ΣΥΡΙΑ: Η «αποχώρηση» των ΗΠΑ, επιταχυντής επικίνδυνων εξελίξεων.

Η αρχική ανακοίνωση του Τραμπ για απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία μιας και, όπως έγραψε, το Ισλαμικό Κράτος έχει ηττηθεί, όσο και αν ήταν μέσα στις προεκλογικές εξαγγελίες αλλά και τις δεσμεύσεις της νεοεκλεγμένης κυβέρνησής του τον Γενάρη του 2017, αιφνιδίασε εχθρούς, ανταγωνιστές και συμμάχους των ΗΠΑ και λειτούργησε σαν επιταχυντής επικίνδυνων και αντιδραστικών εξελίξεων σε όλο το φλεγόμενο τοπίο της Συρίας και της Μέσης Ανατολής. Επιπλέον όξυνε τη φανερή διχογνωμία όσον αφορά (και) τη συριακή κρίση που ενυπάρχει όχι μόνο στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής τάξης αλλά μέσα στους ίδιους τους κόλπους της κυβέρνησης Τραμπ. Ενώ η ανακοίνωση για μείωση των στρατευμάτων κατοχής και στο Αφγανιστάν πολύ λίγες μέρες μετά επέτεινε τις ανησυχίες για το τι έρχεται.

Τι προηγήθηκε της ανακοίνωσης;

Τελικά, αν η περσινή πρόθεση των ΗΠΑ να δημιουργήσουν μια «κούρδικη συνοριακή πολιτοφυλακή» αποδείχτηκε η θρυαλλίδα για την επιχείρηση που κυνικά ο τούρκικος στρατός ονόμασε «Κλάδο Ελαίας», δηλαδή την εισβολή στο κούρδικο καντόνι Αφρίν, το στήσιμο από τις ΗΠΑ στις αρχές του περασμένου Δεκέμβρη δεκάδων παρατηρητηρίων στη συροτουρκική μεθόριο και στις περιοχές που ελέγχουν οι Κούρδοι της Συρίας εξόργισε την Άγκυρα, που έβλεπε –για μια ακόμη φορά- να επιχειρείται να υλοποιηθεί ο χειρότερος εφιάλτης της: η δημιουργία μιας ημικρατικής κουρδικής οντότητας. Έτσι, ταυτόχρονα με τις ευθείες απειλές που εκτόξευε για εισβολή στη ΒΑ Συρία, άρχισε να συσσωρεύει άρματα μάχης και στρατό στα σύνορα.

Οι ΗΠΑ αρχικά αντέδρασαν, χαρακτηρίζοντας «απαράδεκτη κάθε μονομερή στρατιωτική ενέργεια στην περιοχή», σταδιακά όμως και ενόσω η Τουρκία φαινόταν πως θα υλοποιήσει την απειλή της, πράγμα που θα σήμαινε ρήξη στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Άγκυρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, «ο κύβος ερρίφθη». Έτσι μάλλον λέει αλήθεια ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας Ιμπραήμ Καλίν πως εκείνες τις μέρες (14 του Δεκέμβρη) έγινε το «ιστορικό», όπως το χαρακτήρισε, τηλεφώνημα Τραμπ-Ερντογάν, που κατέληξε στην ανακοίνωση Τραμπ λίγες μέρες μετά στις 19 του Δεκέμβρη. Άλλωστε, μία μέρα πριν, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Συρία ανέφερε σε ομιλία του για τη Συρία και το μέλλον των σχέσεων των ΗΠΑ με τους Κούρδους του YPG με νόημα «δεν έχουμε μόνιμες σχέσεις με υποδεέστερες ενός κράτους οντότητες»!

Την ίδια περίοδο, από τη Ρωσία δρομολογούνταν, με όλες τις ασάφειες και τα μπρος–πίσω της, το άνοιγμα της διαδικασίας «πολιτικής διευθέτησης» της συριακής κρίσης, που εμπεριείχε εκτός των άλλων μία συμβιβαστική προς τους Κούρδους πρόταση ώστε οι περιοχές τους να αποτελέσουν τμήμα μιας ομοσπονδιακής Συρίας. Πρόταση που στις συνθήκες των τούρκικων απειλών, ακόμα και με την παρουσία-«προστασία» των ΗΠΑ, ήταν εκ των πραγμάτων δελεαστική, έστω και αν δεν τους προσφερόταν η μάξιμουμ για τους ίδιους λύση μιας αυτόνομης κρατική δομής. Ενώ ταυτόχρονα ο Άσαντ εμφανιζόταν και ήταν ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος στρατιωτικά στο εσωτερικό της Συρίας. Πράγμα που «μεταφραζόταν» και στο διπλωματικό επίπεδο, με την πρόθεση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Μπαχρέιν να ξανανοίξουν τις πρεσβείες τους στη Δαμασκό, με διασπορά φημών πως το ίδιο προτίθεται να πράξει και το Ριάντ (!) και με την τούρκικη ηγεσία να δηλώνει πως «αν ο Άσαντ επανεκλεγεί θα συνομιλήσουμε μαζί του»!

