Το φιάσκο της Συνόδου του G7 και η πάλη για κυριαρχία

Σε φιάσκο κατέληξε η σύνοδος των «επτά πιο αναπτυγμένων χωρών του πλανήτη» (ΗΠΑ, Καναδάς, Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία και Ιαπωνία), του λεγόμενου G7, στο Σαρλεβουά του Καναδά. Αφού «μετά κόπων και βασάνων» κατέληξαν σε ένα κοινό ανακοινωθέν που έβριθε από γενικολογίες για να διασκεδαστούν οι βαθιές αντιθέσεις που είχαν έρθει στην επιφάνεια, το χτύπημα ήρθε από τον… αέρα. Ο Τραμπ απέσυρε την υπογραφή των ΗΠΑ εν πτήσει για Σιγκαπούρη, χαρακτηρίζοντας τον πρωθυπουργό του Καναδά Τζάστιν Τριντό «ανέντιμο και αδύναμο». Κι αυτό επειδή ο τελευταίος σε συνέντευξή του μετά τη λήξη της Συνόδου επαναλάμβανε αυτά που είχε δηλώσει πολλές φορές το τελευταίο διάστημα: χαρακτήρισε προσβλητικούς τους δασμούς που επιβάλλουν οι ΗΠΑ σε χώρες συμμάχους τους όπως ο Καναδάς, επικαλούμενοι λόγους εθνικής ασφάλειας!

Έτσι, η «απρόβλεπτη» κίνηση του Τραμπ θα έπρεπε να είναι η αναμενόμενη συνέχεια αυτών που διαμείβονται μεταξύ των δυτικών ιμπεριαλιστών τελευταία, ενώ η υπογραφή των ΗΠΑ, που μάλιστα προβλήθηκε ως «κανονικότητα», να είναι το μη αναμενόμενο και απρόβλεπτο… Εξηγούμαστε ευθύς αμέσως!

Η διοίκηση Τραμπ με την ανακοίνωση για επιβολή δασμών σε χάλυβα και αλουμίνιο είχε ταυτόχρονα δώσει και περίπου δίμηνη παράταση σε ΕΕ, Καναδά και Μεξικό, εξαιρώντας τους προσωρινά από αυτούς. Στο ενδιάμεσο διάστημα και ενώ η Κίνα μπήκε στη διαδικασία διαπραγμάτευσης, ευελπιστώντας πως μπορεί να αποφύγει το τείχος των δασμών με κάποιες υποχωρήσεις από το εμπορικό της πλεόνασμα έναντι των ΗΠΑ (που φτάνει στο ύψος των 375 δισ. δολαρίων), η ΕΕ όπως και ο Καναδάς απείχαν από οποιαδήποτε τέτοια διαδικασία, ζητώντας από τις ΗΠΑ να παρατείνουν και επ’ αόριστον την κατάσταση εξαίρεσής τους από τους δασμούς και «απειλώντας» με προσφυγή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Αυτή η στάση μάλλον θεωρήθηκε από τις ΗΠΑ πως οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν θέλουν να πάρουν το «μήνυμα» και γι” αυτό μία μέρα πριν από τη λήξη της δίμηνης εξαίρεσης ο Τραμπ ανακοίνωσε τον τερματισμό της και την επιβολή των ανακοινωμένων δασμών, κηρύσσοντας και επίσημα τον εμπορικό πόλεμο με τις εν λόγω -και όχι μόνο- χώρες. Μάλλον με τον ίδιο τρόπο («δεν έχουν πάρει το μήνυμα») αξιολογήθηκε και η συνέντευξη του Τριντό, που χαρακτηρίστηκε «πισώπλατη μαχαιριά».

Στις αρχές Ιουνίου, στη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών του G7, οι ΗΠΑ πήραν μια πρώτη αλλά έντονη γεύση των αντιδράσεων των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών, του Καναδά αλλά και της Ιαπωνίας, που είχε σαν αποτέλεσμα η επικείμενη σε μια εβδομάδα Σύνοδος Κορυφής του G7 να ονομάζεται G6 +1 και οι ΗΠΑ να εμφανίζονται –και να είναι εν πολλοίς- απομονωμένοι από τους υπόλοιπους δυτικούς συμμάχους.

Γι” αυτό και όλα τα δυτικά και όχι μόνο ΜΜΕ προεξοφλούσαν την αποτυχία της Συνόδου Κορυφής, καθώς όλα έδειχναν πως θα μετατρεπόταν σε πεδίο ανοιχτής πολιτικής σύγκρουσης. Κάτι που έγινε, αλλά διά της προβλεπόμενα… «απρόβλεπτης» οδού Τραμπ.

