Τουρκία: Περιφερειακή δύναμη με πολλές -και όχι μόνον οικονομικές- αδυναμίες

Μία υπαρκτή διαφορά

Η σύγκριση της ελληνικής αστικής τάξης με την τούρκικη αστική τάξη είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης από άποψη τουλάχιστο μεγεθών. Αστική τάξη μιας μεγαλύτερης πληθυσμιακά χώρας από την Ελλάδα έχει έτσι και αλλιώς μεγαλύτερη βάση και έκταση ποσοτική. Αξιοποιώντας τη γεωπολιτική της θέση η τούρκικη αστική τάξη έχει και άλλα δύο ιστορικά στοιχεία «υπέρ της», που λειτουργούν προωθητικά και σε επίπεδο κλίμακας για την οικονομία της: το στρατό, που εκτός από πολεμικός μηχανισμός συμμετέχει και οικονομικά (και όχι μόνο σε επενδύσεις στρατιωτικού χαρακτήρα) στο μπλοκ εξουσίας. Το λεγόμενο πολιτικό ισλάμ, που αποτέλεσε τον κοινωνικό και εθνικοπολιτιστικό κορμό της οικονομικής εξόρμησης της τούρκικης αστικής τάξης στο…. εσωτερικό με την ενσωμάτωση της Ανατολίας στα οικονομικά και όχι μόνο δρώμενα της περιοχής (και με τα φαραωνικής έμπνευσης έργα υποδομής). Αλλά και στο εξωτερικό (Αίγυπτος την περίοδο των Αδελφών Μουσουλμάνων, Κατάρ, Βαλκάνια, σε χώρες με μουσουλμανικά στοιχεία, Συρία, Ιράκ κ.λπ.).

Πάνω στη βάση αυτή η ηγεσία του Ερντογάν (όχι χωρίς εσωτερικά αξιοσημείωτα ρήγματα) μια δεκαετία τώρα ακολουθεί κάποιο μίγμα οικονομικής πολιτικής που στηρίζεται σε δύο παράγοντες: Ο ένας είναι η προσέλκυση ξένων επενδύσεων σε μαζική κλίμακα με τη συμμετοχή στις επιχειρήσεις τούρκων κεφαλαιοκρατών με στόχο τη δημιουργία ντόπιας μεταποιητικής βιομηχανίας και ο άλλος –αναφέρθηκε- εκτεταμένα έργα υποδομών (δρόμοι, κόμβοι, επικοινωνίες, κτιριακές υποδομές κλπ) που θα στήριζαν αυτή την εκτίναξη. Στο βάθος υπάρχει και η φιλοδοξία της δημιουργίας εθνικής πολεμικής βιομηχανίας που εν μέρει –και συμπληρωματικά ακόμη προς τον ιμπεριαλισμό– έχει κάνει κάποια βήματα αλλά και πλέον… τολμηρές φιλοδοξίες για βιομηχανία μέσων παραγωγής. Βασικό συστατικό αυτού του μείγματος είναι ο φτηνός δανεισμός σε χρήμα με την πολιτική των σχεδόν ανύπαρκτων επιτοκίων (πολιτική στην οποία ο Ερντογάν πιέζει τους τούρκους τραπεζίτες να συμμορφώνονται ακόμα και σήμερα, δηλαδή  σε μια εποχή όπου εξαντλούνται τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας). Πιο συγκεκριμένα η οικονομική εκτίναξη επιδιωκόταν: Με τη δημιουργία πολύ δυνατού τραπεζικού τομέα • Με ενίσχυση του βιομηχανικού της τομέα και ειδικά του τομέα μηχανολογικού εξοπλισμού και των κατασκευών • Με τη δημιουργία καλών μεγεθών στο δημόσιο τομέα • Με παροχή σημαντικών φορολογικών και άλλων κινήτρων προσέλκυσης ξένων επενδύσεων • Με αλλαγή της εξαγωγικής της πολιτικής, όπως μείωση της εξαγωγικής της εξάρτησης από χώρες-μέλη της Ε.Ε (από το 56% σε 46% και σήμερα σε 40%) και ενίσχυση των εξαγωγών της σε χώρες της Μέσης Ανατολής, Αφρικής και Ασίας.