Η ανακοίνωση και οι στοχεύσεις της

Η πρωτοβουλία της διοίκησης Τραμπ φυσικά λοιπόν και δεν μπορεί να ειδωθεί ξεκομμένη από τα συνολικά διλήμματα τα οποία έχουν τεθεί για τις ΗΠΑ και από το γεγονός ότι έχει καταστεί μέγιστη αναγκαιότητα για τις ίδιες να αντιμετωπίσουν –αν και μοναδική υπερδύναμη- τη σχετική τους αποδυνάμωση. Ειδικά στο πεδίο της Συρίας τον προβληματισμό της αμερικανικής ηγεσίας για τη διεύρυνση της αναντιστοιχίας μέσων και σκοπών ενέτεινε η ρώσικη επέμβαση το Σεπτέμβρη του 2015, που ανέτρεψε όλα τα μέχρι τότε στρατιωτικά δεδομένα και τους υπολογισμούς των Αμερικανών για το κλείσιμο μιας σημαντικής «τρύπας» (Συρία) στη ζώνη περικύκλωσης της Ρωσίας. Ανατροπές που δεν μπόρεσαν να αναιρέσουν ούτε οι πυραυλικές επιθέσεις –μετά από εξαγγελίες «αποχωρήσεων»- στη Συρία ούτε η στήριξη στο «εργαλείο» YPG-SDF, αν και σαφέστατα και τα δύο αποτέλεσαν τμήματα των απαντήσεων που αναζητά η υπερδύναμη για να αντιμετωπίσει αυτήν τη διεύρυνση της αναντιστοιχίας και όπως αυτή εκφράζεται στη Μέση Ανατολή.

Με την απόφαση αυτή ο Τραμπ, σε αντίθεση με την περιρρέουσα φιλολογία, δήλωνε ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν θα παραιτηθεί σε καμιά περίπτωση από το φλεγόμενο πεδίο της Μέσης Ανατολής και τη Συρία, αφήνοντας χώρο στη Ρωσία να κεφαλαιοποιήσει τις επιτυχίες της. Ακόμη και η αρχική ανακοίνωση, προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσει τις «παρονοήσεις» και τις «παρερμηνείες» -θελημένες ή αθέλητες- της απόφασης Τραμπ, αλλά και πιθανά για να καθησυχάσει τις ανησυχίες ή και τις αντιρρήσεις που ήξερε ότι θα συναντούσε και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, υπογράμμιζε τη δυνατότητα της αμερικανικής υπερδύναμης μέσω των 5.500 στρατιωτών και των βάσεων που διαθέτει στο Ιράκ να επέμβει και να αντιμετωπίσει άμεσα και αποφασιστικά κάθε «πρόκληση» ή «απειλή» για την ίδια και τους συμμάχους της στην περιοχή. Επιπλέον, το έστω και μικρό χρονικό διάστημα που προέβλεπε έδινε στις ΗΠΑ το περιθώριο να μετρήσουν αντιδράσεις, να διαπιστώσουν το κατά πόσο υλοποιούνται οι στόχοι που είχαν με αυτή τους την κίνηση , ώστε να σχεδιάσουν τα επόμενα βήματά τους και –γιατί όχι- να επανασχεδιάσουν, τροποποιήσουν τις αρχικές τους αποφάσεις.

