100 χρόνια από την ίδρυση  ΣΕΚΕ-ΚΚΕ:  Πόλεμος και αυτοτελής πολιτική  οργάνωση  της εργατικής τάξης, τα κρίσιμα ζητήματα στα οποία έδωσαν απαντήσεις οι κομμουνιστές

Ομιλία  Δ. Παυλίδη στην εκδήλωση για 100 χρόνια ΣΕΚΕ-ΚΚΕ που οργάνωσε  το ΚΚΕ(μ-λ), Πειραιάς 27/10/2018

Φίλες και φίλοι,

Συναγωνίστριες και συναγωνιστές

Συντρόφισες και σύντροφοι,

Σας ευχαριστούμε για την παρουσία σας  σε αυτήν την σημαντική  για την οργάνωση μας  εκδήλωση. Σημαντική  για την χρονική στιγμή και τον τόπο αναφοράς  που γίνεται, κυρίως όμως για το βαρύ, δύσκολο και μεγάλο  θέμα που έχει.  Εσείς θα κρίνετε αν αυτά που θα ειπωθούν θα αντιστοιχούν έστω και λιγάκι στις απαιτήσεις του ζητήματος. Αντί προλόγου θα μου επιτρέψετε  να σας μεταφέρω  μια  παλιά -αλλά διαβάζοντάς την  εκπληκτικά  επίκαιρη – παρέμβαση.  Ήταν  η τρίτη ημέρα του  ιδρυτικού συνεδρίου του ΣΕΚΕ όταν ο Δημήτρης Λιγδόπουλος, εν μέσω διαφορετικών απόψεων και αντιπαράθεσης, πιθανόν και  φορτισμένος πήρε τον λόγο για να μιλήσει επί του θέματος. Το θέμα εκείνη την ημέρα, Τρίτη 6  Νοεμβρίου 1918, με το παλιό ημερολόγιο ήταν η στάση που έπρεπε να κρατηθεί απέναντι στην υπό ίδρυση Κοινωνία των Εθνών.  Ο Ουίλσονας που αναφέρεται, είναι ο  τότε Αμερικανός Πρόεδρος, Γούντροου  Ουίλσον. Λίγες ημέρες νωρίτερα στις 11 Νοεμβρίου με το δυτικό ημερολόγιο, στο δάσος της Κομπιέν, είχε υπογραφεί η ανακωχή που σήμανε το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου,  την εκατοστή επέτειο  της οποίας γιορτάζουν με περισσή υποκρισία   οι  ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυτές τις ημέρες.  Και όσα καταγράφτηκαν στα πρακτικά από την ομιλία του Λιγδόπουλου, αν  τα συγκρίνει  κανείς με  όσα συνέβησαν  μετά,  δυστυχώς δεν ζούσε για να τα δει, συνιστούν πλήρη επιβεβαίωση.

“Στις αρχές του αιώνα μας ιδρύθηκε και ένα μέγαρο στη Χάγη για την ειρήνη από μερικούς αστούς και μερικούς βασιλείς. Δυστυχώς, τα ωραία λόγια και τα καλλιμάρμαρα κτίρια δεν ίσχυσαν για να εμποδίσουν τον τρομερό πόλεμο.

Αυτό έγινε γιατί οι πόλεμοι εξάπαντος δεν κηρύχτηκαν, αλλά δημιουργούνται από οικονομικούς όρους. Μ” αυτά τα προηγούμενα θα παρακαλέσω τους αντιπροσώπους να σκεφθούν για το ζήτημα της κοινωνίας των εθνών. Για μας ο σημερινός πόλεμος ήτο μια ένταση του βιομηχανικού ανταγωνισμού, μια κρίση, ένας τσακισμός για αποικίες.

Η αστική τάξη, τρομαγμένη από τ” αποτελέσματα, ζητάει να συγκρατηθεί στην αρχήν με κοινωνιολογικά ευαγγέλια. Δε θα “χουμε πια νέους πολέμους, θα “χουμε κοινωνία των εθνών. Αυτή θα αποφασίζει για όλες τις διαφορές. Α! Τώρα πια έπαψαν να μας λένε ότι οι πόλεμοι είναι κακά αναγκαία, ότι πάντοτε θα γίνονται πόλεμοι, ότι είναι ένα καλό ο πόλεμος. Μα τώρα θα τους πούμε μεις. Ναι, οι πόλεμοι είναι ένα κακό αναγκαίο, ένα κακό επακολούθημα της καπιταλιστικής μορφής της παραγωγής. Δεν θα λείψουν παρά μόνον όταν λείψουν αι αιτίες που είναι η κατασκευή, ο τρόπος της παραγωγής της σημερινής κοινωνίας. Αλλά ποίος θα είναι ο σχηματισμός της κοινωνίας των εθνών; Ποίοι θα λάβουν μέρος σ” αυτήν; Αστοί μόνον; Αστοί και εργάτες; `Η εργάτες; Αλλά οι αστικές τάξεις των διαφόρων κρατών έχουν εντελώς αντίθετα συμφέροντα. Εάν έγινε πόλεμος έγινε γι” αυτό και η αντίθεσις αυτή των συμφερόντων δεν θα παύσει. Το να θέλουμε να νομίζουμε ότι μπορεί να πάψει είναι το ίδιο σαν να νομίσουμε ότι μπορούμε να σταματήσουμε την πάλη των τάξεων. Αλλά θα μας ειπούν ότι οι εργάτες, οι αντιπρόσωποι των εργατικών οργανώσεων που θα είναι στην κοινωνία των εθνών, αυτοί θα εμποδίσουν τους μέλλοντας πολέμους. Σύμφωνοι. Αλλά τις η ανάγκη της κοινωνίας των εθνών; Η εργατική τάξη είναι η μόνη που έχει διεθνή συμφέροντα τα ίδια. Είναι συνεπώς η μόνη που μπορεί να έχει συμφέροντα τα ίδια. Και η κοινωνία αυτή των εθνών, η διεθνής εργατική οργάνωσις είναι η μόνη που μπορεί να επιβληθεί. Εάν αυτή δεν μπορέσει να επιβληθεί, κάθε ελπίδα από κάθε άλλη κοινωνία των εθνών είναι ουτοπία…. Αλλωστε, βλέπετε την αρχή της κοινωνίας των εθνών καθαρά πια. Προσπαθεί να διαστρεβλώσει τους πολύ ελαστικούς αλήθεια όρους του Ουίλσωνος, την ελευθερία των θαλασσών, την ελευθερία των εθνοτήτων, προσπαθούν να κάμουν μυστικές τις συνεδριάσεις της ειρήνης. Και φαντασθήτε η πρώτη πράξις της κοινωνίας των εθνών να είναι μια άγρια επέμβαση, όπως άλλως τε άρχισε ή πρόκειται ν” αρχίση εναντίον της Ρωσσικής επαναστάσεως, εναντίον του ιερού αγώνος των Ρώσσων και Γερμανών εργατών”

Από την γέννηση του, για την ακρίβεια νωρίτερα,  στην τελική φάση της κυοφορίας του, στο ελληνικό,  τότε σοσιαλιστικό,  κομμουνιστικό  κίνημα μπήκαν μπροστά  τα μεγάλα ζητήματα του πολέμου   και της αυτοτελούς ύπαρξης και δράσης του απέναντι στην αστική (τότε αστικο-τσιφλικάδικη) τάξη  και τους  πολιτικούς εκπροσώπους της. Ζητήματα που απασχόλησαν και το διεθνές εργατικό  κομμουνιστικό κίνημα, αποτέλεσαν κομβικά  σημεία για την ενότητα και την διάσπαση του,  και καθόρισαν εν πολλοίς την πορεία του στον πρώτο μισό του Εικοστού Αιώνα. Ζητήματα τα οποία μέσα σε διαφορετικές ιστορικές και κοινωνικές  συνθήκες  συνεχίζει να αντιμετωπίζει το σημερινό κομμουνιστικό κίνημα και  με μαθηματική ακρίβεια θα ορθωθούν  μπροστά του και στο μέλλον με απροσδιόριστο τρόπο. 

