Στη Βουλή νίκησαν οι ιμπεριαλιστές και ο εθνικισμός. Στη μαζική πάλη μπορεί να νικήσει ο λαός!

Στις πολλές «μάχες» που δόθηκαν το τελευταίο διάστημα στη Βουλή, ένας είναι ο βέβαιος νικητής, ο ευρωατλαντισμός! Γιατί αν κάτι ήταν παραπάνω από φανερό   τόσο στην ψηφοφορία για την ψήφο εμπιστοσύνης όσο και σε αυτή για την επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών είναι ότι αυτές είχαν ως αφορμή και αιτία τις επιδιώξεις των αμερικανοΝΑΤΟϊκών στη χώρα και την περιοχή. Αυτά τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα είναι που εν πολλοίς προκάλεσαν τις αναταράξεις και απαίτησαν ρυθμίσεις. Και ταυτόχρονα, σε αυτά αναφέρονταν και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τους πρόθυμους να συμπαραταχθούν σε αυτήν θεωρεί ότι τα συμφέροντα της αστικής τάξης υπηρετούνται με την αγόγγυστη προώθηση των αμερικανοΝΑΤΟϊκών επιδιώξεων. Και η πλευρά της ΝΔ και των λοιπών της «αντιπολίτευσης» πάλι στα ίδια αφεντικά αναφέρονται αλλά  θεωρούν ότι σε αυτή τη φάση μπορεί να ζητηθούν περισσότερα ανταλλάγματα που θα διασφαλίζουν τα «εθνικά συμφέροντα» του συστήματος της εξάρτησης και της εκμετάλλευσης.

Ο λαός μας δεν έχει τίποτα να συμμεριστεί από όλη αυτή την αντιδραστική αναταραχή του πολιτικού συστήματος που θα συνεχιστεί όχι μόνο ενόψει εκλογών αλλά κυρίως ενόψει των αστικών αδιεξόδων που σωρεύονται σε όλα τα επίπεδα και  τα οποία θα επιχειρηθεί να φορτωθούν, με πολλούς τρόπους, στις λαϊκές πλάτες.

Το πραγματικό και κύριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το λαό μετά την επικύρωση της συμφωνίας είναι το ποια θα είναι τα επόμενα βήματα των αμερικανοΝΑΤΟϊκών στη χώρα και την περιοχή. Το πώς και  με ποιους τρόπους θα επιχειρήσουν πριν από όλα οι ΗΠΑ να συνεχίσουν την επιχείρηση σφραγίσματος των Βαλκανίων από τον ανταγωνιστή τους, το ρώσικο ιμπεριαλισμό και να παραμερίσουν ταυτόχρονα τους ευρωπαίους συμμάχους τους. Ήδη οι εξελίξεις σε Βραζιλία και Βενεζουέλα δείχνουν πόσο αποφασισμένοι είναι στην εκκαθάριση πεδίων από «συμμάχους» και ανταγωνιστές.

Το κύριο και πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, που μπαίνει για το λαό μας είναι η δημιουργία όρων για να δώσει τις δικές του πραγματικές μάχες, στη βάση της αλληλεγγύης και της κοινής πάλης με τους λαούς της περιοχής, στη γραμμή της αντιπαράθεσης με τους ιμπεριαλιστές και την αστική τάξη και της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του.

Οι δύο όψεις της υποτέλειας

Η μεγάλη ένταση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην πλευρά του «ναι» στη συμφωνία των Πρεσπών (με επικεφαλής σε αυτήν την πλευρά την κυβέρνηση και το ΣΥΡΙΖΑ) και από την άλλη του «όχι» στη συμφωνία (ΝΔ και  οι υπόλοιποι), όσο και αν σχετίζεται και με μικρότερους υπολογισμούς, αντανακλά μια πραγματική κατάσταση. Πρόκειται για μια κατάσταση που αναδεικνύει και καταδεικνύει τα αστικά αδιέξοδα και τις ανησυχίες των κυρίαρχων δυνάμεων για το πώς θα πορευθούν στο επόμενο διάστημα και στις ταραγμένες συνθήκες. Μια κατάσταση, ωστόσο, που και στην εκδοχή του «ναι» και σε αυτήν του «όχι» έχει κοινή βάση το αν, πώς και πόσο θα  παρέχεται από τους ιμπεριαλιστές προστάτες τους ένα πλαίσιο στήριξης για την αστική τάξη της χώρας. Αυτή είναι η κοινή βάση που όχι μόνο δεν αμφισβητεί την ιμπεριαλιστική εξάρτηση αλλά αντίθετα σε αυτήν προσφεύγει και προσβλέπει για τα δύσκολα που ακολουθούν. Αυτά αφορούν τόσο στα «εθνικά» λεγόμενα ζητήματα, όσο και στα ζητήματα της οικονομίας και την κατάσταση ασφυξίας που αυτή βρίσκεται, με το χρέος να φτάνει σε ύψος ρεκόρ (μετά την «επιτυχημένη έξοδο από τα μνημόνια») και τις τράπεζες ξετιναγμένες. Συνολικά, λοιπόν, αφορούν στο ζήτημα των όρων κυριαρχίας και αναπαραγωγής της αστικής τάξης και στο ζήτημα των ρόλων που αυτή θα έχει (;) στην περιοχή.

