπ.). Κατά δεύτερον, το σύστημα δεν διστάζει να ευνοεί τη στροφή τέτοιων στρωμάτων σε «παράνομες» και σκοτεινές δράσεις διαφόρων κυκλωμάτων, αρκεί να έχει τον έλεγχο επάνω τους.

Τα προηγούμενα χρόνια τα ζητήματα ήταν πιο περίπλοκα σ’ αυτό το επίπεδο, διότι η έξαρση της αναρχοαυτονομίας αποτέλεσε πόλο έλξης για τέτοια στρώματα, χωρίς ταυτόχρονα να έχει διογκωθεί και αποκτήσει τόσο πολλά πλοκάμια το φασισταριό. Τώρα όμως που το φασισταριό έχει έξαρση και η αναρχοαυτονομία έχει πάρει τα μαθήματά της, το σύστημα βρίσκεται σε μια καλύτερη θέση να επιτρέπει διοχέτευση τέτοιων στρωμάτων προς τους σκοτεινούς και «αφανείς» θύλακες στρατολόγησης. Ιδιαίτερα όταν αυτοί οι θύλακες αρχίζουν να έχουν λόγο και ρόλο· από το να βρίσκουν «δουλειές» σε τέτοιον κόσμο μέχρι να του παρέχουν διάφορες άλλες διεξόδους. Χρειάζεται, λοιπόν, να προετοιμαστούμε για πραγματική μάχη και σύγκρουση μέσα από μορφές που θα αναδείξουμε έτσι ώστε έμπρακτα και πειστικά να καταφέρουμε να αποσπάσουμε ανθρώπους από την ολέθρια επιρροή του συστήματος και τις «χαβούζες» του και να τους μεταφέρουμε την αισιοδοξία και την αποτελεσματικότητα της οργανωμένης πάλης, όχι με στόχους φασιστικούς και αντιδραστικούς αλλά επαναστατικούς και προοπτικής. Για να φτάσουμε να δώσουμε τη μάχη με το σύστημα από καλύτερους όρους, αλλά και για να διεκδικήσουμε σαν κομμουνιστικό κίνημα, να αποσπάσουμε τα στρώματα αυτά από την επιρροή των φασιστών, θα πρέπει να βρούμε, να εμπνεύσουμε και να σταθούμε δίπλα-δίπλα με τέτοιους αγωνιστές.

ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΛΕΞΙΞΕΩΝ ΜΕ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΠΡΟΣΗΜΟ

• Χωρίς να μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι, έχουμε ωστόσο την καταρχήν εκτίμηση ότι με τις ευρωεκλογές και το όποιο αποτέλεσμά τους, θα ανοίξει μια καινούρια φάση. Σ’ αυτήν την εκτίμηση δεν καταλήγουμε μόνο λόγω των καινούριων (;) δεδομένων που θα διαμορφώσουν οι κάλπες. Ούτε μόνο λόγω του ότι για τις διάφορες μερίδες του ντόπιου μεγάλου κεφαλαίου θα ξανατεθούν τα όρια και οι δυνατότητές τους στην εξάρτησή τους από τους ιμπεριαλιστές της ΕΕ (σύνολο και ξεχωριστά), αλλά και στη διαπλοκή τους με τους διασταυρωμένους ευρύτερους ανταγωνισμούς (εμπορικούς, οικονομικούς, ενεργειακούς). Καταλήγουμε σ’ αυτή την εκτίμηση διότι λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπόψη το σύνολο των διεθνών δεδομένων και στην περιοχή και ευρύτερα.

Η πολιτική Ομπάμα σαν έκφραση των σημερινών δυνατοτήτων του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αλλά και σαν μια εκδοχή της πάγιας αμερικανικής στρατηγικής για παγκόσμια ηγεμονία μέσα από μια ανάλογη διαμόρφωση-αναζήτηση των απαραίτητων στρατηγικών συμμαχιών, δημιουργεί συνεχώς εστίες αντιπαράθεσης και έντασης σε πολλές περιοχές του πλανήτη. Στόχος αυτών των εντάσεων (ακόμα και αν δεν έχουν πάντα την απαραίτητη συνέχεια, ακόμα και αν δείχνουν να ξεφεύγουν από τον ασφυκτικό κεντρικό έλεγχο) δεν παύουν να έχουν τις βασικές επιδιώξεις της πολιτικής των ΗΠΑ έτσι όπως γενικά έχουμε προδιαγράψει.

Ωστόσο, το ιδιαίτερο στοιχείο αυτής της κατάστασης, όπου μια σειρά μέτωπα ανοίγουν (χωρίς να είναι έτοιμοι να τα κλείσουν) και συμπληρώνουν ήδη προηγούμενα που ακόμα είναι ζωντανά, δημιουργούν μια ρευστότητα, επιταχύνουν εξελίξεις, διαφοροποιούν ρόλους και αποστολές στους διάφορους τοπικούς παράγοντες. Ενώ δηλαδή ο Ομπάμα «υποσχέθηκε» τακτοποίηση των μετώπων που είχαν ανοίξει επί Μπους, χωρίς να το καταφέρει, ενεργοποίησε το μέτωπο της Συρία. Έδειξε να κάνει βήματα θετικά για τη Δύση σε σχέση με το Ιράν χωρίς όμως να έχει καταγράψει με έναν οριστικό τρόπο τα αποκρυσταλλώματα. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι έχει ανεβάσει επικίνδυνα την ένταση με την Ρωσία, με βάση τις επιλογές των ΗΠΑ αλλά και της υπόλοιπης Δύσης στην Ουκρανία, στην οποία έχει μεταφερθεί για τα καλά το επίκεντρο των ιμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων. Μια εξέλιξη ιδιαίτερα αρνητική και ανησυχητική όχι μόνο για τους λαούς της εκεί περιοχής) αλλά και για τους υπόλοιπους λαούς της Ευρώπης, της Μ. Ανατολής, των Βαλκανίων.

Συνεπώς, όπως είπαμε, πολλά μπορεί ν αλλάξουν και στο εσωτερικό της χώρας.

Γι’ αυτό άλλωστε ενόψει των ευρωεκλογών αλλά και μετά απ’ αυτές άρχισε και θα συνεχιστεί ένας ολόκληρος αγώνας δρόμου από τις ντόπιες αστικές πολιτικές δυνάμεις, με όποιο κοστούμι θα φορέσουν, για να συμμετέχουν και να συνδιαμορφώσουν το καινούριο πιο σκληρό εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο, το οποίο θα εγγυάται με ακόμη μεγαλύτερη σταθερότητα τις απαιτήσεις του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Το σύστημα δεν ξεγελιέται ούτε παρασύρεται από εύκολες εκτιμήσεις ότι ο παράγοντας λαός εξουδετερώθηκε οριστικά. Αυτές τις αυθαιρεσίες και ανόητες εκτιμήσεις τις αφήνει για τους «αριστερούς» απογοητευμένους. Το σύστημα θέλει να ολοκληρώσει το έργο της σταθεροποίησής του αλλά και της οχύρωσής του απέναντι στο λαό. Το έργο αυτό που ξεκίνησε μετά την παπανδρεϊκή κατάρρευση, και που φυσικά δεν αρκείται στο να στηρίζει και να στηριχθεί μόνο στον πυλώνα της σαμαρικής ΝΔ. Δεν χωράει, λοιπόν, καμία αμφιβολία ότι βρισκόμαστε ενόψει μιας ολόκληρης επιχείρησης αναμόρφωσης και επαναδιαμόρφωσης πολιτικού σκηνικού που θα έχει πολλές εκπλήξεις και ανατροπές «εκτός σχεδίων». Φυσικά ο αστάθμητος παράγοντας, εκτός των διεθνών εξελίξεων και ανατροπών, είναι ο λαός ο οποίος μπορεί να χαλάσει τα σχέδια.

Αυτό, λοιπόν, που καταρχήν επιδιώκεται και που έχει την συμφωνία βασικών κέντρων εξουσίας είναι να αποκτήσει μεγαλύτερη βάση στήριξης ο ΝΔ πυλώνας γύρω από τον Σαμαρά (με την προϋπόθεση ότι το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δεν θα το ακυρώσει). Βασική πλευρά του σχεδίου ήταν και παραμένει η διεύρυνση της βάσης στήριξης της ΝΔ προς άκρα δεξιά με ταυτόχρονη «επανένταξη» της φασιστικής δεξιάς ξανά κάτω από την μεγάλη ομπρέλα της Δεξιάς. Όλος αυτός ο σχεδιασμός που θέλει εν μέρει να αποκαταστήσει τα όσα είχαν τιναχτεί στον αέρα μετά το 2009-2010 και το φούσκωμα της Χ.Α., μέχρι στιγμής δεν εξελίσσεται όπως προβλέπονταν, αλλά όμως δεν ακυρώνεται. Αντίθετα, υποχρεώνει την ΝΔ (παρά τις αντιρρήσεις άλλων πλευρών, πχ. καραμανλικής) να σηκώνει όλο και πιο πολύ τους τόνους και τις πρακτικές με φασίζον και αντικομμουνιστικό πρόσημο.

