ps

Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του
Βασίλη Σαμαρά, «Η αριστερά απέναντι στον εαυτό της».
Εκδόσεις Προλεταριακή Σημαία,
Αθήνα 2006

Του Κοστάντσο Πρέβε*

Το δοκίμιο του Βασίλη Σαμαρά προσφέρεται για ορισμένες παρατηρήσεις. Από την στιγμή που δεν υπάρχει λόγος να δοθεί μια περίληψή του, διότι ο συγγραφέας είναι σε θέση να το πράξει μόνος του, θα επιθυμούσα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία και να εκθέσω τα σχόλια μου, αναδεικνύοντας ορισμένα προβλήματα κοινού ενδιαφέροντος.

1. Η εμπειρία μια πολιτικής γενιάς
Ο Βασίλης Σαμαράς γεννήθηκε στην Ελλάδα το 1945, ενώ εγώ γεννήθηκα στην Ιταλία το 1943. Παρόλο που υπάρχει διαφορά ηλικίας, ίση με δύο χρόνια, μπορούμε να πούμε ότι ανήκουμε στην ίδια πολιτική γενιά. Μια πολιτική γενιά είναι ένα σύνολο ανθρώπων που έχουν κοινά ιστορικά βιώματα, καθώς επίσης και ένα κοινό σύνολο από αυταπάτες και απογοητεύσεις. Παράλληλα, τα άτομα της ίδιας πολιτικής γενιάς παρουσιάζουν ένα κοινό σύνολο από πρακτικές που επεξεργάζονται τις απογοητεύσεις με τέτοιον τρόπο ώστε οι απογοητεύσεις να μην δημιουργούν συνθήκες πολιτικής και κυρίως ηθικής διαφθοράς. Βέβαια, ο Βασίλης Σαμαράς στα νιάτα του γνώρισε την εμπειρία της νεολαίας της ΕΔΑ (οι αποκαλούμενοι «Λαμπράκηδες») και μετά βίωσε την εμπειρία της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967 – 1974), ενώ εγώ βίωσα άλλου είδους εμπειρίες.
Ωστόσο, το κοινό πολιτικό στοιχείο της γενιάς μας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία και την Γαλλία, ήταν η εμφάνιση στις αρχές του ’60 του διεφθαρμένου σοβιετικού κομουνισμού του Χρουστσόφ και του Μπρέζνιεφ και η ελπίδα ότι θα υπάρξουν προοπτικές ριζικής ανανέωσης μέσω της παλιάς αίρεσης του Τρότσκι ή μέσω της νέας αίρεσης του Μάο.
Ο Βασίλης Σαμαράς οργανώθηκε ενεργά από νωρίς και συμμετείχε στο εσωτερικό του μαρξιστικού – λενινιστικού κινήματος, ενώ εγώ επέλεξα τον δρόμο του «ελεύθερου μαρξιστή σχολιαστή», αν και είχα εμπειρίες από ενεργή συμμετοχή σε οργανωμένα κινήματα και κυρίως στην Democrazia Proletaria (1976 – 1991).
Το κοινό σημείο ανάμεσα σε εμένα και τον Βασίλη Σαμαρά είναι το γεγονός ότι μας είχε δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της ανανέωσης της μαζικής επαναστατικότητας. Προσωπικά (δεν μπορώ να αναφέρω το ίδιο και για τον Βασίλη Σαμαρά), μου είχε δημιουργηθεί και η ψευδαίσθηση της δυνατότητας της εσωτερικής αναθεώρησης του ιστορικού κομμουνισμού του εικοστού αιώνα. Δεν πιστεύω ότι ο Βασίλης Σαμαράς είχε τις ελπίδες και τις ψευδαισθήσεις του Γκορμπατσόφ, αν και εγώ παραδέχομαι ότι τις είχα μέχρι το 1988 περίπου. Συγχρόνως, ακόμη και μετά το πραξικόπημα στην Κίνα του 1976 ένα μήνα μετά τον θάνατο του Μάο Τσέ Τούνγκ, δεν θα είχα ποτέ ισχυριστεί ότι μια μορφή άγριου συγκεντρωτικού καπιταλισμού θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί στην Κίνα, σε μία χώρα όπου είχε σημειωθεί μια πραγματική κομμουνιστική επανάσταση και όχι μια «πολιτική εξαγωγή» ενός κοινωνικού μοντέλου, όπως για παράδειγμα στην Πολωνία ή στην Ουγγαρία.
