Το τέλος του «πόλεμου χαμηλής έντασης» στα φοιτητικά δικαιώματα και η νέα φάση που ανοίγει ο νέος Νόμος Γαβρόγλου

Τέλος στον «πόλεμο χαμηλής έντασης» απέναντι στα φοιτητικά και σπουδαστικά δικαιώματα βάζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ. Η προηγούμενη εποχή, με την επίθεση να περνάει κατά τόπους και κατακερματισμένα, αποφεύγοντας να δημιουργήσει κατά μέτωπο αντιπαράθεση με τους φοιτητές, έχει πια τελειώσει. Ο νέος νόμος Γαβρόγλου, πιστός στις κατευθύνσεις της Μπολόνια και του προηγούμενου νόμου πλαίσιο του 2007, εγκαινίασε μια νέα φάση επίθεσης, ταχύτερη και ευρύτερη. Συμπύκνωσε όσα συμφωνήθηκαν ανάμεσα στην κυβέρνηση, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ το Μάιο του 2017 για την αναπροσαρμογή συνολικά της εκπαίδευσης στις νέες συνθήκες της παραγωγής και της αγοράς εργασίας που διαμόρφωσε η αντιλαϊκή επίθεση στην Ελλάδα. Άνοιξε νέο γύρο επίθεσης, ο οποίος προκύπτει από τις κατεπείγουσες ανάγκες του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου για έλεγχο της ροής των εισακτέων και των αποφοίτων στην ανώτατη εκπαίδευση σε βάρος των παιδιών των λαϊκών στρωμάτων και τη διαμόρφωση νέας στρατιάς «ευέλικτου» και αναλώσιμου εργατικού δυναμικού.

Ο δρόμος άνοιξε πατώντας πάνω στη χρόνια αποδιοργάνωση του φοιτητικού κινήματος, αλλά και τη συνολική υποχώρηση του εργατικού-λαϊκού κινήματος στη χώρα. Η διαμόρφωση μιας παιδείας «για λίγους κι εκλεκτούς» προχωράει στηριγμένη στο πλαίσιο του νόμου Γαβρόγλου μέσα από την αναμόρφωση του χάρτη των πανεπιστημίων, τον οικονομικό στραγγαλισμό των σχολών ως μοχλό πίεσης για την εφαρμογή των μέτρων, την ένταση των ταξικών φραγμών στις σπουδές και τη διάλυση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων.

Ενδεικτικά στοιχεία για τις μέχρι τώρα «παρενέργειες» της ψήφισης του νέου νόμου ήταν το «δοκιμαστικό πάγωμα» της διανομής συγγραμμάτων, το λουκέτο στις λέσχες σίτισης των φοιτητικών εστιών, η μείωση των δικαιούχων για το στεγαστικό επίδομα, η κατάργηση της φοιτητικής ασφάλισης, οι επιθετικές κινήσεις της πρυτανείας του ΑΠΘ ενάντια στο Άσυλο και η επαναφορά της συζήτησης για τα δίδακτρα. Το βέβαιο είναι ότι πρόκειται να ακολουθήσουν ακόμη πιο εμπρηστικές κινήσεις από πλευράς συστήματος.

Για το πρώτο εξάμηνο του 2018 σχεδιάζεται καταιγίδα μέτρων για την εκπαίδευση με τη μορφή αυτόνομων σχεδίων, πολυνομοσχεδίων και τροπολογιών που θα πατούν ή θα συμπληρώνουν το υπάρχον πλαίσιο. Μία πρώτη γεύση για το τι ακολουθεί αποκαλύφθηκε από το περιεχόμενο της απόφασης της Συνόδου των Πρυτάνεων (16-12-17) που περιλάμβανε: α) τη δημιουργία Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής ως το πρώτο κρίσιμο βήμα στο σχέδιο των συγχωνεύσεων, β) τη θέσπιση των κριτηρίων για τις επερχόμενες αξιολογήσεις/συγχωνεύσεις των σχολών, γ) το χτύπημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών α’ βαθμίδας, δ) την παγίωση του πιστοποιητικού παιδαγωγικής επάρκειας στο εσωτερικό των σχολών, ε) το χτύπημα της σίτισης/στέγασης των φοιτητών, όπου «η σύνοδος ζητά την αναπροσαρμογή της τιμής του σιτηρεσίου από 1.80 ευρώ σε ρεαλιστικά επίπεδα που να ανταποκρίνονται στις τιμές του σήμερα»!

Πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού αναδεικνύουν ότι το πρώτο και κρισιμότερο ζήτημα που πρόκειται να τεθεί σε αυτή τη φάση είναι η δημιουργία των διετών Προγραμμάτων Σπουδών (των 120 ECTS) τα οποία θα ονομαστούν «Κέντρα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης» (Κ.Ε.Ε.) και θα αντιστοιχούν σε πιστοποιητικό τύπου ΙΕΚ. Τα διετή προγράμματα θα περιλαμβάνονται στις διατάξεις του Σχεδίου Νόμου για το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής το οποίο αποτελεί τον Δούρειο Ίππο για την εξπρές κατάθεσή τους στη Βουλή ακόμη και μέσα στον Ιανουάριο του 2018. Όπως δημοσιεύθηκε, το Σχέδιο Νόμου πρόκειται να προσθέσει στο νόμο Γαβρόγλου μια νέα διάταξη (την 46Α) που θα αφορά την ίδρυση και λειτουργία ενός Κ.Ε.Ε. σε κάθε ΑΕΙ, γεγονός πρωτόγνωρο για τα ελληνικά πανεπιστήμια. Δεν πρόκειται απλά για τη διόγκωση της μεταλυκειακής σούπας (τύπου ΙΕΚ), που έχει στόχο να απορροφήσει την πίεση χιλιάδων νέων για την είσοδο στην τριτοβάθμια. Συνδέεται άρρηκτα με την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας στην παραγωγή και τη μετατροπή άλλων τόσων σε θέσεις «μερικής απασχόλησης» που επιτάσσουν την πολυδιάσπαση του πτυχίου και τη συνολική αντικατάστασή του από «πιστοποιητικά προσόντων». Κοντά σε αυτά και τα νέα «πιστοποιητικά διδακτικής επάρκειας».