Ήδη το πάθημα με την Αλβανία που δεν επικύρωσε τη συμφωνία για τις ΑΟΖ αποτέλεσε μια φρέσκια αιτία που τροφοδότησε παραπέρα τις αστικές ανησυχίες. Παράλληλα θα λέγαμε ότι αστικές μερίδες «ζηλεύουν» την τούρκικη στάση που εμφανίζεται επίμονα να διεκδικεί αναδιαπραγμάτευση των όρων εξάρτησής της από τις ΗΠΑ. Και ενδεχομένως θεωρούν ότι το πλαίσιο της αναταραχής αποτελεί μια κατάλληλη συνθήκη για να διεκδικηθούν και από την εδώ πλευρά ανταλλάγματα. Αυτά ομολογήθηκαν ανοιχτά τις παραμονές της ψήφισης της συμφωνία στη Βουλή από διάφορους «αναλυτές του όχι». Και βέβαια η γραπτή δήλωση του Καραμανλή αυτά ακριβώς επισήμανε με την αναφορά  στο ότι «δεν αξιοποιήθηκαν οι διαπραγματευτικές δυνατότητες της χώρας», αλλά και για «τους άλλους που επείγονταν» (που δεν ήταν η Ελλάδα) για να γίνει η συμφωνία και οι οποίοι συνεπώς θα έπρεπε κάτι να δώσουν για αυτή την εξυπηρέτηση. Βεβαίως η στάση αυτή του «όχι στη συμφωνία των Πρεσπών» και ακριβώς επειδή δεν ήταν όχι στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση και στα αμερικανοΝΑΤΟϊκά σχέδια στην περιοχή, συνδέθηκε και τροφοδότησε τον εθνικισμό, τα κηρύγματα μίσους και συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη και  ενίσχυση των ανάλογων δυνάμεων, τόσο που ενώ μέσα στους λογαριασμούς της ηγεσίας της ΝΔ ήταν η απορρόφηση των δυνάμεων αυτών με βάση την «εθνικά υπερήφανη στάση» του κόμματος, να υποχρεωθεί ο Δένδιας σε δήλωση διαφοροποίησης από τη Χ.Α. στη Βουλή. Είναι επίσης  αξιοσημείωτο ότι η ηγεσία του ΚΚΕ –πέραν όλων των άλλων- επέλεξε στο τελικό της τρίπτυχο που προσδιορίζει τη στάση της σε αυτές τις εξελίξεις να βάλει πρώτη αυτή ακριβώς τη θέση «όχι στη συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ»!

Η πλευρά της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ από την αρχή κινήθηκε με την κλασική εκδοχή της υποτέλειας. Έχοντας συνολικά κάνει μια μεγάλη στροφή υπέρ των ΗΠΑ, εμφάνισε και εμφανίζει ως διέξοδο την πλήρη ένταξη στα σχέδια τους. Αυτό που βασικά υποστηρίζει –πριν από όλα προς τα ντόπια κέντρα εξουσίας- είναι ότι η χωρίς τσιριμόνιες υπηρέτηση των αμερικάνικων σχεδίων αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να βρουν απάντηση τα ζητήματα της αστικής τάξης. Από την Α. Μεσόγειο και το Κυπριακό ως το Αιγαίο και τα Βαλκάνια, η στοίχιση της χώρας στις αμερικάνικες επιδιώξεις είναι, λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, ο δρόμος για την «αναβάθμιση της χώρας», από κάθε άποψη, γεωπολιτικά, ως ενεργειακός κόμβος, ως κόμβος μεταφορών κ.ο.κ. Φυσικά, η κυβέρνηση Τσίπρα καθόλου δεν παρέλειψε να υπερασπιστεί «την κληρονομιά του Μ. Αλέξανδρου», την «ιστορία χιλιετηρίδων» (!) του έθνους και όλα τα συναφή! Ωστόσο, επεδίωκε παράλληλα αυτή την πολιτική της υπηρέτησης των σχεδίων κυριαρχίας και πολέμου των αμερικανοΝΑΤΟϊκών στην περιοχή να την παρουσιάζει ως μια πολιτική «φιλίας των λαών» που «κλείνει πληγές» και «ανοίγει το δρόμο της συνανάπτυξης»!

