 |
ΕΛΛΑΔΑ
ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ
Το πώς η κρίση περνάει στην ελληνική οικονομία και τι επιπτώσεις έχει
μπορούμε να το δούμε μέσα από την οπτική της εξαρτημένης θέσης της
χώρας στον λεγόμενο «παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας». Αυτός είναι
ο δίαυλος αλλά και το οργανικό στοιχείο της σύνδεσής της.
Η αλήθεια είναι πως για την έλευση της κρίσης και για τα διάφορα μέτρα
που έπρεπε να πάρει μια οικονομία η οποία κρυβόταν πίσω από το μεγάλο
(για τον μέσο όρο της ΕΕ) δείκτη ανάπτυξης είχαν μιλήσει πολλοί ακόμα
και από τον εποχή της λεγόμενης «ήπιας προσαρμογής». Τα μέτρα φυσικά
θα είχαν συγκεκριμένη ταξική στόχευση στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα.
Οπως επίσης είναι γνωστό ότι μια διέξοδος για την αστική τάξη ήταν η
εξαγωγή της κρίσης στις γειτονικές χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης,
μια διέξοδος που όμως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί οποιαδήποτε στιγμή
(όπως και έγινε). Το κανάλι διοχέτευσης της κρίσης για τη χώρα μας συνεπώς
είναι η εξάρτηση και από αυτή την άποψη η κρίση ήταν… ήδη εδώ πολύ πριν
από την εμφάνιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αναταραχής.
Το χρέος
Γράφονται πολλά πράγματα τελευταία για το εξωτερικό χρέος της χώρας,
την άνοδο του δανεισμού και των τόκων για την «εξυπηρέτησή» του και το
τι επιπτώσεις θα έχει η επιδείνωση αυτών των στοιχείων μέσα στα πλαίσια
μιας κρίσης που, σύμφωνα με τον Τρισέ, έπληξε την καρδιά του χρηματοπιστωτικού
συστήματος και της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων. Βέβαια όλοι «ξεχνούν»
ότι η επιδείνωση του δημόσιου χρέους της χώρας έχει συμβεί εντός της
ΕΟΚ και της ΕΕ αργότερα. Ολοι το προσπερνούν αναφερόμενοι στη σχέση του
δημόσιου χρέους της χώρας με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, που ομολογουμένως
είναι μία από τις χειρότερες (δεύτερη χειρότερη μετά την Ιταλία) μέσα
στην ΕΕ (94,8% επί του ΑΕΠ).
Ο Αλογοσκούφης, επιτιθέμενος σε σχετικό δημοσίευμα των «Financial Times»,
επιχειρεί αναστροφή αυτής της εικόνας, υπολογίζοντας το συνολικό χρέος
της οικονομίας (Δημόσιου και ιδιωτών) που είναι 173% -γιατί η ιδιωτική
χρέωση είναι μικρότερη σε σχέση με τις άλλες χώρες- του ΑΕΠ όταν ο μέσος
όρος της ΕΕ βρίσκεται στο 169,6%. Επιτιθέμενος στα «συντονισμένα» -όπως
δήλωσε- δημοσιεύματα. Είναι αλήθεια πως η κυβέρνηση δέχεται μια πίεση
σοβαρή στο επίπεδο αυτό.
Η χρηματοδότηση του χρέους
Σε αυτά τα πλαίσια της χρηματοπιστωτικής ασφυξίας τίθεται σαφώς το ζήτημα
της χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους. Η χρηματοδότηση, π.χ., των τραπεζών
με τα 28 δισ. ευρώ εντάσσεται σε ένα γενικότερο σχέδιο στήριξης του τραπεζιτικού
τομέα, που συνδέεται όμως με το ζήτημα της χρηματοδότησης του Δημοσίου.
