του Κ.Ο. του ΚΚΕ(μ-λ)

Εισαγωγή
Το κείμενο αυτό δεν αποτελεί έναν απολογισμό των τομέων της οργάνωσης με συγκεκριμένες εκτιμήσεις-διαπιστώσεις-συμπεράσματα για τη δουλειά μας. Μια τέτοια προσπάθεια δεν «χωράει» στα πλαίσια της Σύσκεψης, αλλά και κυρίως προϋποθέτει μια ουσιαστική διαδικασία απολογισμών τομέων-πόλεων-περιοχών πάνω στην οποία θα μπορέσει να χτιστεί. Σε σχέση με αυτές τις αναγκαιότητες υπάρχουν ενόψει της Σύσκεψης και στα πλαίσια της άλλες εισηγητικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να προσεγγίσουν ζητήματα των τομέων.

Με το κείμενο αυτό επιχειρείται ένας πολιτικός απολογισμός της τελευταίας περιόδου (2008-2012), στα βασικά και κύρια πολιτικά χαρακτηριστικά και ζητήματα που αναδείχτηκαν από την πολιτική-κοινωνική κατάσταση και την ταξική πάλη στη χώρα μας και σε αναφορά με το πώς «είδε», συμμετείχε, παρέμβηκε η οργάνωσή μας σε αυτά. Σε αυτή τη βάση επιχειρείται με το κείμενο αυτό να δούμε τις ανάγκες, τις δυνατότητες, τις καθυστερήσεις και τα ελλείμματά μας στη θυελλώδη περίοδο που έχουμε μπει. Να ξεκαθαρίσουμε, να ενισχύσουμε όσο το δυνατό περισσότερο από πολιτική άποψη την κατεύθυνση του ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ που εδώ και πολλά χρόνια θέτουμε και παλεύουμε. Που σημαίνει να τη δούμε αφενός μέσα στο συνολικό πλαίσιο της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και τις συνολικές εκρηκτικές απαιτήσεις που αυτή θέτει στη λαϊκή πάλη και στην επαναστατική κομμουνιστική κατεύθυνση που εμείς θέλουμε και πασχίζουμε να αναδείξουμε και να συγκροτήσουμε μέσα στη λαϊκή πάλη. Αλλά και αφετέρου να τη δούμε πρακτικά πολιτικά, στο επίπεδο των άμεσων στόχων που πρέπει να θέσει και να παλέψει και βέβαια σε άμεση σύνδεση με την πρόταση μας και την πρώτη της διαμόρφωση (Πρωτοβουλία) που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Μια πολιτική αναδρομή
«Από πού ήρθαν» λοιπόν όσα ζήσαμε τα 4 τελευταία χρόνια, όσα ζούμε σήμερα και όσα αντιλαμβανόμαστε ότι είναι μπροστά μας, τόσο σε επίπεδο συστήματος, όσο και σε επίπεδο μαζών στη χώρα, στην περιοχή, στην Ευρώπη, αλλά και διεθνώς;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό που αναφέρεται στο σύνολο των ανατροπών, εκρήξεων, εντάσεων που μέχρι πριν λίγα χρόνια έδειχναν παροδικές και αποσπασματικές, αλλά τώρα πια συνειδητοποιείται σχετικά ευρύτερα και οπωσδήποτε από το δικό μας δυναμικό πως παγιώνονται και θα αποτελούν το βασικό έδαφος των εξελίξεων σε όλα τα επίπεδα, βρίσκεται κατά βάση στις εκτιμήσεις-θέσεις που έχουμε διατυπώσει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι σήμερα! Δεν επιχειρούμε εδώ κάποια «δικαίωση», εξάλλου αυτή τελικά καταχτιέται και κερδίζεται στα πεδία της πράξης, στα αποτελέσματα της παρέμβασης μέσα στην ταξική πάλη, στην οικοδόμηση πολιτικών και οργανωτικών όρων σε κάθε επίπεδο. Αλλά όμως θεωρούμε ότι πράγματι η τροχιά των θέσεων-εκτιμήσεων που διατυπώσαμε τα τελευταία 30 περίπου χρόνια, όχι μόνο δεν είναι ασύμβατη με τη σημερινή κατάσταση στη χώρα και διεθνώς (όπως ολοφάνερα συμβαίνει με μια σειρά κόμματα και οργανώσεις που αναφέρονται στην Αριστερά), αλλά αντίθετα δίνει τους βασικούς όρους πάνω στους οποίους διαμορφώθηκε η κατάσταση αυτή. Εντελώς συνοπτικά και σχηματικά, είχαμε όλα αυτά τα χρόνια στο επίκεντρο των διαπιστώσεών μας τη θέση για την εξελισσόμενη επίθεση του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος ενάντια στην εργατική τάξη και τους λαούς, τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις της επίθεσης αυτής και ταυτόχρονα τη διαλεκτική σχέση της με το ζήτημα της διάταξης των δυνάμεων στον κόσμο και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Είχαμε πριν το ΄89-΄90 και βέβαια μετά τις καταρρεύσεις, επισημάνει τα «όρια» που έπιασε ο μεταπολεμικός κόσμος αναφορικά με τη διάταξη των δυνάμεων σε αυτόν και το ζήτημα που έμπαινε και μπαίνει για τη μοιρασιά του, πάλι σε σχέση αλληλοτροφοδότησης με την εξελισσόμενη επίθεση και τη διαρκή επιδείνωση του ταξικού συσχετισμού για τις εργατικές-λαϊκές μάζες.
Αυτά ήταν και συνεχίζουν να είναι τα βασικά στοιχεία, ο πυρήνας που διαμόρφωσε τις εξελίξεις και τη σημερινή κατάσταση, που βέβαια όλα αυτά τα χρόνια πέρασε από μια σειρά σταθμούς και γεγονότα που καθόρισαν τη συγκεκριμένη σημερινή μορφή της. Τόσο αναφορικά με το σύστημα και τις δυνάμεις του, όσο και σχετικά με τη στάση και την πράξη των λαών και των εργατών που διαμορφωνόταν και διαμορφώνεται ακόμη από ένα αντιφατικό δίπολο: Από τη μια το δεδομένο της ήττας και της αποσυγκρότησης-διάλυσης του κινήματος που είναι ισχυρό και παρόν σε όλα τα πεδία. Το πολιτικό, το θεωρητικό, το ιδεολογικό, το οργανωτικό. Από την άλλη την ανάγκη αντίστασης που οξυνόταν και οξύνεται όσο κλιμακώνεται η επίθεση και η βαρβαρότητα που το προλεταριάτο και οι λαοί αντιμετωπίζουν.
Ας καταγράψουμε όμως σε «τίτλους» ορισμένες από τις θέσεις-εκτιμήσεις που διατυπώσαμε ιδιαίτερα την τελευταία 20ετία –και πάντα σε αναφορά με τον πυρήνα της προσέγγισής μας που προηγούμενα εκθέσαμε- οι οποίες θεωρούμε ότι σήμερα αποτελούν βασικές αφετηρίες για την ερμηνεία-ανάλυση της κατάστασης και της δυναμικής της.
1. Αναφορικά με τη διεθνή κατάσταση:
• Την επιδίωξη χειραφέτησης της Ευρώπης από την Αμερικάνικη κηδεμονία, με την αναβάθμιση της ΕΟΚ σε ΕΕ. Την ιδιοτυπία και τις «γενετικές αστάθειες» της ΟΝΕ και του ίδιου του ευρώ που από την αρχή το προσδιορίσαμε ως μια επιθετική κίνηση των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών στο παγκόσμιο ταμπλό και ιδιαίτερα ενάντια στις ΗΠΑ. Τον χαρακτηρισμό ως παράλληλης και αντιθετικής, όσον αφορά τη δίπολη κούρσα επέκτασης από τη μια του ΝΑΤΟ και από την άλλη της ΕΕ.
• Το ζήτημα της αναντιστοιχίας στόχων και μέσων αναφορικά με τις ΗΠΑ, που αναδείχτηκε με σαφήνεια ιδιαίτερα μετά το βάλτωμά τους στο Ιράκ. Την παράλληλη ανάδειξη ενός «πολυπολικού κόσμου» καθώς μαζί με την αναβάθμιση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων των ευρωπαίων ως ΕΕ (που ήταν και παραμένουν «ανεπαρκείς», γιατί δεν μπορούν να έχουν σαν ΕΕ πολιτικό-στρατιωτικό βάθρο), είχαμε και την ανάδυση μιας σειράς άλλων δυνάμεων. Ανάδυση που εκτός των άλλων στις αρχές του 2000 εκφράστηκε και με τη χρήση των πολυποίκιλων FORUM.
