Το πρόγραμμα- «γέφυρα» και τα γεφυρωμένα… αγεφύρωτα

Του Δημήτρη Μάνου

Έχει γίνει κατάχρηση του ουσιαστικού τις τελευταίες μέρες. Γεφύρια κόβονται ανεπιστρεπτί στο πέρασμα της κυβέρνησης και γιοφύρια αναζητούνται. Τι συμβαίνει ακριβώς και τι μπορούμε να περιμένουμε ως χώρα και λαός στις 16 του Φλεβάρη όπου θα αποφασιστεί(;) σε τι πρόγραμμα τελικά θα μπούμε;

Προς επίρρωσιν
Οι αναγνώστες της ΠΣ έχουν επανειλημμένα διαβάσει για τους γενικούς όρους της υποτιθέμενης –μέχρι ποιου όμως σημείου;- διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην προηγούμενη κυβέρνηση και τους δανειστές-ιμπεριαλιστές. Δεν βλάπτει να επαναλάβουμε κάποια σημεία:
1.Η πραγματική σύγκρουση –άρα και η ουσιαστική διαπραγμάτευση  μέσω της σύγκρουσης αφού η διαπραγμάτευση  προσπαθεί να διευθετήσει την πραγματική σύγκρουση- είναι ανάμεσα σε ΗΠΑ και Γερμανία. Για τη συμμετοχή στις ευθύνες του παγκόσμιου χρέους, για τον πόλεμο κεφαλαίων και την ενδυνάμωση της μιας ή της άλλης μεριάς στον νομισματικό πόλεμο κλπ.
2.Κομμάτι αυτής της πραγματικής σύγκρουσης διεξάγεται και εντός της ευρωζώνης ανάμεσα στη Γερμανία που χρησιμοποιεί την δημοσιονομική και κατ’ επέκταση νομισματική πολιτική ως εργαλείο κυριαρχίας απέναντι σε όλους τους υπόλοιπους. Από τους «υπόλοιπους» βέβαια ξεχωρίζει η Γαλλία και η Ιταλία. Χώρες με πυρηνική στρατιωτική υποδομή (αλλά και βιομηχανική) η πρώτη και βιομηχανική η δεύτερη. Επίσης η Γερμανία θέλει να διαφυλάξει τον νομισματικό χώρο του ευρώ που αποτελεί γι αυτή ταυτόχρονα και χώρο γεωπολιτικής «ανάπτυξης» στο βαθμό που υστερεί των άλλων δύο (και φυσικά έναντι Βρετανίας και ΗΠΑ) στο επίπεδο της στρατιωτικής, δηλαδή ουσιαστικής από την ιμπεριαλιστική σκοπιά, γεωπολιτικής δύναμης.
3. Η Ελλάδα από τη θέση της πρέπει να βρίσκεται σε ένα «πρόγραμμα» τόσο δημοσιονομικής πειθαρχίας όσο και γενικότερα ελέγχου του μεγάλου δημόσιου χρέους της. Αυτό το πλαίσιο που ορίζουν οι ιμπεριαλιστές δεν αμφισβητείται από καμία κυβερνητική πολιτική δύναμη του εσωτερικού, πρώην, νυν και… επόμενη.