Το σχέδιο αυτό, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι σαν «σύμμαχο» έχει την σημερινή αρνητική εικόνα του κινήματος, και σ’ έναν βαθμό ευνοείται από το ότι η ΝΔ του Σαμαρά (με την αγαστή βοήθεια της Αριστεράς) κατάφερε να ανακόψει την πορεία αφύπνισης των λαϊκών μαζών που είχε πάρει ανησυχητικές διαστάσεις για το σύστημα μετά το 2010. Επίσης το σχέδιο αυτό είναι εξ ανάγκης το μοναδικό ίσως εν ενεργεία που μπορεί να υπηρετήσει η ΝΔ του Σαμαρά, αφού η ίδια με την πολιτική της (και την απομάκρυνση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση) ουσιαστικά ακύρωσε την αμφίπλευρη διεύρυνση (και προς μεσαίο χώρο) ο οποίος προς το παρόν μένει ακάλυπτος, και που η καρικατούρα της συγκυβέρνησης δεν μπορεί να καλύψει μέσω Βενιζέλου.

Ενόψει, λοιπόν, ευρωεκλογών, αλλά και μετά απ’ αυτές, συντελούνται στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό δύο βασικές διεργασίες ανακατατάξεων. Μια προς δεξιά και ακόμη περισσότερο. Η άλλη προς τον μεσαίο λεγόμενο χώρο, όπου η σαμαρική ΝΔ όπως είπαμε δεν μπορεί να την καλύψει, και που όπως έδειξαν τα πράγματα ούτε το βενιζελικό πασοκικό απομεινάρι είναι σε θέση να το αναλάβει όσες αγροτο-κηπουρικές μεταμφιέσεις υποστεί. Η επιδίωξη, λοιπόν, των κέντρων εξουσίας είναι να διαμορφώσουν όρους ώστε να υπάρξει μια δεύτερη βάση στήριξης της καπιταλιστικής διαχείρισης που να καλύπτει τον χώρο που άφησε ακάλυπτο η συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ. Για ένα διάστημα (αμέσως μετά τις εκλογές του 2012) φάνηκε ότι αυτόν τον χώρο (μέσα από προσαρμογές κ.λπ.) εκ των πραγμάτων αυτός που είχε τις μεγαλύτερες δυνατότητες και πιθανότητες να τον καλύψει ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ με την φόρα που είχε πάρει από το εκλογικό αποτέλεσμα.

Το σύστημα φαινόταν υποχρεωμένο, με βάση και την όλη λαϊκή αγανάχτηση-οργή, να ανεχτεί τον ΣΥΡΙΖΑ και να τον προετοιμάσει, παρ’ όλο που θα προτιμούσε άλλες λύσεις. Παρ’ όλα αυτά το σύστημα προσπάθησε ν’ αντιδράσει στην προοπτική αυτή. Πρώτον με το να κάνει κάθε προσπάθεια να αποφύγει πρόωρες εκλογές. Δεύτερον με το να πασχίζει να καθυποτάξει το λαό με κάθε μέσο και να μετατρέψει τη χώρα σε ένα νεκροταφείο δικαιωμάτων. Τρίτον, και πιο πρόσφατα με πολλές βοήθειες απ’ έξω, τόσο από ΕΕ όσο και από ΔΝΤ, έκφρασή του ότι οι ξένοι παράγοντες (μέσα από τις διαφωνίες τους). Έκφραση αυτών των αντιστάσεων απέναντι στην προοπτική ΣΥΡΙΖΑ, είναι και όλες αυτές οι αναζητήσεις, στις οποίες εκτός των παλαιών απομειναριών ΠΑΣΟΚ, συμμετέχουν και «νέοι» παίκτες αμφιβόλου προοπτικής (πχ. ΠΟΤΑΜΙ). Δημιουργούνται (ή επιχειρείται τουλάχιστον να διαμορφωθούν) ορισμένα ψευδεπίγραφα «κεντρώα» αναχώματα-δεκανίκια, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τσόντες προς τη μια ή προς την άλλη κατεύθυνση.

Και με τον ΣΥΡΙΖΑ τι γίνεται; Παραμένει μια πιθανή υποψήφια κυβερνητική λύση. Το αξιοσημείωτο είναι ότι έχει χάσει μέρος της δυναμικής του και σαν έκφραση των απανωτών προσαρμογών του. Κυρίως όμως πληρώνει τη μεγάλη αλλά προσωρινή ανακοπή της λαϊκής δυναμικής και αντίστασης, και για την οποία επίσης ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μεγάλη ευθύνη. Πληρώνει επίσης την όξυνση των ενδογενών του αντιφάσεων, αλλά και των ταλαντεύσεων-παλινωδιών της κοινωνικής του βάσης. Πληρώνει δηλαδή το γεγονός ότι ένα μέρος των μεσοστρωμάτων, κάτω από την συνεχή πίεση της επίθεσης και τον κυρίαρχο βομβαρδισμό, αλληθωρίζουν ξανά προς τα εκεί που μετά το 2010 δεν ήθελαν να κοιτάξουν (δηλαδή, προς τα κυρίαρχα τμήματα της μεγαλοαστικής τάξης). Όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές αξίζει να αναλύσουμε μια πλευρά της πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ, και που την είδαμε να εκδηλώνεται στο debate με τους άλλους Ευρωπαίους. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ έχει προσαρμόσει την ρητορεία της στο ηπιότερο όταν απευθύνεται στο λαό δηλαδή στα μικρά και μεσαία στρώματα της πόλης. Δεν υπόσχεται σχεδόν τίποτε πια και έχει στρογγυλέψει αρκετά την αντιμνημονιακή « φρασεολογία. Προφανώς για να καλύψει αυτό το κενό αλλά και για να στήσει γέφυρες με τα κέντρα εξουσίας άρχισε να ανεβάζει τους «εθνικούς» τόνους. Παραιτείται δηλαδή από την όποια αριστερή λαϊκή ρητορεία και δοκιμάζει κα αυτός το ίδιο χαρτί με τους υπόλοιπους δήθεν πατριώτες. Στο debate δεν απευθύνεται στο λαό, ούτε τόσο στους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Περισσότερο απευθυνόταν στα μεγάλα και μεσαία ντόπια αστικά συμφέροντα που κατά καιρούς έχουν εκδηλώσει τις αντιρρήσεις τους στην πολιτική Σαμαρά και τρόικας. Σε αστικά στρώματα που ναι μεν δεν μπορούν και δεν θέλουν μια πολιτική εκτός ΕΕ αλλά ζητούν μια πιο «δυναμική» εκπροσώπηση. Φυσικά υπάρχει και το ερώτημα που αλλού απευθυνόταν από το επίσημο ευρωπαϊκό βήμα. Αρκετοί διέγνωσαν ως δεύτερο εξωτερικό αποδέκτη την άλλη πλευρά του ατλαντικού χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα τη θετική αντιμετώπιση Τσίπρα από πολλές αμερικάνικες εφημερίδες. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να θέλει να εκμεταλλευτεί τις αμερικάνικες αντιθέσεις με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Σύντομα θα αρχίσει να φαίνεται κατά πόσον αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Και το σίγουρο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί το διαβατήριο για την εξουσία ερχόμενος σε όλο και μεγαλύτερη αντίθεση με τα λαϊκά και εργατικά συμφέροντα και ανάγκες. Όσο και αν ένα σημαντικό μέρος του λαού σήμερα, κάτω από το βάρος της επίθεσης που δέχεται, στρέφει αναγκαστικά την προσοχή του στο πώς θα απαλλαγεί από τους υπεύθυνους για τα δεινά του και προσπερνάει τα παραπάνω στοιχεία στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, αρκετά γρήγορα θα διαπιστώσει του λόγου το αληθές. Ιδιαίτερα αν η μετεκλογική πραγματικότητα επιβάλλει επιτάχυνση των εξελίξεων. Ενώ πληθαίνουν, λοιπόν, οι αστικές, ρεφορμιστικές, φασίζουσες και ό,τι άλλο θέλετε δυνάμεις που -υποτίθεται- παλεύουν για την Ελλάδα, για την πατρίδα και προετοιμάζονται δήθεν να δώσουν μάθημα στους «ξένους», όλο και μεγαλώνει το ταξικό κενό. Γίνεται, δηλαδή, όλο και πιο φανερή η ανάγκη να δυναμώσουν και να αναδειχθούν οι ταξικές εκείνες δυνάμεις με κομμουνιστική αναφορά και προοπτική, με σοσιαλιστική πρόταση, που μέσα από τη συμμετοχή τους στην ταξική πάλη θα υπηρετήσουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Με αυτά τα δεδομένα μεγαλώνει η ανεμπιστοσύνη πλατιών στρωμάτων προς τα κυρίαρχα κόμματα και φορείς, μεταμφιεσμένα ή όχι. Αρκετοί επιτήδειοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν αυτή τη λαϊκή απέχθεια προς κάθε τι που θυμίζει το παλιό και πάνε να του πουλήσουν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Και φυσικά την εκλογική σύγχυση επιτείνει η απαράδεκτη στάση και συμπεριφορά της σημερινής ηγεσίας του ΚΚΕ η οποία νομίζει ότι θα πάρει τη ρεβάνς από τον ΣΥΡΙΖΑ μ’ ένα εντελώς εκτός τόπου και χρόνου τρόπο. Φυσικά μηδαμινές υπηρεσίες στο κίνημα και στους αγώνες, αλλά και ως προς την ανάγκη η λαϊκή πάλη να ξεφύγει απ’ τα όρια της επιρροής του ρεφορμισμού, προσφέρουν οι δυνάμεις που συνωστίζονται στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και που με τις ταλαντεύσεις τους κυρίως προς ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά παραδίνουν ένα πάλαι ποτέ αγωνιστικό δυναμικό στον ΣΥΡΙΖΑ και στην προοπτική του κινηματικού κυβερνητισμού.

ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ 8η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΓΙΑ

-          ΝΑ ΣΥΝΔΕΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ

-          ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥΣ ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

-          ΝΑ ΑΠΟΣΑΦΗΝΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΣΤΟΧΟ ΤΟΥ ΑριστερόΥ ΜέτωποΥ Αντίστασης, Διεκδίκησης, Αναμέτρησης

-          ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΤΕΡΕΗ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ, ΜΕ ΤΟ ΧΤΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΤΑΞΙΚΟΥ-ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

• Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι έχουμε μπει σε μια περίοδο ιδιαίτερα δύσκολη και απαιτητική, για όποιον αγωνιστή πρωτοπόρο και πολύ περισσότερο κομμουνιστή θέλει να πάει κόντρα στο ρεύμα και να συνεχίσει να δρα και να παρεμβαίνει στην ταξική πάλη από τη σκοπιά των εργαζόμενων και των καταπιεσμένων. Πριν έρθουμε όμως σ’ αυτό, ας δούμε τι συμβαίνει με τον παράγοντα κίνημα. Το ερώτημα είναι αν οι εξελίξεις στο κίνημα, στις αντιστάσεις, μπορούν να δώσουν κουράγιο, αντοχή και ελπίδα για τον αγωνιζόμενο λαό.

Πριν όμως απ’ αυτό, ας σχολιάσουμε κάτι άλλο. Από το 1996 που διατυπώσαμε την εκτίμηση ότι κάτι αλλάζει (σε σχέση με το μαύρο και καταθλιπτικό τοπίο που είχε διαμορφωθεί με τις ανατροπές του 1990), σε καμία περίπτωση δεν φανταζόμασταν μια γραμμική και συνεχώς ανοδική αντίστροφη πορεία του κινήματος για λόγους που έχουμε εξηγήσει και που αφορούν το βάθος της ήττας του κομμουνιστικού και ταξικού εργατικού κινήματος.

Η ανυπαρξία υποκειμενικού παράγοντα, η διάλυση του κομμουνιστικού κινήματος, είχαμε εκτιμήσει και σωστά, ότι δεν θα μπορούσε να επιτρέψει μια άλλη πορεία για το κίνημα απ’ αυτή που βιώσαμε. Με διαρκή ζιγκ-ζαγκ, με τάσεις αφύπνισης, αντίστασης και σύγκρουσης αλλά και με πολλές υποχωρήσεις, ήττες και πισωγυρίσματα. Και αυτή η εικόνα σε γενικές γραμμές δεν ισχύει μόνο για τη χώρα αλλά και διεθνώς.

Απ’ την άλλη ήμασταν βαθιά πεισμένοι ότι παρ’ όλο που το κίνημα θα τρώει σε αρκετές φάσεις τα μούτρα του, και θα φανερώνει τις ανεπάρκειές του, οι κομμουνιστές δεν θα έπρεπε με τίποτε να αναχωρήσουν, να σνομπάρουν, ή να καταδικάσουν, γιατί απλούστατα αν δεν περάσει το κίνημα και οι κομμουνιστές απ’ αυτή τη φάση, δεν θα διδαχτούν ούτε οι ίδιοι ούτε οι λαοί και κυρίως δεν θα συνδεθούν μαζί τους.

Οφείλουμε, λοιπόν, να παραδεχτούμε ότι από το 1996 μέχρι σήμερα (περίπου 18 χρόνια συμπληρώθηκαν) αυτό που δικαίως λέγαμε ότι ο καπιταλισμός θα φροντίζει να τροφοδοτεί το κίνημα μέσα από την άγρια επίθεσή του, έχει σαφέστατα επιβεβαιωθεί. Όλο εκείνο το παραμύθι του 1990 όπου ο καπιταλισμός χωρίς αντίπαλο θα έφερνε την ευημερία στον κόσμο, έχει καταρρεύσει, και ο πλανήτης βαδίζει από το κακό στο χειρότερο.

Ωστόσο τα χρόνια αυτά, φάνηκε και κάτι άλλο (εξίσου ισχυρό), ότι δηλαδή ο καπιταλισμός φρόντιζε με συστηματικό τρόπο, επειδή ακριβώς δεν μπορούσε να εξαφανίσει τις λαϊκές αντιδράσεις, να τις καταστέλλει, να τις ανακυκλώνει, να τις καθιστά άνευρες και κυρίως να κατορθώνει να τις εγκλωβίζει και να τις εμποδίζει να συγκροτήσουν το δικό τους κίνημα.

Συνεπώς, πριν φτάσουμε να ξαναεξετάζουμε τι θα έκανε το κίνημα για εμάς, ας δούμε πιο ουσιαστικά τι θα κάνουμε εμείς για το κίνημα (για να παραφράσουμε και τον Κένεντι). Να συνεχίσουμε δηλαδή τις προσπάθειες που ξεκινήσαμε το 2010 με την προηγούμενη Συνδιάσκεψη όταν είχαμε σταθεί ιδιαίτερα στον παράγοντα κομμουνιστικό-ταξικό εργατικό κίνημα. Να συμπληρώσουμε επίσης τις προσπάθειές μας στην κατεύθυνση της οικοδόμησης του Αριστερού Μετώπου Αντίστασης, Διεκδίκησης, Αναμέτρησης έτσι όπως τις σηματοδοτήσαμε από το 2011 και μετά.

Για τους λόγους που συνοπτικά περιγράψαμε, το ΠΓ και το ΚΟ αποφάσισε να ξεκινήσει τις διαδικασίες για την 8η Συνδιάσκεψη, που, αν δεν υπάρξουν ανατροπές που δεν εξαρτώνται από εμάς, θα πραγματοποιηθεί στο τέλος αυτής της χρονιάς.

Στην 8η Συνδιάσκεψη, βασικός μας στόχος θα είναι να δώσουμε στην οργάνωση και συλλογική μας προσπάθεια περισσότερη ώθηση και αποφασιστικότητα ώστε να υλοποιήσουμε το κεντρικό μας καθήκον να συμβάλλουμε στην ανασυγκρότηση του ταξικού κομμουνιστικού εργατικού κινήματος, κυρίως μέσα από τη συμβολή μας στην αποσαφήνιση και αποκρυστάλλωση αυτού που ονομάσαμε «Ο δικός μας δρόμος».

Αποσαφήνιση και αποκρυστάλλωση που ειδικότερα προσδιορίζεται στη συμβολή μας στη διαμόρφωση πολιτικών και κοινωνικών όρων πάνω στους οποίους θα πατήσει το Αριστερό Μέτωπο, έτσι όπως το έχουμε προσδιορίσει τα τελευταία χρόνια. Εισηγητικά, λοιπόν, θέλουμε να διευκρινίσουμε (όπως εμείς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα) ότι την συμβολή μας στην οικοδόμηση του κομμουνιστικού κόμματος και την πορεία ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης, τη βλέπουμε να υλοποιείται στο πεδίο της προώθησης αυτού του στόχου που δεν είναι απλά μια μετωπική πολιτική αλλά μια ολόκληρη διαδικασία-διεργασία όπου τα πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης, μαζί με τα πιο αγωνιστικά και πρωτοπόρα τμήματα της νεολαίας, των εργαζόμενων αποκτούν ένα ολόκληρο δίκτυο λαϊκής οργάνωσης, το οποίο βαθαίνει και προχωράει το περιεχόμενο της λαϊκής πάλης σε αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική, αντισυνδιαχειριστική βάση. Το περιεχόμενο ενός τέτοιου Αριστερού Μετώπου σαφώς δεν θα περιορίζεται σε στόχους αντίστασης και υπεράσπισης κεκτημένων τους οποίους όμως σίγουρα θα υπηρετεί.

Το περιεχόμενο θα διευρύνεται σε πιο ριζοσπαστικές κατευθύνσεις και θα επιδιώκει τη δημιουργία σοβαρών ρηγμάτων στο μπλοκ της αντίδρασης και στην ευνόηση μέσα απ’ αυτά τα ρήγματα να βγαίνουν στο στίβο της ταξικής πάλης και άλλα στρώματα εργατών, εργαζομένων, νεολαίας.