• Την πορεία ανασυγκρότησης της Ρώσικης ΝΑΤ που, με πολλές αντιφάσεις, επιδίωκε και συνεχίζει να επιδιώκει να ενώσει το «μαφιόζικο με το νόμιμο» πλούτο της και ταυτόχρονα να εκδηλώσει-ισχυροποιήσει τις παγκόσμιες επιδιώξεις της. Τις ανάλογες, και με διαφορές, προσπάθειες της Κίνας και συνολικά της Ανατολής, που παρά τις ακόμη και θεαματικές ορισμένες φορές τακτικές κινήσεις της ως τέτοια (πχ BRICS, συνεργασία της Σαγκάης) δεν μπορεί να νοείται στρατηγικά δεδομένη ως «Ανατολή».
• Την αξιολόγηση των συνεπειών της επιδρομής της Δύσης σε Βαλκάνια-Γιουγκοσλαβία, ως ιδιαίτερα αρνητικών για τη συγκρότηση-πάλη των λαών της περιοχής στη βάση του πολύπλευρου κατακερματισμού και της από κάθε άποψη ενίσχυσης της ιμπεριαλιστικής παρουσίας και δράσης στη χερσόνησο.
• Με βάση όλα τα προηγούμενα, τη διαμόρφωση μιας κατάστασης σύγκρουσης «όλων εναντίον όλων». Η κατάσταση αυτή –παράλληλα με μια σειρά σημαντικά άλλα γεγονότα που για λόγους συντομίας παραλείπουμε, όπως πχ την αποτυχία όσον αφορά τις Δυτικές στοχεύσεις των λεγόμενων «χρωματιστών επαναστάσεων» και κυρίως στην Ουκρανία- πριμοδότησε ακόμη περισσότερο τις παρασιτικές επιλογές του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου. Το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πραγματικών και εικονικών αξιών. Δηλαδή, την πολλαπλή και βαθύτερη υποθήκευση του πλανήτη στις μελλοντικές προσδοκίες και αξιώσεις κέρδους και κυριαρχίας που έκφραζε για λογαριασμό της κάθε ιμπεριαλιστικής πλευράς ο χορός των κάθε λογής χρεογράφων. Αυτή ακριβώς η σχέση-κατάσταση επιτάχυνε σε πολύ μεγάλο βαθμό τους όρους της κρίσης που σοβούσε, και την ανάδειξη σε παγκόσμια πολιτική-οικονομική-κοινωνική πραγματικότητα.
Σε μια πραγματικότητα που δεν έχει επιστροφή σε προηγούμενες ισορροπίες-συνθήκες-συμβιβασμούς. Ούτε μεταξύ των δυνάμεων του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου με τους λαούς και τους εργάτες, ούτε όμως μεταξύ των επικυρίαρχων του πλανήτη. Η διέξοδος από τη σημερινή «αταξία», από τα σημερινά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει και το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα και οι λαοί και οι εργάτες (και εννοείται ο καθένας από τη σκοπιά του) θα γίνει με όρους συγκρούσεων και αναμέτρησης. Και θα διαμορφώσει νέα αποτελέσματα στη βάση ακριβώς αυτών των συγκρούσεων, αυτής της αναμέτρησης.
2. Αναφορικά με την πολιτικοκοινωνική κατάσταση στη χώρα:
• Την «απώλεια προσανατολισμού και ρόλων» που υπέστη η αστική τάξη της χώρας στη βάση της γενικότερης έντασης μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην περιοχή, αλλά πιο συγκεκριμένα μετά τον τεμαχισμό-διάλυση Βαλκανίων και Γιουγκοσλαβίας, που έσπασε παραδοσιακούς άξονες και «ανακάλεσε» τις ελληνικές οικονομικές αποστολές που είχαν βγει στη βαλκανική χερσόνησο. Σε αυτή τη βάση υπήρξε και η οδυνηρή για την αστική τάξη περιπέτεια με τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Ανάλογες εξελίξεις διάρρηξης-ανατροπής σχέσεων και ανάκλησης φιλοδοξιών της αστικής τάξης, υπήρξαν και στο άλλο πεδίο, της Μ. Ανατολής, ιδιαίτερα μετά το ΄90 και επιτάθηκαν σε όλη την 20ετία με τα γνωστά γεγονότα της πρόσφατης Αραβικής άνοιξης συμπεριλαμβανομένης. Έτσι της «προέκυψε» (της αστικής τάξης), η διαμόρφωση της λεγόμενης στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ .
• Αυτή η απώλεια, στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο καταγράφηκε ήδη από το 2004, ως αδυναμία της αστικής τάξης και των κομμάτων της να παρουσιάσει μια «αφήγηση» στο λαό και τη νεολαία, ένα «όραμα» σε συνέχεια με τα αντίστοιχα της δεκαετίας τους ’90 (στόχος για ένταξη στην ΟΝΕ, ισχυρή Ελλάδα, κοκ). Αδυναμία που οπωσδήποτε αντανακλάται μέσα στις διεργασίες και τις κινήσεις των μαζών (πχ νεολαία 2008) σε ισχυρή συνάρτηση προφανώς με τη σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν.
• Την πάγια και δριμεία επισήμανσή μας για τη διπλή εξάρτηση (ΗΠΑ-Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές) της αστικής τάξης της χώρας και τις αναταράξεις, ως κατακλυσμιαίες ανατροπές, που μπορεί να φέρει στη χώρα και σε όλα τα επίπεδα η ένταση των αντιθέσεων μεταξύ αυτών των δύο πυλώνων της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.
• Η, συνακόλουθα με την παραπάνω θέση, αξιολόγηση μιας σειράς στοιχείων στο πολιτικό επίπεδο των τελευταίων χρόνων (17Ν, παραίτηση Σημίτη, ανάδειξη ΓΑΠ, «αναπροσαρμογή» Αλογοσκούφη, σκάνδαλο υποκλοπών κυβέρνησης Καραμανλή, κ.α.) ως ενδείξεις-εκφράσεις αυτής ακριβώς της αντίθεσης.
• Η υπογράμμιση της πολιτικής της αποβιομηχάνισης και του ραγδαίου ξεκληρίσματος της φτωχομεσαίας αγροτιάς (ήδη από τη δεκαετία του ’90), ως βασικό όρο αποσυγκρότησης όχι μόνο της όποιας παραγωγικής βάσης της χώρας, αλλά και αποσύνθεσης του κοινωνικού ιστού με τη δημιουργία εκτεταμένων τμημάτων μισοανέργων και με «περιθωριακά» χαρακτηριστικά. Κατάσταση που επιτάθηκε ιδιαίτερα μετά το 2004 (ολυμπιάδα), με την υποχώρηση-καθήλωση του κατασκευαστικού τομέα (οικοδομή) και των τραπεζών.
• Τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα που ήρθαν στη χώρα (ξεκινώντας από τις αρχές της δεκαετίας του ’90) και τα μεγάλα –και βέβαια ακόμη αναπάντητα- κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που έθεσαν για την υπόθεση της εργατικής τάξης και του λαϊκού κινήματος. Ζητήματα που ήδη από την περίοδο των συλλαλητηρίων για τη «Μακεδονία» η αστική τάξη και ο ιμπεριαλισμός τα αξιοποίησε συστηματικά σε αντιδραστική-φασίζουσα κατεύθυνση και με τα γνωστά σε όλα τα επίπεδα αποτελέσματα.
• Την πολύχρονη και κλιμακούμενη προώθηση-εφαρμογή των κάθε μορφής ελαστικών εργασιακών σχέσεων στον ιδιωτικό, αλλά και στο δημόσιο τομέα και τις παράλληλες αλλεπάλληλες αντιδραστικές τομές στην ασφάλιση που διαμόρφωσε-διαμορφώνει ένα τοπίο «εξορίας» για πολύ μεγάλα τμήματα εργαζομένων και όχι μόνο νέων εργαζομένων. «Εξορία»-μη αναφορά, ούτε έστω τυπική, σε καμία κοινωνική-συνδικαλιστική δομή και συλλογικότητα. Αυτά τα δεδομένα προσθέτουν μια σειρά σοβαρά ζητήματα και προβλήματα στην προϋπάρχουσα βάση της αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης, της πολιτικής υποχώρησης-διάλυσης του συνδικαλιστικού κινήματος. Συναντώνται με την προϊούσα κρίση-αποσάρθρωση-κατάπτωση των επίσημων συνδικαλιστικών ηγεσιών σε ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ-ομοσπονδίες. Αποκορυφώνονται με την επικείμενη κατάργηση ακόμη και της «πράξης σύνταξης» της ΕΓΣΕΕ, αλλά και με τις ανάλογες ανατροπές των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα.
Και βέβαια όλα αυτά εκφράζονται και επιδρούν σε κάθε «στιγμή» και διαδικασία-πράξη στο κίνημα και τους αγώνες. Από το πότε, πως, με ποιο περιεχόμενο και στόχο καλούνται οι απεργίες, ως το πώς οργανώνονται και προετοιμάζονται. Από το ποια είναι η «κοινωνική σύνθεση» στις «πλατείες», μέχρι το αν και ποιες απαντήσεις οικοδομούνται –με όρους ταξικής πάλης- για το στόχο της ενότητας και ενιαίας πάλης των ξένων και ελλήνων εργαζομένων και εργατών.
