Συρία – Ιντλίμπ: η επόμενη φάση της διεθνούς αναμέτρησης

Το πόσο επικίνδυνα μπορεί να κλιμακωθεί η αναμέτρηση στο έδαφος για τον έλεγχο της Συρίας το δείχνει το γεγονός ότι πριν ακόμα σβήσουν οι -έστω συγκρατημένα- αισιόδοξες αναφορές κάποιων ΜΜΕ στη συμφωνία Πούτιν–Ερντογάν στο Σότσι, που ανέβαλε προς ώρας τη μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση που ετοίμαζαν οι δυνάμεις του Άσαντ με τους ρώσους και ιρανούς συμμάχους του, είχαμε την κατάρριψη του ρώσικου αεροσκάφους για να επαναφέρει το μέτρο των εξελίξεων στις σωστές διαστάσεις.

Εδώ και ένα μήνα ετοιμαζόταν η μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση των κυβερνητικών δυνάμεων της Συρίας με τη συμβολή της Ρωσίας και των ιρανικών πολιτοφυλακών για την ανακατάληψη της βορειοδυτικής επαρχίας Ιντλίμπ, που ελέγχεται από ένοπλες αντικαθεστωτικές ομάδες με κυριότερη την «Επιτροπή Απελευθέρωσης του Λεβάντε» («Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ»), που αποτελεί βιτρίνα του Μετώπου αλ Νούσρα, πρώην παρακλάδι της Αλ Κάιντα στη Συρία. Η Ρωσία στις 8 του Σεπτέμβρη ολοκλήρωνε στα ανοιχτά της Συρίας μεγάλα ναυτικά και αεροπορικά γυμνάσια, με τις δυνάμεις που συμμετείχαν (πάνω από 20 πολεμικά πλοία, δεκάδες αεροσκάφη κ.λπ.) να παραμένουν στην περιοχή ώστε με τη δύναμη πυρός τους αλλά και την πολιτική σημασία της παραμονής τους να λειτουργούν αποτρεπτικά προς τη Δύση. Τότε ξεκινούσαν και θα διαρκούσαν μέχρι και τις 20 του Σεπτέμβρη οι επίσης μεγάλες στρατιωτικές ασκήσεις των ΗΠΑ με τη συμμετοχή της Αιγύπτου και πολλών άλλων χωρών -συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας- με την επωνυμία «Bright Star 2018» στην ίδια περιοχή. Ρώσικες στρατιωτικές πηγές ανέφεραν πως οι ΗΠΑ με βάση τη δύναμη πυρός που συγκέντρωσαν είχαν τη δυνατότητα να πλήξουν τη Συρία με 200 πυραύλους Τόμαχοκ. Ενώ η Τουρκία ενίσχυε με έργα υποδομής και έμψυχο υλικό τα 12 στρατιωτικά φυλάκια που διατηρεί στην επαρχία Ιντλίμπ, βάσει της «Διαδικασίας της Αστάνα».

Παράλληλα με τη στρατιωτική προετοιμασία όλο αυτό το διάστημα μέχρι τη συνάντηση στο Σότσι διεξαγόταν ένας πολυεπίπεδος διπλωματικός οργασμός δηλώσεων, εκατέρωθεν πιέσεων και εκβιασμών αλλά και προσπάθειας δημιουργίας –έστω και πρόσκαιρων- πλαισίου συμβιβασμού.

Στην τριμερή συνάντηση Πούτιν – Ροχανί – Ερντογάν στην Τεχεράνη, στις 7-8 του Σεπτέμβρη, ο τελευταίος, δηλώνοντας πως δεν θα αφήσει την επαρχία Ιντλίμπ «στο έλεος του Άσαντ», συνέχισε τις πιέσεις προς Ρωσία και Ιράν, ώστε να υπάρξει εκεχειρία και να αποφευχθεί –όπως ανέφερε- μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση. Σε αντάλλαγμα, μέσα στο Σεπτέμβρη είχε προχωρήσει στο χαρακτηρισμό ως τρομοκρατικής της οργάνωσης «Επιτροπή Απελευθέρωσης του Λεβάντε» που ελέγχει το 60% της Ιντλίμπ, παγώνοντας επιπλέον τα περιουσιακά της στοιχεία που διατηρούσε έως πρόσφατα στην Τουρκία! Ο Πούτιν, αφού υπερασπίστηκε το «δικαίωμα της κυβέρνησης της Συρίας να ανακτήσει τον έλεγχο στη χώρα», σε αντίθεση με την απλοϊκή εικόνα που παρουσίασαν ορισμένα ΜΜΕ, ελίχθηκε, δηλώνοντας πως βρίσκει θετικά στοιχεία στην πρόταση Ερντογάν, αλλά θεωρεί αναξιόπιστες τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις για την επίτευξη μιας εκεχειρίας και γι’ αυτό επιμένει στη διεξαγωγή της επιχείρησης.

