Πολιτική για το Δημόσιο: στη ρότα του συστήματος, στ’ αχνάρια του μνημονίου

Μετά τις αρχικές δηλώσεις επικοινωνιακού τύπου των στελεχών της κυβέρνησης, που συνόδευσαν την αλλαγή της κυβερνητικής σκυτάλης, ήρθε η ώρα της εφαρμογής πολιτικής. Ο λαλίστατος αρμόδιος για το Δημόσιο υπουργός Γ. Κατρούγκαλος φρόντισε να ξεκαθαρίσει την όποια «δημιουργική ασάφεια» υπάρχει στον τομέα ευθύνης του. Προωθεί για ψήφιση νομοσχέδιο που περιλαμβάνει μια σειρά διατάξεις τόσο αναφορικά με τη λειτουργία του κράτους όσο και σε σχέση με τους εργαζόμενους στον κρατικό τομέα της οικονομίας.

Το επιτελικό κράτος
Γνωστή ορολογία από την εποχή ακόμη του εκσυγχρονιστικού σημιτικού ΠΑΣΟΚ. Προσδιορίζει την κατεύθυνση απαλλαγής στις σύγχρονες συνθήκες του συλλογικού καπιταλιστή (αστικό κράτος) από μια σειρά λειτουργίες-βαρίδια που είχε αναγκαστεί να επωμισθεί κατά το παρελθόν. Το κράτος παραμένει στις βασικές-θεμελιώδεις λειτουργίες του, που απορρέουν από τη φύση, το χαρακτήρα και το ρόλο του ως μηχανισμού κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στην εργατική και συνολικά τα λαϊκά στρώματα. Ο περιορισμός του εύρους κίνησης του κρατικού μηχανισμού που συνεπάγεται μια τέτοια κατεύθυνση καθόλου δε σημαίνει μείωση του βασικών μη διαπραγματεύσιμων από το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό μηχανισμών του (κατασταλτικοί, φοροεισπρακτικοί κ.ά.). Αντίθετα μπορεί να σημαίνει διεύρυνση του πεδίου δράσης του κεφαλαίου σε τομείς και λειτουργίες υποσχόμενες άμεσο κέρδος, συνεπώς ιδιωτικοποιήσεις.

Παρών ο ιμπεριαλισμός
Γάλλοι, Δανοί και Αμερικανοί ειδικοί, παρέα με τη μνημονιακή Task Force, αναλαμβάνουν έργο συμβούλου της κυβέρνησης στο «μεταρρυθμιστικό» της έργο. Η διαφορά κατά τον κύριο Κατρούγκαλο είναι ότι «δεν θα επιβάλουν αλλά θα προτείνουν». Και θα εφαρμόζει η κυβέρνηση, θα προσθέταμε. Είναι γνωστές άλλωστε οι διαχρονικές «παραινέσεις» των «ευαγών» ιμπεριαλιστικών ιδρυμάτων με τακτικές τους εκθέσεις-υποδείξεις (ιδιαίτερα του ΟΟΣΑ με την «εργαλειοθήκη» του, ο οποίος από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει αναχθεί σε σημαντικό αρωγό στο έργο της, όπως και των ανά τον κόσμο αστικών κυβερνήσεων).

Οι συγχωνεύσεις-ενοποιήσεις σημαίνουν νέα κλεισίματα
Στην πεπατημένη λοιπόν του «λιγότερου κράτους», εξαγγέλλεται νέος γύρος συγχωνεύσεων φορέων και υπηρεσιών που «επικαλύπτονται ή η λειτουργία τους θεωρείται ως μη χρειαζούμενη». Αυτή θα συνδυαστεί με μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων προς την λεγόμενη αποκεντρωμένη διοίκηση, περιφέρειες και δήμους. Γιατί να διαμαρτύρεται ο λαός προς τη κυβέρνηση και να μη βγάζει το θυμό του στην τοπική εξουσία (όχι ότι είναι αμέτοχοι στο «φόνο» και οι τοπικοί άρχοντες); Για να μην είναι και τόσο ανεξέλεγκτοι οι τελευταίοι, προωθείται μάλιστα η δημιουργία 7 ενδιάμεσων διοικητικών δομών ως «ιμάντες μεταβίβασης των κεντρικών πολιτικών στην περιφέρεια».