Τι ζητάει σήμερα η Ελληνική κυβέρνηση
Αφού επαναδιατυπώσαμε τα σταθερά τρία σημεία της προσέγγισης μας μπορούμε να δούμε πιο συγκεκριμένα τι προτείνει η ελληνική κυβέρνηση.
Η ελληνική κυβέρνηση, αφού με δύο εντυπωσιακές κυβιστήσεις πέρασε… πάνω από τη γραμμή της μονομερούς καταγγελίας των μνημονίων (προ εκλογών) και τη γραμμή της διαγραφής του επαχθούς χρέους (μετά τις εκλογές), καθόρισε ως γραμμή άμυνας την πρόταση που υποστήριξε στο τελευταίο Eurogroup. Σε τι συνίσταται αυτή; Ακολουθώντας το πρακτικό πνεύμα των αγγλοσαξόνων, σύμφωνα με την Τράπεζα Barclays, η πρόταση βλέπουμε ότι περιλαμβάνει δύο μέρη, το άμεσο και το μακροπρόθεσμο.
Στο πρώτο ανήκει το αίτημα να υπάρξει μία εξάμηνη παράταση της υφιστάμενης χρηματοδότησης με την καταβολή των 1,9 δις ευρώ από τις επιστροφές κερδών της πώλησης ελληνικών ομολόγων (αυτές οι θυσίες των Ευρωπαίων συμμάχων!), ίσως ενός μέρους των 7,4 δις του υφιστάμενου προγράμματος που γενικά όμως απορρίπτεται, αφού έχει ως προαπαιτούμενο την αξιολόγηση από την τρόικα, κάποια ελαστικότητα στη χρήση των 11,4 δις του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (πιο συντηρητικά σε σχέση με αυτό που ζητούσαν οι «προηγούμενοι») και το σπουδαιότερο τη δυνατότητα να μπορεί το ελληνικό δημόσιο να αντλεί χρηματοδότηση μέσω της έγκρισης της ΕΚΤ μέσω των ελληνικών τραπεζών για τα έντοκα γραμμάτια που δημοπρατεί και εξαργυρώνει. Συγκεκριμένα, να μετακινηθεί το όριο από τα εννέα στα δεκαπέντε δις.  Η αναβολή θα έχει εξάμηνη διάρκεια (μέχρι τον Αύγουστο).
Όλη βέβαια αυτή η φασαρία και η αναβολή έχει ως στόχο την μακροπρόθεσμη ή καλύτερα την μεσοπρόθεσμη περίοδο («το δικό μας μεσοπρόθεσμο», λένε οι «καινούργιοι») όπου κατά βάση προτείνεται η επιμήκυνση του χρέους στο διηνεκές και η ανταλλαγή κομματιών του με ομόλογα που θα περιέχουν «ρήτρες ανάπτυξης», δηλαδή οι Ευρωπαίοι θα παραιτηθούν από τις απαιτήσεις καταβολής του κεφαλαίου και θα εισπράττουν τις δόσεις των τόκων ανάλογα με τις δυνατότητες ανάπτυξης του ΑΕΠ. Θα υποστηρίζονται αυτές οι πληρωμές από πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων χρέους με ομόλογα swaps. Πρακτική διόλου ξένη στις διευθετήσεις των ευρωπαϊκών δημόσιων χρεών και ειδικά του ελληνικού, όπως θυμόμαστε από την εποχή της εισόδου στην νομισματική ένωση.
Στα πλαίσια αυτά ζητήθηκε η συμβολή του ίδιου οίκου που είχε αναλάβει το γνωστό ελληνικό PSI, η γαλλική επενδυτική τράπεζα Lazard, η οποία για ευνόητους λόγους έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές των «κινήσεων» της ελληνικής κυβέρνησης.
Στο βωμό της νέας προτεινόμενης επιμήκυνσης του χρέους θυσιάστηκε και η θέση για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αφού η νέα κυβέρνηση υπόσχεται πως θα καταθέτει πρωτογενή πλεονάσματα πλην όμως στο ήμισυ αυτών που το συμφωνηθέν πρόγραμμα των σαμαροβενιζελικών είχε αποδεχτεί.