Δεν είναι της ώρας να προσδιορίσουμε τη σχέση του Αριστερού Μετώπου με ευρύτερες ΜΕΤΩΠΙΚΕΣ συνευρέσεις. Επίσης είναι σαφές πως μια βασική προϋπόθεση για να στεριώσει το Αριστερό Μέτωπο και η παρέμβασή του στην ταξική πάλη, είναι η ύπαρξη μιας μαχητικής, μαζικής, κομμουνιστικής οργάνωσης, που με την σειρά της, για να είναι τέτοια προϋποθέτει διευρυμένες σχέσεις με την εργατική τάξη.

Χωρίς να κάνουμε τους προφήτες θεωρούμε ότι η πορεία για την οικοδόμηση του Αριστερού Μετώπου, που θα συντονίζεται με την διαδρομή οικοδόμησης μαχητικής μαζικής κομμουνιστικής οργάνωσης και που θα εκφράζεται μέσα από ορατά βήματα λαϊκής-εργατικής οργάνωσης, θα δώσει καινούρια διάσταση και φόντα στους κομμουνιστές για να ανοίξουν τους λογαριασμούς τους με την εμπειρία-ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και με την σοσιαλιστική προοπτική της εποχής μας. Είμαστε βέβαιοι δηλαδή ότι όσο προχωράμε στην αποσαφήνιση των επιδιώξεών μας για την οικοδόμηση του Αριστερού Μετώπου, τόσο πιο κοντά και γειωμένα θα προσδιορίζουμε τα καθήκοντα και τον χαρακτήρα της επαναστατικής ανατροπής του συστήματος. Θεωρούμε ότι όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στους στόχους της οικοδόμησης του Αριστερού Μετώπου, θα αποκτούμε και περισσότερες δυνατότητες να διαβάσουμε και να αναγνωρίσουμε την κοινωνική διαστρωμάτωση που τόσο έχουμε ανάγκη προκειμένου να βοηθήσουμε στην εξαγωγή σωστών συμπερασμάτων για τους στόχους και τα όρια των όποιων κοινωνικών συμμαχιών στην προοπτική της επανάστασης!

ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΡΑΕΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ Η ΛΑΪΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ

Ειδικότερα για τις μέρες που διανύουμε, έχουμε ανάγκη να ξεμπροστιάσουμε και να αποκαλύψουμε το «σχέδιο-μοντέλο ανάπτυξης» της χώρας έτσι όπως διαμορφώνονται σήμερα τα διεθνή και εσωτερικά δεδομένα. Δεν έχει νόημα να «ξορκίζουμε» την προπαγάνδα του συστήματος. Αντίθετα πρέπει να την κατανοήσουμε (έστω και σαν σχέδιο). Όπως επίσης έχουμε υποχρέωση να προσδιορίσουμε τους βασικούς παράγοντες από τους οποίους θα κριθεί αν και πόσο το «σχέδιο» θα μείνει στα χαρτιά, ή θα πάρει σάρκα και οστά.

Ας μην ξεχνάμε, λοιπόν, ότι ακόμα και αν (υποθετικά) η κρίση «μπαλωθεί» προσωρινά, η επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη θα συνεχίζεται και θα βαθαίνει. Όσο και αν είναι οδυνηρό για τους λαούς, το αντεργατικό-αντιλαϊκό πλαίσιο που κατάφερε το σύστημα στα χώρα και διεθνώς να δημιουργήσει, οι άγριες συνθήκες εκμετάλλευσης και καταπίεσης, οι μισθοί πείνας δεν είναι αρκετό για το κεφάλαιο-ιμπεριαλισμό. Και όσο οι συνθήκες και οι συσχετισμοί το ευνοούν τόσο θα επιτίθεται.

Στη χώρα μας, λοιπόν, (και γι’ αυτό περηφανεύονται οι διάφοροι Σαμαράδες) έχει δημιουργηθεί ο πρώτος όρος για να μπορέσει η μεγαλοαστική τάξη να εντείνει την εκμετάλλευση, να αυξήσει την κερδοφορία της, να διεκδικήσει μια βελτιωμένη θέση στην εξάρτησή της από τους ιμπεριαλιστές αλλά και στη σχέση της με τους υπόλοιπους τοπικούς ανταγωνιστές-συμμάχους.

Μπορεί να μας τιμάει σα λαό το γεγονός ότι αντισταθήκαμε στην επίθεση αυτή. Αντίσταση η οποία έκανε τη χώρα μας σε κάποιες φάσεις παράδειγμα αντίστασης, με αποτέλεσμα να βρεθεί ο λαός της στο στόχαστρο των διεθνών και εσωτερικών αντιδραστικών δυνάμεων. Δεν πανηγυρίζουν χωρίς λόγο ΕΕ και ντόπιοι παράγοντες που τελικά κατάφεραν να περάσουν μια σειρά βάρβαρα μέτρα και έχουν διαμορφώσει το πλαίσιο για να περάσουν και χειρότερα.

Ωστόσο οι πανηγυρισμοί τους ότι δήθεν στην Ελλάδα συντελείται ένα θαύμα είναι σίγουρα εκτός τόπου και χρόνου, ενώ τα διεθνή δεδομένα δεν θα επιτρέψουν ξανά ούτε για αστείο να επαναληφθούν οι Σημιτικές επιδόσεις της «ισχυρής Ελλάδας».

Δεν παριστάνουμε τους προφήτες, αλλά προετοιμαζόμαστε για αυτά που έρχονται και κυρίως συναισθανόμαστε τα μεγάλα και σοβαρά καθήκοντα που μας περιμένουν.

ΚΛΕΙΣΙΜΟ (Μάλλον… άνοιγμα)

Το προηγούμενο κομμάτι από το κείμενο είχε γραφτεί μερικές βδομάδες πριν τις εκλογές. Κρίνουμε, λοιπόν, απαραίτητο, το κλείσιμό του να συνοψίζει, επί πραγματικών δεδομένων, τις βασικές μας διαπιστώσεις για την πολιτική κατάσταση και να αναδεικνύει -και μέσα απ’ αυτή- τις βασικές κατευθύνσεις παρέμβασης και πάλης της οργάνωσής μας για την περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας και μέσα στην οποία φιλοδοξούμε να πραγματοποιήσουμε την 8η Συνδιάσκεψή μας.

Το συνολικό, λοιπόν, εκλογικό αποτέλεσμα (πρώτος, δεύτερος γύρος και ευρωεκλογές) κατέγραψε μια γενικευμένη καταδίκη και κατακραυγή της πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια. Καταδίκη και κατακραυγή οι οποίες, παρ’ όλο που συγκαλύφθηκαν (σχετικά) στους Δήμους και τις Περιφέρειες, είναι (έστω και με παθητικό τρόπο) έκφραση της οργής και της αγανάκτησης που έχει συσσωρευτεί στις λαϊκές μάζες για όλα τα δεινά που τις έχουν βρει σαν απόρροια της σωρείας των αντιλαϊκών μέτρων που έχουν παρθεί όλη την περίοδο από το 2009 μέχρι σήμερα.

• Το αποτέλεσμα αυτό είναι ένα σαφές σημάδι ότι η εκστρατεία με την οποία επιχειρεί το σύστημα τους τελευταίους μήνες να παρουσιάσει το μαύρο άσπρο και να ωραιοποιήσει τα πράγματα, βρήκε αρκετές αντιστάσεις και δεν έφερε (πώς θα ήταν, άλλωστε, δυνατό;) τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα για το σύστημα. Παρ’ όλο που η επιλογή της κυβέρνησης να «ανακατέψει» αχταρμά τις εκλογικές αναμετρήσεις μήπως και συσκοτίσει τις λαϊκές διαθέσεις, κατάφερε να περιορίσει τις απώλειες για τους κυβερνητικούς εταίρους, το αποτέλεσμα (ιδιαίτερα των ευρωεκλογών, αλλά και των δημοτικών-περιφερειακών στο Λεκανοπέδιο) κατέγραψε μια φανερή μείωση εκατοντάδων χιλιάδων ψήφων τόσο για τη ΝΔ όσο και για το μασκαρεμένο ΠΑΣΟΚ.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει ένα βασικό γνώρισμα-χαρακτηριστικό του όλου εκλογικού αποτελέσματος, παρ’ όλες τις αντιφάσεις του που εμείς εντοπίζουμε βλέποντας τα πράγματα από την ταξική σκοπιά της εργατικής τάξης, από τη σκοπιά του κινήματος και των αναγκών του. Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν ανέτρεψε, αντίθετα επιβεβαίωσε, μια βασική μας εκτίμηση για όλη τη φάση που διανύουμε, ότι δηλαδή οι λαϊκές μάζες και η λαϊκή πάλη παραμένουν εγκλωβισμένες στα όρια και τα πλαίσια του συστήματος με την αρωγή βέβαια της Αριστεράς «μας» στο μεγαλύτερό της μέρος. Επιβεβαιώνει μια εκτίμηση που έχουμε βγάλει παρακολουθώντας όλους τους μικρούς και μεγάλους αγώνες που έδωσαν τμήματα του λαού μας όλα αυτά τα χρόνια κόντρα στην επίθεση και μέσα από πολλές -μικρές και μεγάλες- αντιστάσεις. Επιβεβαιώνεται μια εκτίμηση που βγαίνει μέσα από τις βασικές μας διαπιστώσεις για το χαρακτήρα, τα όρια και το περιεχόμενο μιας Αριστεράς της ήττας και της ενσωμάτωσης, που ακόμη κατορθώνει να ηγεμονεύει στο κίνημα. Επιβεβαιώνει μια εκτίμηση που βγαίνει μέσα από τις διαπιστώσεις μας για τους διεθνείς και τοπικούς συσχετισμούς, σαν απόρροια της ήττας και της διάλυσης του κομμουνιστικού κινήματος.

