Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, 120 χρόνια | Ένας «ποιητής από γεννησιμιού του»

lorca-Portrait-1932-granadaΟ Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα υπήρξε μεγάλη μορφή της παγκόσμιας θεατρικής σκηνής, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του ευρωπαϊκού πνεύματος κι ιδιαίτερα εκείνης της ισπανικής, της ανδαλουσιάνικης κοινωνικής πραγματικότητας στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Δολοφονήθηκε από τους φασίστες του Φράνκο την αυγή της 19ης Αυγούστου 1936 στον ελαιώνα του Βιθνάρ, λίγα χιλιόμετρα έξω από την πολυαγαπημένη του Γρανάδα. Γεννήθηκε στο Φουέντε Βακέρος, ένα χωριό στα περίχωρα της Γρανάδας στις 5 Ιουνίου 1898, πριν από 120 χρόνια. Η οικογένειά του μετακόμισε στη Γρανάδα για να έχουν τα παιδιά καλύτερες ευκαιρίες σπουδών. Εκεί ο Φεντερίκο μπόρεσε να ταυτιστεί τόσο με την ψυχή αυτής της πόλης, ώστε να γράψει αργότερα «Πιστεύω πως το γεγονός ότι κατάγομαι απ’ τη Γρανάδα, μου δίνει τη δυνατότητα να κατανοώ τον πόνο όλων των κατατρεγμένων –τσιγγάνων, νέγκρων, Εβραίων, Μαυριτανών– που όλοι οι κάτοικοι της Γρανάδας τούς κουβαλάμε κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο μέσα μας».

Πράγματι το έργο του δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από τον χώρο και τον χρόνο που τον ανέστησαν, πέρα από τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής, τις τοπικές ηθογραφικές ιδιαιτερότητες που τόσο τον συνεπήραν, τις φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες που σπάταλα του χάρισαν ψυχική ομορφιά, ρομαντική αίγλη και ιδιάζουσα ευαισθησία. Όλα χαρακτηριστικά στοιχεία του έργου του. Κάποτε παραδέχτηκε «Αν με το θέλημα του Θεού γίνω διάσημος, το μισό της φήμης μου θ’ ανήκει στη Γρανάδα που με διαμόρφωσε και μ’ έκανε αυτό που είμαι. Ένας ποιητής από γεννησημιού μου, ανήμπορος να το αποφύγω». Ποτέ του όμως δεν υπέταξε το έργο του, θεατρικό ή ποιητικό, στην ευκολία ενός φωτογραφικού παρατηρητή. Ανέσυρε από τα φαινόμενα της καθημερινότητας όλη την τραγική αίσθηση και τ’ αδιέξοδα της ζωής, την υπαρξιακή αγωνία και το δράμα που ξεπηδά μέσα από τη σύγκρουσή της με εκείνα τα κατεστημένα και καθιερωμένα μιας κοινωνίας που όχι μόνο φοβάται τα αναπεταρίσματα της ψυχής, στο σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα, αλλά ξέρει και να τα τιμωρεί και, το χειρότερο απ’ όλα, να νομίζει ότι έτσι αποκαταστάθηκε η τάξη της αρμόζουσας και παραδεκτής κοινωνικής συμπεριφοράς. Χρόνια κατεστημένης και ευλογημένης από τις ταξικές αντιθέσεις, τη μιζέρια του άγονου κόπου και της εκκλησίας τα στείρα ευχολόγια. Όλα δοσμένα μέσα σ’ έναν φαινομενικά απατηλά στενό τοπικό περίγυρο, που όμως δεν εμποδίζει τον Λόρκα να προβάλλει όλα τα φαινόμενα με μια ιδιόρρυθμη οικουμενικότητα, που κάνει το πάθος και τις υπερβάσεις της νύφης του Ματωμένου Γάμου, την μέχρι φόνου απελπισία της Γέρμα, τη νεανική λαχτάρα της γεροντοκόρης Δόνια Ροζίτα που μαραίνεται μέρα με τη μέρα, εποχή με την εποχή, υποθέσεις οικείες, δικές μας, που μας επιτρέπουν να οικειοποιηθούμε το λαϊκό λυρισμό του Λόρκα.

Ένστικτα κραυγαλέα, πάθη που απελευθερώνονται, ήρωες απλοί άνθρωποι δεμένοι με τη γη τους, γεμάτοι όνειρα, βάσανα, προλήψεις κι ανεκπλήρωτους πόθους και πάνω απ’ όλα ένας ποιητικός υπερβατικός έως και σουρεαλιστικός λυρισμός, που προσωποποιεί πάνω απ’ όλα αυτά ακόμη και το φεγγάρι, τον ήλιο, τα στοιχειά της φύσης, το θάνατο, τις μοίρες. Δεν τα κάνει ντεκόρ μιας θεατρικής σκηνής, μιας ποιητικής ρίμας, αλλά τους δίνει την υπόσταση και το λόγο συμμέτοχου των δρώμενων και των συναισθημάτων των ηρώων, την αναγκαιότητα ενός χορικού αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Είναι δύσκολο ν’ απαντηθεί αν ο Λόρκα είναι περισσότερο ποιητής ή δραματουργός. Στον υπερβατικό και συχνά συμβολικό λυρισμό των ποιημάτων του ελλοχεύει η δράση και τα δρώμενα του θεατρικού του πάλκου έχουν κινητήρια δύναμη «από την ύλη που είναι πλασμένα τα όνειρα». Γι” αυτό τα έργα του Λόρκα έχουν πανανθρώπινο χαρακτήρα.