• Τέλος, χρειάζεται να θυμηθούμε την πορεία αντιφάσεων, παλινωδιών και βασικά προσαρμογών και οχυρώσεων των πολιτικών δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά, απέναντι στις απαιτήσεις της πάλης που δημιουργούσαν και δημιουργούν όλα αυτά τα στοιχεία που παραπάνω αναφέρουμε. Πορεία που για το ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε από το να «επιστρέψει» στα πεδία και ζητήματα του λαού από όπου (κατά Αλαβάνο) είχε «εξοριστεί»(!) ώστε με τον κινηματικό κυβερνητισμό να γίνει σήμερα αναφορά –ενδεχόμενο κυβερνητικής λύσης για το σύστημα. Για το ΚΚΕ, πορεία ανασυγκρότησης του κόμματος –μετά την κρίση του ΄89-΄91-, η οποία με μικρές ταλαντεύσεις απέκτησε τελικά το χαρακτήρα άρνησης-εναντίωσης στην υπόθεση της συγκρότησης της μαζικής πάλης και του κινήματος, και που με τη σειρά του το ξαναφέρνει μπροστά σε σημείο κρίσης και καμπής, σε νέα αδιέξοδα και σε ακόμα πιο υψηλό επίπεδο. Ενώ αναφορικά με τα μεγαλύτερα κομμάτια της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς επρόκειτο είτε για πορεία ανοιχτής και πλήρους ενσωμάτωσης στο αστικό-κοινοβουλευτικό φάσμα και πεδίο, είτε για μεγάλη πολιτική μετατόπιση από μια αγωνιστική κινηματική κατεύθυνση στην αναζήτηση διαμόρφωσης κυβερνητικού («μεταβατικού») προγράμματος που αναζητά κατανόηση και αποδέκτες στον αστικό-ρεφορμιστικό πολιτικό κόσμο…
Συνολικά μιλώντας για την Αριστερά και ιδιαίτερα την τελευταία 10ετία, πρόκειται για μια πορεία υποχώρησης και απομάκρυνσης από τα πραγματικά ζητούμενα της λαϊκής υπόθεσης. Μια πορεία που ιδιαίτερα στην τελευταία 4ετία, θέτει και εκφωνεί ακόμη πιο επιτακτικά το ζήτημα της ανασύστασης του κινήματος, στο πολιτικό, ιδεολογικό, θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο.

Ζητήματα της 4ετίας – Η υλοποίηση της Πρωτοβουλίας
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν πλέον μόνο εκτιμήσεις-θέσεις για την κατάσταση που διαμορφώνεται διεθνώς και στη χώρα. Είναι ζώσα πραγματικότητα, που τη βλέπουμε να εξελίσσεται, «πέφτουμε πάνω της» στην καθημερινή κοινωνική και πολιτική ζωή, στην καθημερινή πάλη. Γι’ αυτό και μια πρώτη απολογιστική επισήμανση που θα πρέπει να κάνουμε θα ήταν ότι «δεν εμπιστευόμαστε», δεν αξιολογούμε επαρκώς και δεν στεκόμαστε με την απαιτούμενη επιμονή σε αυτό που έβγαζαν και βγάζουν οι θέσεις-εκτιμήσεις μας για την πολιτικοκοινωνική κατάσταση.
Δεν αρκεί δηλαδή η (σωστή) εξήγηση πως αυτό οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους, στον ιδιαίτερα αρνητικό ταξικό-πολιτικό συσχετισμό, που «δεν επιτρέπει» ή δυσκολεύει πολύ να κινηθούμε πλατιά και αποτελεσματικά στη βάση των δικών μας θέσεων-εκτιμήσεων. Πρέπει δίπλα σε αυτή την επισήμανση –και απέναντί της- να αναζητούμε κάθε στιγμή το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τις κατάλληλες μορφές που θα υπηρετούν την ανάδειξη των πραγματικών ζητημάτων.
Σε κάθε περίπτωση, θεωρούμε ότι είναι σήμερα φανερό πως είναι όλα τα παραπάνω στοιχεία της πολιτικής αναδρομής που επιχειρήσαμε, αυτά που καθορίζουν και διαμορφώνουν τη στάση του λαού και της νεολαίας σήμερα. Γύρω από αυτά και εξαιτίας αυτών παράγονται οι αγωνιστικές εκρήξεις, οι υφέσεις, οι πολλαπλές αντιφατικές διεργασίες που ζούμε και συναντούμε καθημερινά όλη την τελευταία περίοδο. «Μέσα» σε αυτά ζούμε και εμείς, στο πλαίσιο που αυτά διαμορφώνουν καλείται και η οργάνωσή μας να δώσει πολιτικές, κινηματικές, απαντήσεις. Ταυτόχρονα βέβαια η οργάνωση δέχεται τις επιδράσεις «των από κάτω», τις επιδράσεις της στάσης των μαζών. Είτε πρόκειται για εκρήξεις και ξεσηκωμούς, είτε για υποχωρήσεις και «καθίσματα». Δέχεται τις επιδράσεις των διεργασιών είτε αυτές είναι σε κινηματική-αγωνιστική κατεύθυνση αμφισβήτησης των κυρίαρχων δυνάμεων και πλευρών του συστήματος, είτε πρόκειται για διεργασίες που εκφράζουν άγονες περιπλανήσεις, αδιέξοδες αναζητήσεις ή ακόμη και τάσεις άρνησης της μαζικής πάλης, τάσεις παραίτησης και υποταγής. Αυτό το τοπίο είναι φανερό ότι δεν μπορεί σύντομα να «ξεκαθαρίσει». Οι γενικοί και βασικοί όροι του ζητήματος θα αναπαράγουν και θα τροφοδοτούν αυτή τη σύνθετη κατάσταση και δεν έχουμε να περιμένουμε –από ποιους άραγε;- τουλάχιστον στο ορατό μέλλον πως θα συγκροτηθεί μια πολιτική κατεύθυνση που με ένα αποφασιστικό τρόπο θα αναδεικνύει και θα υποστηρίζει έμπρακτα την κατεύθυνση της ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ μέσα στο κίνημα και στη βάση συγκρότησης δυνάμεων αντιπαράθεσης με το σύστημα και τον ιμπεριαλισμό. Πρέπει λοιπόν να «το πάρουμε απόφαση», ότι έτσι έχουν οι όροι του ζητήματος και στη βάση αυτή να διαμορφώσουμε και να παλέψουμε ενιαία και συγκεκριμένα τη δική μας κατεύθυνση. Πριν δούμε τι σημαίνει αυτό, πριν δηλαδή σταθούμε πιο συγκεκριμένα στις επιλογές που έχουμε ήδη διαμορφώσει, στις δυσκολίες τους, στο πως μπορεί να πάει παραπέρα, ας υπενθυμίσουμε ορισμένα δεδομένα από την κατάσταση των τελευταίων 4 χρόνων και το πώς η οργάνωση στάθηκε σε σχέση με αυτά.
Η 6η συνδιάσκεψη της οργάνωσης (Μάρτης 2006) ολοκληρώθηκε αφήνοντας τρεις «εκκρεμότητες». Οι δύο από αυτές αφορούσαν πολιτικά ζητήματα και η τρίτη το ζήτημα της ανασύνθεσης της καθοδήγησης της οργάνωσης. Η σχετική συζήτηση είχε ήδη ανοίξει στο τότε Π.Γ., στη βάση των επιτακτικών αναγκαιοτήτων που εκτιμούσαμε ότι έχουν ανοίξει για το λαό και το κίνημα και βέβαια για την οργάνωση. Οι πολιτικές «εκκρεμότητες» αφορούσαν:
1. Στο ζήτημα μιας συνολικότερης τοποθέτησης για το θέμα της Αριστεράς, με βάση από τη μια τη συνολικότερη αντιπαράθεσή μας με τα ρεύματα και τις τάσεις που είχαν διαμορφωθεί από την περίοδο της παλινόρθωσης στην Σ.Ε., αλλά και -στη βάση αυτής της 50ετούς διαδρομής- για τη σημερινή κατάσταση, τις απαιτήσεις που θέτει στην Ελλάδα και στον κόσμο για το κίνημα, τις «απαντήσεις» που δίνονται και τις απαντήσεις που απαιτούνται.
2. Στο ζήτημα του ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, για το οποίο είχαμε φτάσει όχι μόνο στην ανάδειξη της αναγκαιότητάς του, αλλά και σε ένα γενικό προσδιορισμό του. Επιπλέον αναδείχναμε και σωστά την ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ σαν τη λογική και την κατεύθυνση με την οποία θα οικοδομούνταν προϋποθέσεις διαμόρφωσης του ΜΕΤΩΠΟΥ. Ωστόσο, με βάση τις υποκειμενικές και αντικειμενικές δυσκολίες, καθυστερήσεις, αρνήσεις, «σταματούσαμε» εκεί χωρίς να μπορούμε να διαμορφώσουμε μια συγκεκριμένη πολιτική πρόταση που να παλεύεται στο κίνημα και να υπηρετεί αυτή την κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, η έστω «διάσπαρτη» κοινή δράση υποχωρούσε διαρκώς σαν λογική και πρακτική στο κίνημα, όχι με δική μας ευθύνη.
