ΣΥΝΟΔΟΣ ΕΕ:  Τα μίζερα 60χρονα μιας αντιδραστικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας

Κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή ήταν η επετειακή, για τα 60 χρόνια από την ίδρυση της, Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που πραγματοποιήθηκε –όπως και τότε-στη Ρώμη. Η ανοιχτή και ισχυρή εκδήλωση των εγγενών αντιφάσεων του εγχειρήματος, σε συνδυασμό με μια αναγκαστική πορεία συνεχούς δοκιμασίας των συνεκτικών της στοιχείων, σε ένα ασταθές και μεταβατικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τους εντεινόμενους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, δεν προσφερόταν για πανηγυρισμούς.

Στο πρώτο πεδίο, μπορούν δια γυμνού οφθαλμού να επισημανθούν τα πολλαπλά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί στο εσωτερικό της ΕΕ μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης. Αυτά είναι φανερό ότι έχουν ενταθεί κατακόρυφα μετά και το δημοψήφισμα για την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ αλλά και την ένταση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών από τις επεμβάσεις, τους πολέμους, τη λεηλασία και τη φτώχεια που φέρνει ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστών (μεταξύ αυτών και των ιμπεριαλιστών της ΕΕ). Προβλήματα που λειτούργησαν σαν «ανασκαφέας» που έφερε στην επιφάνεια αλλά και όξυνε όλες τις –κύριες και δευτερεύουσες- ενδοευρωπαϊκές αντιθέσεις. Οι εξαιρέσεις από τους «κοινούς κανόνες» πληθαίνουν, η Συνθήκη Σένγκεν αμφισβητείται. Στη Γαλλία, το κεφάλαιο χρησιμοποιεί ακόμη και τη Λεπέν για να δείξει την δυσαρέσκειά του με την γερμανική υπεροχή.

Επιπλέον δεδομένο είναι ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο στρατηγικής επίθεσης ενάντια και στην εργατική τάξη και τους λαούς της ΕΕ, καθώς και κλιμάκωσης της καταλήστευσης και βαθέματος της εξάρτησης των μικρότερων χωρών της. Εξελίξεις που απονομιμοποιούν παραπέρα το ιμπεριαλιστικό και αντιδραστικό αυτό εγχείρημα στα μάτια των ευρωπαϊκών λαών. Εξελίξεις που χρησιμοποιούνται από τις ακροδεξιές δυνάμεις για την ενδυνάμωση του αντιδραστικού κλίματος αλλά και συνδυάζονται – από τις επίσημες ηγεσίες των χωρών της ΕΕ – με ένταση της φασιστικοποίησης της δημόσιας ζωής σε όλη την Γηραιά Ήπειρο.

Στο δεύτερο πεδίο, αλλά σε πρώτο πλάνο, βρίσκεται το άκρως σοβαρό ζήτημα των σχέσεων με τις ΗΠΑ που έχουν μπει σε μια φάση επαναδιαπραγμάτευσης και με πολλά επίδικα. Αντίστοιχα σοβαρά είναι τα ζητήματα που αφορούν τη στάση απέναντι στη Ρωσία αλλά και την Κίνα, τόσο τα γεωπολιτικά όσο και τα οικονομικά. Επίσης, απασχολούν έντονα τόσο αυτές καθ’ εαυτές οι σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας («ενταξιακή πορεία»-λέμε τώρα!) όσο και ειδικότερα η συμφωνία για το μεταναστευτικό. Ευρύτερα αποτελεί σημαντικό πεδίο προβληματισμού ο ρόλος και η θέση της ΕΕ σε περιοχές του άμεσου ενδιαφέροντός της, περιοχές κρίσιμες από κάθε άποψη και φλεγόμενες από τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό: Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, Βαλκάνια, καθώς και η περιοχή της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.