Η τρομοκρατική οργάνωση… ELA
Εννοείται στον αντίποδα των προτάσεων αυτών το Eurogroup –υπό τη γερμανική πίεση (ο Σόιμπλε αποχώρησε πριν βγει ανακοινωθέν)-δεν κάνει πίσω ως προς τα άμεσα, δηλαδή θεωρεί ότι πρέπει να συνεχιστεί το υφιστάμενο πρόγραμμα,να γίνει η αξιολόγηση και μέσα σε αυτό τον καμβά να περιοριστούν οι «ανθρωπιστικές» παρεμβάσεις της κυβέρνησης Σύριζα-ΑΝΕΛ. Στο τέλος αυτής της παράτασης και εφόσον έχουν εφαρμοστεί τα συμφωνηθέντα (δηλαδή στις αρχές του 2016), οι Ευρωπαίοι «σύμμαχοι» θα μπορούσαν να δουν ποιες διευθετήσεις θα υπήρχε δυνατότητα να ισχύσουν.
Σε αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται και η απόφαση να μην δέχεται η ΕΚΤ τα ελληνικά ομόλογα (από τα οποία σε προηγούμενη φάση είχε αντλήσει κέρδη). Πρόκειται για πολιτική χρηματοπιστωτικής ασφυξίας που όμως για να διασώσει τις τράπεζες και να προλάβει τον… κανονικό πνιγμό ενός «ατυχήματος» δίνει τη δυνατότητα να δανείζονται από τον ΕLA (τον μηχανισμό έκτακτης ενίσχυσης) με επιτόκια υπερδιπλάσια αυτών που δανείζεται σήμερα η χώρα μέσω του ευρωπαϊκού προγράμματος. Να σημειωθεί πως αυτό αφορά τις τράπεζες και όχι το δημόσιο το οποίο συνεχίζει να αντλεί χρηματοδότηση μέσω την έντοκων γραμματίων απευθείας στις αγορές μέσω όμως των ελληνικών τραπεζών φυσικά. Σε πρόσφατη προσπάθεια πληρωμής τετράμηνων εντόκων γραμματίων το ελληνικό δημόσιο τσουρουφλίστηκε αρκετά από τα επιτόκια με τα οποία έπρεπε να πληρώσει τα γραμμάτια που έληγαν.
Αυτή φυσικά είναι η πολιτική πίεσης των ιμπεριαλιστών που έχει σήμερα προσαρμοστεί στα πραγματικά μεγέθη και δεν κάνει χρήση της εξόδου από την ευρωζώνη, καθώς όλοι μα όλοι συμφωνούν ότι κανείς δεν την θέλει.