Μέσα σ’ αυτό το διάστημα που μεσολάβησε έχει επιβεβαιωθεί πλήρως –τόσο από τη θετική όσο και από την αρνητική πλευρά για τις ΗΠΑ- η διαπίστωση της οργάνωσής μας πως με αυτή την πρωτοβουλία της η διοίκηση Τραμπ πριν απ’ όλα ήθελε να στείλει ένα έμπρακτο μήνυμα στην Τουρκία πως κινείται με αποφασιστικό τρόπο στην κατεύθυνση εξομάλυνσης των διαταραγμένων αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Πως δίνει τόσο βάρος στη στρατηγική σχέση της με την Τουρκία, που προτίθεται ακόμη και να «αδειάσει» το κούρδικο «εργαλείο» που τόσο απροκάλυπτα χρησιμοποιούσε μέχρι χθες για να αποκτήσει εδαφικά ερείσματα, λόγο και ρόλο στα τεκταινόμενα μέσα στη Συρία. Καθόλου τυχαία τις ίδιες μέρες το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενέκρινε από την πλευρά του την αποστολή του πυραυλικού συστήματος «Πάτριοτ» στην Τουρκία, πιέζοντας ταυτόχρονα με έμμεσο τρόπο προς την κατεύθυνση της ακύρωσης της αγοράς των ρώσικων S-400 και υπενθυμίζοντας την εκκρεμότητα των F-35. Ενώ η αμερικανική ηγεσία δέχτηκε να εξετάσει ακόμα και το θέμα του Γκιουλέν.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν μέσω της κίνησης αυτής η αμερικανική διοίκηση επιχειρούσε να ξεφύγει από το ρόλο του «ενδιάμεσου» μεταξύ της Τουρκίας και των Κούρδων. Ζητώντας από την τούρκικη ηγεσία αν όχι να αναιρέσει τουλάχιστον να αναβάλει (όπως και έγινε αρχικά) την εκφρασμένη πρόθεσή της να εισβάλει στη ΒΑ Συρία. Ποντάροντας (οι ΗΠΑ) ότι οι Κούρδοι πιεζόμενοι θα «ξεχάσουν» κάθε σκέψη για αυτόνομη κρατική οντότητα και έτσι οι φόβοι της τούρκικης ηγεσίας θα εξανεμιστούν. Αλλά και αφήνοντας ανοιχτή –έστω δυνητικά- τη δυνατότητα στην Τουρκία, εάν χρειαστεί, να προχωρήσει στις αντικουρδικές κινήσεις της. Λέμε δυνητικά γιατί το πεδίο στο οποίο η Τουρκία θα επιδίωκε να δράσει στρατιωτικά δεν θα ήταν ούτε κενό ούτε εύκολο.

Δεν θα ήταν κενό τόσο γιατί τα υπόλοιπα μέλη του «Διεθνούς Συνασπισμού ενάντια στον ΙΣΙΣ», με πρώτους τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές της Γαλλίας, της Βρετανίας αλλά και της Γερμανίας, δήλωσαν άμεσα την πρόθεσή τους να το καλύψουν όσο και γιατί δεν θα έπρεπε να θεωρείται καθόλου δεδομένη η ανοχή της η Ρωσίας και του Άσαντ σε μια τρίτη τούρκικη εισβολή. Και δεν θα ήταν εύκολο τόσο για τους ίδιους λόγους όσο και γιατί η δύναμη των Κούρδων του YPG αλλά και των SDF μαζί με το άγριο ανάγλυφο του τόπου εγκυμονούσε κινδύνους εμπλοκής σε έναν πόλεμο φθοράς που θα γύριζε μπούμερανγκ στα τούρκικα σχέδια.

Σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, η κίνηση αυτή του Τραμπ άφηνε την «καυτή πατάτα» διαχείρισης του «γόρδιου δεσμού» Τουρκίας-Κούρδων στα χέρια της Ρωσίας κατά πρώτο λόγο, του Ιράν και του καθεστώτος Άσαντ. Με μίνιμουμ στόχο να μη χρησιμοποιείται η αντίθεση της Τουρκίας στη χρησιμοποίηση των YPG από τις ΗΠΑ, ώστε να βάζει η Ρωσία τις σφήνες της στη δυτική συμμαχία. Και μάξιμουμ την παρεμπόδιση της διαδικασίας της Αστάνα και την αύξηση των πιθανοτήτων ρυμούλκησης της Τουρκίας στα αμερικανανατοϊκά ύδατα με παράλληλη απομόνωση της Ρωσίας και του Ιράν.

Μέσα στις παράπλευρες αν και όχι αμελητέες προθέσεις της αμερικανικής διοίκησης ήταν και το στρίμωγμα των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών που καλούνται να δοκιμάσουν και να αποδείξουν στην πράξη εάν είναι ικανοί να διαχειριστούν τη νέα κατάσταση χωρίς την παρουσία των ΗΠΑ, και μάλιστα σε ένα πεδίο αρκετά δύσκολο, πολύπλοκο και επικίνδυνο.