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος που ξέσπασε τον Αύγουστο του 1914 και η πρωτοφανής ανθρωποσφαγή που ακολούθησε στην Ευρώπη, πυροδότησε κοινωνικές  συγκρούσεις, επιτάχυνε διεργασίες στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα και  υποκίνησε κοσμογονικά γεγονότα,  κορυφαίο  των οποίων ήταν η νίκη της σοσιαλιστικής Οκτωβριανής Επανάστασης στην Ρωσία και η δημιουργία του πρώτου εργατικού κράτους.  Στην Ελλάδα  ο πόλεμος προκάλεσε  σχίσμα  στην αστική τάξη σε τέτοιο βαθμό που οδήγησε τους πολιτικούς εκπρόσωπους της  σε ανοικτή σύγκρουση αναμεταξύ τους, δημιουργήθηκε  δεύτερη κυβέρνηση, έγινε η  επέμβαση και ο αποκλεισμός  των Αγγλογάλλων  και εν τέλει οδήγησε  στην είσοδο στον πόλεμο  με την μεριά των  νικητών, της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας, που έμεινε γνωστή ως Αντάντ.  Αλλά και νωρίτερα  ενόψει των Βαλκανικών Πολέμων και στην διάρκεια τους, το νεαρό τότε  σοσιαλιστικό κίνημα,  χωρισμένο σε ομάδες συμπεριλαμβανόμενης της Φεντερασιόν, η οποία δρούσε  εντός της Οθωμανικής εργατικής  Θεσσαλονίκης,  αντιμετώπισε με διαφορετικό τρόπο την πολεμική εξέλιξη. Αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση που είχε την βάση της στις διαφορετικές  εθνικές προελεύσεις, τοπικές συνθήκες   αλλά και  ιδεολογικούς προσανατολισμούς,   συνεχίστηκε και μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.  Στην εξαετία που μεσολάβησε ανάμεσα στην είσοδο των ελληνικών  στρατευμάτων στην  Θεσσαλονίκη και στην ίδρυση του ΣΕΚΕ η αντιπαράθεση ανάμεσα στους επικεφαλής των  σοσιαλιστικών ομάδων της Αθήνας και την Φεντερασιόν συνεχίστηκε με νέο επίκεντρο. Την συμμετοχή ή την ουδετερότητα της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την στάση που πρέπει να κρατηθεί απέναντι στις δύο αντιμαχόμενες αστικές μερίδες. Τον Βενιζελισμό και την Μοναρχία. Από το 1915 μέχρι  και το 1918  στην αντιπαράθεση αυτή, η οποία όχι λίγες φορές πήρε δημόσιο και πολεμικό χαρακτήρα, ηγήθηκαν  από την μια μεριά ο  Δρακούλης, οι θέσεις του οποίου υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο ξεσήκωσαν την αντίθεση ακόμα και των οπαδών του ( η ΕΕ του Συνδέσμου των Εργατικών Τάξεων της Ελλάδας διασπάστηκε και τον  διέγραψε  από την οργάνωση που ο ίδιος είχε ιδρύσει)   και στην συνέχεια ο Γιαννιός με το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών. Από την άλλη μεριά, με  αντιπολεμικές θέσεις, αν και σε ορισμένες  περιπτώσεις έντονα  πασιφιστικές,  βρέθηκε  η Φεντερασιόν. Σταθερή αντιπολεμική στάση κράτησε και η Σοσιαλιστική Ένωση Αθηνών.  Ανάμεσα τους ορισμένα σοσιαλιστικά κέντρα άλλων πόλεων, όπως του Πειραιά, ταλαντεύτηκαν ανάμεσα στην πολιτική ουδετερότητας και στην κριτική υποστήριξη στον Βενιζέλο,  όταν η ενδοαστική αναμέτρηση με την άμεση συμμετοχή των ξένων δυνάμεων, πήρε δραματικές διαστάσεις. Στο διάστημα αυτό, το 1916, ιδρύθηκε η Σοσιαλιστική Νεολαία από τους Δημοσθένη Λιγδόπουλο και ορισμένους  άλλους νέους, ως νεολαία της Σοσιαλιστικής Ένωσης, που έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στην ενοποίηση και ιδρυτική διαδικασία  του ΣΕΚΕ.

Όπως είναι γνωστό η στάση απέναντι στο μεγάλο ανθρωποσφαγείο, το πρώτο του Εικοστού Αιώνα,  έπαιξε καθοριστικό ρόλο  για την διάσπαση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, η μεγάλη πλειοψηφία  των οποίων συντάχθηκαν με τις ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις, ψήφισαν τις πολεμικές δαπάνες  και καλούσαν τους εργάτες  να πάνε στην αλληλοσφαγή.  Η χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς και η ανάδυση μέσα στην θύελλα του πολέμου της επαναστατικής πολιτικής για την   μετατροπή του ιμπεριαλιστικού  πολέμου  σε εμφύλιο, δικαιώθηκε από  όσα ακολούθησαν με κορυφαία εξέλιξη  την νίκη των Μπολσεβίκων. Στην Ελλάδα η αντιπαράθεση αυτή, σε άλλη κλίμακα και συνθήκες, απασχόλησε και καθόρισε την μελλοντική εξέλιξη του σοσιαλιστικού κινήματος. Σε συνδυασμό και σε άμεση σχέση με το ζήτημα της συμμετοχής στον πόλεμο, εμπρός στις ηγεσίες των σοσιαλιστικών  και εργατικών ομάδων μπήκε το δίλημμα για την στάση που έπρεπε να κρατηθεί  απέναντι στις αστικές μερίδες και της  συμμαχίας με αυτές, ανάλογα με την στάση τους απέναντι στον πόλεμο. Για την πλευρά αυτών που τάχθηκαν υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο δεν υπήρξε ιδιαίτερο δίλημμα. Ακόμη και εκείνοι σαν τον Γιαννιό, που συνέχισαν να ασκούν κριτική στην εσωτερική κοινωνική πολιτική του Βενιζέλου, δεν είχαν ενδοιασμό να τον  υποστηρίξουν ως το μη χείρον βέλτιστον και στο τέλος  μέχρι και να προσχωρήσουν στην Εθνική Άμυνα. Αλλά και η άλλη πλευρά που σε εκείνες τις συνθήκες υπεράσπιζε  σωστές αντιπολεμικές  θέσεις δεν ήταν ξεκάθαρη αναφορικά με τον χαρακτήρα και το επίπεδο  των σχέσεων με τις αστικές πολιτικές δυνάμεις. Στις εκλογές του  Μαΐου του 1915 η Φεντερασιόν θα συνεργαστεί με την φιλομοναρχική κυβερνητική παράταξη του Γούναρη στην Μακεδονία  και την Θεσσαλονίκη, θα εκλέξει τους Σίδερη και Κουριέλ βουλευτές και θα ξεσηκώσει αντιδράσεις από τις υπόλοιπες σοσιαλιστικές ομάδες, φιλο- βενιζελικές  αλλά και  αντιβενιζελικές.

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ και η πορεία προς αυτό,  ιδιαίτερα τα δύο τελευταία χρόνια, 1917-1918,  αλλά και όσα παράλληλα έγιναν γύρω από το πρώτο  πανελλαδικό εργατικό συνέδριο φέρνουν τα αποτυπώματα αυτής της αντιπαράθεσης. Μιας αντιπαράθεσης που  ορίζεται με το δίδυμο ζήτημα,  πόλεμος και  αναγκαιότητα ανεξάρτητης  πολιτικής εκπροσώπηση  της εργατικής τάξης.   Όταν η εφημερίδα  Εστία,  που ήξερε καλά τι έλεγε  για λογαριασμό των αστικών συμφερόντων,  τον Σεπτέμβριο του 1918, παραμονές δηλαδή του ιδρυτικού συνεδρίου,  συμφωνώντας  με την δεξιά πολεμική  του Γιαννιού  στην Φεντερασιόν που τότε έγραφε στον Ριζοσπάστη του Πετσόπουλου, έγραφε  πως “Θέλομεν Ελληνικόν τον σοσιαλισμόν μας…τον θέλομεν συνησπισμένον περί το Κράτος…παρά το πλευρόν του Αγώνος του Έθνους σήμερα άλλα και αύριον” προφανώς  και δεν ήθελε μόνο να αποφύγει   την εβραϊκή κυριαρχία στο νέο κόμμα, ενδεχόμενο που ποτέ δεν τέθηκε στα σοβαρά. Αυτό που την ανησυχούσε ήταν μήπως αυτό   δεν  βρεθεί στα χέρια εκείνων που εκπροσωπούσαν απόψεις για   συνθηκολόγηση με  την αστική τάξη.  Ακριβώς αυτήν την επιδίωξη εξυπηρετούσαν και οι φαινομενικά δημοκρατικές  και φιλεργατικές κινήσεις του Βενιζέλου σχετικά με την διεξαγωγή των δύο συνεδρίων εργατικής συνδικαλιστικής  και σοσιαλιστικής ενοποίησης.  Στόχος  του ο έλεγχος της ηγεσίας του νεαρού και αναπτυσσόμενου με γρήγορους ρυθμούς εργατικού κινήματος και η δυνατόν μεγαλύτερη επιρροή  στο νέο κόμμα τόσο για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής όσο -κυρίως σε αυτήν την φάση- για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής,  ιδιαίτερα ενόψει των μεταπολεμικών συμφωνιών και ρυθμίσεων.  Ο Βενιζέλος θεωρούσε πως το διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα είχε αποκτήσει βαρύνοντα ρόλο και ασκούσε  επιρροή στις  ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.  Η διαπραγμάτευση που έγινε  ενόψει του συνεδρίου με την ηγεσία της Φεντερασιόν και η συνάντηση του Βενιζέλου με τον Μπεναρόγια αυτόν το σκοπό ήθελαν να πετύχουν.