Να θυμίσουμε επίσης πως λίγο καιρό πριν οι ΗΠΑ είχαν βγει από την επονομαζόμενη «Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα», ενώ μέσα στην άνοιξη είχαν αποσύρει την υπογραφή τους και από τη Συμφωνία για τα Πυρηνικά του Ιράν, ανακοινώνοντας επαναφορά των κυρώσεων στο Ιράν αλλά και σε όσους συνεργάζονται μαζί του, δίνοντας και γι” αυτό μια προθεσμία 90 έως 180 ημερών στις επιχειρήσεις ώστε να προετοιμάσουν τη διακοπή των σχέσεών τους με το Ιράν. Ενώ με κάθε ευκαιρία έθεταν και μάλιστα επιτακτικά την ανάγκη «οι ευρωπαίοι σύμμαχοι» στο ΝΑΤΟ να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες και να μην περιμένουν μόνο από τις ΗΠΑ να ξοδεύουν για «τη δική τους (των ευρωπαίων) ασφάλεια».

Εμπορικός πόλεμος και ευρύτερες στοχεύσεις

Αυτό που οφείλουμε δηλαδή να έχουμε καθαρό, μιας και όλα τα γεγονότα συντείνουν σ’ αυτό, είναι πως ο εμπορικός πόλεμος που έχει ξεσπάσει δεν είναι παρά τμήμα του ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού για τη θέση και το ρόλο του κάθε ιμπεριαλιστή στα παγκόσμια πράγματα και σε μια –είναι αλήθεια!- πολύ ρευστή και γρήγορα εξελισσόμενη κατάσταση. Σε σημαντικό βαθμό μάλιστα η όξυνση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού είναι αποτέλεσμα της εναγώνιας προσπάθειας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αναντιστοιχίας μεταξύ του σκοπού της παγκόσμιας κυριαρχίας και των μέσων που διαθέτει γι” αυτό το σκοπό. Διότι είναι φανερό πως η διοίκηση Τραμπ, κάνοντας «απολογισμό» για λογαριασμό του αμερικανικού ιμπεριαλισμού τις δεκαετίες μετά τη νίκη της Δύσης στον Ψυχρό Πόλεμο, μάλλον βγάζει αρνητικό για την ίδια και τις επιδιώξεις της πρόσημο. Και κατά συνέπεια το ίδιο πρόσημο βγάζει και για τις προηγούμενες κυβερνήσεις, Δημοκρατικών ή Ρεπουμπλικάνων, χρεώνοντάς τους ατολμία και μη αποτελεσματικότητα.

Ο εμπορικός πόλεμος συνδέεται λοιπόν με τα προβλήματα και τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ στην προώθηση των γεωπολιτικών-γεωστρατηγικών τους στοχεύσεων.

Οι ΗΠΑ απαιτούν από τους δυτικούς συμμάχους τους «πιο δίκαιο εμπόριο» (!), απαιτούν δηλαδή να αναστραφεί η τάση των μεγάλων εμπορικών πλεονασμάτων που έχουν όλες τους στις διμερείς οικονομικές σχέσεις τους με τις ΗΠΑ. Εμπορικά πλεονάσματα που σε ένα βαθμό είναι αποτέλεσμα της «ανοχής» που επιδείκνυαν οι ΗΠΑ στους μεγαλύτερους δασμούς και φορολογήσεις που επέβαλλαν Ευρωπαίοι και Καναδάς στα αμερικάνικα προϊόντα, «ανοχή» που εξυπηρετούσε την πολιτική των συμμαχιών των ΗΠΑ και την «παροχή κινήτρων» για τη διαιώνιση αυτού που ονομάζεται δυτική συμμαχία.

Διαπιστώνει, λοιπόν, η διοίκηση Τραμπ πως για να μπορεί όχι απλά να συντηρεί αλλά για να στηρίζει (αν όχι να αναβαθμίσει) με έναν ουσιαστικό τρόπο το τεράστιο πολιτικοστρατιωτικό δίκτυο που δίνει στις ΗΠΑ την πρωτοκαθεδρία στα παγκόσμια πράγματα και το οποίο αποτελεί κρίσιμο εφαλτήριο για το στόχο της παγκόσμιας κυριαρχίας, απαιτείται είσοδος σημαντικών κεφαλαίων στη χώρα. Το ίδιο και σε συνάφεια με το πρώτο, διαπιστώνει πως αυτός ο στόχος δεν μπορεί να στηρίζεται παρά σε μια ακμάζουσα και ευημερούσα και όχι σε μια φθίνουσα οικονομική δύναμη, πράγμα που δεν συνάδει με τα εμπορικά ελλείμματα που εμφανίζει έναντι όλων των συμμάχων της.