Με αυτούς ουσιαστικά τους όρους και ενώ η επίθεση κλιμακωνόταν και οι απαιτήσεις γινόταν κραυγαλέες, μπήκαμε στην περίοδο 2008-2010. Είχε βέβαια μεσολαβήσει η εκλογική επιτυχία τους 2007, που μπορεί και να θόλωσε σ’ ένα βαθμό τα πραγματικά δεδομένα που αντιμετωπίζαμε, που μπορεί να δημιούργησε την αίσθηση πως σχετικά εύκολα θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα συσχετισμό –έστω στην κλίμακα ενός κόσμου της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς- που θα επιβάλλει την κατεύθυνση της κοινής δράσης και του ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, όπως εμείς το προσδιορίζαμε.
Ήδη όμως από τις αρχές του 2008 ενισχύθηκαν οι υγειονομικές ζώνες και οι πολιτικές απομάκρυνσης των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς προς την κατεύθυνση του «μεταβατικού προγράμματος», όπως π.χ. αυτό εκφραζόταν με το «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» ως κεντρική και απαράβατη προϋπόθεση για την πάλη ενάντια στο ασφαλιστικό της Πετραλιά. Επιλογές που ενίσχυαν την πίεση στην οργάνωσή μας αναφορικά με τους όρους που μπορούσε να διαμορφώσει στην παρέμβασή της στη μαζική πάλη. Επιλογές που συνολικά –και με δεδομένη την πολιτική του ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ στη δική τους πολύ μεγαλύτερη βέβαια κλίμακα- απομάκρυναν τον κόσμο από το δρόμο του κινήματος και τον έφερναν στην αναζήτηση «άμεσων λύσεων» στα πλαίσια του συστήματος, με τη μια ή την άλλη μορφή. Η ρότα αυτή δεν αναιρέθηκε από την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς (μέσα του Σεπτέμβρη του 2008) που σηματοδότησε με επίσημο τρόπο την έναρξη της κρίσης. Αλλά επίσης η ρότα αυτή δεν ανακόπηκε ούτε από το Δεκέμβρη του 2008 που έδειξε με το δικό του τρόπο τις διεργασίες στη νεολαία και το λαό, που έδωσε συμπιεσμένα σε «μικρή χωρητικότητα» πολλά από τα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα που είχαν διαμορφωθεί στα προηγούμενα χρόνια και ζητούν απαντήσεις και διέξοδο. Μάλιστα θα λέγαμε πως και εμείς δεν είχαμε και ενώ εξελισσόταν ο Δεκέμβρης, όχι βέβαια τις συνολικές απαντήσεις στα ερωτήματα που έθετε –αυτές δεν μπορούσαμε να τις έχουμε- αλλά τον απαιτούμενο βαθμό εγρήγορσης και παρέμβασης στα γεγονότα. Βαθμός που παρουσίασε διακυμάνσεις κατά πόλη και περιοχή.
Το 2009 ήταν η χρονιά «πρώτης εμπλοκής» σε μια πιο πλατιά κλίμακα της οργάνωσης με το λαό, απέναντι στην επίθεση και την κρίση. Στη φάση αυτή δεν είχε συνειδητοποιηθεί το βάθος και η έκταση του ζητήματος που είχε διαμορφωθεί και αντιμετωπίζαμε. Οι εκλογές του Οκτώβρη του 2009, με την ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, φωτογράφησαν τους πολιτικούς όρους που το σύστημα (και η Αριστερά…) είχαν πετύχει να διαμορφώσουν και οι οποίοι βρίσκονται βέβαια στον αντίποδα των πραγματικών αναγκαιοτήτων. Ταυτόχρονα το εκλογικό αποτέλεσμα «επανέφερε» και για μας το ζήτημα της συγκρότησης των όρων μαζικής αντίστασης στις πραγματικές διαστάσεις του μας έδειξε πιο καθαρά τους όρους του ζητήματος.
Από εκεί και μετά επιταχύνονται κατά πολύ οι ρυθμοί των εξελίξεων και κλιμακώνεται ο βαθμός εμπλοκής και συνειδητοποίησης στην πράξη των πραγματικών όρων της κατάστασης από τη μεριά της οργάνωσης. Ο ίδιος ο λαός –την 5η Μάη του 2010- επιχειρεί μια μεγαλειώδη αντίσταση στην επίθεση και στην έναρξη της «τροϊκανής περιόδου». Πρόκειται για ένα σημείο καμπής από το οποίο σηματοδοτείται η αποστοίχιση-άρνηση των πολιτικών δυνάμεων του συστήματος από τις μάζες σε πρωτόγνωρες μεταπολιτευτικά κλίμακες. Αποστοίχιση που καταγράφηκε επίσημα λίγους μήνες μετά στις Καλλικρατικές εκλογές του φθινοπώρου του 2010. Αλλά και για την οργάνωση –και σε όλη της την κλίμακα- το διάστημα αυτό λειτούργησε σαν ο απαραίτητος χρόνος συνειδητοποίησης του βάθους της κρίσης και της «μετάφρασης» των πολιτικών θέσεών μας με τους όρους της ταξικής πάλης.
Παράλληλα βέβαια έχει εξελιχθεί η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της 7ης Συνδιάσκεψης (Μάρτης 2010), που έχει αντιμετωπίσει τις δύο από τις τρεις «εκκρεμότητες» που έχουμε αναφέρει: α)Το ζήτημα της ανασύνθεσης της Καθοδήγησης στην κατεύθυνση της δυνατόν πιο μάχιμης και αποτελεσματικής σύνθεσης και λειτουργίας των οργάνων της και β) Το ζήτημα της Αριστεράς –που αποτέλεσε και το επίκεντρο του περιεχομένου της συνδιάσκεψης που έβαλε το βιβλίο του Β.Σ. στην «ημερήσια διάταξη» της οργάνωσης και το σύνδεσε με την κατάσταση διεθνώς και στη χώρα (βλέπε και ντοκουμέντο απόφασης).
Ωστόσο, ούτε αυτές οι δύο βασικές αποφάσεις της Συνδιάσκεψης είναι ασύνδετες μεταξύ τους, ούτε ακόμη περισσότερο είναι αυτές οι δύο αποφάσεις «άσχετες» με το τρίτο ζήτημα. Δηλαδή με το ζήτημα της διαμόρφωσης μιας μάχιμης πολιτικής πρότασης-κατεύθυνσης, η οποία στη βάση των σημερινών όρων να θέτει, να ανοίγει και να οικοδομεί την κατεύθυνση του ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ.
Το ζήτημα αυτό –ανεξάρτητα από το με ποια μορφή εισπράττεται από τον κάθε σύντροφο- απασχολούσε έντονα την οργάνωση και την καθοδήγηση ήδη πριν την 7η συνδιάσκεψη. Και οπωσδήποτε οι εξελίξεις της περιόδου το έβαλαν ακόμη πιο απαιτητικά μπροστά στην οργάνωση και τη νέα καθοδήγησή της. Και όταν λέμε εξελίξεις, αναφερόμαστε στο σύνολο των ζητημάτων που τίθονταν και τίθενται από το σύστημα και τις δυνάμεις του, από τις επιλογές και τη στάση των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά, από τον ίδιο το λαό και τις τάσεις αντίστασης που διαμορφωνόταν και διαμορφώνονται σε αυτόν, αλλά και τις πολλαπλές δυσκολίες και τις αντίρροπες τάσεις που επίσης εκδηλωνόταν και εκδηλώνονται.
Ας θυμηθούμε ότι ήδη από το 2010 και στο διάστημα 2010-2012, ζήσαμε και αντιμετωπίζουμε αυξημένες πιέσεις, απαιτήσεις και δυσκολίες, πολλές από τις οποίες ήταν-είναι πρωτόγνωρες. Όχι βασικά όσον αφορά τον πυρήνα των ζητημάτων που τις συγκροτεί και τις βάζει μπροστά μας, αλλά κυρίως σε σχέση με το μέγεθος, την ένταση και τη μορφοποίηση που αποκτούν.
Παραμένει προφανώς πάντα βασικό ζήτημα η ίδια η επίθεση του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου στους λαούς και τους εργάτες, οι ανταγωνισμοί των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και όσα αυτά σημαίνουν και φέρνουν στην Ελλάδα της εξάρτησης και της υποτέλειας. Εδώ βρίσκεται ουσιαστικά η πηγή, η αφετηρία όλων των εξελίξεων. Μια επίθεση τερατώδης που έχει θέσει ανοιχτά για τους λαούς και το λαό μας όλα τα ζητήματα. Από την επιβολή όρων δουλείας για τους εργάτες και τους εργαζόμενους και τη μαζική και εκτεταμένη πείνα και εξαθλίωση. Ως τα ζητήματα της φασιστικοποίησης και των μεγάλων ή μεγαλύτερων πολεμικών μακελειών, ιδιαίτερα στην περιοχή που αποτελεί επίκεντρο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αλλά όχι μόνο σε αυτήν.
