Συρία- Αφγανιστάν: Ποιοι ήταν οι παραλήπτες των εγκληματικών επιθέσεων των ΗΠΑ;

Η δολοφονική επίθεση των ΗΠΑ σε στρατιωτική βάση της Συρίας καθώς και η ρίψη -που ακολούθησε λίγες μέρες μετά- της λεγόμενης «μητέρας όλων των βομβών» (τίτλος για εκφοβισμό αντιπάλων αλλά και λαών) στο Αφγανιστάν, έκαναν ολοφάνερο το γεγονός πως η ανθρωπότητα έχει εισέλθει για τα καλά σε μια περίοδο σοβαρών και επικίνδυνων εξελίξεων, κεντρικό χαρακτηριστικό των οποίων αποτελεί η παραπέρα κλιμάκωση του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστών για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Ενώ δεν μπορούμε, αν και αναλύεται με άλλο άρθρο στην παρούσα έκδοση, παρά να συνδέσουμε τις δύο αυτές εγκληματικές επιθέσεις, με την εκτόξευση απειλών στη Βόρεια Κορέα και την αποστολή αμερικανικής αρμάδας στην περιοχή της ΝΑ Ασίας.

Για να ξαναγυρίσουμε στις δύο επιθέσεις, και για το ένα πρόσχημα, την τιμωρία για την εγκληματική επίθεση με χημικά αέρια στην πόλη Ιντλίμπ, και για το άλλο, το χτύπημα κάποιων υπόγειων δικτύων του ISIS, έχουμε σοβαρές αντιρρήσεις και επιφυλάξεις. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ISIS και η «καταπολέμησή» του χρησιμοποιείται από αυτούς που τον εξέθρεψαν για την προώθηση των σχεδίων τους. Και δεν είναι πρώτος ο ISIS. Αντίστοιχα στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε και η Αλ Κάιντα. Όσο για τη χημική επίθεση, πολιτικά σκεφτόμενοι, ο τελευταίος που θα επωφελούνταν από μια τέτοια κίνηση θα ήταν ο Άσαντ, οπότε διατηρούμε σοβαρότατες επιφυλάξεις για το ποιος τελικά ήταν ο ηθικός και φυσικός αυτουργός της αποτρόπαιης αυτής επίθεσης. Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα προσχήματα μπορούν στα σοβαρά να αποπροσανατολίσουν όποιον θέλει να αποπροσανατολιστεί. Να μας αποπροσανατολίσουν δηλαδή από τα πεδία στα οποία πρέπει να αναζητηθούν οι πραγματικοί λόγοι που ώθησαν τη νέα διοίκηση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να προβεί σ’ αυτές τις κινήσεις, για το ποιοι είναι «παραλήπτες» των κινήσεων αυτών, καθώς και τα ερωτήματα και οι «ασάφειες» της επόμενης μέρας.