Νέο «πλεονάζον προσωπικό» εν όψει
Το «σχέδιο» προβλέπει ότι ένας αριθμός χιλιάδων εργαζομένων στο Δημόσιο τυπικά θα «περισσεύει» και η «καλή μας» κυβέρνηση θα είναι τάχα υποχρεωμένη να τους μετακινήσει σε άλλες υπηρεσίες που έχουν ανάγκη. Τώρα, αν ρωτήσει κάποιος ποιες υπηρεσίες δεν έχουν ανάγκη, με δεδομένο το πού έχει οδηγήσει η πολιτική μείωσης του αριθμού των εργαζομένων τα τελευταία χρόνια μέσω απολύσεων, διαθεσιμοτήτων και εξώθησης σε αθρόες συνταξιοδοτήσεις, μάλλον δεν θα πάρει απάντηση και από τον σημερινό κυβερνητικό διαχειριστή και τον υπουργό του.

Κύματα μετακινήσεων
Η κινητικότητα –εθελοντική αλλά και υποχρεωτική μέσα στα πλαίσια του νόμου– επιστρέφει ως βασικό εργαλείο «μπαλώματος τρυπών», αφού τα κενά είναι τραγικά σε μια σειρά τομείς των λεγόμενων κοινωνικών υπηρεσιών (παιδεία, υγεία, ασφάλιση, πρόνοια, πολιτισμός κλπ). Τώρα, αν οι σχολικοί φύλακες, ορισμένοι για την ακρίβεια απ’ αυτούς, έγιναν μέσα σε μια νύχτα τραυματιοφορείς ή βοηθοί θαλάμου στα νοσοκομεία, τι σημασία έχει; Αυτό που μετράει είναι το «φαίνεσθαι». Η κυβέρνηση υπόσχεται «υπηρεσιακή και βαθμολογική αποκατάσταση». Η μισθολογική μπορεί να… περιμένει.

Καλό νέο. Αρκεί να συμφωνήσουν και οι… «θεσμοί»
Η επαναπρόσληψη- επανατοποθέτηση των απολυμένων και διαθέσιμων του Δημοσίου, που η κυβέρνηση εκτιμά σε περίπου 3.900 (θα δούμε στη πράξη αν αυτός ο αριθμός περιλαμβάνει τους πάντες ή όχι), θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απότοκο των αγώνων τους και όχι ως «δώρο» δικό της. Το γεγονός ότι θα αφαιρεθεί ο αριθμός τους από το νούμερο των προβλεπόμενων για εφέτος προσλήψεων –περίπου 15.000– είναι ενδεικτικό του με ποιο τρόπο επιχειρεί να χειριστεί το συγκεκριμένο ζήτημα. Η υπόσχεση για σταδιακή απορρόφηση των 6.000 επιτυχόντων με διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ που περιμένουν το διορισμό τους εντάσσεται στην ίδια υπόθεση: της αποδοχής της από την τρόικα και φυσικά των δημοσιονομικών δυνατοτήτων.
Αυτό το τελευταίο, με την εξελισσόμενη οικονομική ασφυξία από πλευράς των ιμπεριαλιστών, μάλλον θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση την υλοποίηση των εξαγγελιών. Άλλωστε, όπως έχουμε τονίσει και στο παρελθόν, οι στόχοι ΕΕ, ΔΝΤ και άρχουσας τάξης είναι πρώτιστα πολιτικοί, ποιοτικοί και δευτερευόντως ποσοτικοί. Τους ενδιαφέρει η κατάργηση της μονιμότητας, δηλαδή της μόνιμης και σταθερής δουλειάς, με ότι αυτό σημαίνει.