Ταυτόχρονα όμως και ακριβώς επειδή απέναντι (ή «απέναντι») στην επίθεση αυτή βρίσκεται μια Αριστερά που προέρχεται από τη διαδρομή της υποχώρησης και της ήττας του κινήματος, μια Αριστερά που ήδη βρισκόταν χαμένη στα αστικά θεωρήματα (παγκοσμιοποίηση, ολοκληρώσεις…), έξω από την υπόθεση της ταξικής πάλη, σε αναζήτηση ρόλων κοντά ή πιο κοντά και πάντως όχι ενάντια στο αστικό πολιτικό σύστημα, μια Αριστερά που μετεωρίζονταν ανάμεσα σε όρους διαμαρτυρίας και ενσωμάτωσης, κάτω από το βάρος της επίθεσης αυτών των μεγεθών, επιταχύνονται οι τάσεις ενσωμάτωσης της ή/και αποχώρησης της από την όποια πάλη. Αυτό αναδεικνύεται ως κύρια τάση στο επίπεδο των πολιτικών σχημάτων της και σε όλη της τη γκάμα. Από τη ΔΗΜΑΡ ως την ΚΟΕ και από τις συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως το ΚΚΕ, και βέβαια τον ΣΥΡΙΖΑ!
Για τις ανάγκες «επιχειρηματολόγησης» αυτών των επιλογών, η κάθε μια από τις δυνάμεις αυτές διαμορφώνει –στη βάση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, της προέλευσής της κ.ο.κ.- τη δική της «πολιτική αφήγηση». «Να αποφύγουμε την ακυβερνησία και τη χρεοκοπία», «να επιδιώξουμε ¨αντιφατική¨ κυβέρνηση υλοποίησης του μεταβατικού προγράμματος», «λαϊκή εξουσία εδώ και τώρα», «κυβέρνηση της Αριστεράς εδώ και τώρα»… Ο κοινός τόπος είναι η εναντίωση-άρνηση της οργάνωσης του λαού στη βάση της μαζικής αντίστασης και της επαναστατικής προοπτικής.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι πως όλα αυτά επιδρούν στο λαό και τη νεολαία –είτε ως αυτά καθαυτά, είτε με διάφορες διαθλάσεις- συναντώνται με τα μεγάλα προβλήματα του κινήματος (αποσυγκρότηση εργατικής τάξης, ιδεολογικός-πολιτικός-οργανωτικός αφοπλισμός του λαϊκού κινήματος) και ενισχύουν τις τάσεις καθυστέρησης στην απάντησή αυτών των προβλημάτων, ακυρώνοντας-μπερδεύοντας τις τάσεις αντίστασης και οργάνωσης του λαού που ταυτόχρονα εκδηλώνονται.
Όλα αυτά δεν είναι θεωρητικά σχήματα. Διατυπώνονται ως γενικεύσεις μιας κατάστασης, αλλά τα ζήσαμε και τα ζούμε πολύ συγκεκριμένα σε μια σειρά περιπτώσεις και καταστάσεις, με μια ποικιλία μορφών. Στο Σύνταγμα και γενικά στις πλατείες, με αυτούς που δεν ήρθαν και τις κατήγγειλαν, με αυτούς που ήρθαν και έβαλαν απαγορεύσεις για το ποιοι μπορούν να έρθουν, τι να θέσουν και με ποια διαδικασία. Στα πολλά και διάφορα «δίκτυα ανταλλαγής και αλληλεγγύης» όπου συνονθυλεύονται οι αυτονομίστικες «αυτοδιαχειρίσεις», η εκκόλαψη του μεταβατικού προγράμματος και ίσως του κομμουνισμού εντός της κοινωνίας της βαρβαρότητας, μαζί με τις κυβερνητικές επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ. Και όπου πρυτανεύει η απάτη ανακούφισης –αν όχι λύσης- των οξύτατων λαϊκών ζητημάτων επιβίωσης χωρίς αντίσταση, χωρίς ούτε μετατόπιση του σημερινού ταξικού συσχετισμού. Θα λέγαμε ότι ακόμη τα ζήσαμε όλα αυτά και σε πεδία αντιμετώπισης λαϊκών προβλημάτων που επιλέχθηκαν και πριμοδοτήθηκαν από συγκεκριμένες δυνάμεις ως πολιτικά ανώδυνα και με αναντίστοιχη για το περιεχόμενό τους έκταση και κατανάλωση δυνάμεων (λ.χ. διόδια), ή με λαθεμένο-προβληματικό περιεχόμενο και τρόπο αντιμετώπισής τους (π.χ. χαράτσια). Στην πιο ολοκληρωμένη τους έκφραση βέβαια όλα αυτά τα αντιμετωπίσαμε όταν ήδη από τα μέσα του 2011 και πολύ περισσότερο από το Νοέμβρη του ’11 και μετά –μεσούντος του λαϊκού ξεσηκωμού ενάντια στο Μνημόνιο2- η Αριστερά σχεδόν συνολικά είχε φορέσει «τα καλά» της και όδευε στην… εκλογική αναμέτρηση. Στην οποία μάλιστα διακήρυξε με τον πιο συνολικό και επίσημο τρόπο την παραίτησή της από τις απαιτήσεις της πάλης.
Όμως –και καθώς ο κατάλογος αυτός δεν έχει τέλος- ας επανέλθουμε στο «τρίτο ζήτημα». Εξάλλου με τα αμέσως προηγούμενα που αναφέραμε θέλαμε να υπενθυμίσουμε στοιχεία των εξελίξεων και της κατάστασης, στη βάση της οποίας η απόφαση του ΚΟ τον Ιούνιο του 2011 εισηγήθηκε την πρόταση που συζητήθηκε στην Σύσκεψη του περασμένου Σεπτέμβρη η οποία στη συνέχεια δρομολογήθηκε ως απόφαση για πράξη. Με όλα λοιπόν τα παραπάνω, την επίθεση και τη βαρβαρότητα που αντιμετωπίζουν οι λαοί και ο λαός μας, τις προσαρμογές-διαφυγές της Αριστεράς, τις ισχυρές και πλατιές τάσεις αντίστασης και πάλης, αλλά και τα προβλήματα που παρουσιάζονται μέσα στην πάλη με μια ποικιλία μορφών, μας είχε τεθεί ήδη από το 2010 επιτακτικά το δίλημμα: Παραμένουμε στην κατεύθυνση της κοινής δράσης σαν γενική αναφορά και αναγκαιότητα ελπίζοντας σε σποραδικές ανταποκρίσεις και μέσα από αυτήν και αυτές επιδιώκουμε το κέρδισμα αγωνιστικού κόσμου και τη γενική μας ενίσχυση;
Ή στη βάση των συγκεκριμένων πολιτικών όρων που υπάρχουν σήμερα στην Αριστερά και στο κίνημα διατυπώνουμε, παλεύουμε και προωθούμε μια συγκεκριμένη πολιτική πρόταση-κατεύθυνση που θα διαμορφώνει συγκεκριμένα αποτελέσματα κοινής δράσης, συντονισμού, δικτύωσης δυνάμεων και αγωνιστών μέσα στην πάλη και το λαό και βέβαια σε αναφορά με την κατεύθυνση και την αναγκαιότητα του ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ;
Η απάντηση που δώσαμε υπέρ της δεύτερης εκδοχής αυτού του ερωτήματος, δεν έχει βέβαια δικαιωθεί ακόμα από αυτή καθεαυτή την υλοποίησή της. Δεν έχει ακόμα δηλαδή η Πρωτοβουλία αποκτήσει σημαντικά στοιχεία της υπόστασης που επιδιώκουμε μιας και στην πραγματικότητα ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα τον περασμένο Σεπτέμβρη. Δικαιώθηκε όμως σαν πολιτική αναγκαιότητα και επιλογή και με τα όσα εξελίχθηκαν και μεσολάβησαν μέσα στο χρόνο που πέρασε από την προηγούμενη Σύσκεψη. Οι αγωνιστικές εκρήξεις των μαζών, η στάση και οι επιλογές του μεγαλύτερου μέρους των δυνάμεων της Αριστεράς, άλλες εξελίξεις και αναδύσεις (ΧΑ) που ζήσαμε τους τελευταίους 12 μήνες, όλα αυτά επιβεβαιώνουν –το καθένα από τη μεριά του και με τον τρόπο του- πως ήταν αναγκαία και σωστή αυτή μας η επιλογή.