Το σχέδιο στήριξης προβλέπει ότι το ελληνικό Δημόσιο θα εγγυηθεί μέχρι
του ποσού των 15 δισ. ευρώ δάνεια των τραπεζών μέχρι πέντε ετών (με ή
χωρίς έκδοση τίτλων). Επίσης δεσμεύεται ότι θα δώσει στις τράπεζες κρατικά
ομόλογα συνολικού ύψους 8 δισ. ευρώ. Εδώ εγείρονται δύο σοβαρά αντίστοιχα
ερωτηματικά:
Τα 15 δισ. των εγγυήσεων αφορούν εξ ολοκλήρου τραπεζιτικά εταιρικά ομόλογα
που λήγουν μέσα στο 2009. Θα εγγυηθεί το ελληνικό Δημόσιο την αναχρηματοδότηση
των ομολόγων αυτών, τα περισσότερα από τα οποία ξεπερνούν την τριετή
διάρκεια; Τίθεται δηλαδή ο κίνδυνος να καταπέσει ένα μεγάλο ποσοστό από
αυτές τις εγγυήσεις πριν εκπνεύσει η τριετία.
Τα 8 δισ. κρατικά ομόλογα που θα εκδώσει το Δημόσιο θα τα αποτιμήσει
η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στα πλαίσια των μέτρων αντιμετώπισης της
κρίσης που αποφάσισε η ΕΕ με πνεύμα «όλοι μαζί και ο καθένας μόνος».
Η αποτίμηση των «συνάψεων ανταλλαγής υποχρεώσεων», δηλαδή το πώς θα ασφαλιστούν
αυτά τα κρατικά ομόλογα και τι ενεργητικό θα δεσμευτεί από τις τράπεζες
για τα ομόλογα αυτά, είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Ποιος μπορεί να αποτιμήσει
αυτά τα στοιχεία (έστω μεσοπρόθεσμα) όταν κάθε πρόβλεψη είναι πια επισφαλής;
Το πιστωτικό ρίσκο θα προσθέσει πιστωτικά βάρη σε ένα ήδη επιβαρημένο
δημόσιο χρέος. Αλλά και η έκδοση ομολόγων (έστω με κρατική εγγύηση) αρχίζει
να μετατρέπεται σε μια περιπέτεια με πολύ θολή και επισφαλή κατάληξη.
Στο πνεύμα υλοποίησης του «όλοι μαζί και ο καθένας χώρια», όλες οι χώρες
της ΕΕ εκδίδουν ομόλογα στην αγορά ομολόγων της ευρωζώνης και διαγκωνίζονται
ήδη σοβαρά. Πρωτοστατούν τα γερμανικά ομόλογα που έχουν σαφώς μικρότερο
ποσοστό διακύμανσης από όλα τα υπόλοιπα και ιδιαίτερα απέναντι στα ελληνικά
και είναι ελκυστικότερα σε μια διεθνή αγορά ομολόγων που σαφώς πιέζει
τις διεθνείς τιμές των ομολόγων προς τα κάτω (καθώς όλες οι χώρες έχουν
βγει στο μεϊντάνι και αναζητούν… ρευστό). Επιπλέον η κυβέρνηση έχει επιφορτιστεί
με την υποχρέωση να βρει 45 δισ. ευρώ για να αναχρηματοδοτηθεί το δημόσιο
χρέος και μέσω του Οργανισμού Διαχείρισης του Δημόσιου Χρέους έχει μια
σειρά συναντήσεις με τράπεζες ώστε να αναλάβουν να βρουν για λογαριασμό
της Ελλάδας στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον αυξάνονται τα στοιχήματα-συμβόλαια πάνω
στο δημόσιο χρέος της χώρας καθώς όλο και περισσότεροι επενδυτές αναζητούν
εξασφάλιση έναντι αδυναμίας εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους
στην αγορά αντιστάθμισης πιστωτικών κινδύνων. Η συνολική αξία αυτών των
συμβολαίων ανέρχεται στα 35,14 δισ. δολάρια (ποιος είπε ότι μαζεύτηκαν
οι κερδοσκόποι;) και ήδη οι «αγορές» είναι έτοιμες να τιμωρήσουν τις
«αδύναμες» οικονομίες των χωρών της Ευρωζώνης και τα ομόλογα που εκδίδουν
(Πορτογαλία, Ελλάδα, Ιταλία). Η ένταξή τους στην ΕΕ δεν αρκεί για να
τις βγάλει από την ίδια κλίμακα με την… αντιευρωπαϊκή Ιρλανδία (της οποίας
τα ομόλογα έχουν προσχωρήσει στην ύφεση).