Οι λόγοι που ο Πούτιν ανάμεσα στις δηλώσεις για διεξαγωγή της επίθεσης άφηνε περιθώρια συμβιβασμού ήταν πολλοί. Ο πρώτος νομίζουμε πως ήταν το γεγονός πως ήδη η ρώσικη ηγεσία είχε διαπιστώσει πως η επικείμενη επίθεση κατά της Ιντλίμπ ένωνε ολοένα και περισσότερες δυνάμεις της Δύσης οι οποίες έντυναν με τα υποκριτικά ρούχα του ανθρωπισμού και των φόβων για χρησιμοποίηση χημικών όπλων την κλιμάκωση της στρατιωτικής τους επέμβαση στις συριακές εξελίξεις. Οι αμερικάνοι όπως και οι αγγλογάλλοι ιμπεριαλιστές διαγωνίζονταν στις απειλητικές δηλώσεις, ενώ και ο γερμανικός ιμπεριαλισμός «πιεζόταν» από τις ΗΠΑ αλλά προπαντός από την ανάγκη του να αντιμετωπίσει τη στρατιωτική του «αναπηρία», να συμμετάσχει στρατιωτικά.

Εξίσου σημαντικός ήταν ο λόγος πως μια τέτοια επίθεση πιθανά να τερμάτιζε τη «Διαδικασία της Αστάνα» και μαζί με αυτή να ακύρωνε σε μεγάλο βαθμό την τακτική προσέγγιση της Ρωσίας με την Τουρκία, προσέγγιση που συνεχίζει να δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στους αμερικανικούς σχεδιασμούς. «Τέλος», δεν πρέπει να ήταν αμελητέο για τη ρώσικη ηγεσία το γεγονός πως με τα δεδομένα που είχαν δημιουργηθεί η επιχείρηση αυτή θα κόστιζε όχι μόνο σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο αλλά και σε στρατιωτικό. Ας σημειώσουμε εδώ πως στην επαρχία Ιντλίμπ έχουν συρρεύσει τόσο χιλιάδες αντικαθεστωτικοί μαχητές και οι οικογένειές τους όσο και άμαχοι από το Χαλέπι, τα περίχωρα της Δαμασκού και όλες τις υπόλοιπες περιοχές όπου δρούσαν οι αντικαθεστωτικοί και τώρα πια έχουν περάσει στον κυβερνητικό έλεγχο, ανεβάζοντας κατά πολύ τον πληθυσμό της.

Με βάση τα προηγούμενα, μάλλον δεν ήταν επίσης τυχαία η εκ πρώτης όψεως παράξενη τοποθέτηση του ιρανού προέδρου, που εμφανίστηκε πιο συγκαταβατικός από τον Πούτιν στην πρόταση Ερντογάν, εστιάζοντας τα πυρά του στις ΗΠΑ που πρέπει να διωχθούν από όλη τη συριακή επικράτεια. Φυσικά, και για να ξαναγυρίσουμε στον Πούτιν, η Ρωσία σαν απαραίτητο στοιχείο του οποιουδήποτε συμβιβασμού έθετε την προστασία της ναυτικής της βάσης στη Λαττάκεια και την αεροπορική της βάση στη Χμεϊμίμ, που και οι δύο γειτονεύουν με την επαρχία Ιντλίμπ.

Τελικά, η συνάντηση στο θέρετρο Σότσι της Μαύρης Θάλασσας «ολοκλήρωσε» σε μια πρώτη φάση τις διεργασίες μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, παράγοντας μια συμφωνία αναβολής της στρατιωτικής επιχείρησης ανακατάληψης της Ιντλίμπ. Στη βάση των όσων έχουν δημοσιοποιηθεί έως τώρα, ισχυρό στοιχείο της συμφωνίας ήταν η δημιουργία μιας αποστρατικοποιημένης ζώνης δεκαπέντε χιλιομέτρων μέσα στη διαφιλονικούμενη επαρχία, με την απόσυρση από αυτήν όλων των βαρέων όπλων (αρμάτων μάχης, αντιαεροπορικών συστημάτων, οπλισμού και πυροβόλων όπλων) με τα οποία είναι εξοπλισμένες οι αντικαθεστωτικές ομάδες καθώς και την απομάκρυνση των εξτρεμιστικών ένοπλων οργανώσεων όπως η «Επιτροπή Απελευθέρωσης του Λεβάντε». Και ταυτόχρονα το πέρασμα του ελέγχου της ζώνης αυτής από κοινού σε τμήματα του τούρκικου στρατού και της ρώσικης στρατιωτικής αστυνομίας.

