Συμφωνία Eurogroup: Πήρε ανάσα η αστική τάξη της χώρας;

Θετικά βιάζεται να απαντήσει στο ερώτημα η ανοιχτά κυβερνητική «Αυγή» της 25/6, αποτιμώντας σε 95 δισ. τα κέρδη της «χώρας» από τη μικτή διαχείριση των βραχυπρόθεσμων μέτρων –που έχουν αρχίσει να υλοποιούνται- και των μεσοπρόθεσμων της τελευταίας συμφωνίας.

Αναδρομή

Μια μικρή αναδρομή στην περίοδο των τυπικών μνημονίων είναι αλήθεια ότι δεν είναι ενθαρρυντική για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της μεγαλοαστικής τάξης, για τη δημοσιονομική πολιτική της, τα «αναπτυξιακά» της σχέδια – και όχι φυσικά για τα εργασιακά δικαιώματα με την κατάργηση των οποίων βγήκε προφανώς κερδισμένη.

Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα αναδιάρθρωση κρατικού χρέους –σε αυτό έχει δίκιο ο Βενιζέλος- ύψους 100 δισ. ευρώ στα χέρια ιδιωτών δεν είχε ουσιαστικό κέρδος -πέραν του ταξικού- για το σύστημα της εξαρτημένης μεγαλοαστικής τάξης. Αντίθετα, η αστική τάξη κατέγραψε σημαντικές απώλειες στα μέχρι τότε πεδία κυριαρχίας της. Ας μην ξεχνάμε πως η κυβέρνηση Παπανδρέου «κρατήθηκε» από το να μην προχωρήσει σε κούρεμα του χρέους όταν αυτό υπαγόταν ακόμα στο ελληνικό δίκαιο και όσο οι τράπεζες των Ευρωπαίων ήταν εκτεθειμένες σε αυτό. Κυρίαρχη ήταν η γερμανική ένσταση πως μια τέτοια αναδιάρθρωση θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου για το σύνολο του χρέους της ευρωζώνης.

Επιλέχτηκε ο συμβιβασμός της συμμετοχής του ΔΝΤ (που έχει ελάχιστη οικονομική σημασία, αλλά κυρίως πολιτική) σε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα «διάσωσης». Η αστική τάξη ειδικά την περίοδο της συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου ανέμενε και επιζητούσε –δεν λέμε διαπραγματευόταν γιατί έχει πια καταντήσει κρύο ανέκδοτο- μια συμπληρωματική παρέμβαση που θα ρύθμιζε σε μία «ορατή» χρονική περίοδο το χρέος.

Αυτή η συμπληρωματική αναδιάρθρωση φυσικά δεν δόθηκε. Παρά τα αφηγήματα των υποστηρικτών της σημερινής αντιπολίτευσης ότι η εκλογή ΣΥΡΙΖΑ τους «χάλασε τη δουλειά», είναι αλήθεια πως με μία έννοια η πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά προσκαλέστηκε από τους δανειστές και η κυβέρνηση Σαμαρά έμεινε σοβαρά εκτεθειμένη (το περίφημο ταξίδι εις Παρισίους και το τι αναμενόταν τότε). Αντίθετα, με τον εκβιασμό του 2015 και οι επόμενοι πολιτικοί διαχειριστές, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ., προχώρησαν στην υπογραφή του τρίτου μνημονίου καθώς δεν είχαν εξαντληθεί τα χρονικά περιθώρια του «προγράμματος» και σοβούσε η αντιπαράθεση ΔΝΤ–ΕΕ (και εντός της ΕΕ) για το χρέος.

Μετά το 2012 το ΔΝΤ έθεσε ζήτημα βιωσιμότητας του χρέους. Εκτείνοντας τη χρονική περίοδο της αποπληρωμής του χρέους πέραν της περιόδου ’22-23 που υφίσταται από το προηγούμενο PSI ως περίοδος χάριτος, το ΔΝΤ υποστήριζε –αρκετά βάσιμα- πως «το πρόγραμμα», που το ίδιο… σφράγισε με την παρουσία του και τα κεφάλαιά του, «δεν έβγαινε». Σε αντιπαράθεση με την πιο καθαρή θέση του ΔΝΤ, οι Ευρωπαίοι (οι κρατικές τράπεζες μέσω της ΕΚΤ διακρατούσαν πάνω από το 80% των ελληνικών ομολόγων) προώθησαν τότε τη δική τους «οπτική» της βιωσιμότητας του χρέους, που συναρτούσε την πορεία από το πώς και με ποιους ρυθμούς μπορούσε να «εξυπηρετηθεί». Στη συνέχεια το ΔΝΤ έδειχνε να μετακινείται προς αυτή την οπτική, θέτοντας όμως ως όρους σημαντικά μειωμένα επιτόκια, μεγαλύτερη περίοδο χάριτος και –στην τελευταία φάση- σύνδεση με την πορεία του ΑΕΠ (σύμπλευση ΔΝΤ- Γάλλων).