Ξεκινώντας από την πυραυλική επίθεση στη Συρία, η διοίκηση Τραμπ έστειλε ένα μήνυμα αποφασιστικότητας στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης των ΗΠΑ. Αλλά και συσπείρωσε σε μια κατεύθυνση, αυτής της επίδειξης ισχύος, τα βασικά πολιτικά κέντρα της αμερικανικής υπερδύναμης, δίνοντας ένα κατ’ αρχήν πλαίσιο κίνησης για το επόμενο διάστημα. Μια επίδειξη ισχύος που δείχνει ποιος εξακολουθεί να είναι, παρά την αποπροσανατολιστική φλυαρία, ο στρατηγικός ανταγωνιστής των ΗΠΑ. Μια επίδειξη ισχύος που έρχεται να επανεπιβεβαιώσει το γεγονός πως παραμένει η ισχυρότερη δύναμη στον πλανήτη και με ενεργή παρουσία σε όλα τα βασικά μέτωπα που έχουν ανοιχτεί την τελευταία περίοδο. Είτε αυτό αφορά το τόξο περικύκλωσης (βασικά) της Ρωσίας που ξεκινά από τις Βαλτικές και διατρέχοντας την Ουκρανία, τα Βαλκάνια, το Αιγαίο και τη Μέση Ανατολή καταλήγει στο Αφγανιστάν. Το οποίο έχει σήμερα επίκεντρο τη Συρία. Είτε αφορά το μέτωπο του Ειρηνικού και την προσπάθεια των ΗΠΑ να το «προσθέσουν» στο προηγούμενο, μέτωπο που έχει σαν σημαντικό αλλά όχι μοναδικό επίδικο την ποδηγέτηση των βλέψεων της Κίνας.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, το μήνυμα ήταν ηχηρό τόσο προς τη Ρωσία όσο και προς την Κίνα αν και με διαφορετικό τρόπο και στόχο. Όσον αφορά τη Ρωσία και με επίκεντρο το συριακό ζήτημα, ήταν πασιφανές εδώ και πολύ μεγάλο διάστημα το κενό τακτικής που αντιμετώπιζαν οι ΗΠΑ. Διότι τα επιτελεία τους, από τη μια, είχαν αφήσει πίσω τους, μιας και τη θεωρούσαν αποτυχημένη, την «προσέγγιση» Μπους –Τσέινι για τη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, ωστόσο, δεν είχαν καταφέρει να την αντικαταστήσουν με μια άλλη συνεκτική πολιτική και αρκούνταν σε μικρής εμβέλειας κινήσεις. Η θεαματική και καθ’ όλα σημαντική και κλίμακας παρέμβαση της Ρωσίας τον Σεπτέμβρη του 2015, έθεσε τα επιτελεία των ΗΠΑ μπροστά στο γεγονός και της απώλειας του προνομίου των πρωτοβουλιών, που για δεκαετίες διατηρούσε ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός. Σε σημείο να βλέπει τον στρατηγικό αντίπαλο (Ρωσία) όχι μόνο να έχει νομιμοποιήσει την παρουσία του στο έδαφος της Συρίας, ανατρέποντας με την άμεση παρέμβασή του πλήρως τους στρατιωτικούς συσχετισμούς δυνάμεων στη συριακή επικράτεια. Αλλά, επενδύοντας πολιτικά σ’ αυτό και εκμεταλλευόμενος μια σειρά αντιθέσεις και διαφοροποιήσεις των δυτικών και των συμμάχων τους, να διοργανώνει τελευταία «ειρηνευτικές πρωτοβουλίες» (Αστάνα), με την ανοχή ακόμα και του ΓΓ του ΟΗΕ αλλά και τη συμμετοχή ενός μέλος του ΝΑΤΟ (Τουρκία).

Η διοίκηση Τραμπ, επιλέγοντας να χτυπήσει, δείχνει κατ’ αρχήν τη θέλησή της να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει (μιλάμε πάντα για τη Συρία) από τους Ρώσους (έλεγχος εδάφους, «εργαλεία» και σύμμαχοι εντός της Συρίας). Γνωρίζει ότι, τόσο γενικά (Ευρωπαίοι σύμμαχοι) όσο και στην περιοχή (Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, Τουρκία κλπ), οι ΗΠΑ -εν δυνάμει- μπορούν να κινητοποιήσουν περισσότερες δυνάμεις. Ταυτόχρονα, αυτή η κίνηση ήδη πλαισιώθηκε από μια αποφασιστικότερη στήριξη, στο εσωτερικό της Συρίας, του «συνασπισμού ενάντια στον ISIS». Πράγμα που μας κάνει να πιθανολογούμε πως το επόμενο διάστημα θα επιδιωχθεί από τις ΗΠΑ, ο «συνασπισμός» να βγει πρώτος στον αγώνα για την κατάληψη της Ράκα, καταλαμβάνοντάς την πριν από τις δυνάμεις των Άσαντ- Ρωσίας- Ιράν. Εάν αυτό επιτευχθεί, τότε θα δημιουργηθεί μια κατάσταση, με τη Συρία να είναι διαιρεμένη στα τέσσερα. Τα δυτικά παράλια, με την πρωτεύουσα Δαμασκό, θα τα ελέγχει το καθεστώς Άσαντ- Ρωσίας- Ιράν. Ένα κομμάτι στη βόρεια Συρία θα το ελέγχει η Τουρκία και ακριβώς εκατέρωθεν αυτού τα κούρδικα καντόνια που ήδη λειτουργούν αυτονομημένα. Και την κεντροανατολική Συρία, με κέντρο τη Ράκα, θα την ελέγχουν οι ΗΠΑ και οι «Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις». Μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε στις ΗΠΑ την δυνατότητα ακόμα και να διαπραγματευτούν με άλλους όρους τη μοιρασιά της Συρίας και τον ρόλο τους (που απαιτούν να είναι καθοριστικός) στην ευρύτερη περιοχή. Ήδη ο ρώσικος ιμπεριαλισμός «απάντησε» με τη διακοπή του μνημονίου συνεννόησης που είχε με τις ΗΠΑ και που αφορούσε «την αποτροπή επεισοδίων και τη διασφάλιση της αεροπορικής ασφάλειας στη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Συρία». Επιπλέον, δήλωσε πως θα ενισχύσει άμεσα την αντιαεροπορική άμυνα του συριακού καθεστώτος και δεν θα κάνει ανεκτή παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον! Έτσι όμως και με δεδομένη την ύπαρξη της πυρηνικής οροφής που δρα αποτρεπτικά και που όμως όλο και συζητιέται και πλησιάζεται, η στάθμη της επικινδυνότητας της επόμενης μέρας ανεβαίνει σε κρίσιμα ύψη!