Πρόκειται για χτυπήματα ζωτικής σημασίας όχι μόνο για τη σπουδάζουσα νεολαία, αλλά και για τους σημερινούς εργαζόμενους των αντίστοιχων εργασιακών κλάδων, όπως αποδεικνύει η «επανακατάρτιση» των εκπαιδευτικών που ξεκλειδώθηκε από το μέτρο της διδακτικής επάρκειας. Τα «μισά πτυχία» που θα αντιστοιχούν σε «μισούς φοιτητές» οι οποίοι προορίζονται στην καλύτερη περίπτωση για «μισή εργασία» πρέπει να βρουν απέναντί τους το φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα μιας νεολαίας που δεν μπορεί να χωρέσει σε «μισή ζωή».

Ως το καλοκαίρι του 2018 φαίνεται πως επίκεινται και οι δραστικές συγχωνεύσεις των ΤΕΙ με Πανεπιστήμια (μετά τη Δυτική Αττική ακολουθούν Ιόνιο, Θεσσαλία, Ήπειρος, Θράκη και Πελοπόννησος) που φιλοδοξούν να πετάξουν χιλιάδες φοιτητές έξω από την τριτοβάθμια, να χτυπήσουν τα επαγγελματικά δικαιώματα των συγχωνευμένων σχολών και να οδηγήσουν σε νέους μειωμένους αριθμούς εισακτέων. Από κοντά και οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την αξιολόγηση, που θα αναβαθμίζουν το ρόλο της ΑΔΙΠ (Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας) σε ακόμα πιο καθοριστικό για το μέλλον κάθε σχολής.

Επιπλέον, η αλλαγή του τρόπου εισαγωγής στο πανεπιστήμιο και το Σχέδιο Νόμου για το «Νέο Λύκειο» που πρόκειται να κατατεθεί τέλος Ιανουαρίου είναι κρίσιμος κρίκος στη διαμόρφωση μιας παιδείας για «λίγους κι εκλεκτούς». Η μετατροπή της Γ’ Λυκείου σε προπαρασκευαστικό έτος λαιμητόμο, με πανελλαδικές εξετάσεις (πλέον ονομαζόμενες «Κεντρικά Οργανωμένες Εξετάσεις») δύο φορές το χρόνο, μπορεί να αποτελέσει αρμό σύνδεσης φοιτητών-μαθητών ενάντια στις κινήσεις της κυβέρνησης και τον ίδιο το νόμο Γαβρόγλου.

Η ένταση της επιθετικότητας του συστήματος απέναντι στα φοιτητικά δικαιώματα εισήγαγε το φοιτητικό σώμα σε κατάσταση αναβρασμού που είχε χρόνια να φανερωθεί. Αυτή αποτυπώθηκε στην προσπάθεια των φοιτητών να αναζητήσουν τις γενικές τους συνελεύσεις και να κινητοποιηθούν σε ορισμένους συλλόγους τους προηγούμενους μήνες. Ωστόσο, η κατάσταση παραμένει αντιφατική και εύθραυστη, χωρίς να λείπουν τα πισωγυρίσματα, η κυριαρχία αντιδραστικών απόψεων του τύπου «έξω η πολιτική», «έξω οι παρατάξεις» από τους συλλόγους, η αδυναμία σύνδεσης του ειδικού προβλήματος με την ανάγκη ανατροπής του ψηφισμένου νόμου και η αδυναμία ανάγνωσης των συνολικότερων επιδιώξεων του συστήματος.

Η χρόνια αποδιοργάνωση του φοιτητικού κινήματος και το πολιτικό κενό που δημιούργησε η ολοένα μεγαλύτερη απομάκρυνση των κυρίαρχων δυνάμεων της ρεφορμιστικής Αριστεράς ΚΝΕ και ΕΑΑΚ από τον πυρήνα της αγωνίας και των αναγκών των φτωχών φοιτητών (αταξικές και οικονομίστικες αναλύσεις για τους στόχους της επίθεσης, επιστημονισμός που επικροτεί πλευρές της επίθεσης, ακτιβισμός που εκτονώνει και απογοητεύει πολύ γρήγορα) συνεχίζει να βάζει εμπόδια στην ανασυγκρότηση του φοιτητικού κινήματος απέναντι στην επίθεση που δέχεται. Η κάλυψη αυτού του πολιτικού κενού, η στροφή στη ριζοσπαστικοποίηση και την αποφασιστική οργάνωση εστιών αντίστασης και διεκδίκησης των φοιτητικών δικαιωμάτων, η σύνδεση των χτυπημάτων και η ολόπλευρη πάλη για την ανατροπή των ψηφισμένων νόμων (Γαβρόγλου και νόμου πλαίσιο) δεν είναι μία αυτόματη ή εύκολη υπόθεση. Απαιτεί βαθύτερη και πιο αποφασιστική συγκρότηση κατ’ αρχάς των πολιτικών δυνάμεων που επιδιώκουν να θέσουν κάτι τέτοιο μέσα στους συλλόγους. Η νέα φάση που ανοίχθηκε στα πανεπιστήμια εγκυμονεί δυσκολίες, αλλά κουβαλάει και νέες δυνατότητες που μπορούν και πρέπει να αξιοποιηθούν.

Αναζήτηση

Κατηγορίες