Επιπλέον διαπιστώνει πως, παρά τα «σκόντα» που έκανε στο πεδίο των συναλλαγών με την ΕΕ, δυνάμεις στο εσωτερικό της ΕΕ (Γερμανία αλλά και Γαλλία) επιμένουν να αμφισβητούν την αμερικανική στρατηγική έναντι της Ρωσίας, να ζητούν μεγαλύτερο ρόλο και θέση στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας έως και να επιχειρούν μικρά βήματα στρατηγικής χειραφέτησής τους από τις ΗΠΑ. Οπότε αποφασίζει μέσω του εμπορικού πολέμου και συνδυάζοντάς τον με τις πιέσεις που ασκεί στο οικονομικό (ενεργειακό κλπ) και γεωστρατηγικό πεδίο (ΝΑΤΟ) και με σφήνες στο πολιτικό (δηλώσεις του νέου πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Γερμανία «οπωσδήποτε θέλω να ενισχύσω τους συντηρητικούς στην Ευρώπη») να ευθυγραμμίσει τους δυτικούς συμμάχους στις κάποιες σημαντικές επιδιώξεις των ΗΠΑ. Αυτό βέβαια μπορεί από ένα σημείο και πέρα να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ, ωθώντας δυνάμεις σε πιο στενές σχέσεις με τη Ρωσία, έστω και σαν αντίβαρο στην αμερικανική πίεση. Ωστόσο καλούνται να ζήσουν με τις αντιφάσεις που η πολιτική τους παράγει!

Οι αναγκαιότητες λοιπόν που περιγράφονται προηγούμενα έχουν κατακόρυφα αυξηθεί, κατ’ αρχάς από το γεγονός πως οι ΗΠΑ πρέπει να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τον στρατηγικό τους ανταγωνιστή, δηλαδή τη Ρωσία, που ανασυντάσσεται εσωτερικά, έχει κάποιες επιτυχίες στον περίγυρό της, σπάζοντας την αμερικανική περικύκλωση, αλλά και βάζει σφήνες στη δυτική συμμαχία. Όπως και την Κίνα, που ο περιορισμός της μέσω πιέσεων και εκβιασμών γίνεται όλο και πιο δύσκολος στο να συγκρατήσει μια πορεία μετατροπής της από ιμπεριαλιστική δύναμη περιφερειακή σε δύναμη παγκόσμια εμβέλειας.

Αντιδράσεις «συμμάχων»: διλήμματα, ανησυχίες και όρια

Από την πλευρά τους οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, όπως και ο Καναδάς, προσέφυγαν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, κίνηση με πολιτικό νόημα αλλά πάντως πολύ αδύναμη και με λίγη σημασία για τις ΗΠΑ. Η δεύτερη απειλή τους που μένει να γίνει πράξη, η ψήφιση αντιμέτρων με δασμολόγηση αμερικανικών προϊόντων, όπως το ουίσκι και οι μηχανές Χάρλεϊ Ντάβιντσον, ελάχιστη ζημιά κάνουν στις αμερικανικές εξαγωγές, πάντα σε σύγκριση με τους αμερικανικούς δασμούς και τις τάξεις μεγεθών που διακυβεύονται. Μάλιστα με αφορμή αυτά τα ενδεχόμενα αντίμετρα, ο Τραμπ απείλησε για επέκταση των δασμών στην αυτοκινητοβιομηχανία. Αν κάτι τέτοιο συμβεί, οι ζημιές των «συμμάχων» θα είναι πολύ μεγάλες. Ειδικά η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, που διεισδύει στις ΗΠΑ όχι μόνο απευθείας αλλά και μέσω Μεξικού, θα υποστεί σοκ, αν και θα διατηρήσει ένα κομμάτι της (αυτό που έχει τη βάση της μέσα στις ΗΠΑ) σχετικά προφυλαγμένο.