Για την ΕΕ των πολλών ταχυτήτων

Γνωρίζοντας τα προηγούμενα και από πρώτο χέρι, οι «τέσσερις μεγάλοι» της ΕΕ (ή αν προτιμάτε, οι 2+2), Γερμανία-Γαλλία και Ισπανία – Ιταλία, φρόντισαν στις αρχές Μαρτίου να συναντηθούν και να προσδιορίσουν –όσο αυτό ήταν δυνατό υποκειμενικά αλλά και αντικειμενικά- ένα κοινό πλαίσιο κίνησης το επόμενο διάστημα. Οι δηλώσεις όλων τους για την ανάγκη μιας ΕΕ των πολλών ταχυτήτων, άσχετα εάν μετά στρογγυλεύτηκαν διπλωματικά, απηχούσε κατ’ αρχήν τον πιθανό δρόμο απάντησης στα εσωτερικά προβλήματα της ΕΕ και τις εξωτερικές προκλήσεις που αυτή δέχεται αλλά εμπεριείχε και έναν τόνο προειδοποίησης στα απείθαρχα μέλη της «ένωσης». Από αυτή την άποψη, καθόλου τυχαίο δεν ήταν πως ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, κατά την ομιλία του λίγο πριν την υπογραφή της «Διακήρυξης της Ρώμης», τόνισε πως «δεν φτάνει να διαμαρτυρόμαστε κατά των πολλών ταχυτήτων» υπογραμμίζοντας την σημασία «σεβασμού των κοινών κανόνων». Βέβαια, όπως πολλοί αναλυτές επισημαίνουν και σωστά, όχι μόνο η «φιλολογία» για μια ΕΕ πολλών ταχυτήτων δεν είναι καινούρια ιστορία[i], αλλά με έναν τρόπο και ως ένα –όχι αμελητέο βαθμό- αυτή ήδη υφίσταται. Το τελευταίο πιστοποιούν η ίδια η δημιουργία της ζώνης του ευρώ (19 από τα 27 μέλη της ΕΕ), η συμμετοχή στη Συνθήκη Σένγκεν 21 μελών από τα 27, αλλά και η άτυπη συγκρότηση της ομάδας του Βίζενγκραντ μ’ αφορμή το μεταναστευτικό. Ωστόσο, όλοι επίσης κατανοούν πως η σύγχρονη συζήτηση και η στρογγυλεμένη αποτύπωση του εν λόγω ζητήματος στο κείμενο της νέας «Διακήρυξης της Ρώμης» συνιστά ποιοτικό διαφορετικό στοιχείο. Μέτρο της οξύτητας των προβλημάτων, ομολογία των ορίων του εγχειρήματος αλλά και σαφής οπισθοχώρηση από τις πάλαι ποτέ διακηρύξεις που τόνιζαν πως η ΕΕ βαδίζει στα χνάρια της ολοκλήρωσης κλπ. Αναφέρει συγκεκριμένα η Διακήρυξη:

«Θα προχωρούμε ενωμένοι, με διαφορετικούς ρυθμούς και ένταση όπου χρειάζεται, αλλά πάντα προς την ίδια κατεύθυνση, όπως έχουμε κάνει και στο παρελθόν, τηρώντας τις Συνθήκες και διατηρώντας πάντα ανοιχτή την πόρτα σε εκείνους που θα θελήσουν να συμμετάσχουν αργότερα».

Άραγε, μετά από αυτές τις ομολογίες αλλά πολύ περισσότερο μετά και την διαδικασία –μακρόσυρτη και επίπονη και για τις δύο πλευρές είναι αλήθεια- της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ, τι θα ανακαλυφθεί από τους δεξιούς και αριστερούς (έως και ριζοσπάστες!) θεωρητικούς της παγκοσμιοποίησης και των ολοκληρώσεων για να αναστυλωθούν οι γκρεμισμένοι αυτοί μύθοι;

Στήριξη στο «κοινό όχημα»