Στην Ελλάδα τόσο το ποιητικό όσο και το θεατρικό έργο του Λόρκα αξιώθηκε μιας συνεχούς, θερμής και ενθουσιώδους υποδοχής. Έτυχε εξαίρετων μεταφραστών (Σεβαστίκογλου, Σημηριώτης, Γκάτσος, Κοτζιάς). Στις 8 Απριλίου 1948 το «Θέατρο Τέχνης» κι ο Κάρολος Κουν ανεβάζουν σε μετάφραση Ν. Γκάτσου τον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα. Στο ρόλο της νύφης η μοναδική Έλλη Λαμπέτη και τη μουσική επένδυση του έργου κάλυψε η ευαισθησία του ταλαντούχου Μάνου Χατζιδάκι. Το έργο παίχθηκε σε 67 συνεχόμενες θεατρικές παραστάσεις. Στις 21 Γενάρη 1955 ο Κουν ξανανεβάζει τον «Ματωμένο Γάμο» κι από τότε το έργο, όπως και τα περισσότερα έργα του Λόρκα, νικάν το χρόνο και αξιώνονται κάθε τόσο άξιες παρουσιάσεις, θαυμάσιες ερμηνείες και… ενθουσιώδεις θεατές.

Το 1991 παρευρεθήκαμε με τη γυναίκα μου σε εκδήλωση στο πατρικό σπίτι (τώρα μουσείο) του Λόρκα στο Φουέντε Βακέρος. Ανάμεσα στα εκθέματα φιγουράρει η ενδυμασία που φόραγε η Κατίνα Παξινού, όταν το 1962 ερμήνευσε σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή την Μπερνάντα Άλμπα στο Εθνικό Θέατρο. Υπήρχαν ακόμη πολλές αφίσες από παραστάσεις ελληνικών θιάσων που παρουσίασαν έργα του Λόρκα. Ακόμη, στην εκδήλωση ακούστηκαν από ισπανούς καλλιτέχνες μελοποιημένα από έλληνες μουσικοσυνθέτες τραγούδια με στίχους του Λόρκα. Εκεί είχα την τύχη να γνωρίσω και να συναναστραφώ την Ισαμπέλ Λόρκα, αδερφή του ποιητή. Μου δόθηκε έτσι η ευκαιρία να τη διαβεβαιώσω ότι το έργο του αδερφού της είναι το πιο αγαπητό και συχνοαναφερόμενο, με διάφορους τρόπους, στην Ελλάδα. Συγκινημένη με ευχαρίστησε και θεώρησε την παρατήρησή μου κάτι το πολύ ευγενικό. Την άλλη μέρα παρακολούθησε και συμμετείχε με ενθουσιασμό μικρού παιδιού σε παράστασή μου σε κεντρικό θέατρο της Γρανάδας.

Ο Λόρκα έφερε τη γνήσια ποίηση στο θέατρο, αν και τόσο πρόσκαιρος έκανε όνειρα τόσο αιώνια και γι” αυτό ήταν παντοδύναμος. Μπορεί οι βάρβαρες, απάνθρωπες και κτηνώδεις δυνάμεις του φασισμού να κόψανε το νήμα της ζωής του Λόρκα, δεν μπόρεσαν όμως να σταματήσουν το φεγγάρι που ο ίδιος υποδυόταν στις παραστάσεις του θιάσου του «Μπαράκα», την ισπανική λαϊκή ψυχή, τους ήρωές του κι όλους εμάς, δηλαδή, να τραγουδάμε στίχους του που τόσο του ταιριάζουν, με αισιοδοξία για τη ζωή και την πίστη ότι ο φασισμός δεν θα περάσει.

Θ’ αργήσει πολύ να γεννηθεί

 -Αν δύναται να γεννηθεί-

Ένας Ανταλουζιάνος τόσο διάφανος

Τόσο γεμάτος περιπέτεια.

Τραγουδώ την αρχοντιά του

Με λέξεις που κλαίνε

Κι ονειρεύομαι στο θλιμμένο άνεμο

Στις ελιές ανάμεσα…

Γιάννης Χατζής

ΥΓ.: Τα σπουδαιότερα έργα του Λόρκα (με βάση την ημερομηνία έκδοσής τους) είναι: «Τσιγγάνικο ρομάντζο (1928), «Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη» (1948), «Η προκομένη μπαλωματού» (1930), «Ο έρωτας του Περλιμπλίν με την Μπελίσσα μέσα στον κήπο τους» (1930), «Η άγαμη Δόνια Ροζίτα» (1935), «Ο ματωμένος γάμος» (1933), «Γέρμα» (1934), «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» (1936), «Πένθιμο τραγούδι για τον ταυρομάχο Ιγνάτιο Σάντσεθ Μεχίας» (1938) κ.ά. 

Κατηγορίες

Αναζήτηση