Δυστυχώς  τόσο για την Εστία όσο και για  τον  Βενιζέλο τα πράγματα  δεν πήγαν καλά, ιδιαίτερα   στο σοσιαλιστικό συνέδριο, στο τέλος του οποίου  ιδρύθηκε το ΣΕΚΕ με κυριαρχία της αριστερής τάσης. Ύστερα από επτά ημέρες το συνέδριο ενέκρινε με πλειοψηφία το ιδρυτικό ψήφισμα,  αποφάσεις για τις αρχές και το πρόγραμμα του κόμματος, ψήφισμα για την ίδρυση Βαλκανικής Δημοκρατίας Ομοσπονδίας, καταστατικό και τέλος χαιρετιστήριο   προς την Ρώσικη Δημοκρατία των Σοβιέτ  αλλά και διαμαρτυρία  για  την σχεδιαζόμενη  δυτική  στρατιωτική επέμβαση ενάντια της.  Η συζήτηση και οι διαφορετικές απόψεις που εκφράστηκαν  για μια σειρά εσωτερικά αλλά και διεθνή ζητήματα αποτύπωσαν  τις διαφορετικές ιδεολογικές και ταξικές αναφορές των συνέδρων. Ιδιαίτερα στην συζήτηση  γύρω από την Κοινωνία των Εθνών συγκεντρώθηκαν  οι αντιθέσεις αναφορικά  με το ζήτημα του πολέμου. Ανεξάρτητα από τις ανεπάρκειες, και τις προγραμματικές αδυναμίες,  το συνέδριο διακηρύσσοντας  την ανάγκη για  ανεξάρτητη πολιτική  οργάνωση και εκπροσώπηση της εργατικής τάξης  και της πάλης της με σκοπό την μεταβολή της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας σε κοινωνία κολλεκτιβίστικη ή  κομμουνιστική,   αποτέλεσε  τομή και αφετηρία για την γέννηση του κομμουνιστικού κινήματος στην χώρα μας.  Μια αργή και μακρά πορεία αναιμικής  ανάπτυξης του ελληνικού εργατικού σοσιαλισμού, η οποία κουβαλούσε  τα εμπόδια  της οικονομικής καθυστέρησης και της  ιδεολογικής οπισθοδρόμησης, γνώρισε μια αλματώδη εξέλιξη κάτω από την ισχυρή επίδραση της Οκτωβριανής Επανάστασης αλλά και των συνθηκών που δημιούργησε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος,  η χρεοκοπία των αστικών πολιτικών κομμάτων που βρέθηκαν να αντιμάχονται γι’ αυτόν και η κοινωνικό-οικονομική κρίση.

Δεν πέρασαν παρά μόνο δύο μήνες και η καταγγελία του  συνεδρίου του ΣΕΚΕ για την απειλούμενη επέμβαση των δυτικών δυνάμεων ενάντια στο νεαρό σοβιετικό κράτος επιβεβαιώθηκε με δραματικό τρόπο. Σε αυτήν την ιμπεριαλιστική επέμβαση η κυβέρνηση Βενιζέλου  έστειλε 23 χιλιάδες στρατιώτες και αξιωματικούς για να πολεμήσουν στο πλευρό των Γάλλων επεμβασιών με  απώτερο σκοπό  εδαφικά  και πολιτικά ανταλλάγματα για την ελληνική ολιγαρχία.   Για το νεογέννητο σοσιαλιστικό κόμμα δεν υπήρξε ταλάντευση.  Κατήγγειλε την πολεμική εκστρατεία  και παρά τις μικρές δυνάμεις του προσπάθησε να την  αντιπαλέψει. Ήταν η πρώτη αντιπολεμική  δοκιμασία ενώ  σε λίγο θα άρχιζε η δεύτερη  και  πιο σημαντική. Αυτή της Μικρασιατικής εκστρατείας την οποία η αστική τάξη μαζί με τους δυτικούς προστάτες την ξεκίνησε τον Μάιο του 1919  και την νομιμοποίησε με  την συνθήκη  των  Σεβρών.  Ενώ ξεκινούν οι διώξεις και οι εκτοπίσεις εργατικών ηγετών και κλιμακώνεται  η τρομοκρατία με στρατοκρατικά  μέτρα ενάντια σε εργατικές κινητοποιήσεις  το ΣΕΚΕ αντιτάσσεται στην επιστράτευση   και στην κλιμάκωση  της μικρασιατικής περιπέτειας. Το 1921 δημιουργείται η Κεντρική Επιτροπή του Μετώπου που αναλαβαίνει  την επιτόπου καθοδήγηση των αντιπολεμικών ομάδων που είχαν φτιαχτεί, διακινούνται παράνομα  αντιπολεμικά καλέσματα, ο Ριζοσπάστης και άλλα  κομμουνιστικά έντυπα, οργανώνονται νέοι  αντιπολεμικοί πυρήνες  ενώ αρχίζουν οι διώξεις και τα στρατοδικεία. Ιδιαίτερα από την άνοιξη του  1921  με την επιστράτευση  η αντιπολεμική δράση διευρύνεται. Εκδίδονται   εφημερίδες στο μέτωπο, οργανώνονται δίκτυα διευκόλυνσης λιποτακτών ακόμη και ενάντια στην επίσημη θέση του ΣΕΚΕ για την λιποταξία,  ενώ πολλοί από τους πρωτεργάτες ρίχνονται στις φυλακές στον Μπουρνόβα της Σμύρνης  και περίπου εκατό κομμουνιστές φαντάροι   στέλνονται σε  στρατόπεδο  εκτοπισμένων στο Εσκί Σεχίρ. Η αντιπολεμική δράση στην Μικρά Ασία μπορεί να μην πήρε μαζικό ενεργητικό χαρακτήρα αλλά  αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα για την άνοδο της ακτινοβολίας του κόμματος και των θέσεών του τόσο ανάμεσα στους στρατιώτες όσο και εσωτερικό της χώρας.  Εδώ   οργανώνονται αντιπολεμικά  συλλαλητήρια και  πυκνώνουν οι εργατικές απεργίες και τα ξεσηκώματα με αιτήματα ενάντια στην πείνα και την τρομοκρατία  για αυξήσεις μισθών και μέτρα αντιμετώπισης της φτώχειας.   Το δυσανάλογα με την τότε  οργανωτική κατάσταση του ΣΕΚΕ,  πετυχημένο εκλογικό αποτέλεσμα  των  εκατό  χιλιάδων ψήφων  στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920,  ακριβώς αυτήν την αντιπολεμική πολιτική  επιβραβεύει.  Η μαζική δράση και συσπείρωση που επιτεύχθηκε ευθύς μετά,  μέσω της οργάνωσης των Παλαιών Πολεμιστών  ήταν η συνέχεια της αντιπολεμικής πάλης στο μέτωπο και στα χαρακώματα της Μικράς Ασίας.

