Συγκροτούμε τις δυνάμεις μας – Συνεχίζουμε τον αγώνα

«Για μία ακόμη φορά, απεργούν οι λίγοι και ταλαιπωρούνται οι πολλοί! […] Στέκομαι στο πλευρό των εκατομμυρίων πολιτών που σήμερα δοκιμάζονται γιατί έτσι το θέλησε μια μειοψηφία. Οι Έλληνες κουράστηκαν, πλέον, να δοκιμάζονται από πρακτικές περασμένων δεκαετιών».

Με αυτόν τον τρόπο σχολίασε ο Μητσοτάκης την απεργία στις 2 Οκτώβρη, τη δεύτερη απεργία σε μία εβδομάδα ενάντια στο αντιλαϊκό-αντεργατικό τερατούργημα που προωθεί η κυβέρνησή του. Φυσικά, κανείς δεν θυμάται να έκανε κάποιο αντίστοιχο σχόλιο όταν για μέρες φέτος το καλοκαίρι κάτοικοι και επισκέπτες ήταν εγκλωβισμένοι στη Σαμοθράκη για χάρη της αισχρής μειοψηφίας του ενός εφοπλιστή. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να κάνει κάτι τέτοιο ο επικεφαλής μιας κυβέρνησης που θεωρεί την έννοια της ανάπτυξης συνώνυμη με τη λεηλασία του τόπου, του λαού και της εργατικής τάξης από τα αρπακτικά του κεφάλαιου και του ιμπεριαλισμού.

Πίσω από δηλώσεις όπως αυτή κρύβεται όλη η απέχθεια της αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού προς τη συλλογική διεκδίκηση, προς την οργανωμένη πάλη των μαζών και την άρνησή τους να υποταχθούν στην εφιαλτική μοίρα που τους επιφυλάσσει η επέλαση της καπιταλιστικής-ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Και το νομοσχέδιο της κυβέρνησης κάνει ξεκάθαρο ότι θέλει να βγάλει στην παρανομία κάθε έννοια εργατικής διεκδίκησης και ιδιαίτερα όταν αυτή συνοδεύεται από απεργία, δηλαδή από τη συνειδητή συλλογική άρνηση των εργαζομένων να παρέχουν την εργασία τους.

Είναι πολύ πιθανό ο Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του να έχουν ενοχληθεί από τις επαναλαμβανόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις. Πόσο μάλλον που τις υπερψήφισαν και οι δεξιές παρατάξεις. Γι’ αυτό και –παρά το ότι «απεργούν οι λίγοι»– ένιωσε την ανάγκη να υπογραμμίσει την απόφασή του να προχωρήσει την επίθεσή του. Βέβαια, είναι επίσης πιθανό ότι ήθελε να διασκεδάσει και τις εντυπώσεις-αμφιβολίες που έχουν δημιουργηθεί από την καθυστέρηση στην κατάθεση του νομοσχεδίου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το βέβαιο είναι ότι οι δυνάμεις του συστήματος δεν θα κάνουν πίσω από την απόφασή τους να ξεδιπλώσουν τη νέα επίθεσή τους προς τους εργαζόμενους και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα. Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά την κατάσταση αποσυγκρότησης που επικρατεί στο εργατικό κίνημα. Εξάλλου, είναι αυτοί που «φροντίζουν»  γι’ αυτήν την κατάσταση εδώ και δεκαετίες, είτε μέσω των δικών τους συνδικαλιστικών παρατάξεων είτε μέσω της συμβολής του ρεφορμισμού.

Όλη η πορεία του εργατικού κινήματος από την ψήφιση του νόμου 1264 το 1982 μέχρι σήμερα, είναι μια πορεία διάβρωσης του ανεξάρτητου ταξικού συνδικαλισμού, πρόσδεσης των συνδικάτων στους αστικούς θεσμούς και ελέγχου τους από το αστικό κράτος. Μέσα σε όλη αυτήν την πορεία, η έννοια της συνδικαλιστικής οργάνωσης και του πραγματικού ρόλου των συνδικάτων (ως χώρου ανάπτυξης και δυναμώματος της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης στην αντίθεσή της με το κεφάλαιο) διαστρεβλώθηκε και σταδιακά αποδυναμώθηκε. Αυτό που ζούμε σήμερα –και πάνω στο οποίο πατά η νέα φάση της επίθεσης– δεν είναι τωρινό φαινόμενο: έχει προϊστορία και ρίζες βαθιές. Και αυτοί που σήμερα εμφανίζονται ως υπερασπιστές της ανεξαρτησίας των συνδικάτων έχουν βάλει έντονη τη σφραγίδα τους στην πορεία της αποσυγκρότησης.