Όσον αφορά την Κίνα, συνυπολογίζοντας μαζί με το χτύπημα στη Συρία, που έγινε παρουσία του προέδρου Ζι Ζιπίνγκ που βρίσκονταν στις ΗΠΑ για διμερείς επαφές με την αμερικανική ηγεσία, και το χτύπημα στο Αφγανιστάν αλλά και τις επιθετικές ενέργειες που εξελίσσονται σε βάρος της Βορείου Κορέας, μπορούμε να ισχυριστούμε πως αυτή η πολιτική έχει ήδη επιδράσει στο «μάζεμα» της Κίνας και στη διαφοροποίησή της από τη Ρωσία. Η αμερικανική ηγεσία φαίνεται πως, είτε από σχέδιο είτε επειδή «της βγήκε», κατάφερε, χωρίς να ρίξει εντελώς τους τόνους που αρχικά είχε σηκώσει έναντι της Κίνας, να χρησιμοποιήσει αυτή της την τακτική εφαρμόζοντας την κλασσική –από το 1970 έως σήμερα- αμερικανική πολιτική έναντι της Κίνας, που προσπαθούσε να μην την σπρώχνει στην στρατηγική αγκαλιά της Ρωσίας. Έτσι έχοντας παραλάβει το μήνυμα, η κινέζικη αντιπροσωπεία στην τελευταία σύγκλιση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, σε αντίθεση με ότι έπραττε τα προηγούμενα χρόνια, δεν έβαλε βέτο όπως η Ρωσία αλλά επέλεξε τη στάσης της αποχής (που σημαίνει ότι δεν μπαίνει φραγμός) στο ψήφισμα των δυτικών για τη Συρία. Στην κατεύθυνση του περιορισμού των φιλοδοξιών της κινέζικης ηγεσίας θεωρούμε πως λειτούργησε η βόμβα στο Αφγανιστάν (που επίσης είχε παραλήπτη και τη Ρωσία) όπως και η αρμάδα που πλέει στη ΝΑ Ασία. Ειδικά για το τελευταίο γεγονός, το κάλεσμα της Κίνας προς τη Βόρειο Κορέα να συμμορφωθεί με τους διεθνείς κανόνες, μάλλον απηχεί τη δυσαρέσκεια της κινέζικης ηγεσίας, που ο προστατευόμενός της την βάζει σε μια αντιπαράθεση που δεν θέλει –τουλάχιστον σε αυτή την φάση. Θυμίζοντας έντονα τα ανάλογα προβλήματα που συναντούσαν οι ΗΠΑ από τις κατά καιρούς επιλογές του Ισραήλ. Γενικά πάντως, μπορούμε να πούμε πως στα βασικά της σημεία η νέα σχέση ΗΠΑ-Κίνας παραμένει υπό διαμόρφωση και κάθε άλλο παρά έχουν κλείσει τα ζητήματα που απασχολούν τις δύο πλευρές.