Πραγματικά η τούρκικη οικονομία και μετά την εκδήλωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης εξακολουθούσε να «ανεβάζει ρυθμούς». Σημαντική λεπτομέρεια: η Τουρκία είναι μέλος του G20, των είκοσι δηλαδή πιο δυνατών οικονομιών του κόσμου. Τα στοιχεία μέχρι και το 2012 έδειχναν να επιβεβαιώνουν αυτές τις επιλογές. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τα τελευταία πέντε χρόνια η ΕΕ έχει κατευθύνει 202 επενδυτικά πρότζεκτ στην Τουρκία που αφορούν επενδύσεις σε υψηλή τεχνολογία και ιδιαίτερα την αυτοκινητοβιομηχανία. Ιδιαίτερα η Γερμανία έχει ήδη 64 επενδυτικά προγράμματα στην Τουρκία, ακολουθούμενη από τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιταλία με 30, 26, 24 αντίστοιχα.

Η Ιαπωνία είναι ο έκτος μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στην Τουρκία, επενδύοντας επίσης στην αυτοκινητοβιομηχανία και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Ένας μεγάλος δε αριθμός επενδυτικών εταιρειών διερευνούν ευκαιρίες στην Τουρκία, ιδιαίτερα στην πυρηνική ενέργεια, σε αυτοκινητόδρομους, σε υψηλής ταχύτητας σιδηροδρόμους και σε υποδομές λιμανιών. Το 2012 η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστρία, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο αποτελούσαν μαζί το 65% των συνολικών άμεσων επενδύσεων (FDI) στην Τουρκία. Χρήζει όμως ιδιαίτερης μνείας το γεγονός ότι το Λουξεμβούργο μαζί με την Αυστρία αποτελούν το 28% αυτών των επενδύσεων. Συνολικά την περίοδο 2008-2012 οι ξένες άμεσες επενδύσεις στην Τουρκία ανέρχονταν σε 53,2 δισ. δολάρια, με την Ευρώπη στα 41,8 δισ. ή 78,5% των συνολικών επενδύσεων. Ενώ η Βόρεια Αμερική περιορίστηκε στα 3,4 δισ. δολάρια ή 6,5%. Η Εγγύς και Μέση Ανατολή από την άλλη στα 5,7 δισ. δολάρια ή το 10,7% του συνόλου.

Η πραγματική βάση της τούρκικης οικονομίας

Τα στοιχεία αυτά αφορούν την Τουρκία μέχρι και το 2012 καθώς στα χρόνια που ακολούθησαν έχουμε μια αντίστροφη πορεία, που μπορεί αρχικά να μην εκδηλώθηκε στους ρυθμούς ανάπτυξης (η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε ακόμα και το 2017 με ρυθμό 7,4%, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 6,1% και οι δημόσιες δαπάνες κατά 5%), αλλά είχε την κατάληξή της να βαθμολογηθεί η τούρκικη οικονομία στην κατάταξη «σκουπίδια» από τη Μoody’s πρόσφατα. Και να εκλυθεί και η γνωστή αντίδραση του Ερντογάν για τη θετική βαθμολόγηση της χρεοκοπημένης Ελλάδας.

Σίγουρα θα μπορούσε να εντάξει κανείς αυτή τη βαθμολόγηση στις πιέσεις που δέχεται η τούρκικη ηγεσία από τους Αμερικάνους στην μεταξύ τους γεωπολιτική αντιπαράθεση, όμως δεν είναι μόνον αυτό. Η γεωπολιτική κρίση αποκάλυψε το πραγματικό φόντο πάνω στο οποίο στηριζόταν η ανάπτυξη της τούρκικης οικονομίας και τα όχι αμελητέα «πήλινα» μέλη της.