Ο Βασίλης Σαμαράς είχε πιθανότατα πιστέψει ότι το μαρξιστικό – λενινιστικό κίνημα θα κατάφερνε να γίνει μαζικό, αντικαθιστώντας με αυτόν τον τρόπο τον παλιό κομμουνισμό του Χρουστσόφ , του Μπρέζνιεφ και έπειτα του Γκορμπατσόφ. (Το ΚΚΕ, κτλ). Δεν εκτυλίχτηκαν όμως έτσι τα πράγματα… Το μαρξιστικό – λενινιστικό κίνημα στην Ελλάδα διαχωρίστηκε σε τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά μέρη και ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατη η επανένωσή του σε ιδεολογική και πολιτική βάση. Το ΚΚΕ κράτησε μία ουδέτερη γραμμή ανάμεσα στην υποδεέστερη προσθήκη στο «επίσημο» ελληνικό πολιτικό σύστημα και στην πραγματική μαρτυρική περιθωριοποίηση. Αυτή η απογοήτευση, διότι υπήρξε μια πραγματική απογοήτευση, μπορούσε να βρει δύο διαφορετικές διόδους. Η πρώτη δίοδος ήταν εκείνη της μετάνοιας, της πολιτικής και οργανωτικής διάσπασης, της αναδίπλωσης στα όρια της προσωπικής και οικογενειακής ζωής ή στην μετάλλαξη, βάση των «μοντέρνων» τάσεων (ΠΑΣΟΚ, Συνασπισμός , κτλ). Η δεύτερη δίοδος ήταν εκείνη του λογικού προσπεράσματος όλων των ψευδαισθήσεων, πιο συγκεκριμένα του φαύλου κύκλου: ψευδαισθήσεις – απογοητεύσεις, αλλά και της επιλογής συνέχισης της ενεργούς πρακτικής που υπαγορεύει η πολιτική στάση του κομμουνισμού και κυρίως του αντιιμπεριαλισμού, έστω και από μια μειοψηφική θέση.
Ο Βασίλης Σαμαράς έκανε την δεύτερη επιλογή και ακολούθησε την δεύτερη δίοδο. Με αυτόν τον τρόπο δεν έσωσε, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, μόνο μια πολιτική αξία, αλλά έσωσε κάτι περισσότερο, δίνοντας έναν ουσιώδη χαρακτήρα στην ζωή του. Είναι συνηθισμένο ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς διανοούμενους η αντιμετώπιση με αστειότητα της υπαρξιακής επιλογής που συνδέεται με την διατήρηση της ενεργούς πολιτικής αγωνιστικότητας, έστω και αν αυτή η επιλογή γίνεται από την μειοψηφία. Προσωπικά, είμαι αντίθετος σε αυτές τις απόψεις… Πιστεύω ότι η επιλογή της οργανωμένης πολιτικής αγωνιστικότητας και η επιλογή της θέσης του ελεύθερου μαρξιστή και αντιιμπεριαλιστή στοχαστή , δεν είναι ασύμβατες επιλογές, αλλά αποτελούν συμπληρωματικές επιλογές που μπορούν και επιβάλλεται να εμπλουτίζονται εκατέρωθεν.