“Είναι βέβαιον ότι εις την Χώραν μας η θεωρία του Κομμουνισμού ήτο απολύτως άγνωστος μέχρι του 1920. [Τότε]  ήρξατο σχετική προπαγάνδα εις την οποίαν επαρουσιάσθη ως πρόσφορον  έδαφος κατ’ αρχάς μεν ο εν Μ. Ασία καταπονημένος Στρατός, μετά δε την Εθνικήν τραγωδίαν  αι εγκαταλελειμμέναι τάξεις των εφέδρων, αι πάσχουσαι μάζαι των εργατών και αι απογοητευμέναι φάλαγγες των προσφύγων.’’ Αν και υπερβολική η αντιδιαστολή, με προφανή  σκοπό να τονιστεί ο κίνδυνος,  η  διαπίστωση  όμως δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Και έχει σημασία ποιος την κάνει. Ο αντιστράτηγος  Γεώργιος  Φεσσόπουλος ήταν το 1925 ο πρώτος διευθυντής της υπηρεσίας για τον «έλεγχο των κομμουνιστών» της νεοσύστατης Αστυνομίας Πόλεων και αργότερα οργανωτής και  πρώτος  διευθυντής  της  Υπηρεσίας  Αµύνης του  Κράτους επί Μεταξά, θεωρητικός του αντικομουνιστικής   προπαγάνδας. Μέσα σε δύο χρόνια το ΣΕΚΕ κατορθώνει να φτιάξει ένα πανελλαδικό δίκτυο  τοπικών ενώσεων παλαιοπολεμιστών, να πάρει τον έλεγχο άλλων που είχαν φτιαχτεί αυθόρμητα ή ελέγχονταν από βενιζελικούς και να συνδυάσει τα αιτήματα αποκατάστασης των απόστρατων  με την απαίτηση για  ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, απαλλοτριώσεις τσιφλικιών και μοίρασμα της γης σε άκληρους αγρότες. Ήταν τέτοια η στενή σχέση του κινήματος των παλαιοπολεμιστών με το ΣΕΚΕ που πολλοί θεωρούν καθοριστική  την συμβολή τους στην προσπάθεια  “μπολσεβικοποίησης” του κόμματος ενώ  είναι χαρακτηριστικό πως ο τότε Αγγλος πρέσβης σε τηλεγράφημα του στο Φόρειν Οφις τον Δεκέμβρη του 1924   έγραφε πως «μπορεί να ειπωθεί πως  “Παλαιός Πολεμιστής” σημαίνει Κομμουνιστής».  Σύμφωνα με την αγγλική πρεσβεία περίπου εξήντα χιλιάδες παλαιοί πολεμιστές ήταν οργανωμένοι στις Ενώσεις.  Το κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών έπαιξε σημαντικό ρόλο στις εργατικές και αγροτικές κινητοποιήσεις ενώ συνέχιζε την αντιπολεμική  και αντι-ιμπεριαλιστική προπαγάνδα στις λαϊκές μάζες. Η ήττα των  μεγαλοϊδεατικών  σχεδίων της αστικής τάξης και η αλλαγή της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων οδήγησαν στο ξερίζωμα εκατομμυρίων ανθρώπων από τις   εστίες και προκάλεσαν το μεγάλο προσφυγικό κύμα του 1922 που ολοκληρώθηκε με την συμφωνία  ανταλλαγής των πληθυσμών. Μέσα σε λίγο διάστημα αλλάζουν τα πληθυσμιακά και κοινωνικά δεδομένα στην Ελλάδα με την έλευση των προσφύγων που από τον κατατρεγμό πέφτουν στις σκληρές συνθήκες της πρώτης εγκατάστασης στην ύπαιθρο και στις πόλεις. Το ΣΕΚΕ και σε αυτό το πεδίο επιχειρεί να ανταποκριθεί μπαίνοντας με πρωτοπόρο τρόπο στους αγώνες και στις διεκδικήσεις των προσφύγων, αποκτά  τις πρώτες ρίζες στους προσφυγικούς καταυλισμούς και στα  χωριά και παρά τις τρομερές δυσκολίες, επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις νέες αντιθέσεις και τις ιδιαιτερότητες του προσφυγικού προβλήματος, προβάλλοντας την  ενότητα των κοινωνικών συμφερόντων ντόπιων και προσφύγων.  Δεν ήταν καθόλου εύκολη αυτή η προσπάθεια και στα πρώτα χρόνια δεν γνώρισε σοβαρές επιτυχίες. Παρόλα αυτά υπήρξε  επιμονή και συνεχής πάλη.  Πολλοί θεωρούν πως το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας που υπέγραψαν Βενιζέλος και Ινονού τον Οκτώβριο του  1930   και ιδιαίτερα όσα προέβλεπε για τις αποζημιώσεις των προσφύγων έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον προσανατολισμό ενός τμήματος τους προς το ΚΚΕ. Επίσης ρόλο έπαιξε  ο αναπροσανατολισμός του κόμματος σχετικά με το  ζήτημα της  αυτονομίας της Μακεδονίας-Θράκης.   Αυτό δεν είναι καν η μισή  αλήθεια. Στην πραγματικότητα την επιρροή του το ΚΚΕ την κέρδισε παλεύοντας δίπλα και μέσα στους πρόσφυγες στους χώρους δουλειάς αλλά και στους συνοικισμούς για τα κοινωνικά προβλήματα που τους απασχολούσαν καθημερινά. Αν δεν υπήρχε αυτή η παρουσία  από την αρχή,   κανένας εξωτερικός παράγοντας δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ευνοϊκά.

Εξετάζοντας συνολικά αυτήν την περίοδο το ΣΕΚΕ παρά το νεαρό της ηλικίας του, την μικρή σύνδεση με την εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες και την ανώριμη ιδεολογική και πολιτική συγκρότησή του κατάφερε να σταθεί με γενικά σωστό τρόπο απέναντι στις δύο πολεμικές  δοκιμασίες, να πάρει μαζικές  πρωτοβουλίες  και να αποκτήσει χρήσιμη για την συνέχεια ακτινοβολία και επιρροή. Στις δοκιμασίες αυτές  ρίχτηκαν με αυταπάρνηση και αποφασιστικότητα πολλά καινούρια μέλη, αναδείχθηκαν  στελέχη, αντιμετωπίζοντας από νωρίς διώξεις και κυνηγητά. Και αυτά παρά τις ταλαντεύσεις της ηγετικής ομάδας του,   που εκφράστηκαν με διάφορες μορφές και επιλογές  με κορυφαία  την απόφαση τον Φεβρουάριο του 1922,  που μιλούσε για την ανάγκη μιας μακράς περιόδου νόμιμης ύπαρξης, ως προϋπόθεση για την πολιτική και οργανωτική ανάπτυξη του νέου κόμματος.  Στο διάστημα της πρώτης δεκαετίας ύπαρξής του, το νεαρό κόμμα της εργατικής τάξης, παρά τις δυσκολίες και τα πισωγυρίσματα, πάλεψε να εκπληρώσει τα διεθνιστικά καθήκοντα του, να πάρει μέρος στην διεθνή προσπάθεια δημιουργίας του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, να μεταφέρει και να προσαρμόσει τις θέσεις της κομμουνιστικής  Διεθνούς και να εκπληρώσει το καθήκον σύνδεσής του με τις εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες. Ακόμη και οι πιο αρνητικές προσεγγίσεις που διατυπώθηκαν     αργότερα   για τις αδυναμίες, την ανωριμότητα, τις ανεπάρκειες, τον μικροαστισμό των ηγετικών στελεχών και τα λάθη  που έγιναν σε αυτήν περίοδο των περίπου δεκατριών χρόνων μέχρι το 1931, αναγνωρίζουν πως εκείνα τα χρόνια  έγιναν τα πρώτα αναγκαία βήματα. Βήματα πάνω στα οποία πάτησε  και μετασχημάτισε σε ανώτερη ποιότητα η επόμενη φάση της ορμητικής ανάπτυξης.

Το Μακεδονικό ζήτημα, για την ακρίβεια το ζήτημα της θέσης για ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη, που υιοθέτησε η Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία και  ύστερα από έντονες αντιπαραθέσεις το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ απασχόλησε και δοκίμασε το κόμμα, προξένησε εσωτερικούς τρανταγμούς και διαχωρισμούς και αποτέλεσε  εργαλείο  αντικομουνιστικής προπαγάνδας που συνεχίζεται ως τις ημέρες μας  και αιτία για σκληρές διώξεις.  Δεν μας παίρνει ο χρόνος για μια αναλυτική παρουσίαση, άλλωστε έχουμε γράψει αρκετά και η πρόσφατη επανέκδοση των κειμένων του Δ. Μάνου μας δίνει την ευκαιρία σε μια  συγκυρία σημαντικών  εξελίξεων, να ξανασυζητήσουμε αναλυτικά. Εδώ μόνο μερικές κωδικές παρατηρήσεις. Το Μακεδονικό ζήτημα δεν επινοήθηκε ή κατασκευάστηκε  από το σοσιαλιστικό ή το  κομμουνιστικό κίνημα. Η εθνική αφύπνιση και η εθνική καταπίεση στα Βαλκάνια και στον χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης συνυπήρξαν ως αποτελέσματα της κοινωνικής- οικονομικής εξέλιξης, της κατάρρευσης της Οθωμανικής κυριαρχίας, των εθνικών ανταγωνισμών και των αποικιοκρατικών-ιμπεριαλιστικών πολιτικών. Από τις αποφάσεις του ιδρυτικού  Συνεδρίου, μέσω του ψηφίσματος περί ιδρύσεως Βαλκανικής Δημοκρατικής Ομοσπονδίας που περιέχεται στο Υπόμνημα Εξωτερικών Ζητημάτων, το ΣΕΚΕ διακηρύσσει   την ανάγκη για πλήρη και πραγματική πολιτική, εθνική και γλωσσική ελευθερία όλων των εθνοτήτων άνευ διακρίσεως  φυλής και θρησκεύματος. Το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ ακολούθησε σε αυτό το ζήτημα έναν δρόμο που άνοιξαν οι ιδέες του Ρήγα και στην συνέχεια αποτέλεσαν βασικά συνθήματα  του διεθνούς κινήματος, για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και αποχωρισμού των εθνών, την εθνική ισοτιμία και την εθνική καταπίεση. Ταυτόχρονα το κόμμα ως τμήμα της ΚΔ, προσπάθησε να ανταποκριθεί στα διεθνιστικά καθήκοντά του, ιδιαίτερα στην συγκεκριμένη περίπτωση στην ανάγκη να υποστηριχθεί η  επαναστατική προσπάθεια του Βουλγάρικου ΚΚ, που και αυτό κόντρα στον βουλγάρικο εθνικισμό-σωβινισμό  πάσχιζε να αντιμετωπίσει  τον κίνδυνο μιας νέας βαλκανικής αλληλοσφαγής.