Φυσικά το στρογγύλεμα των διατυπώσεων στην διακήρυξη δεν ήταν απλά αποτέλεσμα ενός πολιτικού «σάβουαρ βιβρ» των ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών της ΕΕ προς τις χώρες της δεύτερης και τρίτης γραμμής, και για να μην τους κακοκαρδίσουν. Αυτή η μεσοβέζικη διατύπωση αντανακλά μάλλον και την διάθεσή τους να προλάβουν την ενθάρρυνση ήδη εκδηλωμένων φυγόκεντρων τάσεων που ευνοούνται από την γενικότερη κατάσταση στον πλανήτη αλλά και διφορούμενη στάση συμμάχων/ανταγωνιστών όπως οι ΗΠΑ. Επιπλέον είχαν κάθε λόγο και συμφέρον, στο κείμενο να αποτυπωθεί η ισχυρή στήριξή τους στο εγχείρημα αυτό της ΕΕ, διότι παρά τα προβλήματα και τις εγγενείς του αδυναμίες, έχει αποδειχθεί ένα πολύ καλό κοινό όχημα παρέμβασης στον πλανήτη και συμμετοχής με καλούς όρους στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, κύρια τον οικονομικό. Γι’ αυτό και ακριβώς πριν την αναφορά στους «διαφορετικούς ρυθμούς» και μάλιστα στην ίδια παράγραφο με αυτήν την αναφορά, υπογραμμίζεται:

«Θα καταστήσουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση ισχυρότερη και πιο ανθεκτική, μέσα από ακόμα μεγαλύτερη ενότητα και αλληλεγγύη μεταξύ μας και μέσα από την τήρηση κοινών κανόνων. Η ενότητα είναι αναγκαιότητα, αλλά και ελεύθερη επιλογή μας. Το κάθε κράτος μόνο του, θα είχε περιθωριοποιηθεί από την παγκόσμια δυναμική. Μόνο αν είμαστε ενωμένοι μπορούμε να επηρεάσουμε τη δυναμική αυτή και να προστατεύσουμε τα κοινά μας συμφέροντα και αξίες».

Αλλά και λίγο παρακάτω:

«Στα επόμενα δέκα χρόνια επιθυμούμε μια Ένωση ασφαλή, ευημερούσα, ανταγωνιστική, βιώσιμη και κοινωνικά υπεύθυνη και με τη βούληση και την ικανότητα να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στον πλανήτη και να διαμορφώνει την παγκοσμιοποίηση».

Άρση του προστατευτισμού… για τους άλλους

Αναφερόμενη η διακήρυξη στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ, αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει πρωτοφανείς προκλήσεις, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στο εσωτερικό της: περιφερειακές συρράξεις, τρομοκρατία, αυξανόμενες μεταναστευτικές πιέσεις, προστατευτισμός, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες».

Επειδή η αναφορά στον προστατευτισμό είναι φανερό ότι «δείχνει» τις ΗΠΑ και τη νέα διοίκηση Τραμπ, θα θέλαμε για μια ακόμη φορά να καταδείξουμε την ιμπεριαλιστική υποκρισία που αποκρύβει το πραγματικό περιεχόμενο τέτοιων αναφορών. Λίγες εβδομάδες πριν, στις αρχές Μαρτίου, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία προώθησαν στην Κομισιόν σχέδιο παρεμπόδισης ξένων επενδύσεων που έχουν «πολιτικά κίνητρα» και της ζήτησαν να δράσει απέναντι σε εξαγορές «που θα μπορούσαν να πλήξουν τα στρατηγικά συμφέροντα της Ευρώπης». Το έγγραφο αυτό αναφέρεται ακόμα και στην ανάγκη παρεμπόδισης «διείσδυσης στη διοίκηση ατόμων από χώρες εκτός της ΕΕ» (!) και περιλαμβάνει πολλές αναφορές στην Κίνα. Δεν είναι τυχαίο ότι την τελευταία περίοδο έχουν υπάρξει σοβαρές αντιδράσεις στη Γερμανία για μια σειρά εξαγορών τεχνολογικών της εταιρειών από κινέζικες επιχειρήσεις.

Η ΕΕ σαν ιμπεριαλιστική συμμαχία απέναντι στις «προκλήσεις»

