 |
Η
νεολαιίστικη οργή να βρει την έκφρασή της στο μαζικό πολιτικό αγώνα
Πλημμύρισαν οι δρόμοι από νεολαία. Χιλιάδες νέοι, μαθητές, φοιτητές,
εργαζόμενοι και άνεργοι ξεχύθηκαν στους δρόμους για μέρες, με μια
πρωτόγνωρη επιμονή, μ’ ένα εντυπωσιακό πάθος, αψηφώντας το κλίμα
τρομοκρατίας που θέλησαν να επιβάλουν οι κρατικοί μηχανισμοί καταστολής.
Η δολοφονία του Αλέξη δεν ήταν απλώς η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Έμοιαζε περισσότερο με μια ολάκερη πέτρα που έπεσε μέσα στο γεμάτο
ποτήρι της νεολαιίστικης οργής. Οργή απέναντι σε ένα σύστημα καταπίεσης,
αδικίας, εκμετάλλευσης, φτώχειας, ανεργίας. Οργή απέναντι σε ένα
σύστημα που δεν διστάζει να δολοφονήσει ανοιχτά, ωμά, χωρίς αναστολές.
Και αυτή η οργή αναζήτησε την έκφρασή της. Με κάθε τρόπο. Κομμάτι αυτής
της έκφρασης ήταν το κύμα καταλήψεων στα σχολεία όλης της χώρας τη Δευτέρα
8 Δεκέμβρη, κομμάτι της οι μαζικές διαδηλώσεις σε όλες τις πόλεις, κομμάτι
της και το οργισμένο ξέσπασμα που οδήγησε σε επιθέσεις σε αστυνομικά
τμήματα, σε εκτεταμένες καταστροφές σε τράπεζες, αυτοκίνητα, καταστήματα
ή δημόσια κτίρια, ακόμη και σε πλιάτσικο. Γράφτηκαν και γράφονται πολλά
για το φαινόμενο αυτό. Θα γραφτούν και θα ειπωθούν ακόμη περισσότερα.
Από όλες τις πλευρές. Ίσως μάλιστα αυτοί που θα πουν τα λιγότερα είναι
αυτοί που συμμετείχαν στα συγκεκριμένα γεγονότα. Γι’ αυτό ακριβώς θέλουμε
κι εμείς να εκφράσουμε κάποιους πρώτους προβληματισμούς σχετικά με το
ζήτημα. Διότι θεωρούμε ότι η Αριστερά έχει, πρώτη απ’ όλους, χρέος να
ερμηνεύει διεξοδικά τέτοιου είδους φαινόμενα ειδικά στην έκταση και με
τον τρόπο που αυτά εκδηλώθηκαν. Διότι είναι ένα ζήτημα που την αφορά
άμεσα και απέναντι στο οποίο πρέπει να πάρει θέση, να διαμορφώσει στάση.
Θεωρούμε ότι το φαινόμενο αυτό έχει πολύ συγκεκριμένες αιτίες. Τόσο στο
γενικό πολιτικό πεδίο όσο και στις ειδικότερες συνθήκες τις οποίες βιώνει
η νεολαία.
- Το σύστημα έχει εξαπολύσει μια ολομέτωπη επίθεση ενάντια στην εργατική
τάξη και τα λαϊκά στρώματα, μια λαίλαπα που σαρώνει δικαιώματα και κατακτήσεις.
Ειδικά τα τελευταία χρόνια και με βάση την όξυνση της κρίσης του καπιταλισμού,
η επίθεση αυτή έχει ενταθεί σε τρομερό βαθμό. Η ανεργία, η λιτότητα,
η φτώχεια και η εξαθλίωση αγγίζουν ολοένα και περισσότερες λαϊκές οικογένειες.
Η αδυναμία να καλυφθούν ακόμη και οι πιο στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης
φτάνει όλο και συχνά τα όρια της απελπισίας. Και το μέλλον προβάλλει
ακόμη χειρότερο καθώς η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση δεν αφήνει καμία
αμφιβολία για το ποιος και με ποιο τρόπο θα πληρώσει τα σπασμένα. Αυτό
το παρόν, και πολύ περισσότερο το μέλλον που προδιαγράφεται, αγγίζει
άμεσα τη νεολαία είτε έχει βγει στην παραγωγή είτε όχι.
- Η επέλαση αυτή γίνεται πλέον χωρίς προσχήματα, με τον πιο προκλητικό
τρόπο. Η άνεση με την οποία το καπιταλιστικό σύστημα αποφάσισε να ενισχύσει
το τραπεζικό σύστημα ως απάντηση στην κρίση, ο πακτωλός των δισεκατομμυρίων
προς αυτούς που προκάλεσαν την κρίση, αποτελεί στοιχείο αυτής της πρόκλησης.