Όταν κατέληξε στις γνωστές θέσεις το 3ο έκτακτο Συνέδριο  τον Νοέμβριο του 1924 με τις γνωστές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους Σταυρίδη, Κορδάτο και Αποστολίδη, με διαφορές στάσης  ο καθένας,  από την μια και τον εκπρόσωπο της Διεθνούς  Μανουήλσκι και τον Πουλιόπουλο από την άλλη, τα δεδομένα στην Μακεδονική γεωγραφική περιοχή  που ανήκε στην Ελλάδα είχαν αρχίζει να αλλάζουν δραματικά, με την εγκατάσταση χιλιάδων προσφύγων. Και αυτή η πραγματικότητα  δεν άργησε να γίνει αντιληπτή και να οδηγήσει σε σταδιακές  διορθώσεις που ολοκληρωτικά κατέληξαν  στο 6ο συνέδριο του 1935 και στην θέση για πλέρια ισοτιμία στις μειονότητες, αναγνωρίζοντας την εβραϊκή και την μακεδονική, που στην συνέχεια αναφέρονταν ως σλαβομακεδονική,   επίσημα ως εθνικές. Ακόμη και οι σφοδροί επικριτές της αρχικής θέσης αναγνωρίζουν πως  στην συνέχεια και μετά την διόρθωση, το ΚΚΕ απέκτησε σημαντική επιρροή που  αποδείχθηκε χρήσιμη της περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου,  όργωσε -όπως γράφει χαρακτηριστικά  ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου- τις σλαβομακεδονικές περιοχές.  Τέλος όσο αφορά την αντικομουνιστική προπαγάνδα να θυμίσουμε μόνο (γιατί υπάρχουν πολλά που μπορεί να αναφερθούν)  την στάση που κράτησε το ΚΚΕ  εμπρός στον κίνδυνο να επεκταθεί η βουλγαρική ζώνη κατοχής τον καλοκαίρι του 1943, με την κινητοποίηση μέσω του ΕΑΜ του λαού στις πόλεις της Μακεδονίας και με κορυφαία,  την συγκλονιστική διαδήλωση του λαού της Αθήνας στις 22 Ιουλίου του 1943, πετυχαίνοντας να σταματήσουν τα γερμανο-βουλγαρικά σχέδια.

Το ΚΚΕ μέσα από την καθημερινή προπαγάνδα και δράση του, αδιάκοπα και με επιμονή, προσπάθησε και σε ικανοποιητικό βαθμό κατάφερε,  να εξελίξει και να ανεβάσει την εργατική συνείδηση, να προβάλλει και να υιοθετηθεί σε μαζική κλίμακα  την θέση πως η εργατική τάξη είναι εκείνη που   παράγει τον πλούτο στον καπιταλισμό. Εμφύσησε αυτοπεποίθηση και πίστη  στην συλλογική οργάνωση και πάλη, επιθετική ψυχολογία απέναντι στην εργοδοσία  και τους κρατικούς μηχανισμούς,  καθοδήγησε με επιτυχία μεγάλους απεργιακούς αγώνες μέχρι το τέλος.  Τα στελέχη του μπήκαν μπροστά με  αυτοθυσία, έγιναν ζωντανά παραδείγματα και αναδείχθηκαν σε εργατικούς και λαϊκούς  ηγέτες. Κατάφερε να  αξιοποιήσει, οργανώσει και να μετασχηματίσει σε ανώτερο επίπεδο,  συνδυάζοντας ορισμένους ευνοϊκούς  στην συγκυρία παράγοντες, την αυξανόμενη δυναμική της νεαρής εργατικής τάξης που αναπτύχθηκε στον μεσοπόλεμο. Ορισμένοι από αυτούς  ήταν: Η διεθνής οικονομική κρίση που κτύπησε με ιδιαίτερο τρόπο την αδύναμη ελληνική οικονομία. Η συγκέντρωση νεαρού   εργατικού  δυναμικού  στις παρυφές των μεγάλων αστικών κέντρων από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας που δεν είχαν  δεσμεύσεις και εξαρτήσεις από τα παλιά  πολιτικά πελατειακά δίκτυα. Αυτό το δυναμικό διπλασίασε σε απόλυτους αριθμούς τον εργατικό πληθυσμό αλλά παράλληλα έδωσε την ευκαιρία στα αφεντικά  να ρίξουν τα μεροκάματα, γεννώντας αντιθέσεις αλλά και ευκαιρίες  για διεκδικήσεις.  Το ιδιαίτερο βάρος του καπνεργατικού δυναμικού, με την μεγάλη ιστορία των  πρώιμων αγώνων,  σε έναν νευραλγικό εξαγωγικό τομέα, με πυκνή συνδικαλιστική  συγκέντρωση σε μεγάλα καπνομάγαζα, καθολική σχεδόν συμμετοχή,   και με επίγνωση της δυνατότητας του να εκβιάσει ειδικά στις περιόδους της συγκέντρωσης και της επεξεργασίας του προϊόντος.

Από τον Αύγουστο του 1923 με την γενική απεργία των σιδηροδρομικών, ναυτεργατών και φορτοεκφορτωτών που μετατράπηκε γρήγορα σε πανελλαδική απεργία στην οποία πήραν μέρος πάνω από 150 χιλιάδες εργάτες και χτυπήθηκε άγρια από την χωροφυλακή με την σφαγή στο Πασαλιμάνι, για να πάρουμε μια αρχική ημερομηνία – σταθμό, μέχρι τον εργατικό Μάη του 1936  της εξεγερμένης εργατικής τάξης της Θεσσαλονίκης  η άνοδος της εργατικής αυτοσυνείδησης και του απεργιακού εργατικού κινήματος  υπήρξε εντυπωσιακή. Δεν έγιναν όλα αυτά  αυτόματα, γιατί  απλά τα απαιτούσαν οι κοινωνικές ανάγκες. Χρειάστηκε η συστηματική, στοιχειακή, χαμάλικη  δουλειά των κομμουνιστών, η επινοητικότητα και η θαρραλέα, υποδειγματική δράση τους   Αυτή η περίοδος και ειδικά όσα επιτεύχθηκαν στα χρόνια 1931-1936, επιβεβαίωσαν την  φιλοδοξία  των ιδρυτών του ΣΕΚΕ, πως το κόμμα μπορεί να  γίνει πραγματικά η πρωτοπόρα πολιτική εκπροσώπηση της τάξης.

********

Το ΚΚΕ πάσχισε αληθινά να βάλει φραγμό στην φασιστική δικτατορία, παλεύοντας για την δημιουργία    πλατιού  αντιφασιστικού Μετώπου και πιέζοντας τις αστικές πολιτικές δυνάμεις να κινηθούν στην ίδια κατεύθυνση. Παρά το γεγονός πως βρίσκονταν με το ένα πόδι στην παρανομία, διαρκώς κυνηγημένο, πήρε πρωτοβουλίες για να σταματήσει η πορεία προς το φασιστικό  καθεστώς. Οι  αστικές πολιτικές δυνάμεις και φυσικά η μεγαλοαστική τάξη σε συνεργασία με το Παλάτι, όχι μόνο δεν εμπόδισαν  αυτήν την  εξέλιξη  αλλά αντίθετα την επιδίωξαν. Το ΚΚΕ παρά την πολιτική και οργανωτική ανάπτυξή του δεν βρίσκονταν σε εκείνο το επίπεδο για να την  εμποδίσει.  Αμέσως μετά την κήρυξη  της Μεταξικής δικτατορίας  τράβηξε   απάνω του όλη την κρατική καταστολή και βία. Οι ρίζες όμως που είχαν απλωθεί τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν εύκολο να ξεριζωθούν. Μπορεί να μπήκε σε  μια  σκοτεινή και πολύ δύσκολη περίοδο  αλλά το κόμμα επιβίωσε στην κυριολεξία  υπόγεια. Στις φυλακές, στις εξορίες και στις παράνομες οργανώσεις που μπόρεσαν να γλυτώσουν από   το κυνηγητό.   Πάσχισαν  οι κομμουνιστές  εκείνη την περίοδο να σχηματίσουν ένα αντιδικτατορικό μέτωπο, πήραν μέρος στο κίνημα  στα Χανιά, προσπάθησαν να οργανώσουν απεργίες,  αλλά ο αστικός πολιτικός κόσμος, ως συνήθως, δεν ήθελε ούτε  να ακούσει για συνεργασία με τους μπολσεβίκους και τα ενεργούμενα της Σοβιετικής Ένωσης, όπως έλεγαν. Εκείνο το δύσκολο διάστημα και ειδικά μετά την σύλληψη και των τελευταίων  ηγετικών στελεχών ένα  μεσαίο δυναμικό, διάσπαρτο  σε διάφορα σημεία της χώρας, γεννημένο στην κυριολεξία μέσα στους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες της δεκαετίας του Τριάντα, κράτησε  ζωντανό το κόμμα, παρά τα σοβαρά προβλήματα που δημιουργούσε η πολιτική καταστολής του καθεστώτος και οι μέθοδοι του Μανιαδάκη.   Οι περιπτώσεις του Μακεδονικού Γραφείου στην Θεσσαλονίκη και στην Ανατολική Μακεδονία, της οργάνωσης στην Ήπειρο, της Ανεξάρτητης   Κομμουνιστικής  Οργάνωσης  Αθήνας, γνωστή  και ως  ομάδας του Καλοδίκη   είναι από τις πιο  χαρακτηριστικές.   Η κήρυξη του νέου Μεγάλου Πολέμου και στη συνέχεια η ιταλική φασιστική επίθεση  βρήκε το ΚΚΕ στην κυριολεξία πίσω από τους τοίχους των φυλακών και σε απρόσιτες  εξορίες. Όλη σχεδόν η ηγεσία του και δύο χιλιάδες μέλη  και στελέχη ήταν στην Ακροναυπλία, στις φυλακές της  Τρίπολης  στον Αι Στράτη,  στην Ανάφη στην Αίγινα, στην Γαύδο, στην Κίμωλο, στην Φολέγανδρο, σε σανατόρια και αλλού.