Τώρα βέβαια είμαστε μπροστά στην ανάγκη αυτή η επιλογή να περπατήσει. Να αποκτήσει υπόσταση, όπως εμείς την εννοούμε και την επιδιώκουμε! Ως μια ανοιχτή, και πολιτική και κινηματική διαμόρφωση. Που θα χρειάζεται και θα εξελίσσεται με παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες και από πάνω, και από κάτω. Που το κύριο σε αυτήν και για αυτήν είναι το πολιτικό και το «από πάνω», αλλά το βασικό είναι «το κινηματικό» και το «από τα κάτω». Σε αυτή τη βάση χρειάζεται να γίνει αντιληπτό ότι η υπόθεση της Πρωτοβουλίας είναι κεντρική, πανελλαδική υπόθεση όλων των δυνάμεων της Οργάνωσης. Ότι μέσα από αυτήν και δια αυτής χρειάζεται να επιδιώκουμε να περνά και να αναπτύσσεται όλη μας η πάλη και η παρέμβασή μας στο λαό, στη νεολαία, στην ταξική πάλη. Αυτό βέβαια δεν (μπορεί να) συμβαίνει ακόμη τώρα. Όμως αυτή πρέπει να είναι –πολιτικά και οργανωτικά- η κατεύθυνση μας, αν θέλουμε η Πρωτοβουλία να κάνει βήματα προς αυτό που επιδιώκουμε να γίνει. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η Πρωτοβουλία μείνει ως μια «αναφορά κεντρικής συνεργασίας» μεταξύ του ΚΚΕ(μ-λ) και του ΜΛ ΚΚΕ, αν λειτουργεί ως μια υπογραφή σε ανακοινώσεις ή σε κάποια πανό διαδηλώσεων, θα έχει αποτύχει.
Για το πώς θα γίνει αυτό, πως δηλαδή όλη μας η πάλη «θα περνά μέσα» από την Πρωτοβουλία καθώς θα εξελίσσεται σε ένα πολιτικοκινηματικό δίκτυο σχημάτων πάλης σε όλη τη χώρα, υπάρχουν βέβαια πολλά και σημαντικά πολιτικοργανωτικά ερωτήματα που χρειάζεται να δούμε συγκεκριμένα ανά τομέα, ανά περιοχή, πόλη, πυρήνα. Εδώ θα αρκεστούμε σε μια γενική, αλλά βασική επισήμανση: Το ΚΚΕ(μ-λ) οφείλει στο ζήτημα της Πρωτοβουλίας να πρωτοστατήσει και στο κύριο, και στο βασικό. Επειδή ακριβώς δεν θέλουμε όπως είπαμε η Πρωτοβουλία να γίνει ή να μείνει ως κεντρική πολιτική συνεργασία των δύο οργανώσεων (τέτοια στοιχεία έχει κυρίως και αναπόφευκτα ως τώρα και στη φάση που βρίσκεται) δεν αρκεί η όποια συζήτηση-αντιπαράθεση-συνεννόηση μεταξύ των επικεφαλής των δύο καθοδηγήσεων. Απαιτείται η άμεση και ενεργητική εμπλοκή όλου του κομματικού μας δυναμικού στην υπόθεση της υλοποίησης της Πρωτοβουλίας. Και στους χώρους και τις περιοχές που υπάρχουν σύντροφοι από το ΜΛ ΚΚΕ, και σε αυτές που δεν υπάρχουν. Και εκεί που υπάρχουν ήδη συγκροτημένες επιτροπές, σχήματα αντίστασης και πάλης μέσα στα οποία συμμετέχουμε και με τα οποία παλεύουμε, και εκεί που δεν υπάρχουν τέτοιες επιτροπές και σχήματα και δρούμε μέσα από τα δικά μας. Αυτό είναι «το βασικό» στο οποίο πρέπει να πρωτοστατήσουμε. Σε σχέση με αυτό ανακύπτουν και θα ανακύψουν τα πολιτικοοργανωτικά ζητήματα που αναφέραμε, τα οποία όμως θα τα απαντήσουμε μόνο αν συντεταγμένα και αποφασιστικά υιοθετήσουμε στην πράξη αυτή την κατεύθυνση. Και βέβαια το πρόβλημα δεν είναι και δεν θα είναι οι ανισομετρίες και οι διαφορές ταχύτητας που αναπόφευκτα θα υπάρξουν μεταξύ χώρων, μεταξύ περιοχών, πόλεων, γειτονιών. Το πρόβλημα που μπορεί πραγματικά να υπάρξει είναι να ακυρωθεί στην πράξη η επιλογή που διαμορφώσαμε (Πρωτοβουλία), όχι εξαιτίας αντικειμενικών –έξω από τις δικές μας ευθύνες και δυνατότητες- ζητημάτων. Αλλά εξ’ αιτίας του ότι εμείς οι ίδιοι δεν αναλάβαμε όσο και όπως έπρεπε και μπορούσαμε την προώθησή της και τη υλοποίησή της.

Άμεσες πολιτικοοργανωτικές αναγκαιότητες
Η κρίση και η επίθεση του ιμπεριαλιστικού-καπιταλιστικού συστήματος σε λαούς και εργάτες σε όλο τον κόσμο, οι κάθε λογής συγκρούσεις που διεθνώς εξελίσσονται, το βάθος και η έκταση της επίθεσης στη χώρα μας που σπάει κοινωνικές συμμαχίες δεκαετιών, η πολιτική αστάθεια-κρίση με την καθημερινή και απροκάλυπτη δράση του ιμπεριαλισμού στα πολιτικά-κοινωνικά-οικονομικά-γεωπολιτικά ζητήματα που σχετίζονται με τη χώρα, η φασιστικοποίηση και η ανάδειξη της Χ.Α., η ίδια η κίνηση-κινητοποίηση των μαζών σε πολύ μεγάλες -για τα τελευταία 30 χρόνια- κλίμακες στη χώρα μας και αλλού. Όλα αυτά και οι τεράστιες απαιτήσεις που η υλικότητα αυτών των ζητημάτων θέτει προς όλες τις κατευθύνσεις, φέρνουν στην επιφάνεια και τροφοδοτούν τη συζήτηση-αντιπαράθεση για μια σειρά νέα και παλιά ζητήματα. Είτε από την «καλή», είτε –κυρίως και συνηθέστερα λόγω του συσχετισμού και της κατάστασης της εν γένει Αριστεράς- από την «ανάποδη», θέματα ξεχασμένα, απαντημένα ή «απαντημένα», θέματα που είχαν «τελειώσει» λόγω του «τέλους των ιδεολογιών και της Ιστορίας», η μη «ενημερωμένη» περί το «τέλος» της, Ιστορία τα βάζει ξανά στο προσκήνιο.
Κράτος, τάξεις, κόμματα, καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός, εξάρτηση, φασιστικοποίηση-φασισμός, δημοκρατία, πόλεμος, Αριστερά, οργάνωση, κίνημα, σωματεία, σοσιαλισμός, επανάσταση, πρόγραμμα, στρατηγική και άλλα μπαίνουν ξανά σε μια διευρυνόμενη διαρκώς συζήτηση. Οπωσδήποτε στους κόλπους της εν γένει Αριστεράς και στον κόσμο που αναφέρεται σε αυτήν, αλλά θα λέγαμε μ’ έναν τρόπο και στα ευρύτερα εργατικά-λαϊκά στρώματα και στη νεολαία. Για όσους θυμούνται την «άνυδρη» δεκαετία του ’90 –ιδιαίτερα το πρώτο μισό της- θα λέγαμε πως σε σύγκριση με τότε ζούμε σήμερα μια έκρηξη πολιτικοποίησης-ιδεολογικοποίησης! Δεν πρόκειται βέβαια για ακαδημαϊκό ενδιαφέρον από όσους και όπως ο καθένας εμπλέκεται σε αυτή τη συζήτηση.
Η βάση της για το λαό και τη νεολαία είναι η αγωνία του για τη ζωή του, για το σήμερα και το αύριο. Αυτήν τον υποχρεώνει να προβληματιστεί, να συζητήσει και με τους όρους που καταρχάς διαθέτει για όλα αυτά ή για κάποια από αυτά.
Για τα μεσοστρώματα και τη διανόηση η αφετηρία εμπλοκής τους σε αυτή τη συζήτηση είναι εκτός των άλλων –και ίσως κυρίως- η έκπληξη, ο αιφνιδιασμός για έναν κόσμο που τον «ήξεραν» καλά (έτσι νόμιζαν), για μια κοινωνία στην οποία είχαν «ακλόνητους» ρόλους και θέσεις (έτσι πίστευαν) και τώρα δεν τον αναγνωρίζουν (τον κόσμο), δεν κατανοούν καθόλου την κοινωνία που τους καταβυθίζει ή καταργεί τους ρόλους τους «στα καλά καθούμενα».
Για τις ηγεσίες της εν γένει Αριστεράς η συζήτηση αυτή είναι λιγότερο «άνετη» και «καλοδεχούμενη» απ’ όσο θέλουν να δείχνουν. Γιατί δεν κολλάνε καθόλου όσα γίνονται σήμερα με ότι αυτοί έλεγαν χθες και προφήτευαν για σήμερα. Γιατί υποχρεώνονται σε απίστευτες θεωρητικές-πολιτικές ακροβασίες, σε ανακατασκευές κατασκευών και σχημάτων που είχαν συνθέσει και που ολοφάνερα δεν στέκονται σήμερα για να ερμηνεύσουν και να δώσουν απαντήσεις στα κοινωνικά-πολιτικά-διεθνή ζητήματα, γιατί τέλος τους προκύπτουν απλώς και μόνο αδιέξοδα.