Καταρχάς θα λέγαμε πως η δημιουργία αυτόνομης βιομηχανικής υποδομής σε τεχνολογίες αιχμής (με αιχμή της… αιχμής τη διαστημική βιομηχανία), βιομηχανία μέσων παραγωγής και πολεμική-πυρηνική βιομηχανία, τα τρία οικονομικά στοιχεία, εκτός των άλλων, οικονομικής βάσης που καθιστούν μία περιφερειακή δύναμη… ιμπεριαλιστική η Τουρκία σήμερα τα στερείται. Και αν δεν τα στερείται ακριβώς, δεν τα έχει στην επάρκεια που η αστική της τάξη επιδιώκει. Αν τελικά η μεταοθωμανική της μεγαλομανία (ή το στρίμωγμα;) οδηγούν σε κάτι τέτοιο ή περισσότερο τείνουν σε μία πιο αναβαθμισμένη  συμπληρωματική  «κατάταξη», πάντα όμως υπό τον ιμπεριαλισμό…. Πράγμα που φαίνεται  ρεαλιστικότερο. Χώρες μεγαλύτερες και ισχυρότερες –π.χ. Κίνα- διένυσαν ήδη πολύ μεγάλη απόσταση προκειμένου να ενταχθούν σε αυτό το «κλαμπ», ακόμα και αν συνεχίσουμε να μιλάμε μόνο για οικονομικά μεγέθη. Δεν αρκεί η -σημαντική σε σχέση πχ με την ελληνική αστική τάξη- ανάπτυξη της βιομηχανίας υποδομών και του κατασκευαστικού τομέα –στον οποίο επιδόθηκε παλιότερα και η δική «μας» αστική τάξη- ή μόνον η ανάπτυξη της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Παρά τις όποιες προόδους, η Τουρκία εξακολουθεί να είναι εξαρτημένη από εισαγωγές και για κάθε εγχώρια παραγωγή αξίας 100$ απαιτείται εισαγωγή πρώτων υλών ή ημιεπεξεργασμένων αγαθών ή προϊόντων ενέργειας από το εξωτερικό αξίας 43$. • Οι εισαγωγές αφορούν κυρίως ενδιάμεσα προϊόντα και κυρίως καύσιμα –λάδια, λέβητες και μηχανικές συσκευές, σίδηρο –ατσάλι και προϊόντα αυτού, οχήματα, μηχανήματα-ηλεκτρολογικός εξοπλισμός, πλαστικές ύλες, κοσμήματα-πολύτιμες μέταλλα, πέτρες , διάφορα χημικά, φαρμακευτικά, χαλκός και προϊόντα αυτού, βαμβάκι και βαμβακερά νήματα, καουτσούκ και προϊόντα αυτού, αλουμίνιο και προϊόντα αυτού και χαρτί–χαρτόνι.

Όσο για τη συμπαραγωγή με τους Ρώσους των SS-400, ας κρατήσουμε μικρό καλάθι (για πολλούς ευνόητους λόγους). Ούτε η συμπαραγωγή και η από κοινού κατασκευή επίσης με τους Ρώσους του πυρηνικού σταθμού –όταν γίνει- θα τη μετατρέψει σε πυρηνική δύναμη (δεν θα το ήθελαν ούτε οι Ρώσοι!).

Υπερχρέωση – υπερθέρμανση

Αποτέλεσμα αυτής της υπαρκτής οικονομικής βάσης και της θέσης της τούρκικης αστικής τάξης βεβαίως αποτελούν οι διαπιστώσεις για το τέλμα υπερχρέωσης-υπερθέρμανσης της τούρκικης οικονομίας στις οποίες προβαίνουν σήμερα ΔΝΤ και λοιποί διεθνείς αξιολογικοί οίκοι και τράπεζες.

Για μια –εξαρτημένη οικονομία και χώρα όπως η Τουρκία- το τίμημα της προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων ήταν η σημαντική της υπερχρέωση. Η Τουρκία δεν έχει μεγάλο δημόσιο χρέος, έχει όμως μεγάλο εξωτερικό χρέος. Η υποτίμηση της τουρκικής λίρας δυσκολεύει το κράτος αλλά και τις λιγότερο εξαγωγικές επιχειρήσεις να πληρώσουν το χρέος αυτό. Η αύξηση των αμερικάνικων επιτοκίων, το διαφαινόμενο τέλος του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και μια πιθανή επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας θα προκαλούσε στην Τουρκία μεγαλύτερη ασφυξία από τη δύσκολη κατάσταση την οποία ήδη βιώνει.

Το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας ανέρχεται σε περίπου 450 δισ. δολάρια από τα οποία τα 276 δισ. δολάρια είναι σκληρά νομίσματα όπως δολάρια και ευρώ. Τα υπόλοιπα 174 δισ. δολάρια είναι σε λίρες Τουρκίας. Αμφότερα αντιμετωπίζουν προβλήματα. Τα επιτόκια της λίρας έχουν διπλασιαστεί τα τελευταία πέντε χρόνια από 6 σε 12%.

Το ΔΝΤ έχει ήδη προειδοποιήσει για τα χειρότερα. Τα στελέχη του Ταμείου εκφράζουν προβληματισμό για το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών την Τουρκίας, το οποίο θεωρούν πως θα παραμείνει πάνω από 5% του ΑΕΠ το 2018. Όπως αναφέρουν, η διεύρυνση του ελλείμματος θα αυξήσει τις ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης της χώρας, σε μια περίοδο που τα συναλλαγματικά της αποθέματα παραμένουν σχετικά χαμηλά, καλύπτοντας μόλις το ήμισυ των ακαθάριστων αναγκών εξωτερικής χρηματοδότησης!

«Οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να γίνουν πιο εμφανείς αν οι εξωτερικές συνθήκες αλλάξουν επί το δυσμενέστερο», σημειώνουν τα στελέχη του ΔΝΤ και ξεκαθαρίζουν πως ρίσκα θα μπορούσαν να προκύψουν από εγχώριες πολιτικές εξελίξεις ή περιφερειακές γεωπολιτικές εξελίξεις ή την αλλαγή της στάσης των επενδυτών ως προς τις αναδυόμενες αγορές.

Όπως έγραφε το Δεκέμβρη ο Κ. Μελάς στην ηλεκτρονική σελίδα Euro2day: «Η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση τους τελευταίους δύο μήνες. Μετά από μεγέθυνση 5,1% του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2017, η οποία επιτεύχθηκε κυριολεκτικά «ωθούμενη» από τα δάνεια ύψους 250 δισ. τουρκικών λιρών (που αντιστοιχούν σήμερα σε 63 δισ. δολάρια αλλά αντιστοιχούσαν σε 70 δισ. δολάρια στις αρχές του Οκτωβρίου), με την εγγύηση του κυβερνητικού κεφαλαίου παροχής εγγυήσεων αλλά και την εισροή «ζεστού χρήματος» από το εξωτερικό. Η υπερθέρμανση της τουρκικής οικονομίας συνεχίστηκε με αυτό τον τρόπο και τα δυσμενή αποτελέσματα δεν άργησαν να εμφανιστούν. Στο τέλος του Οκτωβρίου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τουρκικής Στατιστικής Υπηρεσίας, ο πληθωρισμός έφθασε στο 11,9%, περισσότερο από το διπλάσιο του στόχου της Κεντρικής Τράπεζας (5,0%), και αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό τα τελευταία 9 χρόνια».

Οικονομική επιβράδυνση θα προκαλέσει και η πτώση του τουρισμού (εδώ οι δύο χώρες μοιράζονται την ίδια… «βαριά» βιομηχανία) αλλά και το ρήγμα –έχουμε αναφερθεί στον Οικονοκόσμο- που δημιούργησαν στα οικονομικά τμήματα της τούρκικης αστικής τάξης οι συλλήψεις και οι διωγμοί μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα.

Αποδυνάμωση της κινητήριας δύναμης της τούρκικης οικονομικής ανάπτυξης

Αλλά και η πηγή εσόδων αυτής της οικονομικής εκτίναξης δείχνει να στερεύει. Το άρθρο συνεχίζει:

“Το «ζεστό χρήμα» (επενδύσεις χαρτοφυλακίου) άρχισε να εγκαταλείπει τη χώρα. Τα στοιχεία της ΚΤ δείχνουν ότι τις τελευταίες 50-60 ημέρες παρατηρείται εκροή πόρων από τη χώρα που αγγίζει περίπου το 1 δισ. δολάρια την εβδομάδα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εβδομαδιαία στατιστική της ΚΤ (10 Νοεμβρίου), οι ξένοι επενδυτές προχώρησαν σε πωλήσεις: μετοχών ύψους 513,6 εκατ. δολαρίων, κρατικών ομολόγων ύψους 532,6 εκατ. δολαρίων και εταιρικών ομολόγων ύψους 32,4 εκατ. δολαρίων.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εκροή πόρων σε μια εβδομάδα από τον Αύγουστο του 2011.

Εν τω μεταξύ, η τουρκική λίρα υποτιμήθηκε δραστικά. Την Παρασκευή ανταλλάσσονταν 3,94 για ένα δολάριο, ενώ οι εκτιμήσεις των αναλυτών θεωρούν ότι τους επόμενους έξι μήνες θα φθάσει στο επίπεδο των 4,13 έναντι 1 δολαρίου. Από τις αρχές του Σεπτεμβρίου 2017, η υποτίμηση έναντι του δολαρίου ανήλθε στο 15,0%.

Η απόδοση των δεκαετών ομολόγων του τουρκικού κράτους έφθασε στο 13,2%”

Η υπερχρέωση για την οποία εξανίστατο απέναντι στη Moody’s, σε σχέση με την Ελλάδα, ο Ερντογάν αφορά και τη δική του -εξαρτημένη οικονομικά χώρα- μέσα από διαφορετικούς δρόμους αλλά παράγοντας το ίδιο, στην ουσία, αποτέλεσμα.

Αναζήτηση

Κατηγορίες