Έχουν υπονομεύει την ανεξαρτησία των συνδικάτων όσοι έχουν αποδεχτεί (ή, πολύ περισσότερο, αποζητούν) την εμπλοκή της αστικής δικαιοσύνης, όσοι αναζητούν την αναγνώρισή τους από τους θεσμούς του ταξικού αντιπάλου. Μια ματιά στις τελευταίες εξελίξεις σε ΓΣΕΕ, ΕΚΑ, ΟΙΥΕ και σειρά εργατικών κέντρων, αποδεικνύει ότι αυτή η αποδοχή δεν αφορά μόνο τις αστικές, κυβερνητικές, εργοδοτικές παρατάξεις αλλά και τις αυτοαποκαλούμενες «ταξικές», δηλαδή το ΠΑΜΕ.

Έχουν υπονομεύσει τη συγκρότηση της εργατικής ταξικής συνείδησης, αλλά και την περιφρούρηση των σωματείων, όσοι για χρόνια αποδέχονται την είσπραξη των συνδικαλιστικών εισφορών από τα… λογιστήρια των επιχειρήσεων(!), (όπως κάνει το ΠΑΜΕ σε μια σειρά σωματείων) ή όταν λειτουργούν τα σωματεία ως γραφεία εύρεσης εργασίας σε ανοιχτή διασύνδεση με την εργοδοσία

Σε αυτήν την κρίσιμη μάχη, λοιπόν, που καλούνται να δώσουν οι εργαζόμενοι, αποτελεί σοβαρό ζητούμενο το να αντιληφθούν ποιες αντιλήψεις πρέπει να αντιπαλέψουν. Και εδώ τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα, καθώς η κυριαρχία των αστικορεφορμιστικών αντιλήψεων συνεχίζεται και οι πραγματικές διαχωριστικές γραμμές είναι πολύ δύσκολο να διακριθούν.

Οι δύο απεργιακές κινητοποιήσεις ανέδειξαν αγωνιστικές διαθέσεις, αλλά ανέδειξαν και τις σοβαρές δυσκολίες και τις αδυναμίες με τις οποίες πρέπει να αναμετρηθεί ο κόσμος της δουλειάς και το εργατικό κίνημα. Αυτές οι αδυναμίες και οι δυσκολίες δεν ξεπερνιούνται ούτε με επικλήσεις ούτε με παχιά λόγια. Και για να αναμετρηθείς μαζί τους πρέπει πρώτα και κύρια να τις αναγνωρίσεις και να τις ερμηνεύσεις. Και αυτό είναι από μόνο του ένα σοβαρό ζήτημα, όταν στην Αριστερά κυριαρχεί η σύγχυση. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι σχεδόν μιλούν για την ανάγκη «κλιμάκωσης» του αγώνα. Είναι κι αυτή μια ακόμη προσπάθεια διαφυγής από τη δύσκολη πραγματικότητα. Κάτι αντίστοιχο με τις διακηρύξεις περί «αντεπίθεσης». Καμία «κλιμάκωση» δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ενεργή συμμετοχή των εργαζομένων, χωρίς μαζικές διαδικασίες, χωρίς συνελεύσεις, χωρίς μαζικές εξορμήσεις στους χώρους δουλειάς και συζήτηση με τους εργαζομένους; Καμία «κλιμάκωση» δεν μπορεί να υπάρξει με την επίκληση του ενός ή του άλλου ­–δήθεν ολοκληρωμένου– σχεδίου κινητοποιήσεων. Και όσοι την επικαλούνται, το κάνουν διότι δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις αδιέξοδες αστικορεφορμιστικές αντιλήψεις.

Η επίθεση κυβέρνησης-κεφάλαιου είναι σε εξέλιξη. Και οι εργαζόμενοι έχουν μία και μόνη διέξοδο: να συγκροτήσουν τις δυνάμεις τους και να συνεχίσουν τον αγώνα τους Μόνο μέσα από μια τέτοια διαδικασία θα αντιληφθούν την αξία της συλλογικής οργανωμένης πάλης, αλλά και την ουσία της επίθεσης που φέρνει το νομοσχέδιο. Μόνο έτσι θα ξεπεράσουν το φόβο που καλλιεργεί η εργοδοτική τρομοκρατία, και θα υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους και το δικαίωμα στην απεργία. Και αυτό πρέπει να είναι το μέλημά μας για τις μέρες που ακολουθούν, σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε γειτονιά.

Αναζήτηση

Κατηγορίες