Με αφετηρία τα τρία γράμματα – καλέσματα  του  Νίκου  Ζαχαριάδη (αν και μόνο το πρώτο έγινε πλατιά γνωστό τότε)  που βοήθησαν να ξεκαθαριστεί ο χαρακτήρας του πολέμου  μέχρι τις πρώτες ημέρες της αντικατοχικής -απελευθερωτικής προετοιμασίας και  δράσης και μετά    στις μεγάλες ιστορικές πρωτοβουλίες με την ίδρυση του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ, της Εθνικής   Αλληλεγγύης, της κυβέρνησης του βουνού δηλαδή της Πολιτικής   Επιτροπής    Εθνικής  Απελευθέρωσης και της εκλογής του Εθνικού Συμβουλίου  και  το ραγδαίο άπλωμα της δράσης του κόμματος σε όλη την χώρα, ο χρόνος συμπυκνώθηκε.  Πραγματοποιήθηκαν  συγκλονιστικές ανατροπές στις συνειδήσεις, στις  πολιτικές ταυτότητες, στην ιδεολογία, στην αντίληψη  και στον  προσανατολισμό χιλιάδων και χιλιάδων απλών  ανθρώπων, ιδιαίτερα  των νέων.    Η περίοδος αυτή  ξεκίνησε με  τα πρώτα βήματα ανασυγκρότησης που ανέλαβαν να κάνουν οι ξεκομμένοι και αβοήθητοι  κομμουνιστές που βγήκαν από  τις εξορίες  και  συνεχίστηκε   σχεδόν  μια δεκαετία. Την Μεγάλη Δεκαετία  του ελληνικού Εικοστού Αιώνα, στην οποία  η εργατική τάξη και ο λαός μας αγωνίστηκαν  για την εθνική και κοινωνική του απελευθέρωση.  Το ότι αυτός ο αγώνας δεν κατέληξε σε νίκη, δεν μειώνει  καθόλου  το  ιστορικό δεδομένο πως  αυτή   η λαϊκή, απελευθερωτική αναγεννητική παλίρροια  επιτεύχθηκε με τις ακούραστες προσπάθειες και τις θυσίες, τις πολιτικές πρωτοβουλίες και την δράση των κομμουνιστών.  Που ρίχτηκαν στην αντιστασιακή  μάχη από την αρχή, από τις πρώτες ημέρες της τριπλής κατοχής, με χαρακτηριστικές περιπτώσεις τα πρώτα σαμποτάζ στην Θεσσαλονίκη και λίγο μετά την εξέγερση στην Δράμα.  Και πέτυχαν μέσα  σε σκληρές συνθήκες  να δημιουργήσουν ένα πρωτόγνωρο για την νεοελληνική ιστορία  πλατύ, πλειοψηφικό και αναγεννητικό απελευθερωτικό ρεύμα. Ορισμένοι από τα παλιά χρόνια  συνεχίζουν να επιμένουν    και τελευταία και οι  αυτοπροβαλλόμενοι ως νόμιμοι κληρονόμοι προσχώρησαν σε αυτήν την κατηγορία,   να αναζητούν  τις αιτίες της ήττας στα αφετηριακά  στοιχεία αυτής της μεγάλης εποποιίας. Στις θέσεις  του ‘34, στα γράμματα του Ζαχαριάδη, στα χαρακτηριστικά  και το πρόγραμμα του ΕΑΜ, στις επεξεργασίες για τα Λαϊκά, Αντιφασιστικά  Μέτωπα κλπ. Μόνο που  για να φτάσει το ΚΚΕ σε ένα  τέτοιο ανάπτυξης και επιρροής στην ελληνική κοινωνία ακριβώς σε αυτήν την ιδεολογική και πολιτική βάση πάτησε και αυτήν αξιοποίησε. Το ότι η ηγεσία αποδείχθηκε ανήμπορη να χαράξει μια ανεξάρτητη πορεία και να  αποφύγει να  δέσει τα χέρια της και τον ΕΛΑΣ με τις συμφωνίες της Καζέρτας και του Λιβάνου και ύστερα να μην προχωρήσει  έγκαιρα και αποφασιστικά στην αναμέτρηση με τους Εγγλέζους  δεν φταίει η  τότε γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Με την ίδια γραμμή πορεύτηκαν και οι Γιουγκοσλάβοι και οι Αλβανοί κομμουνιστές και η εξέλιξη εκεί ήταν διαφορετική.

Ο πόλεμος όπως σωστά έχει λεχθεί δεν είναι απλά η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα αλλά η σχεδόν νομοτελειακή  κατάληξη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των καπιταλιστικών αδιεξόδων, που μόνο η σοσιαλιστική  κοινωνική αλλαγή θα τον κάνει προϊστορία.  Όπως αναφέραμε στην αρχή,  το ζήτημα του πολέμου και της στάσης απέναντί του  έβαλε τουλάχιστον τρεις φορές μέσα σε δύο δεκαετίες,  τους κομμουνιστές εμπρός σε  ιστορικά διλήμματα και δοκίμασε τις αντοχές και τις ιδέες τους. Όπως πάντα συμβαίνει, στο βαθμό που το κομμουνιστικό κίνημα δρα ως αντιπολίτευση μέσα σε συνθήκες κυριαρχίας του καπιταλισμού – ιμπεριαλισμού, το ζήτημα του πολέμου συνδέεται με την στάση που πρέπει να κρατηθεί απέναντι στις  πρωτοβουλίες και τις πολιτικές των αστικών  τάξεων  και των κυβερνήσεων, είτε αυτές δρουν ως ιμπεριαλιστικές είτε βρίσκονται σε σχέσεις εξάρτησης με ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο προσδιορισμός του πολέμου ως επιθετικού ή αμυντικού,  η στάση απέναντι στις πολεμικές δαπάνες, στις διεθνείς συνθήκες, στους ιμπεριαλιστικούς  και τοπικούς αστικούς  ανταγωνισμούς   είναι ζητήματα  και ερωτήματα που πάντα θα ορθώνονται εμπρός στους κομμουνιστές. Δεν φτάνει σε αυτήν την περίπτωση η μελέτη της ιστορίας και της πείρας, πολύ περισσότερο δεν βοηθά  η  συνήθης τάση για  μεταφορά παλιών απαντήσεων στο σήμερα. Δυστυχώς  τα  προβλήματα δεν παρουσιάζονται ποτέ με τον ίδιο τρόπο και μέσα σε ίδιες συνθήκες. Μια ματιά να ρίξουμε γύρω μας σε θέσεις και απόψεις που κυκλοφορούν για  τους σημερινούς πολέμους που διεξάγονται στην γειτονιά μας ή άλλους που απειλούνται θα δούμε την πολυπλοκότητα αλλά και την κρισιμότητα του προβλήματος, θα παρατηρήσουμε πολλές  “ελαφρά  τη καρδία” απόψεις αλλά και άλλες  που είναι μισο-έτοιμες  να δεχθούν την αστική αρμοδιότητα και την επίσημη θεώρηση για όσα επικίνδυνα  κυοφορούνται. Ορισμένοι μάλιστα έχουν φτάσει να κατηγορούν την αστική τάξη ότι  δεν παίρνει πρωτοβουλίες επέκτασης της ελληνικής θαλάσσιας επικράτειας,  δεν μετατρέπει σε κλειστή ελληνική  θάλασσα το Αιγαίο και δεν ανοίγει τα πανιά της στην ανατολική Μεσόγειο, σύμφωνα λέει με το διεθνές δίκαιο!  Όλοι, άλλοι περισσότερο  και άλλοι λιγότερο  κάνουν πως δεν βλέπουν τον ιμπεριαλισμό να ετοιμάζεται για νέους πολέμους δια αντιπροσώπων, να υποκινεί αντιθέσεις και να δημιουργεί εστίες έντασης, να ξεκινά νέους γύρους πολεμικών εξοπλισμών, να πυκνώνει την στρατιωτική του παρουσία  στην περιοχή μας.  Το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα μπόρεσε να σταθεί  γενικά σωστά απέναντι στο ζήτημα του πολέμου πληρώνοντας απροσμέτρητο κόστος αλλά δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα τεράστιο κεφάλαιο ακτινοβολίας και επιρροής. Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να προσπαθήσουμε να φανούμε αντάξιοι αυτής της ιστορίας όχι  ψάχνοντας συνταγές και προσαρμόζοντας παλιές απαντήσεις στις νέες συνθήκες  αλλά μελετώντας  τα σημερινά  δύσκολα δεδομένα,  και προσπαθώντας να προετοιμαστούμε πολιτικά και οργανωτικά  για τα ερωτήματα που θα  μας τεθούν αργά ή γρήγορα.

Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης δεν αφορά μόνο το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της πολιτικής της αστικής τάξης που μπάζει την χώρα σε αυτόν. Αφορά την συνολική στάση μας απέναντι στην διαδρομή του κομμουνιστικού κινήματος του Εικοστού Αιώνα. Ένα  ζήτημα είναι η βαθιά και συστηματική μελέτη  της ιστορίας του  δίχως λογοκρισίες, απαγορευμένα πεδία έρευνας και κριτικής, η αξιοποίηση της πείρας.  Μαζί  βέβαια με την υπεράσπιση και την ανάδειξη  της τεράστιας προσφοράς του. Γιατί το κομμουνιστικό κίνημα υπήρξε ότι καλύτερο, ριζοσπαστικότερο και ελπιδοφόρο κατάφερε να γεννήσει η νεοελληνική κοινωνία από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Συγκέντρωσε και εκτίναξε τις πιο υγιείς κοινωνικές δυνάμεις, τις καθοδήγησε σε ένα πλειοψηφικό κίνημα για το ριζοσπαστικό επαναστατικό προχώρημα προς το μέλλον. Δημιούργησε τους ιδεολογικούς, ηθικούς και πολιτικούς όρους για εκφραστεί μαζικά και ηρωικά το πνεύμα της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης, της αυτοθυσίας, της υποταγής του ατομικού εγώ στο κοινωνικό εμείς. Ανάδειξε τους ταπεινούς ανθρώπους του μόχθου και της βιοπάλης σε πρωταγωνιστές, υποκίνησε ένα πρωτόγνωρο κίνημα πολιτιστικής και καλλιτεχνικής λαϊκής δημιουργίας, συσπείρωσε τον ανθό της ελληνικής διανόησης και τον προσανατόλισε να επιδιώκει να εκφράσει και να υπηρετεί την λαϊκή πλειοψηφία, συγκρούστηκε με τον σκοταδισμό, τον  εθνικισμό, την θρησκευτική καθυστέρηση και τις αντιδραστικές ατομικές και οικογενειακές,  φεουδαρχικές και αστικές σχέσεις. Το  άλλο ζήτημα όμως, είναι από που περιμένει κανείς  τις απαντήσεις για τα σημερινά  και αυριανά ερωτήματα, ανάγκες και απαιτήσεις που υπαγορεύει η ταξική πάλη και το κενό που έχει δημιουργηθεί και παραμένει, ύστερα  από την ήττα και την υποχώρηση του πρώτου  ιστορικού κύκλου, που όρισαν η  Οκτωβριανή  Επανάσταση και στην συνέχεια η Κινέζικη σοσιαλιστική  απόπειρα. Ως  κίνημα που έχει τις ρίζες του στο ανυπότακτο πνεύμα των Ελλήνων κομμουνιστών που δεν έσκυψαν το κεφάλι  και πάλεψαν  στις σύνθετες  συνθήκες της πολιτικής προσφυγιάς και στις εξορίες,  αλλά και ως οργάνωση που επιχειρεί εδώ και τέσσερις δεκαετίες να  χαράξει μια ανεξάρτητη πορεία σύνδεσης με την εργατική τάξη υπερασπιζόμενη την κομμουνιστική υπόθεση, δεν έχουμε καμιά ταλάντευση να διακηρύξουμε:

Οι απαντήσεις θα έρθουν από το μέλλον και από τα κάτω. Από τους νέους κομμουνιστές και τους αγώνες της σύγχρονης εργατικής τάξης.  Θα είναι ίδιες με τις παλιές απαντήσεις γιατί θα υπηρετούν τον προαιώνιο αίτημα  για μια κοινωνία ισότητας και ειρήνης, αλλά θα είναι εντελώς διαφορετικές γιατί θα δοθούν σε ένα καινούριο τοπίο  που διαμορφώνουν οι αλλαγές που συνεχίζουν να συντελούνται στην χώρα μας και στον κόσμο. Δεν θα είναι απαντήσεις μόνο για την αναγκαιότητα  ανατροπής του καπιταλισμού- ιμπεριαλισμού αλλά για την αποτροπή της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Θα είναι τμήμα μιας νέας διεθνούς εφόδου στον ουρανό, τα υλικά καύσιμα  της οποίας είναι άγνωστο για πόσο καιρό θα δημιουργούνται.

Στην εκδήλωση που οργάνωσε πριν δέκα χρόνια η οργάνωση Θεσσαλονίκης στην επέτειο των ενενήντα χρόνων από την ίδρυση του ΣΕΚΕ, η ομιλία έκλεινε με μια αναφορά στον Γιώργο Νικολαΐδη.  Ένα,  από  τα χιλιάδες όχι προβεβλημένα, σχεδόν ανώνυμα,  μεσαία στελέχη του ΚΚΕ του Μεσοπολέμου που πρωταγωνίστησαν στην οργάνωση της τάξης, πότισαν με τον καθημερινό μόχθο  τους  τις ρίζες  που άπλωσε το ΚΚΕ στον λαό  και πλήρωσαν με κακουχίες, διώξεις, βασανιστήρια, φυλακίσεις εξορίες, αρρώστιες  και πολλοί  εν τέλει με την ζωή τους  την απόφασή τους να στρατευτούν στην κομμουνιστική υπόθεση.   Η επιλογή  του προσώπου είχε γίνει σχεδόν  συμπτωματικά, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου   “Εξόριστοι στο Αιγαίο” του Μπερτλς.  Ο Αυστραλός δημοσιογράφος είχε επισκεφθεί  στα 1935-1936 την Ανάφη και την  Γαύδο και γνώρισε την ζωή των  εξόριστων  κομμουνιστών. Τον Γιώργο Νικολαΐδη τον βρήκε στην Ανάφη  και γράφει γι’ αυτόν με θαυμασμό, κατατάσσονταν  τον σε  μια κατηγορία αγωνιστών  της εργατικής τάξης, οι οποίοι εκείνους τους καιρούς, βαδίζοντας στην μεγάλη κοίτη του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος, αναδεικνύονταν σε ηγέτες -καθοδηγητές  των αγώνων και μπορούσε να τους συναντήσει κανείς  με διαφορετικά ονόματα και εθνικότητες   σχεδόν παντού στον καπιταλιστικό κόσμο.  Ψάχνοντας με αφορμή την σημερινή ομιλία, πληροφορίες και στοιχεία για τον εργατικό Πειραιά του Μεσοπολέμου, έπεσα πάλι πάνω στον Νικολαΐδη. Αυτήν την φορά  και στους συντρόφους του, με τους οποίους οδηγήθηκε  μαζί στην υπέρτατη θυσία. Πρόσφυγας από την Μικρά Ασία δούλεψε και οργανώθηκε συνδικαλιστικά για ένα διάστημα στην Γαλλία γύρισε και εγκαταστάθηκε στην Κοκκινιά. Οργάνωσε την Δημοκρατική Ένωση Προσφύγων  και αγωνίστηκε για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις προσφυγογειτονιές και την επιτυχία  των εργατολαϊκών διεκδικήσεων. Στο δικαστήριο με το ιδιώνυμο όταν ο δικαστής τον ρώτησε τι επιδιώκετε απάντησε αφοπλιστικά.  ‘απλούστατα κύριε πρόεδρε, αυτό το τραπέζι που είναι μπροστά σας να το γυρίσουμε ανάποδα.’. Όντας κρατούμενος στις φυλακές της Αίγινας κατεβαίνει υποψήφιος δήμαρχος εκ μέρους του  Ενιαίου Μετώπου Εργατών-Αγροτών και αρθρογραφεί στον Ριζοσπάστη για τα προβλήματα της προσφυγούπολης. Από τότε του μένει το παρατσούκλι Δήμαρχος.  Αργότερα περνάει από την Ανάφη όπου τον συνάντησε ο Μπερτλς και στην συνέχεια τον πηγαίνουν στην Ακροναυπλία. Από τις κακουχίες παθαίνει φυματίωση και τον στέλνουν στο σανατόριο-στρατόπεδο  της Πέτρας  Ολύμπου. Ήταν τόσο αδύναμος που δεν ακολουθεί όσους απέδρασαν και μένει πίσω μαζί με άλλους βαριά φυματικούς.   Στις 2  Μαρτίου 1943 ο Γερμανός  στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου απευθυνόμενος δια του κατοχικού τύπου στους κατοίκους  της Μακεδονίας τους κάνει γνωστό πως διέταξε την εκτέλεση 46 κομμουνιστών. Η εκτέλεση έγινε την προηγούμενη μέρα στις 1 Μαρτίου στην Μίκρα έξω από την Θεσσαλονίκη. Οι  18 ήταν εξόριστοι από την Ανάφη και 20 φυματικοί που τους είχαν πάρει από το στρατόπεδο Πέτρας – Ολύμπου, και τους είχαν  μεταφέρει  στου «Παύλου Μελά».  Ανάμεσα τους ο  Νικολαΐδης,  σαρανταπεντάρης περίπου,  ήταν και Αναφιώτης και φυματικός. Η εκτέλεση των  βαριά  φυματικών κομμουνιστών έγινε γνωστή και για ένα άλλο συγκλονιστικό στοιχείο. Σε όσους κατάγονταν από την Ανατολική Μακεδονία και την Θράκη, τους έγινε πρόταση  να πάρουν την βουλγάρικη υπηκοότητα και να γλιτώσουν. Όλοι τους αρνήθηκαν.  Το μαρτυρολόγιο του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος είναι γεμάτο από τέτοιες πράξεις αυτοθυσίας και  από στελέχη, μέλη και οπαδούς του ΚΚΕ που πρόσφεραν την ζωή τους για την  ελευθερία και τον σοσιαλισμό. Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στους 200  εκτελεσμένους της Καισαριανής, στους 106  εκτελεσμένους για το Κούρνοβο,  στο Νεζερό, στους παραπάνω από 200 στο Λαζαρέτο, στους εκτελεσμένους στον ίσκιο του Γεντί Κουλέ, στο Σταυράκι, στο Γουδί και αλλού.   Διαλέξαμε μια από τις λιγότερες γνωστές περιπτώσεις  για να τιμήσουμε -μέσω της αναφοράς σε αυτήν-  όλους τους σκοτωμένους και δολοφονημένους κομμουνιστές, στις φυλακές, στις εξορίες, στα εκτελεστικά αποσπάσματα, στα ανακριτικά γραφεία και  φυσικά στα πεδία των μαχών με τις Διεθνείς  Ταξιαρχίες στην Ισπανία και κυρίως με τον ΕΛΑΣ και τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας.    Δίπλα στον  λοιπόν Νικολαΐδη  στάθηκαν  κείνη την ημέρα:

-Ανδριώτης Κωνσταντίνος, 45 χρόνων, δάσκαλος, από τη Λήμνο. Αγωνιστής του ΕΑΜ και της Εθνικής Αντίστασης

-Αξαρλής Ανδρέας, 34 χρόνων, από την Καλλίπολη.

-Αστερίου Δημήτριος, 37 χρόνων, δημόσιος υπάλληλος, στέλεχος του ΚΚΕ, από τον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας

-Βέττας Γεώργιος, 53 χρόνων, από τη Στυλίδα

-Βουγιουκλίδης Παναγιώτης, 30 χρόνων, από την Ανδριανούπολη.

-Βούλγαρης Κώστας, 40 χρόνων, δάσκαλος, από τους Σοφιάδες Δομοκού, στέλεχος του ΚΚΕ, εξόριστος στη Φολέγανδρο, έγκλειστος στην Ακροναυπλία.

-Γούλιος Δημήτριος, 32 χρόνων, καπνεργάτης, από τη Χωριστή Δράμας.

-Δούμας Κωνσταντίνος, 41 χρόνων, από την Άγρα Ροδόπης, εξόριστος από το 1936 στον Άη-Στράτη.

-Ζώτος Δημήτριος, 32 χρόνων, από την Καβάλα, Γραμματέας της «Εργατικής Βοήθειας» Καβάλας.

-Κανάτος Γεώργιος, 30 χρόνων, ΕΛΑΣίτης, από τη Ραψάνη Λάρισας.

-Κατσίβελος Νικόλαος, 31 χρόνων, από τη Θάσο.

-Κολιός Ξενοφών, 30 χρόνων, από την Άνω Πέτρα Άρτας, κρατούμενος από το 1938 στην Ακροναυπλία.

-Κριτσάς Δημήτριος, 44 χρόνων, από το Μέτσοβο.

-Κουβελιώτης Παναγιώτης του Γεωργίου, 32 χρόνων, από τον Πήδασο Πύλου Μεσσηνίας, στέλεχος των σταφιδοπαραγωγών.

-Λαζανάς Αθανάσιος, 25 χρόνων, από το Σοφικό Κορινθίας, δικηγόρος, εξόριστος στον Άη-Στράτη

Μάλλιος Μιχάλης του Κωνσταντίνου, 37 χρόνων, από το Δοξάτο Δράμας, έγκλειστος στην Ακροναυπλία από τη δικτατορία Μεταξά που τον παρέδωσε στους Ναζί.

-Μιχελιδάκης Μιχαήλ, 28 χρόνων, από την Κρήτη.

-Μοσχονίδης Αριστοτέλης, 30 χρόνων, από το Λυγμό Μουδανιών.

-Νικολαίδης Γεώργιος του Σπύρου, 46 χρόνων, από τη Μικρά Ασία, κατοικούσε μόνιμα την Κοκκινιά, οικοδόμος, γραμματέας της «Δημοκρατικής Ένωσης Προσφύγων», υποψήφιος δήμαρχος Κοκκινιάς, έγκλειστος στην Ακροναυπλία.

-Οθωνέρος Ονούφριος, 40 χρόνων, από το Πανόραμα

-Πανταζίδης Δημήτρης, 29 χρόνων από τις Σέρρες

-Παπαγαβριήλ Λυσίμαχος, 38 χρόνων, από τη Βιτάστα (Κρηνίδα) Σερρών

-Παπαδιαμάντης Νικόλαος του Σταύρου, 33 χρόνων, φοιτητής Ιατρικής, από τη Ζίτσα Ιωαννίνων, στέλεχος της ΟΚΝΕ, εξόριστος στον Άη-Στράτη.

-Πάπογλου Χρήστος, 26 χρόνων, από τη Σινώπη, κάτοικος Πειραιά, μέλος του ΚΚΕ

-Πασχαλίδης Πασχάλης, 27 χρόνων, φοιτητής Ιατρικής, από την Αθήνα, στέλεχος της ΟΚΝΕ.

-Σαραντίδης Γεώργιος του Στέλιου, 28 χρόνων, μαθηματικός, από την Καλλιθέα Αθήνας. Η δικτατορία Μεταξά τον είχε κλείσει σε Άη-Στράτη και Ακροναυπλία για να τον παραδώσει στη συνέχεια στους Γερμανούς.

-Σπανός Ευάγγελος, 30 χρόνων, από τη Λάρισα

-Τάσιος Ζήσης του Γεωργίου, 32 χρόνων, από τις Σέρρες

-Ταταρίδης Ευάγγελος του Δημητρίου, 32 χρόνων, από τα Λάβαρα Έβρου, στέλεχος της ΟΚΝΕ, εξόριστος στην Ανάφη.

-Τιμογιαννάκης Μιλτιάδης, 42 χρόνων, από την Κοκκινιά.

-Τίτος Νικόλαος του Απόστολου, 30 χρόνων, ΕΛΑΣίτης από τη Ραψάνη Λάρισας

-Τόνος Αριστείδης, 48 χρόνων, από τη Μυτιλήνη.

-Τσατσαρής Σωτήρης του Θεοχάρη, 35 χρόνων, από τις Κρανιές.

-Τσιτράκος Γιάννης, από τις Σέρρες

-Τσίτσος Χαράλαμπος, 37 χρόνων, από τη Βουνοπλαγιά Ιωαννίνων.

-Φανούδης Βασίλειος, 45 χρόνων, από την Τένεδο.

-Χρήστου Στέργιος, 17 χρόνων, από την Αθήνα.

-Χρονόπουλος Νικόλαος, 33 χρόνων, από τη Λάβδα Γρεβενών, μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης, στέλεχος του ΚΚΕ, πολιτικός κρατούμενος από τη δικτατορία Μεταξά, επί 4 χρόνια στις φυλακές της Κέρκυρας

 

Αιώνια τιμή    σε όσους αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν  για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης και την  εθνική και κοινωνική λευτεριά του λαού μας μέσα από τις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος!

Να παλέψουμε για την αναγέννηση του κομμουνιστικού κινήματος 

Ο αγώνας για την επανάσταση και τον σοσιαλισμό συνεχίζεται!

Κατηγορίες

Αναζήτηση