2. Η υπόθεση του ιστορικού απολογισμού του υπαρκτού κομουνισμού του εικοστού αιώνα (1917 – 1991)
Ο Βασίλης Σαμαράς ασχολείται με το «πρόβλημα των προβλημάτων», δηλαδή δεν ασχολείται μόνο με τις οικονομικές τάσεις, αλλά ασχολείται και με τις δομικές αιτίες που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση του καπιταλισμού στις «σοσιαλιστικές» χώρες (σελ. 175 – 180). Με βάση την μαρξιστική – λενινιστική παράδοση, χρησιμοποιεί την κατηγορία/ορολογία του «ρεβιζιονισμού», ενώ ταυτόχρονα δίνει μια ουσιώδη και θετική κρίση στην ιστορική φιγούρα του Στάλιν (1924 – 1953), αν και ο τρόπος του είναι πιο «θολός» σε σύγκριση με ένα προηγούμενο βιβλίο του («1917 – 1953: Η ιστορία διδάσκει και εμπνέει»). Στην Ιταλία δεν υπάρχει μια βιβλιογραφία που να αναφέρεται στις δομικές αιτίες της κατάρρευσης του ιστορικού κομουνισμού του 21ου αιώνα, γιατί ο ευρωκομουνισμός του PCI – PDS – DS εφάρμοσε μια μεγάλη «απόσυρση» του προβλήματος, αποδεχόμενος την θεωρία του «ολοκληρωτισμού», μια θεωρία που δεν εξηγεί απολύτως τίποτα και η οποία διαδραματίζει σήμερα έναν ιδεολογικό ρόλο αιτιολόγησης της πολιτικής προσχώρησης στον ιμπεριαλιστικό νέο – φιλελευθερισμό (Ο πόλεμος του Ντ’Αλέμα ενάντια στην Γιουγκοσλαβία το 1999, κτλ). Στην Ελλάδα η συζήτηση ήταν εκτενέστερη (Ευτύχης Μπιτσάκης, Κώστας Κάππος, Γιάννης Χοντζέας, κτλ), κυρίως λόγω της ύπαρξης τροτσκιστικών θέσεων (Σάββας Μιχαήλ) αλλά και μαρξιστικών – λενινιστικών θέσεων (Βασίλης Σαμαράς). Επίσης η συζήτηση ήταν εκτενής λόγω της ύπαρξης των δύο παραδοσιακών ιδεολογικών κομμάτων του ελληνικού μαρξισμού: το «γαλλικό κόμμα» (Πολίτης, Αυγή, Πουλαντζάς, κτλ) και το «ρωσικό κόμμα» (Ριζοσπάστης, κτλ). Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικός διάλογος ανάμεσα σε εκείνους που περιορίζονται στην καταδίκη του τερατώδους ολοκληρωτισμού (κυρίως μετανοημένοι κομμουνιστές όπως ο Φαράκος, κτλ), σε εκείνους που θεωρούν ότι ο Στάλιν υπήρξε ο αρχηγός και ο πατριάρχης των γραφειοκρατών και σε εκείνους που θεωρούν ότι ο Στάλιν, όσο μπορούσε ο ίδιος, υπήρξε το τελευταίο ανάχωμα (οι αρχαίοι Έλληνες θα λέγανε: καθήκον) του γραφειοκρατικού εκφυλισμού. Σε αυτό το σημείο θα περιοριστώ στο να εκφράσω εν συντομία τις θέσεις μου. Ωστόσο, ο πρόλογος δηλώνει την επιθυμία μου να εγκαταλείψω την ατελείωτη και άλυτη διαμάχη ανάμεσα στην ομάδα του Στάλιν και την ομάδα του Τρότσκι, την οποία μπορούμε να παρομοιάσουμε με την διαρκή διαμάχη ανάμεσα στους «γαύρους» του Ολυμπιακού και τους «βαζέλες» του Παναθηναϊκού.