Μονιμοποιούνται οι συμβασιούχοι αόριστου χρόνου
Η δικαιολογητική βάση για την εξαγγελία της μονιμοποίησης των ΙΔΑΧ εργαζομένων στο Δημόσιο (περίπου 40.000 κατά Κατρούγκαλο) δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για το τι πρόκειται ν’ ακολουθήσει. Η δυνατότητα ένταξής τους στο καθεστώς κινητικότητας όπως ακριβώς και οι μόνιμοι εργαζόμενοι δεν προοιωνίζει τίποτε το θετικό. Ο υπουργός μάλιστα δηλώνει ότι έτσι θα παρακάμψει «αγκιλώσεις και εμπόδια» που υπάρχουν σε τέτοιου τύπου εργασιακές σχέσεις και δεν επιτρέπουν την υλοποίηση της κινητικότητας! Να θυμίσουμε ότι οι ΙΔΑΧ εργαζόμενοι στον κρατικό τομέα πρακτικά είχαν εξομοιωθεί με τους μονίμους ως προς τα δικαιώματά τους. Όχι όμως και ως προς τις υποχρεώσεις, πράγμα που επιχειρεί να λύσει η κυβέρνηση. Να λοιπόν που το αίτημα για ενιαία εργασιακή σχέση μπορεί να μεταφραστεί από τη κυβέρνηση ενάντια σε μια κατηγορία εργαζομένων. Κι αυτό με την επίκληση της… ισότητας.

Κακό νέο: η αξιολόγηση επανακάμπτει
Ένας διαχειριστής που σέβεται τις προτεραιότητες του συστήματος δε θα μπορούσε να λειτουργήσει διαφορετικά. Η κακόφημη αξιολόγηση επιστρέφει και μάλιστα απ’ ότι όλα δείχνουν με τις ευλογίες και της ΑΔΕΔΥ. Έτσι εξηγείται γιατί δεν υιοθετήθηκε ποτέ από την αστική και ρεφορμιστική συνδικαλιστική ηγεσία το σύνθημα-στόχος πάλης «όχι σε ΚΑΘΕ αξιολόγηση». Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης δε θα οδηγούν σε απόλυση – πάντα κατά την κυβέρνηση – αλλά σε μια ιδιότυπη (αν μπορούμε να το προσδιορίσουμε έτσι) στασιμότητα. Θα παίζουν ρόλο «απλά» στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη! Δήθεν αξιοκρατία με δήθεν αντικειμενικά κριτήρια που θα προκύπτει απ’ το σκύψιμο της μέσης αλλά και την περιβόητη… συνέντευξη που θα καταργούνταν.

Να ξαναπιάσουμε το νήμα της αντίστασης και της διεκδίκησης
Είναι φανερό σε όποιον θέλει να δει και δε θαμπώνεται από τη δήθεν αντιμνημονιακή ρητορεία της συγκυβέρνησης, ότι ο δρόμος που άνοιξαν τα μνημόνια και οι εφαρμοστικοί τους νόμοι όχι μόνο δεν τερματίζεται αλλά παραμένει ως εφαρμοζόμενη και εφαρμοστέα πολιτική. Γιατί αυτό που ζει ο λαός μας και οι εργαζόμενοι στον κρατικό τομέα ως τμήμα του είναι η αντιλαϊκή-αντεργατική μνημονιακή πολιτική που συνεχίζεται. Και θα συνεχίζεται και θα κλιμακώνεται όσο δεν βρίσκει μαζικές αντιστάσεις από τους εργαζόμενους σε ιδιωτικό και κρατικό τομέα της καπιταλιστικής, προσαρμοσμένης στις ιμπεριαλιστικές απαιτήσεις οικονομίας τους.
Το νομοσχέδιο που δόθηκε στη δημοσιότητα και προωθείται για ψήφιση στη βουλή μπορεί να αποτελέσει μια καλή αφορμή για την επανεκκίνηση του κινήματος αντίστασης και διεκδίκησης των εργαζομένων στο Δημόσιο. Και τότε είναι βέβαιο ότι οι δημοκρατικές τάχα ευαισθησίες των κυβερνητικών στελεχών, όπως η κατάργηση της πολιτικής επιστράτευσης και της οριστικής αργίας ως πειθαρχικής ποινής, θα φαντάζουν μάλλον μακρινό ανεφάρμοστο παρελθόν. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κυβέρνηση θα έχει ν’ αντιμετωπίσει ΕΝΕΣΤΩΤΕΣ αγώνες και τα λόγια θα δώσουν τη θέση τους στην ΩΜΗ πραγματικότητα!

Αναζήτηση

Κατηγορίες