Τελευταία αλλά κάθε άλλο παρά έσχατο σε σημασία αποτελεί η πρόθεση των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν την επαναφορά της Τουρκίας στο αμερικανονατοϊκό μαντρί για τη συγκρότηση και ανάπτυξη του αντιιρανικού μετώπου, που αποτελεί μια ιδιαίτερη αλλά κρίσιμη πλευρά του στόχου των ΗΠΑ για τον περιορισμό της Ρωσίας και το ψαλίδισμα της επιρροής και του ρόλου που έχει καταχτήσει στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Διότι η επιτάχυνση των εξελίξεων προς την κατεύθυνση του μετώπου κατά του Ιράν, αν και δεν έχουν διαφανεί ακόμη και τώρα πλευρές της απόφασης του Τραμπ, συγκεντρώνει αυτή τη στιγμή τη μεγαλύτερη πιθανότητα, χωρίς βέβαια να μπορεί να αποκλειστούν τα Βαλκάνια, η Ουκρανία ή ακόμη και η Ν.Α Ασία.

Με αυτή την έννοια, αποτελεί επείγουσα ανάγκη η συμμετοχή της Τουρκίας σ’ αυτό το μέτωπο, αν συνυπολογίσουμε μάλιστα και τα σοβαρά προβλήματα που αυτό συναντά έως τώρα. Ας παραθέσουμε τα πιο σημαντικά από αυτά (σε τοπικό επίπεδο).

Η Σαουδική Αραβία αναγκάστηκε να υπογράψει εκεχειρία –έστω πρόσκαιρη- στην Υεμένη και η αντίσταση των ανταρτών Χούτις κερδίζει έδαφος και υποστήριξη. Ταυτόχρονα η κόντρα στο εσωτερικό των ΗΠΑ και οι σοβαρές ενστάσεις για τη στήριξη της διοίκησης Τραμπ στον πρίγκιπα–διάδοχο Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν οδήγησαν –με βάση και τη δολοφονία Κασόγκι- στη μερική απόσυρση των ΗΠΑ από την υποβοήθηση της εισβολής. Αλλά και σε ψύχρανση –θα δούμε σε τι βάθος- των σχέσεων ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας λόγω και της ανακοίνωσης της (ρεπουμπλικάνικης) Γερουσίας που καθιστά υπεύθυνο για τη δολοφονία Κασόγκι τον MΜΣ και την οργισμένη άμεση απάντηση της σαουδαραβικής ηγεσίας («μη διακυβεύετε τη στρατηγική μας σχέση») αλλά και την έμμεση απάντησή της με τον πρόσφατο ανασχηματισμό που δίνει ακόμα περισσότερες εξουσίες στον MΜΣ. Επίσης η πρόσφατη κίνηση του Ισραήλ να ρίξει το ρώσικο Ιλιούσιν στο συριακό έδαφος μάλλον γύρισε μπούμερανγκ και στο ίδιο αφού μετά από αυτό η Ρωσία έχει «σφραγίσει» τον συριακό εναέριο χώρο με την εγκατάσταση των S-300 και έχει δυσκολέψει αφάνταστα τις επιθέσεις των Ισραηλινών κατά ιρανικών στόχων στο έδαφος της Συρίας. Και τα προηγούμενα εξελίσσονται με δεδομένη στο παγκόσμιο πεδίο την εναντίωση στην αμερικανική αντιιρανική κίνηση όχι μόνο της Ρωσίας και της Κίνας αλλά και των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών.

Οι αντιδράσεις, το «νέρωμα του κρασιού» του Τραμπ και τα ερωτήματα που δημιουργεί

Η φραστική αντίδραση της Ρωσίας, που από τη μια χαιρέτιζε την απόφαση και από την άλλη εξέφραζε αμφιβολίες κατά πόσο αυτή θα υλοποιηθεί, συνδυάστηκε αρχικά με κινήσεις δυσαρέσκειας προς την Τουρκία. Έτσι η Μόσχα διέψευδε τη συνάντηση Πούτιν- Ερντογάν που η Άγκυρα ανακοίνωνε. Έπειτα, και με τα μηνύματα σταλμένα, προχώρησε σε συνάντηση με Τουρκία και Ιράν στη Μόσχα (28 του Δεκέμβρη) με στόχο την αναζωογόνηση της διαδικασίας της Αστάνα, η οποία κατάφερε να βγάλει ανακοίνωση δέσμευσης και των τριών στο προχώρημα της «πολιτικής διευθέτησης» της συριακής κρίσης. Αφού πρώτα ο Πούτιν στην καθιερωμένη ομιλία του εφ’ όλης της ύλης στο τέλος του έτους αναφέρθηκε στην ξεχωριστή σημασία των συμβιβασμών που επιτυγχάνονται με την Τουρκία «προς όφελος των εξελίξεων στη Συρία».

Οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, που όπως προαναφέραμε κλήθηκαν να αποδείξουν τις δυνατότητές τους, αφού εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για τη μονομερή απόφαση των ΗΠΑ, βάλθηκε ο καθένας τους να χρησιμοποιήσει τα ατού του. Η Γαλλία συναίνεσε σε χρόνο μηδέν στη συνάντηση που ζητήθηκε από αξιωματούχους των YPG και έσπευσε να γίνει «προστάτης» τους, για να εισπράξει επίσης άμεσα την αντίδραση της τούρκικης ηγεσίας. Η Μέρκελ σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ερντογάν ζήτησε από την πρώτη στιγμή της απόφασης Τραμπ «αυτοσυγκράτηση και υπευθυνότητα στη Συρία». Ενώ και οι δυο τους τόνισαν -για πολλοστή φορά τον τελευταίο καιρό αλλά πάλι χωρίς αντίκρισμα- την «ανάγκη να έχουμε μία αυτονομία λήψης αποφάσεων, μία αυτονομία στρατηγικής στην Ευρώπη».

Ο Νετανιάχου για λογαριασμό του Ισραήλ, αφού διακήρυξε ότι η χώρα του «θα συνεχίσει να ενεργεί επιθετικά ενάντια στην προσπάθεια του Ιράν να εδραιωθεί στη Συρία» και προανήγγειλε κλιμάκωση των επιχειρήσεων καταστροφής των τούνελ της Χεζμπολάχ στη μεθόριο Ισραήλ-Λιβάνου, δήλωσε βέβαιος ότι και στα δύο αυτά μέτωπα θα έχει την πλήρη στήριξη των ΗΠΑ. Ενώ η φράση του πως «οι ΗΠΑ κατέστησαν σαφές πως έχουν άλλους τρόπους να ασκήσουν επιρροή στην περιοχή» δείχνει πως η ψύχραιμη αλλά αποφασιστική στάση του Ισραήλ οφείλεται στις διαβεβαιώσεις που έχει πάρει από την ηγεσία του Λευκού Οίκου για τους στόχους της απόφασης αυτής. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υφίσταται και στους κόλπους των Ισραηλινών σκεπτικισμός για τις συνέπειες της απόφασης αυτής.

Αν εξαιρέσουμε την κουρδική ηγεσία των YPG-SDF που, δυστυχώς για το λαό που εκπροσωπούν, έγιναν υποχείρια των ΗΠΑ και κινδυνεύοντας πια να πεταχτούν σαν στυμμένες λεμονόκουπες άρχισαν να αναζητούν από την πρώτη στιγμή διέξοδο σε άλλες ιμπεριαλιστικές πλάτες ή να εκλιπαρούν για μια υπαναχώρηση του Τραμπ , τις πιο σφοδρές αντιδράσεις στην απόφαση αυτή ο Τραμπ τη συνάντησε στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Οι αντιδράσεις συμπεριέλαβαν όχι μόνο τους δημοκρατικούς ή έστω ορισμένους ρεπουμπλικάνους βουλευτές αλλά την ίδια την κυβέρνηση Τραμπ. Έτσι, άμεση συνέπεια της απόφασης Τραμπ αποτέλεσε η παραίτηση του υπουργού Άμυνας Μάτις και η επίσπευση της αντικατάστασής του που είχε εδώ και κάποιο διάστημα ανακοινωθεί ακριβώς λόγω των συνεχών αντιρρήσεών του στην ασκούμενη πολιτική.