Η μαζική βάση της καπιταλιστικής εγκαθίδρυσης/επαναφοράς στη ΕΣΣΔ υπήρξε πιθανότατα (χρησιμοποιώ τον όρο «πιθανότατα» για να επισείσω την προσοχή και για να μην αντικαταστήσω με ένα καινούργιο δόγμα τα ήδη υπάρχοντα) μια πραγματική και άτυπη συμμαχία ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να την ανασυνθέσουμε. Βέβαια, αυτή είναι μια υπόθεση των ιστορικών και όχι των φιλοσόφων και εγώ δεν είμαι ιστορικός. Αυτή η άτυπη συμμαχία των κοινωνικών τάξεων είχε ως μαζική βάση τα καινούργια μεσαία σοβιετικά στρώματα, τα οποία δημιουργήθηκαν μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής εξέλιξης του «σοσιαλισμού». Σε αυτά τα νέα στρώματα δεν μπορούσαν να μεταδοθούν με καμία ιδεολογική διαπαιδαγώγηση τα αναγκαία σημεία σύνδεσης με τις ηθικές αξίες του σοσιαλισμού, εκτός και αν ισχυριστούμε (αντίθετα με την θεωρία του Μαρξ) ότι η υπερδομή μπορεί να διευθύνει το σύνολο των δομών και η αυξανόμενη διαφοροποίηση σε γνώση και εξουσία, δημιουργημένη στην βάση που δημιουργεί ο κοινωνικός διαχωρισμός της εργασίας, μπορεί να «εξημερωθεί» με σχολικά μαθήματα περί του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού. Ωστόσο αυτά τα νέα σοβιετικά στρώματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να καταστήσουν την «βάση των κοινωνικών τάξεων» της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, διότι δεν διέθεταν τις απαραίτητες επιδεξιότητες για να πραγματοποιήσουν αυτήν την ανήκουστη, άγρια και πραγματική καπιταλιστική συγκέντρωση. Η πραγματική βάση των κοινωνικών τάξεων δημιουργήθηκε μέσω της συγχώνευσης ανάμεσα στο κοινωνικό σύνολο των τεχνοκρατών και των διοικούντων των μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων και το κοινωνικό σύνολο που απαρτιζόταν από την πλειοψηφία των μεσαίων και υψηλών στρωμάτων της νομενκλατούρας του κράτους – κόμματος. Κατά την περίοδο 1987 – 1992, επικράτησε η διαδικασία συγχώνευσης των τριών αντεπαναστατικών συνόλων (νέα σοβιετικά μεσαία στρώματα – διοικούντες των μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων – μεσαία και υψηλά στρώματα της γραφειοκρατίας του Κράτους – Κόμματος), αν και αυτή η διαδικασία συγχώνευσης δεν θα μπορούσε ποτέ να επιφέρει την πλήρη επάνοδο του καπιταλισμού χωρίς την συμβολή δύο άλλων επιπρόσθετων παραγόντων, εκ των οποίων ο ένας ενήργησε θετικά ενώ ο άλλος ενήργησε αρνητικά. Θετικά ενήργησε ο παράγοντας ξένο κεφάλαιο, ο οποίος παρείχε με μαφιόζικο τρόπο στήριξη και βοήθεια στην όλη διαδικασία. Η βοήθεια αυτή προερχόταν κυρίως από σιωνιστικούς κύκλους (η θέση αυτή δεν δηλώνει σε καμία περίπτωση αντισημίτικη διάθεση, αλλά δηλώνεται ο θαρραλέος ισχυρισμός αυτής της θέσης, κάτι που εξέφρασε και ο Σολτζενίτσιν), από την Γερμανία και από τις Η.Π.Α. Αρνητικά ενήργησε η πρωτοφανής παθητικότητα και η ουδετερότητα της εργατικής και αγροτικής τάξης.