Οι «αμαρτωλές» μπίζνες στο Βατοπέδι, ο κάθε Βουλγαράκης και ο κάθε Ζαχόπουλος,
οι απανωτές αποκαλύψεις του πραγματικού προσώπου του συστήματος της εκμετάλλευσης
και αυτών που το εκπροσωπούν και το στηρίζουν είναι στοιχεία που έρχονται
σε ευθεία αντίθεση με τις υποκριτικές νουθεσίες του συστήματος.
- Την ίδια στιγμή, η ψαλίδα ανάμεσα σε πλούσια και φτωχά στρώματα, ανάμεσα
στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, ανοίγει ακόμη περισσότερο. Ο προκλητικός
πλούτος των λίγων έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την επέκταση της φτώχειας
και της ανέχειας των πολλών, οι οποίοι γίνονται ακόμη περισσότεροι, καθώς
τα μεσοστρώματα -που για χρόνια αποτέλεσαν βαλβίδα εκτόνωσης για το σύστημα-
συμπιέζονται πλέον με γοργούς ρυθμούς. Τα καλογυαλισμένα τζιπ και η «γκλαμουριά»,
τα σύμβολα του πλούτου που κατακλύζουν την καθημερινότητα, αποτελούν
ανοιχτή πρόκληση σε μια κοινωνία που έχει αρχίσει να βουτάει στους κάδους
απορριμμάτων, που ξεσπιτώνει για μερικές εκατοντάδες ευρώ, που αδυνατεί
να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη.
- Αυτή η προκλητική αδικία γίνεται ακόμη προκλητικότερη στο παγκόσμιο
πολιτικό σκηνικό. Όταν χώρες ολόκληρες κομματιάζονται, όταν λαοί αφανίζονται
από τις βόμβες και τα άρματα των ιμπεριαλιστών. Όταν η χολέρα, η πανούκλα
και το AIDS ξεκληρίζουν χώρες, όταν τα απόβλητα του καπιταλισμού μολύνουν
ολόκληρες ηπείρους, όταν εκατομμύρια κολασμένοι εξαναγκάζονται σε μετανάστευση,
όταν παιδιά εκπορνεύονται ή σβήνουν από την έλλειψη νερού και τροφής
ή αλυσοδεμένα σε φάμπρικες-κολαστήρια.
- Και όλα αυτά έρχονται να συμπληρωθούν από την ανοιχτή καταστολή των
αγώνων, από το χτύπημα κάθε φωνής που θέλει να αντισταθεί, που τολμάει
να διαμαρτύρεται και να διεκδικεί. Με βία, τρομοκρατία, χημικά, συλλήψεις,
διώξεις, καταδίκες.
Πώς να χωρέσουν τα όνειρα της νεολαίας σε αυτό το άθλιο θέατρο; Ποιες διεξόδους
δίνει αυτό το σύστημα στα νέα παιδιά που αναζητούν, που θέλουν να εκφραστούν,
να επικοινωνήσουν, να δημιουργήσουν;
Και σίγουρα δεν αποτελεί διέξοδο η εκπαίδευση! Μια εκπαίδευση που γίνεται όλο
πιο εχθρική προς τη συντριπτική πλειοψηφία των νέων. Που ακολουθεί όλο και
πιο καταπιεστικές διαδικασίες. Που προσπαθεί να εμπεδώσει στα παιδιά την υποταγή
στην ταξική «ανωτερότητα» των αστών και την αποδοχή της απόρριψης. Που πολλαπλασιάζει
τους ταξικούς φραγμούς. Μια εκπαίδευση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τής αναπαραγωγής
της αστικής κυριαρχίας και της ιδεολογίας της. Μια τέτοια εκπαίδευση όχι μόνο
δεν αποτελεί διέξοδο, αλλά οδηγεί εσκεμμένα στο αδιέξοδο της ανεργίας και της
εργασιακής περιπλάνησης, σύμφωνα με τις «σύγχρονες» απαιτήσεις του καπιταλισμού
για εργάτες-λάστιχα.
Τι άλλο, λοιπόν, πέρα από οργή και απέχθεια μπορεί να γεννήσει αυτό το σύστημα
στη σημερινή νεολαία; Για πόσο μπορεί να ανέχεται ένας νέος άνθρωπος ένα καταπιεστικό
παρόν, ένα ζοφερό μέλλον; Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρξει αντίδραση από τη
νεολαία στη σαρωτική επιδρομή του συστήματος; Ακόμη και αυτό που πολλοί αρέσκονται
να περιγράφουν ως «τυφλή βία», τελικά δεν είναι και τόσο «τυφλή». Αυτό που
ζήσαμε τις τελευταίες ημέρες, αυτή η έκρηξη οργής, είχε κατά κανόνα συγκεκριμένη
κατεύθυνση και στόχο. Ακριβά αυτοκίνητα, μεγάλα πολυκαταστήματα, τράπεζες,
αστυνομικά τμήματα, κρατικοί οργανισμοί, σύμβολα του καταπιεστικού κράτους,
σύμβολα του κλεμμένου πλούτου που «μοστράρει» προκλητικά.