Ο Μάτις όπως και μια σειρά αμερικάνοι αξιωματούχοι στις αντιρρήσεις τους εστίασαν (όπως και οι σύμμαχοι Βρετανοί) στο γεγονός πως μια τέτοια απόφαση στέλνει λάθος μήνυμα στη Ρωσία, το Ιράν και το καθεστώς Άσαντ. Επίσης όχι μόνο συνιστά «προδοσία» των Κούρδων αλλά και κάνει τις ΗΠΑ αναξιόπιστες έναντι των συμμάχων, αναφερόμενος εμμέσως πλην σαφώς στους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Ωστόσο, έχουμε την εκτίμηση πως οι αντιρρήσεις έχουν την εξίσου σημαντική διάσταση της καχυποψίας που υπάρχει στα αμερικανικά επιτελεία έναντι του Ερντογάν και του κατά πόσο μπορούν οι ΗΠΑ να υπολογίζουν σ’ αυτόν. Καχυποψία αμοιβαία αφού και η τούρκικη ηγεσία και ο Ερντογάν ήρθαν αντιμέτωποι με το ρόλο των ΗΠΑ στο αποτυχημένο πραξικόπημα αλλά και με τους σχεδιασμούς τους στη Μέση Ανατολή που έθεταν και ξαναέθεταν υπαρξιακά για την Τουρκία ζητήματα με πρώτο το Κουρδικό.

Δεν ξέρουμε πόσο επέδρασε η ανάγκη να διατηρηθεί τακτικά μια πίεση διαρκείας προς την Τουρκία, η οποία μάλιστα συνέχιζε να παίζει σε διπλό ταμπλό, και πόσο επέδρασαν οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ. Ή πόσο επέδρασε το γεγονός ότι με το ξεκίνημα της αποχώρησης των ΗΠΑ οι Κούρδοι των YPG στη Μανμπίτζ, φοβούμενοι την κατάληψή της από την Τουρκία, κάλεσαν τον κυβερνητικό στρατό, που ύψωσε στις 28 του Δεκέμβρη τη συριακή σημαία στην πόλη. Είναι πάντως γεγονός ότι η διοίκηση Τραμπ προέβη στις αρχές του νέου έτους σε σημαντικές προσαρμογές της αρχικής της απόφασης. Αφού αρχικά δήλωσε πως ποτέ δεν έδωσε χρονοδιάγραμμα διάρκειας τεσσάρων μηνών για την αποχώρηση, σε μια δεύτερη και ακόμα πιο σημαντική προσαρμογή έθεσε τους εξής συγκεκριμένους όρους για την τελική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων: την αναχαίτιση του Ιράν στα συριακά εδάφη, την τελική ήττα του Ισλαμικού Κράτους και την προφύλαξη των Κούρδων! Στέλνοντας στο πολύ βάθος την αποχώρησή τους από τη Συρία! Με αυτό σαν δεδομένο δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πως η επίσκεψη του συμβούλου εθνικής ασφάλειας του Λευκού Ούκου, Τζον Μπόλτον, σε Τελ Αβίβ και Άγκυρα και οι δηλώσεις του πως «δεν θα αφήσουμε την Τουρκία να σφάξει τους Κούρδους» και πως «δεν θεωρούμε ότι η Τουρκία πρέπει να αναλάβει στρατιωτική δράση που δεν θα είναι πλήρως συντονισμένη και συμφωνημένη με τις ΗΠΑ» συνάντησαν την οργισμένη αντίδραση Ερντογάν, που αρνήθηκε να τον συναντήσει! Επιπλέον δήλωσε πως «δεν θα ζητήσουμε την άδεια κανενός για την επιχείρηση στη Συρία» και «δεν θα προστατεύσουμε του Κούρδους συμμάχους των ΗΠΑ». Ενώ, όπως αναφέρει η «Χουριέτ», Τούρκοι αξιωματούχοι στη νέα συνάντησή τους που θα έχουν με τον Μπόλτον προτίθενται να ζητήσουν από τις ΗΠΑ «είτε να καταστρέψουν είτε να παραδώσουν τις στρατιωτικές βάσεις στη ΒΑ Συρία».

Μ’ άλλα λόγια, είναι ερωτηματικό εάν τελικά αυτή η προσαρμογή μπορέσει να λειτουργήσει πιεστικά προς όλες τις κατευθύνσεις και έτσι να παραχθούν –έστω μέσα από αναταράξεις και εντάσεις- αποτελέσματα για τις ΗΠΑ σε ένα έτσι κι αλλιώς αντικειμενικά αντιφατικό τοπίο ή αν θα «καταφέρει» να μην έχει κανέναν ευχαριστημένο και τελικά αναγκάσει τις ΗΠΑ να προβούν εκ νέου και σύντομα σε ακόμα πιο επικίνδυνες και τυχοδιωκτικές αποφάσεις και κινήσεις. Όπως και να έχει, είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη για μας η αύξηση της επικινδυνότητας των εξελίξεων στη Συρία και τη Μέση Ανατολή για τους λαούς της περιοχής.

Αναζήτηση

Κατηγορίες