Είναι προφανές ότι ως κυβέρνηση και πάνω από όλα ως ο καλός υλοποιητής των έξωθεν εντολών είχε σε όλη τη διάρκεια την υπεροχή και την πρωτοβουλία έναντι των αντιπάλων της. Τα ξένα κέντρα στήριξαν και εξασφάλισαν για λογαριασμό της και την ψήφο εμπιστοσύνης και την πλειοψηφία για τη συμφωνία των Πρεσπών. Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά την επίσκεψη Μέρκελ, ο Τσίπρας δρομολόγησε το διαζύγιο με τους ΑΝΕΛ. Όπως επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι η αντιπαράθεση της ΝΔ στη συμφωνία φαίνεται να σταματά στην ψήφισή της και να μη θέτει ζήτημα για τη συνέχεια. Ωστόσο, η δυνατότητα της κυβέρνησης να επιχειρεί να εμφανίσει ως «αντιεθνικιστική-αντιφασιστική» μια πολιτική που υπηρετεί τις πιο επιθετικές ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις στην περιοχή, και μάλιστα να παίρνει και εκατοντάδες υπογραφές από «τον κόσμο των γραμμάτων και των τεχνών» που «βεβαιώνουν» ότι πράγματι αυτή η πολιτική υπηρετεί την ειρήνη και τη συναδέλφωση των λαών, δεν  οφείλεται  στην κυβερνητική  «καπατσοσύνη» αλλά σε μια «απουσία»! Και αυτή είναι η απουσία μιας μαχητικής αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς, που δεν θα είναι ουρά της αστικής τάξης και θα παλεύει μέσα στο λαό με  γραμμή  αντιπολεμική –αντιιμπεριαλιστική και στην κατεύθυνση της κοινής πάλης όλων των λαών της περιοχής.

Από τις αρχές, λοιπόν, του 2018 και μέχρι σήμερα στη συντριπτική πλειοψηφία των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά και στο κίνημα αποτυπώθηκαν και αντανακλάστηκαν σε επίπεδο πολιτικής κατεύθυνσης οι δύο αστικές πολιτικές εκδοχές που παραπάνω αναφέραμε. Η μία είναι η εκδοχή της άρνησης της συμφωνίας των Πρεσπών από τη σκοπιά της «ανησυχίας για τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων» και της ρητής ή άρρητης αναζήτησης βελτίωσης των όρων εξάρτησης ή και άλλου προστάτη. Η άλλη είναι η εκδοχή της υιοθέτησης της «ευκαιρίας» να «αυτοδιατεθεί» ο γειτονικός λαός με νονούς τις ΗΠΑ και τη Γερμανία! Με αυτό το «διεθνισμό» μια σειρά δυνάμεις θεωρούν ότι έκαναν και αντι-εθνικιστική, αντι-φασιστική πάλη, προσπερνώντας ή και ξεχνώντας εντελώς την ίδια την κυβέρνηση και την πολιτική της!

Αναδιαμόρφωση όλο πιο δεξιά και αντιδραστικά

Θα συμφωνήσουμε με τον Τσίπρα ότι με όλα αυτά εξελίσσεται η αναδιαμόρφωση του πολιτικού συστήματος, των κομμάτων του και των θεραπαινίδων του. Πιο σωστά, επιταχύνεται μια αναδιαμόρφωση που ήταν έτσι κι αλλιώς σε εξέλιξη ως αναγκαία και αναπόφευκτη. Γιατί πρώτον, είχε φανεί εδώ και πολύ καιρό ότι τα συμπληρώματα των βασικών πολιτικών δυνάμεων (ΑΝΕΛ, Ποτάμι, Λεβέντης) δεν μπορούσαν να σταθούν και να μακροημερεύσουν. Δεύτερον, η διαβόητη κεντροαριστερά με το εγχείρημα του ΚΙΝΑΛ παρά τις πολλές και επίμονες απόπειρες αναστήλωσης της δεν βρίσκει «δικό της» λόγο και βηματισμό. Τρίτον, η ΝΔ κατατρύχεται από σοβαρές αντιφάσεις και προβλήματα, που την έφεραν στο σημείο να μην μπορεί να πρωτοστατήσει στη στήριξη της πολιτικής των ιμπεριαλιστών πατρώνων της. Και τέταρτον, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ –αυτό αποφεύγει να το πει ο Τσίπρας- είναι βασικό κομμάτι αυτής της αναδιαμόρφωσης. Ενόψει των επόμενων βουλευτικών εκλογών και καθώς δεν θα έχει το αφήγημα του «εκβιασμού» που υπέστη για το τρίτο μνημόνιο και έχοντας στην πλάτη του όλη την πολιτική που υπηρέτησε, θα πρέπει να «βρει» με ποιο ρόλο και προοπτική θα εμφανιστεί. Ακόμα και το ότι δεν είναι πια συγκυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ, επιταχύνει την ανάγκη του να παρουσιάσει «ελεύθερα» τις δικές του επιλογές. Η απάντηση που ως τώρα εμφανίζει, δηλαδή να «ηγηθεί μιας προοδευτικής πλειοψηφίας» στην οποία ανήκουν οι Ραγκούσηδες ή ακόμα περισσότερο ο ΓΑΠ και οι συν αυτώ, επιβεβαιώνει την αντιδραστική και δεξιά πορεία αυτής της αναδιαμόρφωσης.

