![]() |
|
ημερολόγιο 2001 Ένας απ’ τους ελάχιστους πίνακες σ’ ολόκληρη την ιστορία της ζωγραφικής,
που έχουν σαν θέμα τη δουλειά, οι Εργάτες που σπάνε πέτρες, του
Γκυστάβ Κουρμπέ, ζωγραφίστηκε εκ του φυσικού το Νοέμβρη του 1849 και απεικονίζει
δυο άνδρες, ένα νεαρό κι έναν ηλικιωμένο που δουλεύουν στη διάνοιξη δρόμων
στη Γαλλική επαρχία. Είναι
ο κατ’ εξοχήν πίνακας που εκφράζει εκείνη την ιστορική στιγμή όπου, ως
άμεσο αποτέλεσμα τη επανάστασης του 1848, η τέχνη έχασε για λίγο τη θέση
της μέσα στους μηχανισμούς εξουσίας και υποχρεώθηκε ν’ αναζητήσει άλλα
θέματα, άλλο κοινό, άλλους τρόπους γραφής. Ο ρεαλισμός του Κουρμπέ φέρνει
το θεατή αντιμέτωπο με μια εικόνα σκληρής δουλειάς που όμως δεν αποσκοπεί
στο να του δημιουργήσει μια χριστιανικού τύπου συγκίνηση, δεν δραματοποιεί,
ούτε εξιδανικεύει,
αλλά οδηγεί στην κατανόηση. Οι δυο φιγούρες έχουν γυρισμένη την πλάτη
στο θεατή μια και ο Κουρμπέ δεν θέλει να μας δώσει μιαν εικόνα των συναισθημάτων
των δυο ανδρών, δεν αποπειράται δηλαδή να τους προσωποποιήσει, μια και
εκπροσωπούν ολόκληρο το προλεταριάτο. Η σκληρότητα του τοπίου, που υψώνεται
απότομα αντί να ξετυλίγεται μ’ έναν τρόπο ευχάριστο, οι σκούροι τόνοι,
η έλλειψη γαλάζιου του ουρανού, συνθέτουν την εικόνα μιας εξοχής που κάθε
άλλο παρά αρμονική και γαλήνια είναι, έρχεται δηλαδή σε αντίθεση με έναν
από τους σημαντικότερους μύθους τη αστικής τάξης εκείνης της εποχής. Η
ύπαιθρος του Κουρμπέ είναι πεδίο πολιτικών αγώνων, κι αυτό ήταν κάτι που
το Παρίσι ήθελε με κάθε τρόπο να ξεχάσει. Ένας πίνακας όπου η υλικότητα
των πραγμάτων και των σχέσεων τονίζεται με κάθε τρόπο, οι Εργάτες που
σπάνε πέτρες, κάνει το ρεαλισμό σύμμαχο στους αγώνες της εργατικής
τάξης. Είναι προϊόν μιας εποχής όπου, για ένα μικρό διάστημα, η τέχνη
και η πολιτική δεν μπορούσαν να αποφύγουν αλλήλους. |