Η δική μας… αξιολόγηση
Θα παρακαλούσαμε τους αναγνώστες να πάρουν μολύβι και χαρτί γιατί τα νούμερα στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν σημασία.
Σύμφωνα με οικονομικό αναλυτή της Ναυτεμπορικής (12/02/15), η πρόταση του Βαρουφάκη μεταθέτει την πληρωμή το 2026 των δανείων του EFSF (του έκτακτου μηχανισμού στήριξης) από τα 26 έτη στα 85 χρόνια αφού διπλασιάζει τον ήδη δοσμένο χρόνο χάριτος (μέχρι το 2023 υπάρχει πάγωμα πληρωμής των δανείων και αυτό υποτίθεται πως αποτελεί την μέγιστη ένδειξη κοινοτικής αλληλεγγύης) με μέση διάρκεια 52 περίπου χρόνων και μέσο επιτόκιο στο μισό από το σημερινό συμφωνηθέν επίπεδο. Για δε τα δάνεια των ομολόγων που διακρατεί η ΕΚΤ προτείνεται και εκεί η πληρωμή των τόκων στο διηνεκές με επιτόκιο κάτω της μονάδας.
Ο αναλυτής βγάζει ως συμπέρασμα ότι μπορεί να μειώνονται οι δανειακές υποχρεώσεις της χώρας κατά 53,1 δις με βάση τις τρέχουσες τιμές αλλά αυτός ο… εξακοντισμός των δόσεων στο διηνεκές δίνει μια μείωση του χρέους μόλις στο 17% (κοινώς θα τους πληρώνουμε μια ζωή όπως έχει συμβεί και με τα παλιότερα δάνεια της χώρας).
Γιατί λοιπόν τόση φασαρία αφού ακόμα και η πρόταση της προηγούμενης κυβέρνησης (πριν το πατατράκ των δύο Παρισίων) κινούνταν και εκείνη στη λογική μιας χρηματοδότησης-γέφυρας (έτσι ακριβώς γραφόταν τότε στον οικονομικό τύπο) με μια Γερμανία που έδειχνε να «κλείνει το μάτι»; Ακριβώς πριν ένα χρόνο ο Στουρνάρας είχε άσχημα κατσαδιαστεί από τον Σόιμπλε όταν είχε μιλήσει για «πρόγραμμα βοήθειας»…
Θέλω με δυο λόγια να πω ότι αυτή η… γεφυροποίηση των αντιφάσεων ενός προγράμματος που κυριολεκτικά έχωνε τα καινούργια χρέη κάτω από το χαλί των παλαιών χρεών (το 2022 μόνο οι αναβαλλόμενοι της «περιόδου χάριτος» τόκοι θα έφταναν τα  24,5 δις ευρώ και καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να τους «καταφέρει») με τρόπο που καθιστούσε μη διαχειρίσιμο το δυσθεώρητο πια ελληνικό χρέος, δεν ήταν έξω από την λογική του «συστήματος».
Πολύ περισσότερο που η διαφορά της εξαρτημένης ελληνικής οικονομίας σε σχέση με την ιρλανδέζικη ή την πορτογαλική (πολύ περισσότερο την ισπανική) είχε ως αποτέλεσμα την καταβύθιση της παραγωγικής –ισχνότατης άλλωστε- παραγωγικής βάσης της χώρας. Καρφάκι βέβαια δεν καίγεται-θα έλεγε κανείς- στους ιμπεριαλιστές για αυτή την κοινωνικοοικονομική ερημοποίηση, όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Όπως είπε ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Μακροοικονομίας και Οικονομικών Μελετών ΙΜΚ, Γκούσταβ Χορν, σε συνέντευξή του προς τη Γερμανική Ραδιοφωνία DLF: «Εάν ένα χρέος είναι βιώσιμο ή όχι, εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τους ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και το ύψος των επιτοκίων. Στην Ελλάδα λοιπόν διαπιστώνουμε ότι η χώρα καταβάλει πολύ χαμηλά επιτόκια, ότι χωρίς την αποπληρωμή των τόκων υπάρχει μάλιστα πλεόνασμα στον προϋπολογισμό και πως χρειάζεται μικρούς ρυθμούς ανάπτυξης για να αρχίσει να μειώνεται το επίπεδο του χρέους. Λέμε λοιπόν (σσ. το ΙΜΚ) ότι αυτό είναι εφικτό και πως πρόκειται μάλιστα για καλύτερη λύση σε σχέση με το κούρεμα το οποίο καταρχήν θα στοιχίσει χρήματα στους φορολογούμενους στην Ευρώπη και κατά δεύτερον θα προκαλέσει ανασφάλεια στις αγορές. Τρίτον, δεν αποκλείεται η Ελλάδα να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και για άλλες χώρες της κρίσης». Και συνεχίζει «Η ελληνική κυβέρνηση λοιπόν θα πρέπει να αυξήσει τις επενδύσεις και να ενισχύσει την εσωτερική ζήτηση. Όταν λοιπόν θέλεις να αποφύγεις ένα κούρεμα, το οποίο καταλαβαίνω από γερμανική σκοπιά, τότε πρέπει να υπάρξει αλλαγή πολιτικής. Η Γερμανία θα πρέπει να την επιτρέψει την αλλαγή αυτή».