Ο χρόνος ως τις εκλογές είναι σε κάθε περίπτωση και από πολιτική άποψη μακρύς. Γιατί μετά την επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών θα ξεδιπλωθούν τα επόμενα ιμπεριαλιστικά βήματα στην περιοχή ενώ τα ζητήματα της οικονομίας που κρατούνταν σε δεύτερο πλάνο για να μην προστεθούν εμπόδια στην επικύρωση της συμφωνίας θα έρθουν πιο μπροστά. Συνεπώς, δεν είναι καθόλου εύκολο οι επόμενες εβδομάδες να κυριαρχηθούν από το «φιλολαϊκό έργο» που η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει προς υλοποίηση, καθώς όλο και περισσότερο θα εμφανίζονται τα νέα  αγκάθια της πραγματικότητας.

Συνολικά θα αποκαλύπτεται ότι είναι μύθος το ότι η αστική τάξη, η κυβέρνησή  της και τα κόμματά της θα «αναλάβουν την ιδιοκτησία» των εξελίξεων στη χώρα, είτε αυτές αφορούν στους όρους της οικονομικής λειτουργίας είτε αφορούν στους ρόλους της χώρας στην περιοχή. Θα αποκαλύπτεται, δηλαδή, ότι διαρκώς θα χρειάζονται νέες παρεμβάσεις, νέα πλαίσια και νέες συμφωνίες των ιμπεριαλιστών για το πώς θα βαδίσει η χώρα και κοινωνικοοικονομικά και γεωπολιτικά. Και δεν μπορούν παρά να είναι παρεμβάσεις και πλαίσια αντεργατικά και αντιλαϊκά, παρεμβάσεις και πλαίσια αντιδραστικά που θα ενισχύουν τους μεγάλους κινδύνους που απειλούν το λαό μας και τους λαούς της περιοχής. Και αυτά δεν είναι εύκολο να προκύψουν και να συμφωνηθούν μεταξύ των επικυρίαρχων με δεδομένη την κατάσταση των ανταγωνισμών τους στην περιοχή, στην Ευρώπη και διεθνώς. Από αυτή την άποψη, παρόλο που η αντιδραστική μετατόπιση στα πολιτικά πράγματα είναι ήδη μεγάλη, το σύστημα έχει «καθυστερήσει» την προετοιμασία που χρειάζεται ενόψει των εκλογών. Η πληθώρα ζυμώσεων στην ακροδεξιά και το ακόμα αιωρούμενο για το σύστημα ερώτημα της χρήσιμης μεν αλλά προβληματικής Χ.Α. είναι ενδεικτικά αυτής της κατάστασης.

Αν ωστόσο κάτι είναι βέβαιο, είναι ότι ο λαός και πρέπει και μπορεί να κινηθεί στην κατεύθυνση να αναλάβει την «ιδιοκτησία» των δικών του ζητημάτων και συμφερόντων. Να αναλάβει, δηλαδή, την υπόθεση της ανάδειξης των δικών του στόχων πάλης, τη συγκρότηση των δυνάμεών του σε σχέση πλήρους αντίθεσης με το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό και στην κατεύθυνση της χειραφέτησής του από τους αστικούς εκβιασμούς. Μπαίνουμε σε μια πιο δύσκολη περίοδο, όχι βέβαια γιατί «έρχονται εκλογές» αλλά γιατί ο συσχετισμός έχει επιδεινωθεί κι άλλο σε βάρος του λαού και οι δυνάμεις του συστήματος, μέσα και έξω από τη χώρα, προετοιμάζουν τα χειρότερα. Συνεπώς, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και επιμονή πρέπει να υπηρετηθεί η ανάγκη μιας αντίστροφης πορείας, η ανάγκη της συγκρότησης δυνάμεων πάλης και αγώνα!

Αναζήτηση

Κατηγορίες