Στο κείμενο της διακήρυξης περιγράφονται οι «προκλήσεις» για την ΕΕ αλλά και ένα γενικό –όπου μπορεί να υπάρξει έστω ένα τέτοιο- πλαίσιο αντιμετώπισής τους. Έτσι, αν εξαιρέσουμε τα ευχολόγια περί κοινωνικής Ευρώπης, στο κείμενο είναι φανερή η αγωνία για το ακανθώδες για την ΕΕ ζήτημα των μεταναστευτικών ροών, και το συναπτόμενο με αυτό ζήτημα των «εξωτερικών συνόρων». Πρώτον, διότι μέσω του μεταναστευτικού οι ΗΠΑ βάζουν στην ΕΕ διάφορες τρικλοποδιές μέσω των χωρών της «νέας Ευρώπης» αλλά και μέσω του ΝΑΤΟ της έχουν αποσπάσει σημαντικό τμήμα του ρόλου που νιώθουν ότι της ανήκει (π.χ. στο Αιγαίο). Δεύτερον, διότι βρισκόμαστε σε μια από τις πιο δύσκολες και περίπλοκες φάσεις της σχέσης ΕΕ-Τουρκίας, που δεν γνωρίζουν πού μπορεί να οδηγήσει.

Απόλυτα εξηγήσιμη για την ενίσχυση των συνεκτικών στοιχείων της ιμπεριαλιστικής αυτής συμμαχίας, είναι οι αναφορές σε «μια ισχυρή, διασυνδεδεμένη και εξελισσόμενη ενιαία αγορά που θα ενσωματώνει τις τεχνολογικές μετεξελίξεις και ένα σταθερό και ισχυρότερο ενιαίο νόμισμα θα διανοίγουν οδούς ανάπτυξης, συνοχής, ανταγωνιστικότητας, καινοτομίας και συναλλαγών». Ενώ το ίδιο εξηγήσιμη είναι και η αναφορά σε «μια Ένωση όπου ο ενεργειακός εφοδιασμός θα διασφαλίζεται και θα είναι οικονομικά προσιτός». Διότι σ’ αυτό το ζήτημα η ΕΕ δέχεται ισχυρές πιέσεις από τις ΗΠΑ για ενεργειακή απεξάρτηση από την Ρωσία αλλά αυξάνει – σε συνθήκες οξυμένου ανταγωνισμού στον οποίο η ενέργεια είναι ένα από τα χρησιμοποιούμενα «όπλα»- και για την ίδια την ΕΕ η ανάγκη για ενεργειακή αυτάρκεια και ανεξαρτησία.

Το τέταρτο και τελευταίο σημείο που έχει επικεφαλίδα «Μια ισχυρότερη Ευρώπη στην παγκόσμια σκηνή», κάνει σαφείς αναφορές στον διεθνή –ιμπεριαλιστικό- ρόλο της ΕΕ («μια Ένωση που θα διευρύνει τις υφιστάμενες εταιρικές σχέσεις, θα οικοδομεί νέες και θα προάγει τη σταθερότητα και την ευημερία στην άμεση γειτονία της ανατολικά και νότια, αλλά και στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική και παγκοσμίως») και θέτει ως στόχο «μια Ένωση έτοιμη να αναλάβει περισσότερες ευθύνες και να συνδράμει για τη δημιουργία μιας περισσότερο ανταγωνιστικής και ολοκληρωμένης αμυντικής βιομηχανίας· μια Ένωση που θα δεσμεύεται να ενισχύει την κοινή της ασφάλεια και άμυνα, και σε συνεργασία και συμπληρωματικά με τον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές συνθήκες και τις νομικές δεσμεύσεις· μια Ένωση που θα συμμετέχει ενεργά στα Ηνωμένα Έθνη και θα προστατεύει ένα πολυμερές σύστημα που θα βασίζεται σε κανόνες […]».

Έτσι, η ΕΕ συνολικά, αλλά και η κάθε μια από τις ισχυρές ευρωπαϊκές καγκελαρίες, εκφράζει την επιθυμία να αναβαθμίσει τον ρόλο και τη θέση της σε μια περιοχή άμεσου ενδιαφέροντος και η οποία έχει μετατραπεί σε πεδίο άγριας ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης. Χαρακτηριστικές είναι, από την άποψη αυτή, οι αναπτυσσόμενες πολιτικο-στρατιωτικές σχέσεις της Γαλλίας αλλά και της Γερμανίας με τη χούντα της Αιγύπτου, όπως και η επανενεργοποίηση τους (και της Ιταλίας συμπεριλαμβανομένης) στη Λιβύη. Για να μην αναφερθούμε για χιλιοστή φορά στην εμπλοκή τους στο συριακό ζήτημα.