Γι” αυτό, ενώ ο γάλλος πρόεδρος ήταν αρκετά πιο αυστηρός προς τις ΗΠΑ, παρά το γεγονός της σύμπλευσής τους σε ορισμένα άλλα μέτωπα (Συρία), η γερμανική πλευρά (ο συνήθης ύποπτος) προσπαθεί να βρει τρόπους και δρόμους συμβιβασμού, έστω και αν χάσει κάποια παλιότερα πλεονεκτήματά της. Βέβαια στα προηγούμενα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς και το ισχυρό δίλημμα που έχει τεθεί στην ΕΕ με την επαναφορά των κυρώσεων στην Τεχεράνη και τις συνεργαζόμενες με αυτήν επιχειρήσεις και που έχει σαν αποτέλεσμα να παγώνουν ή να αναστέλλονται ήδη μια σειρά ευρωπαϊκές επενδύσεις στο Ιράν, δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο τη θέση των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών.

Γι” αυτό και οι δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις, είτε διαμέσου των αξιωματούχων τους είτε διαμέσου των οργάνων της ΕΕ (π.χ. τοποθέτηση Ντόναλντ Τουσκ), θέτουν προς τις ΗΠΑ το ερώτημα εάν αυτές επιμένουν στην ύπαρξη ή όχι της δυτικής συμμαχίας, ερώτημα σκληρό και δείγμα της εποχής στην οποία έχουμε εισέλθει. Ερώτημα σημαντικό ακόμα και αν γνωρίζουμε πως ούτε οι ΗΠΑ θα παραιτηθούν από την ηγεσία της Δύσης ούτε οι Ευρωπαίοι είναι σε θέση να τις αμφισβητήσουν. Από κει και πέρα, οι αναφορές τους στην παραπέρα προώθηση της «ενότητας» της ΕΕ στην πράξη δεν έχει να ξεπεράσει μόνο τις αμερικανικές πολιτικές διαίρεσης και κοντέματος της ΕΕ και τις ρωσικές σφήνες. Έχει πρώτα απ’ όλα να ξεπεράσει τις εγγενείς αδυναμίες του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και τις διαφορετικές έως και αποκλίνουσες μερικές φορές επιδιώξεις των πρωταγωνιστών της. Οπότε έχουμε δρόμο μέχρι τα λόγια να γίνουν πράξη.

Η «ξεχασμένη» πρόταση για τον Πούτιν

Μέσα σε όλα αυτά, κανείς δεν θυμάται προς το παρόν την πρόταση του Τραμπ, καθ” οδόν για τη Σύνοδο στον Καναδά, για επαναφορά της Ρωσίας στο G7. Πρόταση που αντιμετωπίστηκε έως και εχθρικά από τους Ευρωπαίους που καταλάβαιναν πως μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε πιθανά την ΕΕ ακόμα πιο βαθιά στις αμερικανορωσικές συμπληγάδες και ίσως να διευκόλυνε την άσκηση πιέσεων από την πλευρά των ΗΠΑ. Πρόταση που αντιμετωπίστηκε με σχεδόν ειρωνική διάθεση από τον Πούτιν, που δήλωσε πως «επικεντρώνεται σε πιο ενδιαφέρουσες συναντήσεις» (την ίδια στιγμή συνεδρίαζε στην Κίνα και με μεγάλη σχετικά σύμπνοια η «Οργάνωση για τη Συνεργασία της Σαγκάης»), προσθέτοντας δηκτικά πως «δεν ήταν η Ρωσία που επέλεξε να φύγει από το G7» και ότι «θα ήταν ευτυχής αν έβλεπε τις χώρες-μέλη του στη Μόσχα»! Θέτοντας εμμέσως πλην σαφώς πως η Ρωσία δεν είναι διατεθειμένη να εξανεμίσει τα κέρδη της από τις συμμαχίες που προσπαθεί να προωθήσει, για μια αβέβαιη και ανισότιμη συμμετοχή της στο G7.

Επίλογος

Παρακάμπτοντας αναγκαστικά μια σειρά επιμέρους αλλά αρκετά διαφωτιστικές πλευρές των εξελίξεων αυτών, θα θέλαμε να βγάλουμε το δυσοίωνο αλλά αναγκαίο συμπέρασμα: ο κόσμος που διαμορφώνει μέρα τη μέρα το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τις βαθιές αντιθέσεις που αναβλύζουν από το γερασμένο και σαπισμένο κορμί του, γίνεται ολοένα και πιο αφιλόξενος και επικίνδυνος για την εργατική τάξη και τους λαούς, γίνεται ολοένα και πιο καταστροφικός για την ίδια τη ζωή στον πλανήτη.

Αναζήτηση

Κατηγορίες