Ένας από τους κύριους παραλήπτες των επιθέσεων ήταν οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, που θέλοντας ή μη στοιχήθηκαν με τις διαφοροποιήσεις τους πίσω από τις ΗΠΑ. Αυτή η έστω και γενική ευθυγράμμιση, παρά το γεγονός πως δεν εξαλείφει –και πως θα μπορούσε άλλωστε;- τις ευρωατλαντικές αντιθέσεις, δίνει ένα επιπλέον ατού προς χρησιμοποίηση στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Ώστε να αποκαταστήσει τμήμα του χαμένου κύρους του στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας αλλά και να αυξήσει τις απαιτήσεις του προς την «σύμμαχο Ευρώπη». Οι απαντήσεις των παραληπτών βέβαια διέφεραν, αντανακλώντας τις προθέσεις και τα ζητήματα που αντιμετωπίζει ο καθένας. Με την άμεση υποστήριξη, ειδικά της επίθεσης στη Συρία, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός θέλησε να υπογραμμίσει ότι οι ΗΠΑ, επιτέλους (!) υιοθετούν τη δική του (σκληρή) πολιτική έναντι του καθεστώτος Άσαντ. Επιπλέον, ήθελε και με αυτό τον τρόπο να βάλει ακόμα μεγαλύτερες υποθήκες ώστε να ληφθεί σοβαρά υπόψη στη μοιρασιά της περιοχής. Ο αγγλικός ιμπεριαλισμός, έχοντας ανοιχτά τα ζητήματα των σχέσεών του με την Ευρωπαϊκή Ένωση, πήρε το μήνυμα, «απαντώντας» πως οι ΗΠΑ μπορούν να υπολογίζουν σ’ έναν σταθερό σύμμαχο. Ενώ και ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, παρά τις επισημάνσεις του για την ανάγκη εύρεσης πολιτικής λύσης στο συριακό, αναγκάστηκε να δηλώσει πως θεωρεί «κατανοητή» την επίθεση στη Συρία, κάνοντας ένα ακόμα –έστω και αναγκαστικό- αντιρωσικό κλικ. Ωστόσο, είναι βέβαιο πως οι αμερικανοευρωπαϊκές σχέσεις θα συνεχίσουν να δοκιμάζονται και τα δεδομένα που πάραξαν οι επιθετικές ενέργειες των ΗΠΑ δεν φτάνουν και δεν θα μπορέσουν να δώσουν τις απαντήσεις στα σημαντικά ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί γι’ αυτές.

Ανάλογα και με μεγαλύτερη θέρμη στοιχήθηκαν πίσω από τις ΗΠΑ μια σειρά περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία και καθεστώτα όπως του Ισραήλ, με κρίσιμο ρόλο και δυνατότητες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Έτσι, παρά το γεγονός των προβλημάτων που παραμένουν, όπως στη σχέση ΗΠΑ-Τουρκίας, οι κινήσεις του αμερικανικού ιμπεριαλισμού όχι μόνο δημιουργούν ένα πλαίσιο επαναπροσέγγισης αλλά στέλνουν ταυτόχρονα και μήνυμα συμμόρφωσης και προς τους διάφορους «άτακτους».

«Τελευταίος» αλλά καθόλου έσχατος παραλήπτης των δολοφονικών αυτών επιθέσεων ήταν οι λαοί όλου του κόσμου. Ώστε να παρακολουθούν φοβισμένοι την όξυνση του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστών, να αποδεχτούν την μοίρα του θύματος, να συνηθίσουν στην ιδέα ότι μεγαλώνουν οι πιθανότητες να ξαναγίνουν κρέας για τα κανόνια των ισχυρών, ότι οι δυνατοί αυτού του πλανήτη ετοιμάζουν νέες χιλιάδες και εκατομμύρια εκατόμβες νεκρών, σακατεμένων και κατατρεγμένων και οι λαοί δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για να το αποτρέψουν. Ακριβώς ανάποδα πρέπει να σκεφτούν και να δράσουν οι λαοί: πως οι ιμπεριαλιστές προσπαθούν να τους φοβίσουν διότι τους φοβούνται. Και πως η διέξοδος βρίσκεται στο να υψωθούν σαν σώμα κινήματος, αντιπολεμικού και αντιιμπεριαλιστικού, απέναντι στους δυνάστες τους.

Αναζήτηση

Κατηγορίες