Ακριβώς αυτήν την παθητικότητα και ουδετερότητα πρέπει να ερμηνεύσουμε μέσω μαρξιστικών όρων, χωρίς να περιοριζόμαστε σε απλές αποδοκιμασίες, οι οποίες δεν πηγάζουν από την πρακτική του μαρξισμού (έλλειψη ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης, αλκοολισμός, προδοσία, συνωμοσία). Είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε κυρίως ως βιβλιογραφία το «Κεφάλαιο» του Μαρξ και όχι τους «Τρεις Σωματοφύλακες» του Δουμά. Αυτό είναι το κεντρικό σύνθημα, ένα σύνθημα που ο Βασίλης Σαμαράς συμμερίζεται, ανεξάρτητα από τις διαφορές μας στον τρόπο ερμηνείας των δομικών αιτιών κοινωνικοπολιτικής κατάρρευσης του ιστορικού κομουνισμού του 20ου αιώνα.
3. Το ζήτημα της του ιμπεριαλισμού ως κεντρικού σημείου προσανατολισμού στον σύγχρονο κόσμο.
Παρόλα τα πιθανά μειονεκτήματά του, το ελληνικό μαρξιστικό – λενινιστικό κίνημα, αν και διαχωρισμένο σε θέματα τακτικής (ενδεικτικό δείγμα των εσωτερικών διαχωρισμών ανάμεσα στην ΚΟΕ και το ΚΚΕ (μ-λ) είναι το ζήτημα συμμετοχής ή μη συμμετοχής στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ. Ένας πολύ σημαντικός διαχωρισμός για εκείνους που ενεργούν πολιτικά στην Ελλάδα, αλλά ένα ζήτημα μικρής σημασίας και ενδιαφέροντος για εμένα που θεωρούμαι «ξένος φιλέλληνας σύντροφος»), είναι ενιαίο σε ένα στρατηγικό ζήτημα, στην αντίσταση κατά της ιμπεριαλιστικής και ηγεμονικής πολιτικής των Η.Π.Α. Για αυτό το θέμα θα κάνω μονάχα κάποιες σύντομες και «τηλεγραφικές» παρατηρήσεις.
Πρώτον, είναι βέβαιο ότι η λενινιστική κατηγορία του ιμπεριαλισμού συνεχίζει να έχει μια κεντρική θέση και δεν μπορεί φυσικά να υπάρχει μια επιστροφή στον Μάρξ χωρίς να σημειωθεί μια συνολική επιστροφή και στον Λένιν. Είναι επίσης βέβαιο και πραγματικό ότι το 2007 τα πράγματα δεν είναι όπως το 1916. Σήμερα υπάρχει, κατά την άποψή μου, μια μορφή ηγεμονικού υπερ - ιμπεριαλισμού (ο θεωρητικός όρος δεν είναι ακριβής, αλλά χρησιμοποιείται για λόγους κατανόησης ), ο οποίος δεν είναι σαν εκείνον του Κάουτσκι στον οποίον εναντιώθηκε ο Λένιν, αλλά είναι κάτι το καινούργιο και το ανήκουστο. Το καινούριο βρίσκεται στο ότι οι ολιγαρχίες που υπάρχουν στα ιμπεριαλιστικά Κράτη – Έθνη (συμπεριλαμβάνονται η Ιαπωνία, η Γαλλία, η Γερμανία και όχι μόνο τα «μεσαία κράτη» όπως η Ιταλία και η Ισπανία ή και τα «μικρότερα κράτη» όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία), έχουν δώσει την απαραίτητη δικαιοδοσία για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους στην στρατιωτική υπερδύναμη των Η.Π.Α. Γνωρίζω πολύ καλά ότι υπάρχουν και δευτερεύοντα συγκρουόμενα συμφέροντα (Γαλλία εναντίον Η.Π.Α. στην Αφρική, Η.Π.Α. εναντίον Ευρώπης στα Βαλκάνια, κλπ), αλλά αυτά μου φαίνονται πραγματικά δευτερεύουσας σημασίας, πράγμα το οποίο δεν θα επέτρεπε να ισχυριστούμε ως «επίκαιρη» την ανάλυση του Λένιν του 1916. Εγώ θα θέσω το πρόβλημα. Δεν έχω σκοπό να δώσω μια λύση, απλά επιθυμώ να το θέσω.