Κοινός «τόπος» αυτής της προσέγγισης ήταν η παραδοχή πως η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους δεν πρέπει να υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και 20% μακροπρόθεσμα (ό,τι αποφασίστηκε δηλαδή στην τελευταία συμφωνία).

Πραγματικά, μετά τη δραματική προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ μέσω του τρίτου μνημονίου, το χρέος στις διάφορες συζητήσεις των δανειστών άρχισε να αντιμετωπίζεται σε ένα χρονικό διάστημα τριών σταδίων: Βραχυπρόθεσμα, δηλαδή από το 2018 (που τελειώνει επίσημα το πρόγραμμα και το τρίτο μνημόνιο) μέχρι το ’22-23 (που αρχίζει η εξυπηρέτηση των δανείων του ESM – του μόνιμου μηχανισμού), μεσοπρόθεσμα, από το ’22-23 μέχρι το… 2030 (που «σκάνε» προς εξυπηρέτηση όλα τα δάνεια που έχει λάβει η χώρα) και μακροπρόθεσμα από το 2030 και εντεύθεν.

Μέσα στην αντιπαράθεση των ιμπεριαλιστών-δανειστών ως σημείο σύγκλισης αναγνωριζόταν η ανάγκη να υπάρξουν κάποιες τεχνικές ρυθμίσεις για το πρόγραμμα που ήδη έτρεχε, για το βραχυπρόθεσμο διάστημα. Μέτρα που ήδη -όπως γράψαμε- έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται από το 2017, καθώς παρά την αντιπαράθεσή τους οι ιμπεριαλιστές–δανειστές παίρνουν πολύ σοβαρά την πιθανότητα να μη δοθεί ένα μήνυμα πανικού στις αγορές και να πληρώνονται ομαλά οι δόσεις. Εξάλλου όλοι γνωρίζουν και αποδέχονται ότι τα κρατικά χρέη -ειδικά των εξαρτημένων χωρών- είναι για να «εξυπηρετούνται» και όχι για να ξεπληρώνονται οριστικά! Με την ίδια βάση σκέψης πραγματικά ποιος ζει και ποιος… πεθαίνει μέχρι το 2030. Εδώ ίσως έχει βάση η ρήση του Κέινς: μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι… νεκροί. Άρα το κρίσιμο διάστημα στο οποίο μετακινούνταν η αντιπαράθεση γύρω από τη συμφωνία, δηλαδή το νέο συμβιβασμό, αφορούσε ακριβώς αυτή τη μεσοπρόθεσμη περίοδο.

Η απάντηση στο ερώτημα

Είναι λοιπόν η συμφωνία του Eurogroup η συμπληρωματική ρύθμιση-αναδιάρθρωση μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα που τόσο επιθύμησαν διακαώς αλλά εντούτοις δεν έλαβαν οι προηγούμενοι αστικοί διαχειριστές του πολιτικού συστήματος; Η απάντηση φαίνεται να γέρνει στο «ναι». Με πολλές βέβαια προϋποθέσεις.

Όπως τόνισε σε πρόσφατη ανακοίνωσή του ο ESM, η συγκεκριμένη απόφαση θα μειώσει τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ κατά περίπου 25% ως το 2060 και θα μειώσει τις ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες προς το ΑΕΠ κατά 6%. Το παραπάνω μεταφράζεται ουσιαστικά σε ένα ποσό της τάξης των 50 δισ. ευρώ. Η περίοδος χάριτος–επιμήκυνσης των δανείων του EFSF (δεύτερο μνημόνιο) σημαίνει ότι τα δάνεια του προσωρινού μηχανισμού αντί να αρχίσουν να αποπληρώνονται το 2023 θα μετατεθούν για το 2032. Αυτό σε συνδυασμό με την κατάργηση του επιτοκίου 2,5% στα δάνεια του ESM, του μόνιμου μηχανισμού στήριξης που εγκαινίασε το τρίτο μνημόνιο, είναι ομολογουμένως μία σημαντική ελάφρυνση.

Πρόκειται για ένα ποσό 100 δισ. που επί της ουσίας «κουρεύεται» από τη δεκαετή περίοδο χάριτος και την ίσου χρόνου επιμήκυνση των πληρωμών για τα δάνεια του EFSF και αντιστοιχεί στο 55% του ΑΕΠ. Το θέμα είναι πως θα πρέπει τουλάχιστον μέχρι το 2030-32 η χώρα να αποπληρώνει 27-28 δισ. ετησίως (αυτό αντιστοιχεί στο 15% του ΑΕΠ, αν υπολογίσουμε το ΑΕΠ της χώρας με τους ρυθμούς που εκτιμούν οι δανειστές).

Σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον αστάθειας, με την είσοδο σε ένα οικονομικό «περιβάλλον» όχι πια μηδενικών αλλά παγκόσμιας ανόδου των επιτοκίων, καθόλου δεν είναι σίγουρο ότι η χώρα θα συνεχίσει να δανείζεται στο –ήδη υψηλό ποσοστό- λίγο πάνω από 4% που δανείζεται σήμερα από τις αγορές. Ειδικά όπως έδειξαν οι πλέον πρόσφατες απόπειρες εξόδου. Τα θηριώδη πλεονάσματα πάνω στα οποία βασίζεται η συμφωνία δεν έχουν, δε, ιστορικό προηγούμενο.