Εσοδα και ύφεση
Μεγάλη πίεση θα δεχτεί η ελληνική οικονομία από τη μείωση των εισροών
(δημόσιων και ιδιωτικών) καθώς η προϋπάρχουσα κρίση τροφοδοτείται με
το εύφλεκτο υλικό της χρηματοπιστωτικής αναταραχής. Και δεν εννοούμε
μόνο την (προφανή) αδυναμία του φετινού κρατικού προϋπολογισμού να πείσει
για τους ρυθμούς ανάπτυξης που προβλέπει και τους ρυθμούς είσπραξης των
δημόσιων εσόδων. Μακροπρόθεσμα η ελληνική οικονομία έχει αρχίσει να κλυδωνίζεται
σοβαρά.
Σε πτωτική τροχιά βρίσκονται δύο στις τρεις επιχειρήσεις κλωστοϋφαντουργίας
(ο κλάδος που είδε πρώτος με… καλό μάτι τα μειωμένα ωράρια). Ο βασικός
κορμός της ελληνικής μεταποιητικής βιομηχανίας, όπου απασχολούνται πάνω
από 65.000 εργαζόμενοι και που φέρνει στο ισοζύγιο τρεχουσών λογαριασμών
πάνω από 1,6 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση απειλείται.
Κατάρρευση των ελληνικών εξαγωγών είχαμε από το 2007 (έπεσε ο ρυθμός
αύξησης από το 20% στο 5%), όμως η ύφεση της διεθνούς οικονομίας και
συνακόλουθα του διεθνούς εμπορίου (μείωση της εισαγωγικής ζήτησης) θα
πιέσει και άλλο στις ελληνικές εξαγωγές, το 54,4% των οποίων απορροφάται
από την «παλαιά Ευρώπη» και το 19% από τις χώρες των Βαλκανίων, αγορές
που σίγουρα θα δεχτούν πλήγματα.
Τα ίδια μπορεί να εκτιμήσει και να υποθέσεις κανείς στον τομέα των υπηρεσιών.
Σίγουρο είναι ότι ο τουρισμός θα υποστεί σημαντικό πλήγμα (ήδη εκδηλώνεται
στις κρατήσεις). Η ναυτιλία επίσης. Μπορεί τα πλοία τους οι εφοπλιστές
να τα χτίζουν στη Νότια Κορέα, όμως η συνεισφορά τους στο ισοζύγιο τρεχουσών
συναλλαγών ήταν της τάξης του 7% τουλάχιστο μέχρι τώρα. Κοντά στις χίλιες
είναι οι ακυρώσεις των ναυπηγήσεων των ελλήνων εφοπλιστών, πράγμα που
δεν πλήττει μόνο αυτό τον κλάδο, αλλά και τις τράπεζες που τους χορηγούσαν
δάνεια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι ελληνικές και νορβηγικές τράπεζες
(τράπεζες από χώρες ναυτιλιακές) αξιολογούνται ότι θα μειώσουν το βασικό
δείκτη κεφαλαιακής τους επάρκειας.
Τα ερωτήματα
Εχουν από πολλές μεριές («Επενδυτής», «Καθημερινή», «Εθνος» κ.λπ.) διατυπωθεί
προσεγγίσεις πως ίσως η χώρα σύντομα βρεθεί μπροστά στο φάσμα μια πιστωτικής
κατάρρευσης, με ό,τι αυτό σημαίνει (μείωση της πιστοληπτικής θέσης, επιτήρηση
κ.λπ.). Κάποιοι μιλούν ακόμα και για στάση πληρωμών.
Πέρα από τον προφανή στόχο να εκβιαστούν μέτρα και επιπλέον παροχές στους
τραπεζίτες, δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει εύκολα αυτή την κινδυνολογία.
Βέβαια, στο πλαίσιο της ΕΕ, αυτές οι εξελίξεις δεν θα είναι συνάρτηση
μόνο οικονομικών εξελίξεων αλλά θα συνδεθούν και με τις πολιτικές εξελίξεις
στον τομέα των διεθνών σχέσεων της χώρας και του διχασμού στο αστικό
μπλοκ ανάμεσα στα ερείσματα Αμερικάνων-Ευρωπαίων (και σε σύνδεση με τις
εξελίξεις στην περιοχή). Ποιος όμως είπε πως η μία διαδικασία δεν τροφοδοτεί
την άλλη;
φ.610,
13/12/08
|