Δεύτερον, στη σύγχρονη εποχή η απλή αλληλεγγύη στους λαούς που υπέστησαν την εισβολή της στρατηγικής διοίκησης των Η.Π.Α.( Ιράκ και Αφγανιστάν) αλλά και η απλή αλληλεγγύη στους λαούς που απειλούνται από την ίδια στρατηγική των Η.Π.Α.( Κούβα, Ιράν , Β. Κορέα κλπ) είναι ένα απαραίτητο στοιχείο, το οποίο δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραμεριστεί και το οποίο δεν μπορεί να αποκτήσει μαζικές βάσεις σε χώρες που είναι ακόμη δεμένες στο άρμα των ιμπεριαλιστικών ολιγαρχιών (Ιταλία, Ελλάδα, κτλ). Πρόκειται για ένα ηθικό θέμα το οποίο μπορεί να επηρεάσει και να συγκινήσει θαρραλέους νέους (όπως ο Σωτήρης Πέτρουλας που σκοτώθηκε το 1965 και ο οποίος ανήκε στην οργάνωση που είχε δημιουργηθεί γύρω από τον μεγάλο αντιμπεριαλιστή διανοούμενο Νίκο Ψυρούκη ο οποίος αποτελεί τιμή για την ελληνική κουλτούρα και διανόηση), αλλά δεν μπορεί να αποκτήσει μαζικές βάσεις.
Προφανώς, αυτή δεν είναι μια πολιτική κριτική, αλλά αποτελεί ένα στοιχείο σκέψης. Ο Βασίλης Σαμαράς απευθύνεται στη αριστερά, με στόχο την ανανέωση της (ιδεολογική και πολιτισμική) την πολιτική και κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση της. Αυτό είναι σύνηθες για μια χώρα σαν την Ελλάδα όπου ιστορικοί λόγοι (εμφύλιος πόλεμος 1946 – 1949, αυταρχικό κράτος 1949 – 1967, δικτατορία των συνταγματαρχών 1967 – 1974, γεγονότα του Ιούλη 1965, πολυτεχνείο 1973) ενισχύουν την εμφανή διχοτόμηση αριστεράς και δεξιάς. Στις κυριότερες Ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσα στις οποίες θεωρώ ότι βρίσκεται και η Ιταλία, η κοινοβουλευτική αριστερά παρουσίασε τέτοιες διαδικασίες πολιτικής διαφθοράς και προσάρτησης στους φίλο-αμερικανικούς μηχανισμούς που δεν αφήνουν καμία ελπίδα διόρθωσης. Σε αυτό το σημείο η Ελλάδα ίσως να παρουσιάζει μια καθυστέρηση ίση τουλάχιστον με μια δεκαετία, και αυτό σε λίγο χρονικό διάστημα θα γίνει ξεκάθαρο. Τότε, λοιπόν, όχι μόνο η αριστερά θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον εαυτό της, αλλά το σύνολο του λαού θα βρεθεί αντιμέτωπο με τον εαυτό του. Σε αυτό το σημείο, και μόνο τότε, θα ξεκινήσει μια νέα ιστορική περίοδος.

* Ο Costanzo Preve είναι φιλόσοφος και συγγραφέας και αρκετά έργα του έχουν εκδοθεί στα ελληνικά. Το κείμενο γράφτηκε στο Τορίνο , τον Ιούνιο του 2007 και την μετάφραση για λογαριασμό της «Προλεταριακής Σημαίας» έκανε ο Θάνος Αγκούτογλου

  © Προλεταριακή Σημαία
Εμμ. Μπενάκη 43, 106 81 Αθήνα - τηλ. 210 3303639 - φαξ 210 3815597
simea@kkeml.gr
επιτρέπεται η αναδημοσίευση με προϋπόθεση τη μη παραποίηση και την αναφορά της πηγής