• Το ζήτημα που αναδείχτηκε ξανά δεν είναι μόνο αυτό που κυρίως πρέπει να ενδιαφέρει τους κομμουνιστές της εποχής, το δρόμο δηλαδή που πρέπει να ακολουθηθεί ώστε να ανατραπεί η άσχημη εικόνα του κινήματος και να μπουν οι βάσεις για την ανασυγκρότησή του.

Το εκλογικό αποτέλεσμα κατέγραψε και μια ακόμη επιτυχία για το σύστημα: να ανακόψει (χωρίς να ανατρέψει) το ρεύμα της αποχής. Όχι σαν έκφραση μιας δήθεν υπεύθυνης λαϊκής στάσης απέναντι στις κρίσιμες εκλογές (όπως υποστηρίζουν πολλοί), αλλά σαν μια ακόμη έκφραση της δυνατότητας που έχει το σύστημα (με τη βοήθεια και της Αριστεράς «μας») να βάζει διλήμματα στις μάζες, να τις εγκλωβίζει, να τις περιορίζει και να τις εκτονώνει προσωρινά.

Όχι, εμείς δεν θα πανηγυρίσουμε ούτε για την υποτιθέμενη αριστερόστροφη πορεία των εξελίξεων. Να πανηγυρίσουμε δηλαδή που τα κέντρα εξουσίας, εντός και εκτός Ελλάδας, κατόρθωσαν να περιορίσουν τη λαϊκή αντίδραση και διαμαρτυρία μέσα στους θεσμούς της ΕΕ και του σάπιου αστικού συστήματος.

Σ’ αυτούς τους τραγέλαφους καταλήγει η επίσημη Αριστερά μας (σε πολλές αποχρώσεις της) στην προσπάθειά της να κρύψει τη γύμνια της, τη στασιμότητά της, την ανεμπιστοσύνη που φυσιολογικά προκαλεί στις μάζες. «Νίκησε» ο ΣΥΡΙΖΑ, που ο λαός σύρθηκε με το ζόρι στο ευρωπανηγυράκι, που οι μάζες εκβιάστηκαν να «θάψουν» τα αντιΕΕ αισθήματά τους γιατί δήθεν έπρεπε να πάρουν μέρος στο γκάλοπ. Και καλά ο ΣΥΡΙΖΑ σαν φιλοευρωπαίος και φιλοΕΕ, άντε να πανηγυρίζει. Το ΚΚΕ, όμως, που αυτοδιαφημίζεται σαν ο γνήσιος αντιΕΕ πολιτικός εκφραστής; Ζήτω, λοιπόν, η ΕΕ και οι θεσμοί της που έδωσαν την «ευκαιρία» στο λαό να εκφράσει την διαμαρτυρία του! Η απογείωση του οπορτουνισμού σ’ όλο της το μεγαλείο.

• Το γεγονός, λοιπόν, ότι στις ευρωεκλογές του 2014 είχαμε στην Ελλάδα μείωση του ποσοστού αποχής σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2009, που αποτελεί έκφραση των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών και προτεραιοτήτων, δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση τη γραμμή της αποχής που είχαμε. Αντίθετα, την επιβεβαιώνει, την κάνει πιο αναγκαία και την πολιτικοποιεί παραπέρα.

Χαιρετίζουμε λοιπόν τους εκατοντάδες χιλιάδες λαού και νεολαίας που -παρά την πίεση που δέχτηκαν- άντεξαν και έστρεψαν την πλάτη τους στις αστικές μεθοδεύσεις. Και καταδικάζουμε για μια ακόμη φορά την εκφοβιστική εκστρατεία του συστήματος (που γίνεται μάλιστα στο όνομα της «υπεύθυνης στάσης») να ποινικοποιείται η αποχή και να εκβιάζεται ο λαός να ψηφίζει σε πολλαπλές εκλογές με ενιαίους καταλόγους και ενιαία εκλογικά πρωτόκολλα.

• Το γεγονός ότι μέσα και από τις κάλπες επιβεβαιώθηκε ότι ο δρόμος για την ανασυγκρότηση του κινήματος, για την πολιτικοποίησή του σε αντιιμπεριαλιστική-αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, για τη συγκρότηση του ταξικού εργατικού κινήματος θα είναι μακρύς, όχι μόνο δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει και υπογραμμίζει το ότι οι κομμουνιστές και οι αγωνιστές πρέπει να επιμένουν να αναβαθμίζουν την παρέμβασή τους στη διαρκώς οξυνόμενη ταξική πάλη και στα μέτωπα που θα τροφοδοτεί η συνεχιζόμενη άγρια επίθεση και βαρβαρότητα του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου.

• Το γεγονός ότι οι προκλήσεις για το λαό είναι πολλές και οι δυσκολίες στο να χαράζει το δικό του δρόμο μαζί με τους αγωνιστές και τους κομμουνιστές είναι ακόμα μπροστά του, δεν σημαίνει ότι τα πράγματα για το σύστημα είναι ρόδινα και χωρίς αγκάθια.

Είναι, λοιπόν, δεδομένο ότι το εκλογικό αποτέλεσμα στο σύνολό του έχει περιπλέξει τα πράγματα για τις δυνάμεις του συστήματος, έχει οξύνει παλιές αντιθέσεις και δημιούργησε καινούριες. Αντιθέσεις και αντιφάσεις που μπορεί να λειτουργήσουν καταλυτικά όσον αφορά την επιτάχυνση των εξελίξεων, αλλά και όσον αφορά την απελευθέρωση τόσο δυνάμεων του συστήματος που βρίσκονταν στην δεύτερη γραμμή όσο και λαϊκών ζωντανών δυνάμεων που παραμένουν ακόμη κάτω από τη ρεφορμιστική επιρροή. Φάνηκε ότι το κυβερνητικό σχήμα περιέσωσε τα προσχήματα (χωρίς να κρύψει τη συρρίκνωσή του). Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε την πρωτιά (χωρίς να μπορεί να κρύψει την εν γένει στασιμότητά του και την αυτοπαγίδευσή του στη δεξιά του πολιτική έτσι όπως την κατέγραψαν τα αριθμητικά δεδομένα των ψήφων). Από εδώ αρχίζουν, λοιπόν, και οι πονοκέφαλοι.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αναμφισβήτητα πρώτος, χωρίς όμως να έχει αποκτήσει την απαραίτητη αυτοπεποίθηση αλλά και χωρίς να έχουν ακόμα μιλήσει (αν υπάρχουν) τα όποια στηρίγματα. Αυτή η αντίφαση που ο πρώτος δεν είναι στην κυβέρνηση μένει να δούμε αν θα ξεσπάσει. Αντίφαση που στέκεται δίπλα σε μιαν άλλη, που μεγαλώνει τη ρευστότητα και την ασάφεια του πολιτικού σκηνικού: να είναι κυβέρνηση οι δεύτεροι και, μάλιστα, με σημαντικά μειωμένους ψήφους. Και τι είδους λύσεις θα δρομολογηθούν όταν ο ΣΥΡΙΖΑ (ακόμη και να σπρωχτεί παραπέρα) όχι μόνο δεν έχει δυναμική αλλά -κυρίως- στερείται συμμάχων (τουλάχιστον αυτή τη στιγμή);

Μα, υπάρχει η Κεντροαριστερά στην οποία προστρέχει και το νεογέννητο δεκανίκι του ΠΟΤΑΜΙΟΥ. Έλα, όμως, που το εγχείρημα της Κεντροαριστεράς (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) εξελίσσεται για να κόψει δρόμο στο ΣΥΡΙΖΑ και όχι για να γίνει συμπλήρωμά του. Αφήστε που, αν γίνει και μια τέτοια κωλοτούμπα και το επάρατο ΠΑΣΟΚ (συγνώμη, η ΕΛΙΑ) προκριθεί για κυβερνητικός συνεταίρος του ΣΥΡΙΖΑ, θα έρθει το πάνω κάτω. Και, όπως είπαμε, οι πονοκέφαλοι δεν τελειώνουν με το αν θα επενδύσουν παραπέρα στον ΣΥΡΙΖΑ. αλλά κυρίως τι θα ποντάρουν και πόσο στη σημερινή κυβερνητική λύση που -βεβαίως- καρκινοβατεί, αλλά -τουλάχιστον- υπάρχει.