Αν λοιπόν η δυνητική προσφυγή στο γνωστό «μαξιλάρι» που δόθηκε με κάποια γαλαντομία λειτουργεί σήμερα πολιτικά υπέρ της αστικής τάξης και των κυβερνήσεών της ως αβαντάζ, μετατρέπεται σε ντεζαβαντάζ όταν… πραγματικά θελήσει να προσφύγει η όποια ελληνική κυβέρνηση σε αυτό!

Να μην ξεχνάμε πως απομένουν άλλα 240 δισ. ευρώ των υπόλοιπων δανείων που θα συνεχίσουν μετά το ’22-23 (την προηγούμενη μικρότερη περίοδο χάριτος του τρίτου μνημονίου) να αποπληρώνονται κανονικά. Και πως για να βγουν ενδεχόμενα αληθινοί οι πανηγυρισμοί της «Αυγής» για μείωση της σχέσης χρέους–ΑΕΠ μετά το 2030 στο 80%, πολλά πρέπει να συμβούν ή καλύτερα να μη… συμβούν. Οι «φίλοι και σύμμαχοι» της Κομισιόν, πάντως, με έκθεσή τους αναφέρουν ως καλύτερη εκδοχή να αγγίξει το 127% του ΑΕΠ!

Aνάσα για την αστική τάξη; Βεβαίως, όμως θα χρειαστούν –για να συνεχίσουμε τη μεταφορά της «Αυγής»- πολλές περισσότερες τεχνητές… αναπνοές σε έναν «αέρα» εξόχως και επικίνδυνα ρυπογόνο!

Και άλλες διαστάσεις

Υπάρχει και η διάσταση για τα διευρυμένα περιθώρια που δίνονται από τη συμφωνία στην αστική τάξη και στις κυβερνήσεις της να αξιοποιήσουν το κλίμα και τις επιστροφές κερδών πέρα από τον δανεισμό αυτό καθεαυτό.

Ερωτήματα: Θα κατευθυνθούν οι ανά τρίμηνο εποπτευόμενες επιστροφές δόσεων από τα κέρδη της αγοροπωλησίας ομολόγων σε αναπτυξιακά «πρότζεκτ» ή θα… ανακατευθυνθούν στην αποπληρωμή του χρέους αν τα πράγματα «δεν πάνε καλά»; Τι θα γίνει με το τραπεζικό σύστημα της χώρας, οι χρηματιστηριακές επιδόσεις του οποίου εξακολουθούν να ρίχνουν τους δείκτες του ελληνικού χρηματιστηρίου (εκτός του μειωμένου ενθουσιασμού για τη «βρόμικη» κατά το αμερικάνικο Bloomberg έξοδο); Ακριβώς τις επόμενες μέρες από τη συμφωνία-σταθμό.

Και, ακόμα παραπέρα, τι θα γίνει με τις αποκρατικοποιήσεις, με τι τρόπο και πόσο θα συμμετάσχουν οι ελληνικοί επιχειρηματικοί όμιλοι; Και το κρίσιμο ζήτημα των επενδύσεων που θα πρέπει κάθε χρόνο κατά τον ΣΕΒ (και τη ΝΔ που τον αντέγραψε) να είναι όσα περικόπτει η χώρα από τη δεκαετή περίοδο χάριτος; Δηλαδή 100 δισ. ετησίως…

Είναι σίγουρο πως η αστική τάξη και οι κυβερνήσεις θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους –πολύ περισσότερο η σημερινή που «πιστώνεται» τη συμφωνία του Eurogroup- για να διεκδικήσουν μια αναβάθμιση ή έστω μια ισοφάριση των δικών τους απωλειών όλα αυτά τα χρόνια.

Οι απώλειες και τα κέρδη της αστικής τάξης δεν έχουν καμία σχέση βέβαια με τις απώλειες που θα υποστεί ο λαός και η εργατική τάξη. Και αν η δική του θυσία προγραμματίζεται και εξακοντίζεται στο 2060 και βάλε, στον αιώνα τον άπαντα, αυτός και μόνον είναι ένας λόγος ώστε ένας τέτοιος ταξικός προγραμματισμός του μέλλοντος να μην έχει ρεαλιστική βάση. Και ας επικαλούνται όλοι οι σοβαροί οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές τον απόλυτο ρεαλισμό. Βέβαια τα πράγματα για τον ελληνικό λαό και τους γείτονες λαούς μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερα πέραν του οικονομικού…

Ωστόσο πολύ μεγαλύτερες «κανονικότητες», «σταθερές» και σχεδιασμοί του συστήματος ξεβράστηκαν από την ιστορική εξέλιξη και την ταξική πάλη που τη διατρέχει.

Κατηγορίες

Αναζήτηση