Αντίστοιχα η αναφορά στο ΝΑΤΟ είναι ενδεικτική για το πώς εσωτερικεύονται οι πιέσεις που δέχεται η ΕΕ και ειδικότερα οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες που την καθοδηγούν, όσον αφορά την σχέση τους με τις ΗΠΑ αλλά και τον ρόλο που θέλουν να έχουν στις διεθνείς εξελίξεις. Επίσης, διαφαίνεται και η προσπάθεια να περιγράψουν έναν δρόμο αντιμετώπισης αυτών των πιέσεων. Πάντως, είναι γεγονός πως σε αυτή τη φάση η ΕΕ βρίσκεται στην αρχή της ανίχνευσης αυτού του δρόμου, όχι μόνο λόγω των αντιθέσεων που διατρέχουν τις βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που ορίζουν τον προσανατολισμό της αλλά και αντικειμενικά, διότι ακόμη δεν έχουν, από την άλλη πλευρά του ατλαντικού, «ξεδιπλωθεί» σημαντικές παράμετροι της πολιτικής απέναντί της. Διότι μπορεί μετά από διάφορες προσαρμογές, η νέα διοίκηση των ΗΠΑ να δείχνει πως προσπαθεί να μετριάσει την αρχική πιο αποφασιστική της στάση (και η οποία εμπεριείχε έντονο το στοιχείο της υποταγής των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών: μπράβο στο Brexit , η Ευρώπη έχει γίνει όχημα της Γερμανίας κλπ), συνδυάζοντάς τη με την παλιότερη πιο «παραδοσιακή» τακτική έναντι της ΕΕ, ωστόσο κανείς δεν μπορεί με σιγουριά να υποστηρίξει πώς ακριβώς θα κινηθεί το επόμενο διάστημα.

Συναρτώμενη με τα προηγούμενα αλλά και με την αυτονομία της, είναι η σχέση της ΕΕ και των βασικών ιμπεριαλιστικών χωρών της με τη Ρωσία, και η οποία διαπερνάται από μια σοβαρή αντίφαση. Από τη μια, οι βασικές χώρες της ΕΕ επιθυμούν μια άλλη σχέση με τη Ρωσία (κατά βάση και κατ’ αρχήν στο οικονομικό- ενεργειακό επίπεδο) και δυσανασχετούν με τις συνεχείς πιέσεις των ΗΠΑ που έχουν σκοπό στον περιορισμό αυτών των βλέψεων. Από την άλλη, τους διακατέχει μεγάλη ανασφάλεια και φόβος και μόνο στην πιθανότητα να βρεθούν μόνες τους απέναντι σ’ αυτήν (την Ρωσία) χωρίς την στρατηγική κάλυψη των ΗΠΑ.

Συμπερασματικά και χωρίς να έχει αλλάξει το γεγονός πως τα θετικά του «κοινού οχήματος» για τους ιμπεριαλιστές και τις αστικές τάξεις εξακολουθούν να βαραίνουν κατά πολύ περισσότερο έναντι και των προβλημάτων του, είναι φανερό πως η ΕΕ έχει ήδη μπει σε μια περίοδο σοβαρής δοκιμασίας, για την αντιμετώπιση της οποίας τα κείμενα των διακηρύξεών της θα παίξουν τον μικρότερο ρόλο…


[i] Έτσι, το 1975 η έκθεση Τίντεμανς, που συντάχθηκε από τον πρώην πρωθυπουργό του Βελγίου, προώθησε την ιδέα μιας ΕΟΚ (τότε) δύο ταχυτήτων. Το 1994 ο Έντουαρτ Μπαλαντίρ, πρωθυπουργός τότε της Γαλλίας, πρότεινε μια Ευρώπη τριών ομόκεντρων κύκλων: έναν εσωτερικό πυρήνα του ενιαίου νομίσματος, μια μέση βαθμίδα όσων είναι στην ΕΕ αλλά όχι στο ενιαίο νόμισμα και έναν εξωτερικό κύκλο μη μελών με στενούς δεσμούς με την ΕΕ. Την ίδια χρονιά, δύο Γερμανοί χριστιανοδημοκράτες, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πρότειναν τη δημιουργία ενός «κεντρικού σκληρού πυρήνα» στην ΕΕ.

Κατηγορίες

Αναζήτηση