Το σίγουρο -και αυτό που ενδιαφέρει το λαό- είναι ότι το πολιτικό σκηνικό στη χώρα μας έχει να περάσει από πολλούς κάβους (χωρίς να μπορούμε άμεσα να προβλέψουμε τι θα γίνει με τις λαϊκές αντιδράσεις). Κάβοι και σκόπελοι που είναι απόρροια ενδοαστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών. Πιθανότατα αυτοί οι σκόπελοι και οι κάβοι θα θέσουν σε δοκιμασία και την υπάρχουσα κυβερνητική λύση και τις εναλλακτικές και τις εφεδρείες.

Το αρνητικό που διαγράφεται είναι ότι μπροστά σε όλες αυτές τις δοκιμασίες ο λαός μάλλον θα βρεθεί (συνολικά, αλλά πιθανόν και ειδικά) απροετοίμαστος. Και με την Αριστερά, για μια ακόμη φορά, όχι απλώς ανεπαρκή αλλά ενσωματωμένη και ηττοπαθή. Και όλα αυτά με όλα τα κέντρα εξουσίας να έχουν σαλπίσει ξανά επίθεση και πάλι επίθεση.

Μέσα στις διαφωνίες και τους καυγάδες τους όλοι αυτοί οι εχθροί των λαών, εντός και εκτός Ελλάδας, με όλες τις διασταυρώσεις, έχουν έναν ενιαίο στόχο: να προωθήσουν τις ιδιαίτερες επιδιώξεις τους σε ένα τοπίο όσο γίνεται πιο αντιδραστικό και μαύρο.

• Τα κέντρα εξουσίας, λοιπόν, έχουν να αντιμετωπίσουν σωρεία ζητημάτων στο αστικό και, γενικότερα, αντιδραστικό στρατόπεδο. Και βέβαια το κύριό τους πρόβλημα δεν είναι αν θα ανταμείψουν τον Κουβέλη για τις υπηρεσίες του (βλέπε και Στεφανόπουλο), αλλά ότι πρέπει να στηρίξουν Σαμαρά και Βενιζέλο. Και πόσο θα μπορούν να κάνουν και τα δύο ταυτόχρονα; Μήπως το ένα σχέδιο έρθει σε αντίθεση με το άλλο και δεν χωράνε δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη; Ιδιαίτερα που ο ένας χώρος πρέπει να το παίζει και λίγο φιλολαϊκά, ενώ ο άλλος πρέπει να συνεχίσει τα ανοίγματα προς τον φασισμό προκειμένου να τον εντάξει πιο ομαλά σε πλαίσιο.

Επίσης, είτε τους αρέσει είτε όχι, τα κέντρα εξουσίας πρέπει να συνεχίσουν τη δοκιμασία και ευθυγράμμιση του ΣΥΡΙΖΑ που, σαν πρώτο κόμμα, μπορεί να το φέρουν έτσι οι συνθήκες που να χρειαστεί να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες.

Ωστόσο αρκετά ασχοληθήκαμε με τους πονοκεφάλους του συστήματος. Ας στραφούμε στα μεγάλα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει και να λύσει το κίνημα. Και ένα από αυτά είναι πώς θα αντιμετωπίσει όλη αυτή την πανσπερμία κομμάτων, οργανώσεων, ομάδων που αυτοαποκαλούνται αριστερά, κομμουνιστικά, ριζοσπαστικά και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε.

Είναι, λοιπόν, γεγονός ότι μετά την κατάρρευση του προηγούμενου πολιτικού σκηνικού είχαμε σαν συνέπεια την ενίσχυση (λιγότερο ή περισσότερο) αρκετών απ’ αυτά. Ανακατατάξεις, λοιπόν, προηγήθηκαν και στο χώρο που θέλει να αναφέρεται στην Αριστερά, αλλά και απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχιστούν με καταλύτη (αλλά όχι αιτία) και τις πρόσφατες εκλογικές καταγραφές.

• Ας δούμε, λοιπόν, καταρχάς τον ΣΥΡΙΖΑ που -παρά την αδυναμία που έδειξε ακόμα και στις πιο «χαλαρές», ας πούμε, «αυτοδιοικητικές εκλογές» να εμφανίσει αύξηση ψήφων και παρά τα φαινόμενα στασιμότητας που καταγράφει και μέσω των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών, παραμένει η κυρίαρχη πολιτική δύναμη στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης. Το γεγονός ότι για δεύτερη φορά μέσα σε δύο χρόνια συγκέντρωσε τα ίδια υψηλά ποσοστά, δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνεχίζει να βρίσκεται, κατά κάποιο τρόπο, στον αέρα. Δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να βρίσκεται σε διαδικασία διαμόρφωσης, χωρίς να έχει απαντηθεί μετά βεβαιότητας (απ’ την ίδια τη ζωή) η προοπτική και η οριστική του κατάληξη-διαμόρφωση. Θα μετατραπεί σε ένα κυβερνητικό κόμμα, καταχτώντας καθαρά ψηλά ποσοστά; Τι είδους διαφοροποιήσεις στους εσωτερικούς συσχετισμούς του θα φέρει αυτό; Ή μήπως να μη βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα, γιατί η φούσκα μπορεί ακόμη να σκάσει και να σκορπίσει «θραύσματα» και προς δεξιά και προς αριστερά;

Το σίγουρο (για να πιάσουμε τα άκρα) είναι ότι όσο συνεχίσουμε να αποκαλούμε τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα είδος Αριστεράς, κινδυνεύουμε να παρεξηγηθούμε. Και, επίσης, κινδυνεύουμε να παρεξηγηθούμε από την άλλη μεριά, αν θεωρούμε ήδη τον ΣΥΡΙΖΑ ένα διαμορφωμένο αστικό κόμμα, που να αποτελεί μάλιστα τον δεύτερο πυλώνα της πραγματικής εξουσίας του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Το φούσκωμα (εκλογικό και κοινωνικό ) του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει ακόμη και σήμερα να είναι κυρίως έκφραση διαμαρτυρίας μιας σειράς μικρών και μεσαίων στρωμάτων που έμειναν «αδέσποτα», όπως έχουμε πει, από το σπάσιμο των συμβολαίων της διετίας 2010-2012.

Σε μεγάλο βαθμό, και χωρίς να παραγνωρίζουμε τις υποκειμενικές προθέσεις των ηγετικών ομάδων του ΣΥΡΙΖΑ και πρώτα απ’ όλα του Τσίπρα, το αδιαμόρφωτο που αναφέραμε είχε να κάνει ακριβώς με το ακόμα αδιευκρίνιστο του πού θα κάτσει αυτό το κοινωνικό εκκρεμές που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, του πού και πώς θα εξελιχθεί αυτή η μικροαστική πλημμυρίδα που έχει κατακλύσει τη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Το εκκρεμές αυτό -εκ των πραγμάτων, λόγω της κατάστασης του κινήματος της εργατικής τάξης- όλο και περισσότερο θα κλίνει προς την πλευρά των μεγάλων συμφερόντων του ντόπιου και ξένου κατεστημένου. Όλος αυτός ο «κοινωνικός χυλός» που έμεινε χωρίς «ομπρέλες» και «σκεπές» το τελευταίο δίχρονο, αναζητά -και μέσω μιας σειράς πολιτικών εκφράσεων- να βρει τη θέση του, τις ισορροπίες και τους συμβιβασμούς του με την μεγαλοαστική τάξη. Να ξαναβρεί τη θέση που έχασε. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια απ’ αυτές τις μεσοβέζικες ενδιάμεσες πολιτικές λύσεις, την οποία αρκετά μικροαστικά τμήματα θέλησαν και θέλουν να χρησιμοποιήσουν για να προβάλουν τα «θέλω» τους. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, επίσης, εκεί πάνω θέλει να πατήσει. Το θέμα είναι ότι για την ηγεσία αυτή το να εκφράσει αυτά τα μικροαστικά στρώματα δεν αρκεί στις σημερινές συνθήκες για να γίνει κυβέρνηση. Χρειάζεται να αποκτήσει γέφυρες, στηρίγματα, διασυνδέσεις με τα μεγάλα λεγόμενα τζάκια εντός και εκτός Ελλάδας.

Η άλλη εξέλιξη που φαντασιώνονται κάποιοι που περιτριγυρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα εκβιαστεί να αποκτήσει πραγματικά αριστερά χαρακτηριστικά και να συνδεθεί σε διαφορετική βάση με το λαό, αποτελεί απλώς κοροϊδία και όσοι την υποστηρίζουν κοροϊδεύουν πρώτα και κύρια τους εαυτούς τους. Κι αυτό γιατί, πολύ απλά, ακόμα δεν υπάρχουν διαμορφωμένα από την εργατική τάξη τα κομμουνιστικά εφόδια και ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός για να υποχρεωθούν αυτά τα στρώματα και οι πολιτικοί τους εκφραστές να ενταχθούν σε ένα ΜΕΤΩΠΟ ΠΑΛΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ. Πόσο μάλλον που το κομμουνιστικό περιεχόμενο στον αγώνα υποτίθεται ότι το δίνει το ΚΚΕ, με την απαράδεκτη και φυγόμαχη πολιτική του.