Όσων μας αφορά και από γενική άποψη, θεωρούμε πως αυτή η συζήτηση είναι μόνο η αρχή της ανασύστασης του κινήματος, αναπόσπαστα και διαλεκτικά δεμένη με την κίνηση και την πάλη των μαζών. Είναι επιτακτικά αναγκαίο να υπάρξει και να ξεδιπλωθεί πλατιά και με όρους κινήματος. Μόνον έτσι μπορεί να φεύγει από το έδαφος του «τέλους της ιστορίας» πάνω στο οποίο σήμερα κατά βάση γίνεται και να βρεθεί στο έδαφος των ζητημάτων που αφορούν στην εκ νέου συγκρότηση της εργατικής τάξης και του επαναστατικού κομμουνιστικού εργατικού κινήματος.
Πιο συγκεκριμένα και από άμεση πολιτική σκοπιά, οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι σαν πολιτική οργάνωση είμαστε μέσα στη συζήτηση αυτή. Θέλουμε- δεν θέλουμε (και φυσικά θέλουμε). Είμαστε από αυτούς που και «ρωτούν» και «απαντούν». Πρέπει να την αντιμετωπίσουμε σαν πρόκληση, σαν αξεχώριστο κομμάτι της συνολικής πάλης μας μέσα στο λαό και τη νεολαία, σαν απαράβατη προϋπόθεση για την πολιτική και οργανωτική αναβάθμιση της οργάνωσης.
Δεν είχαμε ποτέ, ούτε και σήμερα βέβαια, καμία άποψη περί «πληρότητας και επάρκειας» της οργάνωσης σε σχέση με το σύνολο των ζητημάτων που έμπαιναν μπροστά μας, και που σήμερα μπαίνουν με πιο «συμπυκνωμένο», εκβιαστικό θα λέγαμε τρόπο, μιας και ο ίδιος ο λαός εκβιάζεται από την ιμπεριαλιστική-καπιταλιστική βαρβαρότητα να κάνει πιο γοργά και αποφασιστικά βήματα προς το δρόμο που ο ίδιος πρέπει και μπορεί να ανοίξει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως συμφωνούσαμε και συμφωνούμε με όλους εκείνους που (ήθελαν και θέλουν να) μας καταχωρίζουν και να μας προσδιορίζουν ως «άσχετους», που «δεν αντιλαμβάνονται» τα χίλια μύρια που αυτοί «αντιλαμβάνονταν» και με βάση τα οποία έχουν κατά καιρούς κατασκευάσει τόσες θέσεις και «επαναστατικά σχέδια» και «προγράμματα» που δεν τα θυμούνται ούτε οι ίδιοι.
Εμείς λοιπόν δεν νιώθουμε και δεν είμαστε καθόλου εκτεθειμένοι από όσα από το ’82 και μέχρι σήμερα έχουμε δημόσια εκθέσει, υπερασπιστεί και παλέψει αναφορικά με την ιστορία του κινήματος, την ιδεολογία μας, τις πολιτικές μας θέσεις και εκτιμήσεις για την κατάσταση στη χώρα και διεθνώς, την κατάσταση και τις ανάγκες του κινήματος και την προοπτική που πασχίζουμε να ανοίξουμε μέσα στην πάλη και τους αγώνες.
Στην περίοδο που έχουμε μπει, όλα αυτά για εμάς είναι βάση αναφοράς και θέλουμε και χρειάζεται να τα πάμε παραπέρα. Σε συνάρτηση με την ολόπλευρη συμμετοχή μας στους αγώνες και στην πάλη και τις απαιτήσεις που αυτή θέτει. Απαιτήσεις –που όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε- είναι διαρκώς πιο αυξημένες και σε σχέση με όλες τις πλευρές της πάλης μας:
-Όσον αφορά την ανάγκη να βρισκόμαστε έγκαιρα με τις απαιτούμενες θέσεις-στόχους και με τα απαιτούμενα μέτωπα, μέσα στις κινήσεις και τις εκρήξεις των μαζών.
-Απαιτήσεις που αφορούν στην ανάγκη να αναλαμβάνουμε και να προωθούμε πολιτικές πρωτοβουλίες επί μέρους ή και κεντρικές, με αποφασιστικότητα και διορατικότητα που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες που θέτει η κατάσταση και θα ανοίγουν δρόμο στην κίνηση των μαζών.
-Αλλά ακόμα και απαιτήσεις που αφορούν σε μια πιο συνολική ψηλάφηση-ανάδειξη του δρόμου του λαού και του κινήματος, η οποία όμως πρέπει να συνδέσει το τώρα της πάλης και της κατάστασης του κινήματος με το παραπέρα και όχι να επικαλεστεί το παραπέρα για να υπεκφύγει από το τώρα.
Στη βάση όλων αυτών θεωρούμε ότι πρέπει και μπορεί να αναβαθμιστεί πολιτικά η συζήτηση στο εσωτερικό της οργάνωσης, στους πυρήνες της και σε όλα τα όργανά της. Μια τέτοια τάση θεωρούμε πως ήδη υπάρχει στη βάση των αναγκαιοτήτων και των δεδομένων που επισημάναμε, αλλά είναι ασταθής, δεν υποστηρίζεται, δεν αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά. Είναι βέβαια πριν απ’ όλα ευθύνη της Καθοδήγησης, από το ΠΓ και το ΚΟ ως τα Γραφεία πόλεων, περιοχών και τομέων όχι απλώς να ενθαρρυνθεί η τάση των συντρόφων να θέτουν ζητήματα, προβληματισμούς και ερωτήματα που προκύπτουν απ’ την όλη κατάσταση και αυτό που ονομάσαμε ευρύτερα ως «συζήτηση». Αλλά πολύ περισσότερο είναι ευθύνη της Καθοδήγησης σε όλη αυτή την κλίμακα να «προκληθούν» όλοι οι σύντροφοι με μια μόνιμη, οργανωμένη και προετοιμασμένη συζήτηση, στο επίπεδο που απαιτούν οι συνθήκες και η πρωτοπόρα συγκρότηση και πάλη που μέσα σε αυτές διεκδικούμε να έχουμε. Ωστόσο και ο κάθε σύντροφος έχει το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να μην «ξεθυμαίνει» τους προβληματισμούς του στον κοινωνικό του περίγυρο, αλλά πριν απ’ όλα να τους εντάσσει γόνιμα και οργανικά μέσα στις διαδικασίες της οργάνωσης. Μια τέτοια στάση ενισχύει προφανώς την ίδια τη δράση και την αποτελεσματικότητα του πυρήνα, του τομέα, των οργάνων και είναι και όρος αναβάθμισης της ΠΣ, συνολικά των εντύπων και των υλικών της οργάνωσης. Είτε αυτά απευθύνονται προς τα έξω, είτε αφορούν σε εσωτερικές διαδικασίες.
Ακόμη με αυτό το ζήτημα συνδέεται και το θέμα των ηλεκτρονικών μέσων παρέμβασης της οργάνωσης (ιστοσελίδα, μπλογκ), το οποίο δεν έχουμε κατορθώσει να το αντιμετωπίσουμε, παρόλο που αντιλαμβανόμαστε πως η πολιτική του σημασία είναι κάθε άλλο παρά μικρή. Αυτή η αυτοκριτική μας έχει βέβαια το νόημα μιας δέσμευσης για άμεση και αποφασιστική αντιμετώπισή του. Αλλά ταυτόχρονα είναι και μια ευκαιρία για να πούμε πως το ζήτημα αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα οργανωτικών-τεχνικών προϋποθέσεων, αλλά και πολιτικών. Δηλαδή είναι πολιτικές οι προϋποθέσεις που χρειάζονται για να υπάρχει η απαιτούμενη, μόνιμη και σταθερή –πρακτικά σε καθημερινή βάση, όπως απαιτείται- ενημέρωση και διαχείριση αυτών των ηλεκτρονικών μας παρεμβάσεων. Από αυτή ακριβώς την άποψη επισημαίνουμε ότι το ζήτημα συνδέεται και με τους πολιτικούς όρους λειτουργίας των πυρήνων και οργάνων.
Εν όψει της Σύσκεψης και στα πλαίσιά της πρέπει ακόμη να τεθεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό και στην πραγματικότητα κρίσιμο για την οργάνωση ζήτημα, με το στόχο μετά από τη Σύσκεψη να μπει και να παλευτεί έμπρακτα από το σύνολο της οργάνωσης. Αναφερόμαστε στο ζήτημα του κερδίσματος κόσμου στις γραμμές μας, στην ένταξη νέων αγωνιστών στην Οργάνωση, αλλά και στα σχήματα εργαζομένων, συνοικίας και νεολαίας που αναφέρονται σε αυτήν.