Καθίσταται φανερό πως τα στοιχεία της συμφωνίας είναι τέτοια που δίνουν περιθώρια ελιγμών και κινήσεων στην κάθε πλευρά και με το ενδεχόμενο να καταρρεύσει να είναι υπαρκτό και μέσα στη «λογική» των πραγμάτων. Σε κάθε περίπτωση, δεν αφαιρεί από τη Ρωσία τη δυνατότητα να ξεκινήσει την επιχείρηση «αν δεν τηρηθούν τα συμφωνημένα» και μάλλον της δίνει επιπλέον πόντους στο πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο. Ενώ και η Τουρκία θα τη χρησιμοποιήσει για την ενίσχυση των θέσεών της μέσα στη Συρία (μέσω και της στήριξης του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού») αλλά και τη διαπραγματευτική της ισχύ προς τη Δύση και τις ΗΠΑ ειδικότερα. Οι οποίες, σημειωτέον, ενώ δεν υλοποιούν –όπως καταγέλλει ο Ερντογάν- τον «οδικό χάρτη για τη Μανπίτζ», συνεχίζουν να επιχειρούν μαζί με τις SDF ανατολικά του Ευφράτη για την κατάληψη της πόλης Χατζίν από το Ισλαμικό Κράτος. Και παράλληλα κλιμάκωσαν στο ίδιο διάστημα τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις στη στρατηγική πόλη-πέρασμα Αλ Τανφ, στη νότια Συρία, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ και την Ιορδανία, ξεκινώντας γυμνάσια με τη συμμετοχή εκατό επιπλέον πεζοναυτών, ώστε να σταλεί –όπως δήλωσε ο αμερικάνος επικεφαλής των γυμνασίων- «ισχυρό μήνυμα στη Ρωσία» να μην επιχειρεί στην περιοχή!

Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση των βασικών αποτελεσμάτων της συνάντησης Πούτιν-Ερντογάν, τη Δευτέρα 17 του Σεπτέμβρη πραγματοποιείται μεγάλη πυραυλική επίθεση κατά στρατιωτικών στόχων στις πόλεις Λαττάκεια, Ταρτούς, Χομς και Χάμα στη βορειοδυτική Συρία. Λίγο μετά η Ρωσία ανακοινώνει ότι ένα κατασκοπευτικό αεροσκάφος της, τύπου Ιλιούσιν -20, αγνοείται και στη συνέχεια ανακοινώνει πως έχει καταρριφθεί. Αρχικά οι Ρώσοι κατηγορούν την ισραηλινή αεροπορία για την κατάρριψή του και απειλούν το Ισραήλ με αντίποινα, ενώ στο διαδίκτυο κυκλοφορούν ειδήσεις και για γαλλικούς πυραύλους που έπληξαν τη Συρία. Τελικά το ρώσικο υπουργείου Άμυνας απέδωσε –μετά από έρευνα- την κατάρριψη σε φίλια πυρά της συριακής αεράμυνας διότι, όπως καταγγέλλει στην ανακοίνωσή του, η ισραηλινή αεροπορία ενημέρωσε στο παρά ένα για την επίθεσή της ενώ χρησιμοποίησε το ρώσικο αεροσκάφος ως κάλυψη από τα συστήματα αεράμυνας της Συρίας.

Το σιωνιστικό κράτος, πέρα από την ανάγκη του να υπογραμμίσει ξανά την κάθετη αντίθεσή του στην ύπαρξη και δράση των ιρανικών πολιτοφυλακών που εδρεύουν στη Συρία, ίσως να ήθελε και για λογαριασμό των ΗΠΑ να στείλει και ένα ευρύτερο μήνυμα με αυτή καθεαυτή την επίθεση αλλά και τον τυχοδιωκτισμό του σε σχέση με το ρώσικο αεροσκάφος. Τυχοδιωκτισμός που γίνεται ακόμα πιο τρομακτικός εάν αναλογιστούμε πως, όπως αποκαλύπτουν ισραηλινές εφημερίδες, τη νύχτα της Δευτέρας δεν πετούσαν στον ουρανό της Συρίας μόνο ρώσικα, ισραηλινά και γαλλικά αεροσκάφη (!) αλλά εντοπίστηκαν και βρετανικά μαχητικά! Εν τω μεταξύ η Γαλλία, ενώ δήλωσε πως δεν έχει καμιά σχέση με την κατάρριψη, δεν σχολίασε τις ρώσικες καταγγελίες για εκτόξευση από τη γαλλική φρεγάτα Auvergne 28 πυραύλων τύπου Κρουζ εναντίον στόχων στη Συρία εκείνο το ίδιο βράδυ!

Τα προηγούμενα όχι μόνο δεν επιτρέπουν εφησυχασμό, αλλά, δίνοντας μια μικρή μάλλον εικόνα της επικινδυνότητας που μέρα τη μέρα ανεβαίνει κλίμακες στην περιοχή, δημιουργούν φόβους για περισσότερο πόλεμο και μεγαλύτερη δυστυχία.

Κατηγορίες

Αναζήτηση