Γι’ αυτό σαν ενδεχόμενα μπροστά μας έχουμε δύο: ή ο ΣΥΡΙΖΑ θα σπρωχτεί και θα σπρώχνει να διαμορφώσει σύντομα τους συμβιβασμούς και τις συνδέσεις του με τα μεγάλα συμφέροντα ή θα ξεφουσκώσει. Το σίγουρο είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις θα απογοητεύσει κόσμο και θα συνεχίζει να τροφοδοτεί τον αρνητικό συσχετισμό. Προς το παρόν, πάντως, το σύστημα μόνο ικανοποιημένο μπορεί να είναι από τον ΣΥΡΙΖΑ, διότι με τη μέχρι τώρα πολιτική του εγκλωβίζει τις μάζες και τις εμποδίζει σαν ανάχωμα να πάνε σε πιο ριζοσπαστικές και αγωνιστικές κατευθύνσεις. Καταρρίπτεται έτσι και ένα άλλοθι που χρησιμοποιούν όσοι πολιτικά ακουμπούν στον ΣΥΡΙΖΑ: ότι δήθεν η ενίσχυσή του λειτουργεί σαν φραγμός στο φασισμό. Τα πραγματικά δεδομένα λένε ότι η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο αποδυνάμωσε οτιδήποτε θέλει να κινηθεί επαναστατικά και ανατρεπτικά, παρά το αντίθετο.

Οι αριθμοί μερικές φορές λένε την αλήθεια, και αυτό που λένε είναι ότι στις εκλογικές καταγραφές (και όχι μόνο) η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ και της ΧΑ κινούνται παράλληλα (μέχρι στιγμής) και δεν αλληλοαποκλείονται.

Ας αφήσουμε το ιδιαίτερα επιπλέον ανησυχητικό ότι στις τελευταίες καταγραφές η ενίσχυση της ΧΑ είναι πιο έντονη σε σχέση με τη στασιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ.

• Αν παραλληλίσαμε ΧΑ και ΣΥΡΙΖΑ, το κάναμε μόνο και μόνο για να καταγράψουμε την εκτίμησή μας ότι η ενίσχυση της ΧΑ έχει σαφώς συγκυριακά χαρακτηριστικά, τα οποία όμως ήρθαν και έδεσαν με βαθύτερες αιτίες που έχουν διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια, στις συνθήκες της άγριας καπιταλιστικής επίθεσης. Υπάρχει, βέβαια, μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στα μικροαστικά στρώματα που εκφράζουν αγανάχτηση και διαμαρτυρία υποστηρίζοντας ΣΥΡΙΖΑ και στα τμήματα εκείνα που για τρίτη συνεχόμενη φορά επιμένουν να ποντάρουν στα φασισταριά της ΧΑ για να τιμωρήσουν αυτούς που πιστεύουν ότι φταίνε για τα δεινά του λαού. Και η διαφορά βρίσκεται στο ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες που «χρησιμοποιούν» το «χαρτί» ΧΑ για να δώσουν μαθήματα, γνωρίζουν όλο και πιο φανερά τι περιεχόμενο έχει αυτό το «χαρτί». Η ΧΑ δεν κρύβεται, και -παρ’ όλα αυτά- η επί δεκαετίες υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος της επαναστατικής σοσιαλιστικής διεξόδου και της γνήσιας αντιιμπεριαλιστικής πάλης έχει δημιουργήσει τόσα κενά που προς το παρόν τα γεμίζουν καλά ένα σωρό φασιστικές, αντιδραστικές, δεξιές απόψεις και ιδέες με την ανάλογη προοπτική.

Φυσικά, προς αποφυγή συγχύσεων, με τελείως διαφορετικό τρόπο αντιμετωπίζουμε την ΧΑ και τα γρανάζια των μηχανισμών της που έχουν διευρυνθεί και τελείως διαφορετικά ιεραρχούμε τους τρόπους τις μορφές και το περιεχόμενο της στάσης μας απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και αν διαπιστώνουμε τη γρήγορη μετάλλαξή του σε δεξιότερες κατευθύνσεις. Και μη μας διαφεύγει ότι η απόσπαση κάποιων δυνάμεων από την αγκαλιά του φασισμού (αν, εν τω μεταξύ, δεν αποκτήσει άλλους ρόλους για λογαριασμό του συστήματος) δεν απαιτεί τόσο ένα ειδικό συνταγολόγιο μορφών και δράσεων που πρέπει να προκρίνεται, αλλά μια συνεχή και συστηματική παρέμβαση στην ταξική πάλη, με γνώμονα και μπούσουλα τη συγκρότηση της εργατικής τάξης. Με στόχο να υπάρξουν νικηφόροι αγώνες για να χτυπηθεί η φυγή στη «σωτηρία» και την «απ’ τα πάνω βοήθεια». Αποτελεί μια ολόκληρη πολιτική και κοινωνική διεργασία, προκειμένου ο κόσμος που σήμερα παρουσιάζεται και σκυμμένος και καταρρακωμένος να αποκτήσει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, στην οργάνωση, στη συλλογικότητα.

• Σ’ αυτήν ακριβώς τη βάση είναι που αντιμετωπίζουμε με πολύ σκεπτικισμό και πολλές αντιρρήσεις όλη αυτή την εθελοντική ή «εθελοντική» εκστρατεία «αλληλεγγύης» η οποία, αν κάνει ένα καλό, προκαλεί περισσότερα αρνητικά γιατί συνεχίζει να τροφοδοτεί στις μάζες τη λογική του να περιμένουν βοήθεια.

Τελειώνοντας αυτήν την παρένθεση, είναι γεγονός ότι, τόσο στο κεντρικό επίπεδο όσο και στο επιμέρους, η διαδρομή ΣΥΡΙΖΑ προς ένα κόμμα καθαρά αξιωματικής αντιπολίτευσης, μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι τα περιθώρια κοινής δράσης με δυνάμεις αυτού του χώρου όλο και περιορίζονται. Ακόμα, όμως, και αν κάπου μπορούν να εμφανιστούν συνθήκες κοινής δράσης, αυτό να μην υποκαταστήσει την κύρια σχέση μας με τον ΣΥΡΙΖΑ που είναι η αντιπαράθεση και ο διαχωρισμός.

•Τα σημάδια δορυφοροποίησης στον τότε ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ είχαν εμφανιστεί από αρκετά νωρίς ακόμα, όταν ο ΣΥΝ και μικρό κόμμα ήταν και πάλευε για την επιβίωσή του. Από τότε οι τάσεις αυτές ήταν εκφράσεις αδιεξόδου και παραίτησης από το δύσκολο έργο της ανεξάρτητης ανάπτυξης κινήματος, της διαμόρφωσης σε νέες βάσεις ενός επαναστατικού δυναμικού που θα προχωρήσει τη λαϊκή υπόθεση. Για μια περίοδο προσωρινά, προς το τέλος της δεκαετίας του ’90, όπου το ΝΑΡ είχε διαμορφώσει έστω βασανιστικά μια φυσιογνωμία και εμείς είχαμε αποκτήσει ένα πιο διευρυμένο ρόλο στα της κοινής δράσης, εμφανίζονταν ακόμα αρκετές αντίρροπες τάσεις στο συμφιλιωτισμό προς το ρεφορμισμό που σημειωτέον η ΚΟΕ και κομμάτια των Συσπειρώσεων υπήρξαν οι δάσκαλοι του εγχειρήματος αυτού.

Στις μέρες μας, η άγρια επίθεση, σε συνδυασμό με την ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, έχει προκαλέσει μεγάλη πίεση και προς το ΚΚΕ και προς το λεγόμενο εξωκοινοβούλιο, σε σημείο που (ιδιαίτερα το ΚΚΕ αλλά και οι λοιποί μικρότεροι) να παρουσιάζουν σοβαρή εκλογική διαρροή σε ψήφους προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Και το ζήτημα δεν σταματάει εδώ. Αυτή η μετατόπιση του εξωκοινοβουλίου προς ακόμη πιο ρεφορμιστικές θέσεις δορυφοροποίησης μεταφράζεται στο κίνημα και στις -ανεπαρκείς πλέον- διευρυμένες πρωτοβουλίες.

Το εξωκοινοβούλιο, και κεντρικά και τοπικά, κάποιες άλλες φορές με ευθύνη των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και της εκτός τόπου και χρόνου πολιτικής του ΚΚΕ, έχει καταντήσει όχι απλώς ουρά του ΣΥΡΙΖΑ αλλά, ακόμη χειρότερα, δεν τολμάει να πάρει καμία ευθύνη που δεν συμφωνεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Ας αφήσουμε και το γεγονός ότι ακόμα και όταν με τον γνωστό απαράδεκτο τρόπο παίρνουν απόφαση στο ποδάρι, το δυναμικό που ανταποκρίνεται είναι μικρό και αποδυναμωμένο.