Προσπάθησαν αρκετοί να παρουσιάσουν αυτό το ξέσπασμα ως έργο προβοκατόρων,
ως αποτέλεσμα ενεργοποίησης των παρακρατικών μηχανισμών. Ωστόσο, είναι τέτοια
η έκταση του φαινομένου που δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ερμηνείες. Μάλιστα,
τα γεγονότα της Πάτρας απέδειξαν ότι αυτές τις ημέρες οι παρακρατικοί μηχανισμοί
και οι φασίστες δραστηριοποιούνται προς την αντίθεση κατεύθυνση, του σταματήματος
δηλαδή, με κάθε μέσο, της έκρηξης που έχει ξεσπάσει.
Δεν θα διαφωνήσουμε ότι μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα μπορούν να βρουν πεδίο δράσης
όλοι αυτοί οι μηχανισμοί, προκειμένου να δημιουργήσουν το απαραίτητο κλίμα
για το ξεδίπλωμα της κατασταλτικής δράσης του κράτους, αλλά και για να δυσφημίσουν
τους αγώνες. Ούτε φυσικά θεωρούμε ότι αυτές οι ενέργειες αποτελούν διέξοδο
ή πρόταση για το κίνημα. Το αντίθετο, μάλιστα. Είμαστε πεισμένοι ότι αποτελούν
έκφραση αδιεξόδου, έκφραση αδυναμίας και πολιτικού αποπροσανατολισμού από το
στόχο της ανατροπής της αντιλαϊκής πολιτικής και του συστήματος που τη γεννά
και την προωθεί. Και γι’ αυτό ακριβώς αποτελούν και ευνοϊκό πεδίο πάνω στο
οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η αντιδραστική αστική προπαγάνδα. Αυτά είναι ζητήματα
που το κίνημα και οι πολιτικές δυνάμεις που παρεμβαίνουν σε αυτό οφείλουν να
τα έχουν λυμένα.
Ωστόσο, είναι άλλο αυτό και άλλο το να πει κανείς ότι αυτό που είδαμε να ξετυλίγεται
μπροστά στα μάτια μας τις ημέρες αυτές είναι έργο προβοκατόρων που είχε σαν
στόχο την υπονόμευση των κινητοποιήσεων. Τέτοιου είδους αφορισμοί αποτελούν
την «εύκολη λύση» για όσους δεν έχουν τη διάθεση να αφουγκραστούν τις κοινωνικές
διεργασίες, για όσους θέλουν να κουκουλώσουν τα ζητήματα που ξανοίγονται για
την Αριστερά.
Γιατί, όπως αναφέραμε και αρχικά, αυτό το ζήτημα αφορά πρώτα και κύρια την
ίδια την Αριστερά. Γιατί, άραγε, αυτό το ξέσπασμα της δικαιολογημένης οργής,
αναζητάει την εκτόνωσή του στο σπάσιμο μιας βιτρίνας ή στο κάψιμο ενός αυτοκινήτου;
Γιατί δεν μεταφράζεται σε οργανωμένη πολιτική πάλη, σε μαζικό αγώνα, σε αποφασιστική
διεκδίκηση;
Θεωρούμε ότι η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται στην ίδια την Αριστερά,
στο ρόλο και τις ευθύνες της. Μια Αριστερά η οποία έχει επανειλημμένα διαψεύσει
τις ελπίδες του λαού και της εργατικής τάξης, έχει οδηγήσει με τις επιλογές
της στην απογοήτευση, στην αποστράτευση, στην αποστροφή. Είναι η Αριστερά του
συμβιβασμού και της υποταγής, της αστικής νομιμότητας και της συναλλαγής με
το σύστημα. Που αρνείται να συγκρουστεί με την αντιλαϊκή πολιτική, να δώσει
πνοή και στήριγμα στους ταξικούς αγώνες ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση.