Eρωτήματα αντί απαντήσεων
Αν προφανώς, λοιπόν, είναι μέσα στη λογική του συστήματος η διαχείριση αυτής της παραδειγματικής (για τις άλλες χώρες και τους λαούς και χωρίς την παρουσία μεγάλων λαϊκών ξεσπασμάτων που θα άλλαζαν την «ατζέντα») κατάστασης του ελληνικού δημόσιου χρέους, δηλαδή της συντεταγμένης εξαθλίωσης και εσωτερικής υποτίμησης, το ερώτημα είναι γιατί δεν προκρίθηκε μια διαφορετική διαχείριση μέχρι τώρα; Αφού διαπιστώνονταν τα αδιέξοδα. Και με τις «κανονικές» συστημικές δυνάμεις φυσικά που ως πολιτικό προσωπικό και σχηματισμοί αφέθηκαν να καούν. Οι απαντήσεις βρίσκονται μέσα στην ίδια την ερώτηση αλλά και στα τρία στοιχεία που θέσαμε εξαρχής του άρθρου. Απουσία του κινδύνου ενός ανεξέλεγκτου λαϊκού ξεσηκωμού και κυριαρχία των αναγκών και προτεραιοτήτων του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Οι απαντήσεις είναι δηλαδή και εδώ πρωτίστως πολιτικού χαρακτήρα αν και πρόκειται για υπαρκτά οικονομικά μεγέθη.
Βέβαια η κυβέρνηση Σύριζα-ΑΝΕΛ έχει κάποια πλεονεκτήματα σε σχέση με τους προηγούμενους: Καταρχήν προσφέρουν «προίκα» μια μεγαλύτερη συναίνεση και εκμηδενισμό της αριστερής αντιπολίτευσης, έχουν λιγότερες δεσμεύσεις στο να εφαρμόσουν πολιτικές άντλησης φοροδοτικής ικανότητας στον ευρύτερο περίγυρο της αστικής τάξης (αυτοί που, όπως ο Ομπάμα, δίνουν όρκους για τη μεσαία τάξη) ή να γεφυρώσουν (νάτα πάλι τα γεφύρια!) δεσμούς που είχαν «ταλαιπωρηθεί» (βλέπε φαρμακοβιομήχανοι). Θα αρκέσουν όλα αυτά για να αναζητηθεί ένας συμβιβασμός που «θα σώζει τα φαινόμενα»; Πολύ πιθανόν. Κάτι τέτοιο έχει τόση σχέση με τις «ρωγμές» και την «εκμετάλλευση αντιθέσεων» όσο η νύχτα με τη μέρα.
Ένα είναι σίγουρο. Από τη μεριά των ιμπεριαλιστών θα επιχειρηθούν τα μέγιστα, ώστε ο κλοιός να είναι όσο το δυνατό πιο σφιχτός για τα λαϊκά δικαιώματα και τις κατακτήσεις. Γιατί δεν είναι μόνο η διαχείριση της ήδη υπάρχουσας εξαθλίωσης. Η τυφλή υποταγή-επίκληση όλων στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων, δηλαδή αντιμεταρρυθμίσεων, από τη… νέα εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ σηματοδοτεί και προσανατολίζει και βαθύτερες ανατροπές που βέβαια «είναι αναγκαίες».
Ως κακέκτυπο του Παπανδρέου, ο νέος Πρωθυπουργός βρήκε  κοινά σημεία με το Μεξικό του Γκουρία (του διευθυντή του ΟΟΣΑ που ζητούσε από το 2000 συντάξεις Μεξικού για τους Έλληνες συνταξιούχους), την «διαφθορά».
Ξέχασε μια άλλη ομοιότητα. Την δραστική παρέμβαση των ΗΠΑ για το κούρεμα του μεξικάνικου δημόσιου χρέους τη δεκαετία του ’90, για να προλάβουν την επέκταση της κρίσης των αναδυόμενων αγορών στα σκαλιά της υπερδύναμης. Πρόκειται για τον μη αναμενόμενο δυνατό «παίκτη» που επικαλέστηκε πρόσφατα. Όμως όλες οι ομοιότητες με το Μεξικό σταματούν εδώ…

Αναζήτηση

Κατηγορίες