Θεωρούμε ότι στο ζήτημα αυτό είμαστε πολύ πίσω σε σχέση με τις δυνατότητες που δημιουργεί η κίνησή μας και η σχέση μας με τον κόσμο, ιδιαίτερα στην τελευταία περίοδο που η εμπλοκή μας με τη λαϊκή-νεολαιίστικη πάλη έχει διευρυνθεί σημαντικά. Και είναι μάλλον προφανές ότι από κάθε άποψη η αναγκαιότητα να κερδίσουμε κόσμο, να διευρύνουμε την οργανωμένη βάση στήριξής μας είναι παραπάνω από πιεστική. Ταυτόχρονα η οργάνωση δείχνει σαν να μην έχει αντιληφθεί –και θα λέγαμε σε όλη της την κλίμακα- πως οι τροποποιήσεις στη συνείδηση και οι πολιτικές μετατοπίσεις στη στάση των μαζών έχουν σε σημαντικό βαθμό τροποποιήσει και το ζήτημα όπως μπαίνει για εμάς. Έχουν δηλαδή διαμορφώσει σαφώς περισσότερες αντικειμενικές δυνατότητες απ’ ότι μια προηγούμενη περίοδο.
Λειτουργούμε στη βάση συνηθειών και αντιλήψεων –που ήταν λαθεμένες και τα προηγούμενα χρόνια- που πρακτικά καταλήγουν στο «αν κάποιος το ζητήσει μπορεί και να το δούμε»! Η θεμελιώδης άποψή μας για τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην ανάπτυξη του κινήματος και του κόμματος έχει από την πράξη μας διαστραφεί σε «εγκατάλειψη» της ενίσχυσης της Οργάνωσης. Η βασική εκτίμησή μας για το βάθος του «χρόνου» και των απαιτήσεων στην πορεία συγκρότησης του κινήματος και της επαναστατικής του προοπτικής, έχει στο ζήτημα αυτό υιοθετηθεί σαν θέση «άρνησης» της Οργάνωσης.
Λες και δεν παλεύουμε κάθε στιγμή για να αναπτυχθούν αγώνες και αντιστάσεις και να συγκροτούνται όροι κινήματος! Που είναι λοιπόν η διαλεκτική σχέση αυτών των προσπαθειών αναφορικά με την ισχυροποίηση της Οργάνωσης;
Λες και σε αυτό τον «μακρύ δρόμο» για τη συγκρότηση του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος που απαιτεί η εποχή μας, δεν είναι η οργάνωση καθεαυτή το πιο σημαντικό πολιτικό υποκείμενο για εμάς, αλλά και όχι μόνο για εμάς. Που είναι λοιπόν η διαρκής και έμπρακτη φροντίδα για την μαζικοποίησή της;
Λες και η πάλη ενάντια στον αρνητικό συσχετισμό εκφράζεται με χίλια δυο, έχει χίλια δυο μέτωπα (και πράγματι έτσι είναι!), αλλά ποτέ ή σπάνια μέσα σ’ αυτά τα χίλια δυο δεν βρίσκεται το ζήτημα, νέοι εργάτες, εργαζόμενοι, άνεργοι, νεολαίοι να μπουν στις γραμμές μας!
Η κατάσταση αυτή πρέπει να αλλάξει και μάλιστα ριζικά. Δεν εννοούμε εδώ, ούτε φανταζόμαστε κάποιους «τρελούς ρυθμούς» ένταξης ανθρώπων στις γραμμές μας. Εξ’ άλλου πώς να «εννοήσουμε» ή να «φανταστούμε» τους όποιους ρυθμούς, όταν δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου οργανωμένη, καθοδηγημένη προσπάθεια σε σχέση με το ζήτημα αυτό; Πώς να προσδιοριστούν στόχοι –περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένα- όταν δεν υπάρχουν δεδομένα πραγματικών προσπαθειών;
Η κατάσταση λοιπόν πρέπει να αλλάξει ριζικά ξεκινώντας από μια συνολική πολιτική συζήτηση από τα Γραφεία περιοχών και πόλεων, τα τομεακά όργανα και μέχρι τους πυρήνες, εφ’ όλης της ύλης του ζητήματος και χωρίς τίποτε να θεωρείται δεδομένο ή αυτονόητο. Από το «αν πρέπει και μπορεί», μέχρι τη διαμόρφωση πολιτικών πλαισίων-κριτηρίων για να θεωρηθεί ότι κάποιος αγωνιστής «μας αφορά», ζήτημα που σίγουρα κουβαλάει πολλές παρερμηνείες και στρεβλώσεις στο οργανωμένο δυναμικό μας. Αλλά και ακόμη το «ποιοι» και «πως», με ποια διαδικασία χρεώνονται και επιχειρούν τα σχετικά βήματα. Επιπλέον χρειάζονται να συζητηθούν και άλλες πλευρές (προσωπικές-κοινωνικές) που πρέπει να παίρνονται υπόψη και ακόμα και τακτικές «επιτάχυνσης» ή «επιβράδυνσης» που κατά περίπτωση απαιτούνται! Ή ακόμη πιο ειδικά ζητήματα, όπως π.χ. ότι το να μοιράζεσαι με κάποιον αγωνιστή τη δικαίωση μιας κατεύθυνσης που δεν επικράτησε σε έναν αγώνα και γι’ αυτό ο συγκεκριμένος αγώνας δεν οδηγήθηκε σε νίκη, είναι και αυτό μια πολιτική βάση για το κέρδισμά του και όχι βάση παραίτησης από το να κερδηθεί!
Σε κάθε περίπτωση ο στόχος μας δεν είναι μια συζήτηση που θα κάνει έναν –ή και μισό!- κύκλο, και θα ξεθυμάνει. Ο στόχος μας είναι μια ΜΟΝΙΜΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ, που θα γίνει αναπόσπαστο μέρος των διαδικασιών και που προφανώς θα καταλήγει κάθε φορά σε συγκεκριμένες αποφάσεις και στόχους. Στόχοι για τους οποίους θα υπάρχει ξανά και ξανά, έλεγχος και απολογισμός. Στόχοι για τους οποίους δεν θα πρέπει να κυριαρχεί ο «φόβος της αποτυχίας», αλλά η ανάγκη να μάθουμε αυτή τη δουλειά, να μπει στο πετσί μας και στο πολιτικό μας DNA. Να μην υπάρχει σύντροφος που να μην ασχολείται –διαρκώς!- με το ζήτημα και να συμβάλει σε αυτό με όποιο τρόπο και σε όποιο επίπεδο. Και να διαμορφωθεί ένα σημαντικό δυναμικό συντρόφων, που θα έχει «σαν ένστικτο» αναπτύξει τη δυνατότητα να αξιολογεί, να εκτιμά την κατάσταση νέων αγωνιστών και να εντοπίζει γρήγορα τα ζητήματα που χρειάζεται για αυτούς –αλλά και για την οργάνωση- να συζητηθούν και να απαντηθούν, ώστε να έρθουν κοντά μας, στις γραμμές μας.

Επίλογος
1.Παράλληλα με το κείμενο αυτό θα χρειαστεί οι σύντροφοι να ανατρέξουν σε απολογισμούς της περιόδου που συζητάμε για εκλογικές αναμετρήσεις (βουλευτικές και ευρωεκλογές του 2009, Καλλικρατικές 2010, οι διπλές βουλευτικές του 2012) για τις οποίες είτε αναφερόμαστε εντελώς συνοπτικά είτε και καθόλου στα πλαίσια αυτού του κειμένου. Αντίστοιχα θα χρειαστεί να ανατρέξουν σε εκτιμήσεις-συμπεράσματα για μια σειρά σημαντικές λαϊκές κινητοποιήσεις και γεγονότα της περιόδου αυτής (από το Ασφαλιστικό και το Δεκέμβρη του 2008, ως τις απεργίες και άλλα σημαντικά κινηματικά γεγονότα «εντός» της περιόδου της κρίσης) που υπάρχουν δημοσιευμένα στην ΠΣ και που επίσης είτε δεν αναφέρονται καθόλου στο κείμενο αυτό είτε αναφέρονται εντελώς συνοπτικά. Τα υλικά αυτά μαζί με το ντοκουμέντο της 7ης Συνδιάσκεψης, και τις αποφάσεις της περσινής αντίστοιχης σύσκεψης θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι θα είναι στη διάθεση των συντρόφων.
2. Η επιλογή των ζητημάτων που κάναμε στο κείμενο αυτό σχετικά με την Οργάνωση δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλα και μάλιστα σοβαρά και σημαντικά. Επιλέγουμε να επικεντρώσουμε τη συζήτηση σε αυτά που παραπάνω αναδείξαμε, αλλά αυτονόητο είναι ότι μπορούν να τεθούν και να συζητηθούν και άλλα ζητήματα.

Leave a Reply

Κατηγορίες

Αναζήτηση