• Δεν θα πρέπει όμως να κοιτάμε μόνο τη μια όψη των πραγμάτων και, φυσικά, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η συνεχιζόμενη δορυφοροποίηση προς ΣΥΡΙΖΑ, σίγουρα τροφοδοτεί και μια δεύτερη υπόγεια διεργασία λοξοκοιτάγματος ενός δυναμικού προς ΚΚΕ.

Σαν ΚΚΕ(μ-λ) είχαμε και έχουμε τη βούληση και τις πολιτικές κατευθύνσεις, μέσα από την προώθηση της κοινής δράσης αλλά και της αντιπαράθεσης να παρεμβαίνουμε στο κίνημα ώστε να εναντιωνόμαστε στα φαινόμενα υπόκλισης στο ρεφορμισμό. Το ότι τα πράγματα είναι δύσκολα, το ότι οι υποκειμενικές μας δυνατότητες δεν είναι αρκετές ώστε να πιέσουμε με καλύτερους όρους την προώθηση της κοινής δράσης κόντρα στις ρεφορμιστικές λογικές και ανεξάρτητα απ’ αυτές, δεν σημαίνει ότι θα αποφασίσουμε να αναστείλουμε την κατεύθυνση της κοινής δράσης. Πρέπει να μας απασχολεί -χωρίς βέβαια να απογειωνόμαστε- το πώς και με ποιες μορφές ένα δυναμικό που ακόμα -έστω και όχι ξεκάθαρα και αποφασιστικά- συνεχίζει να μην υποκύπτει απόλυτα στη ΣΥΡΙΖίτιδα θα συνεχίσει να παρεμβαίνει και να δρα. Δεν είμαστε καθόλου ικανοποιημένοι όταν βλέπουμε να συρρικνώνεται το αγωνιστικό δυναμικό, έστω και αν έχουμε σοβαρές διαφωνίες μ’ αυτό σε πολλά ζητήματα.

Εμείς, αυτή την προσπάθεια τη βλέπουμε να υπηρετεί και να συναρτάται με τη δική μας ιδιαίτερη προσπάθεια ενίσχυσης, αλλά και την ουσιαστικοποίηση της ΛΑΪΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ-ΑΑΣ που, όπως έχουμε πει, θέλουμε να αποτελεί και ένα ακόμη όπλο για ευρύτερες πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις.

• Μιας και ο λόγος για το αριστερό, ριζοσπαστικό (και όπως αλλιώς το θέλετε δυναμικό) που καταγράφηκε εκτός ΣΥΡΙΖΑ, ας πούμε μερικές μας διαπιστώσεις πρώτα και κύρια για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ που έχει πλέον κατοχυρωθεί στο ευρύτερο πεδίο σαν την κυρίαρχη δύναμη σ’ αυτόν το χώρο. Παρά το ότι μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια (από το 2009) που συγκροτήθηκε κατάφερε να αποκτήσει πανελλαδική δικτύωση και ένα σημαντικό δυναμικό εκατοντάδων να στηρίζει το εγχείρημα, οι εκλογικές της καταγραφές παρουσιάζουν μια αρκετά μεγάλη αυξομείωση για την οποία δεν ευθύνονται τόσο οι αντικειμενικές συνθήκες όσο ο πυρήνας της λογικής και της γραμμής της (όσο φυσικά είναι ενιαία και όσο έχουν καταφέρει με πολλούς οπορτουνισμούς να την φορμάρουν). Μια γραμμή που καλλιεργεί συνέχεια αυταπάτες και προσφέρει συνέχεια εύκολες και γρήγορες λύσεις. Μια γραμμή και λογική που δεν μπορεί να αντέξει το βάρος της φάσης, τη συνέχιση της ήττας του κινήματος και όλο φαντασιώνονται ότι έρχεται η ώρα για μεγάλες ανατροπές για να γίνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κομμάτι του όλου επίσημου σκηνικού. Από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκε, και γι’ αυτό άλλωστε δημιουργήθηκε, δεν έριξε ποτέ το βάρος της στα ουσιαστικά και ακανθώδη ζητήματα του κινήματος, αλλά στην περίφημη «εκτόξευση», στον εντυπωσιασμό, στο πώς θα ξεφύγουμε δήθεν από τη μιζέρια. Ουσιαστικά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατάφερε να αποκτήσει υπόσταση αξιοποιώντας αφενός την ύπαρξη ενός δυναμικού στα Πανεπιστήμια και αφετέρου επειδή έδωσε περιεχόμενο σε μια βάση ανθρώπων και αγωνιστών κυρίως από το ΚΚΕ που είχε αδρανοποιηθεί αλλά και από το παλιό εξωκοινοβούλιο που επίσης τα πέτρινα χρόνια είχε παραιτηθεί.

Το δυναμικό αυτό παρασύρθηκε από την ευρύτερη αφύπνιση των μικροαστικών στρωμάτων που -για λόγους κυρίως παράδοσης- δεν εντάχθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά είχε και έχει πολλές υπόγειες και φανερές επικοινωνίες με αυτό.

Η αντίφαση του εγχειρήματος, να έχουν κατά περίπτωση εντυπωσιακή εκλογική καταγραφή χωρίς να αντιστοιχείται αυτό ούτε ελάχιστα στο κίνημα, να περνάνε από την απογείωση στον πεσιμισμό και την ηττοπάθεια, είναι χαρακτηριστικό του πυρήνα του εγχειρήματός τους. Αντίφαση που φάνηκε ξεκάθαρα στους μεγάλους αγώνες κυρίως των καθηγητών αλλά και όχι μόνο. Και είναι λάθος να θεωρούμε κάποιοι ότι για όλα αυτά υπεύθυνο είναι το ΣΕΚ και οι άλλοι όχι. Απλά η συμμετοχή του ΣΕΚ έχει δώσει περισσότερη οργανωτική και οικονομική υπόσταση και ισχύ στο εγχείρημα και φυσικά υπογραμμίζει, λόγω προέλευσης, όλες αυτές τις λογικές της «κριτικής υποστήριξης» που είναι πάντοτε παρούσες για να δικαιολογήσει την πολιτική ουράς απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ.

• Θα θέλαμε με την ευκαιρία να σταθούμε στο ζήτημα της Ουκρανίας που εξελίσσεται γρήγορα και σταθερά σε ζήτημα μείζονος γεωστρατηγικής σημασίας. Και όχι βέβαια ότι ανακαλύψαμε κάτι καινούριο. Αυτό που θέλουμε να επισημάνουμε, γιατί το τελευταίο διάστημα άρχισε να ξεπροβάλλει πιο καθαρά, είναι ότι στο πεδίο και στα εδάφη της ουκρανικής κρίσης και με φόντο την όλη δραστηριότητα της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, δρομολογούνται εξελίξεις σε σχέση με το μεγάλο ρευστό θέμα των στρατηγικών συμμαχιών και ίσως (δεν βιαζόμαστε) αρχίζουν να αχνοφαίνονται κάποια πράγματα τα οποία, αν επαληθευτούν στη ζωή, όχι μόνο δεν απομακρύνουν τους μεγάλους κινδύνους που απειλούν πιο φανερά πλέον την ανθρωπότητα, αλλά αντίθετα τους μεγαλώνουν. Ας μην ξεγελιόμαστε, οι -ας πούμε- οικονομικές συμφωνίες Ρωσίας-Κίνας αλλά και το ευρασιατικό σύμφωνο χωρίς την Ουκρανία έχουν σαφέστατα γεωστρατηγική σημασία και στοιχεία αντισυσπειρώσεων στις οποίες επέδρασε καταλυτικά η Ουκρανική κρίση.

Μένει να δούμε πώς θα εξελιχθούν, ωστόσο είναι κινήσεις ιμπεριαλιστών, ανεξάρτητα αν και πόσο βρίσκονται στριμωγμένοι και ανεξάρτητα αν οι κινήσεις αυτές έρχονται ή όχι σαν απάντηση και άμυνα στον ιμπεριαλιστή που παίρνει πρωτοβουλίες. Ανάλογης σημασίας είναι και οι κινήσεις προσάρτησης της Κριμαίας, σε συνδυασμό με πιθανές ακροβασίες της Ρωσίας με την καινούρια ουκρανική ηγεσία που αποτελεί ουσιαστική προσπάθεια συμβιβασμού και με τη Γερμανία, την οποία έχει ανάγκη ο Πούτιν, και που όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα ανακόψει τα σχέδια των ΗΠΑ.

Ας μην προτρέχουμε και ας μη βαφτίζουμε τους προσωρινούς συμβιβασμούς ως πρόπλασμα νέων στρατηγικών συμμαχιών. Ωστόσο, και επί του πρακτέου, πρέπει να σηκώσουμε για τα καλά και στο εσωτερικό το αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο πάλης και να προχωρήσουμε πιο επίμονα και πιο μαζικά την εκτίμησή μας, που δυστυχώς προβλέπει επιδείνωση των διεθνών εξελίξεων και επιτάχυνση προς οξυμμένες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις.

Αναζήτηση

Κατηγορίες