Είναι η Αριστερά του ρεφορμισμού και του ευρωμονόδρομου, η Αριστερά των σαλονιών
και των «υπεύθυνων» προτάσεων προς το σύστημα. Είναι μια Αριστερά στα λόγια
(και άρα μη Αριστερά). Που της περισσεύουν τα λόγια και οι ρητορείες. Μια Αριστερά
που έχει οδηγήσει από ήττα σε ήττα. Που έστρωσε το δρόμο στη σοσιαλδημοκρατία
και τελικά στην κυριαρχία της αστικής πολιτικής και ιδεολογίας. Που διέλυσε
το εργατικό κίνημα. Που στήριξε ό,τι πιο αντιδραστικό ξεπήδησε από την παλινόρθωση
του καπιταλισμού και την κατάρρευση του σοσιαλισμού. Που δέχτηκε να συμπράξει
με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Που συνεχίζει να αναζητά, ακόμη και σήμερα, τους όρους
για τη νέα σύμπραξη με τις αστικές δυνάμεις. Που δεν παύει να διακηρύσσει σε
όλους τους τόνους την υποταγή της στην αστική νομιμότητα με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Που δεν μπορεί να δει τίποτε πέρα από τις επόμενες εκλογές.
Αυτή η Αριστερά έδωσε από μόνη της τα επιχειρήματα στο σύστημα για να την διαπομπεύσει.
Αυτή η Αριστερά έστρωσε το έδαφος για να ανθίσουν οι μικροαστικές αντιλήψεις
που κυριαρχούν στους κόλπους της Αναρχίας, για να δυσφημιστεί η πολιτική πάλη,
ο πολιτικός αγώνας και η πολιτική δράση. Είναι αυτή που έστρωσε το δρόμο στην
απολιτική και στην κυριαρχία του ατομισμού, για να μπορεί να προελάσει ο καπιταλισμός
και τα «ιδεώδη» του.
Και προσπαθεί σήμερα να αποποιηθεί για μια ακόμη φορά τις ευθύνες της. Το δε
ΚΚΕ αποστρέφοντας το βλέμμα του και αλλάζοντας (στην κυριολεξία) δρόμο, κρεμώντας
στα κομμάτια αυτά της νεολαίας την ταμπέλα του προβοκάτορα, ο δε ΣΥΝ χαϊδεύοντας
αυτιά και θάβοντας την ανάγκη πολιτικής αντιπαράθεσης για χάρη του εγχειρήματος
του ΣΥΡΙΖΑ.
Υπάρχουν βεβαίως και οι διάφορες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
Και δεν είναι λίγες αυτές που αντί να αντιπαρατεθούν με τις λογικές του «ξεσπάσματος»
και της «εκτόνωσης» τις ενθαρρύνουν προβάλλοντάς τες ως δείγματα ριζοσπαστικοποίησης
και «σύγκρουσης» με το σύστημα. Δυνάμεις που δύσκολα μπορούν να διαχωριστούν
από τις πρακτικές των αναρχικών κύκλων που κινούνται στη βάση του μικροαστικού
«εδώ και τώρα», εθελοτυφλώντας για τον δυσμενή συσχετισμό και τελικά υποτασσόμενοι
σε αυτόν. Είναι οι δυνάμεις που αναζητούν το «σπρωξιματάκι» με την αστυνομία,
καθώς χωρίς αυτό θεωρούν ότι δεν υπάρχει νόημα σε μια διαδήλωση, ανεξάρτητα
από το εάν υπάρχουν ή όχι οι όροι για κάτι τέτοιο.
Πώς μπορεί, λοιπόν, αυτή η Αριστερά να δώσει προσανατολισμό στα κομμάτια της
νεολαίας που αναλώνονται στην αδιέξοδη εκτόνωση, που δεν ξέρουν τι τους φταίει
και πώς θα το αντιπαλέψουν, όταν η ίδια δεν θέλει, δεν μπορεί (ή και τα δύο)
να βρει έναν πραγματικά επαναστατικό προσανατολισμό; Πώς θα καταφέρει να εμπνεύσει
αυτή τη νεολαία όταν βαδίζει από ήττα σε ήττα, από υποχώρηση σε υποχώρηση;
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε καμία φαεινή, σε καμία μαγική συνταγή. Βρίσκεται
στο δύσκολο αλλά απαραίτητο δρόμο της ουσιαστικής πολιτικής αντιπαράθεσης με
το σύστημα και την ιδεολογία του. Στην πάλη για να πολιτικοποιηθεί και όχι
να εκτονωθεί η δυσαρέσκεια. Στη σύγκρουση με τις αστικορεφορμιστικές αντιλήψεις
που δίνουν οξυγόνο στο σύστημα. Χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.
Σκύβοντας πάνω στα ζητήματα και δίνοντας πολιτικές απαντήσεις, και όχι προσπερνώντας
τα. Έχοντας εμπιστοσύνη στις λαϊκές δυνάμεις και όχι χλευάζοντάς τες. Αυτό
είναι που θα θωρακίσει το νεολαιίστικο κίνημα από αδιέξοδες λογικές, αυτό είναι
που θα εμπνεύσει τη νεολαία και θα την σπρώξει στο δρόμο του συλλογικού αγώνα.
φ.610,
13/12/08
|