Πολιτικές σταθερές και ερωτήματα μέσα στη διεθνή γεωστρατηγική ομίχλη
16 Ιανουαρίου, 2019Διάλογος - 9ηadmin

Η όξυνση των αντιθέσεων στο διεθνές πεδίο έχει φέρει τα κρίσιμα ζητήματα στο προσκήνιο. Ζητήματα που παλιότερα κάναμε κόπο για να πείσουμε ότι υφίστανται, πλέον είναι ανοιχτά στην δημόσια πολιτική σφαίρα.

Εύλογα γεννιέται το ερώτημα: κατά πόσο υπάρχουν πλέον πολιτικές σταθερές μέσα σε αυτό το ομιχλώδες τοπίο; Έχουν οι παραδοσιακές πολιτικές σχέσεις διαρραγεί πλήρως; Οι πολλές φορές αντιφατικές εξελίξεις είναι φυσικό να δημιουργούν μια αίσθηση στο δυναμικό μας ότι «όλα είναι ρευστά». Άλλωστε έχουμε επιχειρηματολογήσει για τα συγκεκριμένα όρια των προβλέψεων που μπορεί να γίνουν, ακόμα και από τους ίδιους τους ιμπεριαλιστές για τους σχεδιασμούς τους. Έχουμε πολλές φορές επιχειρηματολογήσει ενάντια στην λογική των «έξυπνων σχεδιασμών» που δήθεν προβλέπουν κάθε λεπτομέρεια –τέτοιοι σχεδιασμοί δεν υφίστανται στην πολιτική.

Μέσα όμως σε αυτό το ρευστό τοπίο συνεχίζουν να ενυπάρχουν συγκεκριμένες πολιτικές σταθερές. Αυτές οι σταθερές προκύπτουν τόσο από την φύση του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος, όσο και από τον συσχετισμό δυνάμεων που προέκυψε μετά το 89-91. Το κείμενο αυτό προσπαθεί να εστιάσει σε κάποιες από αυτές, χωρίς να φιλοδοξεί απαντήσει, αλλά κυρίως να υπενθυμίσει μια σειρά πολιτικές μας θέσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέσα στο ομιχλώδες τοπίο. Γιατί ακόμα και μέσα στην ομίχλη, πρέπει να βαδίζουμε με συγκεκριμένο τρόπο και όχι στην τύχη. Ταυτόχρονα, είναι με βάση τις σταθερές μας δυνατό να διατυπωθούν ορισμένα ερωτήματα, που ίσως μπορούν να βοηθήσουν το προβληματισμό μας.

Είναι πράγματι «αλλοπρόσαλλος» ο κύριος Τραμπ;

Μεγάλο κομμάτι των ΜΜΕ και της «κοινής γνώμης» περιστρέφεται γύρο από τον «αλλοπρόσαλλο» κ. Τραμπ. Καθημερινά γράφει βιαστικά θέσεις για πολύ σοβαρά ζητήματα μέσω του ίντερνετ, έχει την ικανότητα να τσακώνεται με όλους, είναι φανερό ότι δε διαθέτει πολιτική και διπλωματική εμπειρία. Όλα αυτά δημιουργούν την αίσθηση ότι η πολιτική των ΗΠΑ είναι «αλλοπρόσαλλη». Στέλεχος της Διοίκησης των ΗΠΑ έχει αρθρογραφήσει ανώνυμα (κάποιοι αναφέρουν τον Μάτις), λέγοντας στους πολίτες να μην ανησυχούν, γιατί υπάρχουν «ενήλικες στο δωμάτιο». Έχουν υπόσταση όλα αυτά;

Αυτές οι (υπαρκτές) πλευρές δεν πρέπει να θολώσουν το πολιτικό μας κριτήριο. Η Αμερική παραμένει ο νο1 κίνδυνος για τους λαούς, η ατμομηχανή του παγκόσμιου καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος. Τέτοιες δυνάμεις δεν κυβερνώνται από τρελούς και αλλοπρόσαλλους, όπως συμφέρει στους απολογητές του συστήματος να εμφανίζονται. Πίσω από τις δήθεν αλλοπρόσαλλες δηλώσεις (είναι ακριβώς έτσι;) κρύβονται πολιτικές επιδιώξεις δεκαετιών. Ασκούνται πολιτικές πιέσεις για να επιτευχθούν συγκεκριμένες μετατοπίσεις. Πρέπει να είναι πολύ αφελής κάποιος για να πιστεύει ότι ένας «χωριάτης» επιχειρηματίας πήρε το τιμόνι του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού επειδή απλώς είναι δημοφιλής. Η εκλογή Τραμπ στην προεδρία ήτανε μια συνειδητή πολιτική επιλογή του Αμερικάνικου κεφαλαίου, που διαπίστωσε ότι η προηγούμενη πολιτική τακτική είχε πιάσει όρια της και αδυνατούσε να παράξει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αν μείνουμε στην εικόνα που θέλουν μας δώσουν, τότε θα χάσουμε την δυνατότητα ερμηνείας των εξελίξεων. Θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν πολιτικό σχέδιο και πορεύονται στην τύχη. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Σε ποια σημεία λοιπόν συνίσταται η πολιτική Τραμπ;

Πρώτα από όλα πρέπει να αξιολογηθεί η πολιτική κατεύθυνση που περιγράφεται με το σύνθημα «πρώτα η Αμερική» -«America First». Αυτή η πολιτική έχει διαφορετική βάση από εκείνη που ακολουθήθηκε στην 8ετία Ομπάμα. Το δίλημμα που έχει τεθεί δεν είναι καινοφανές, δεν είναι πρωτόγνωρο –πιθανόν ο τρόπος τίθεται να είναι πρωτόγνωρος. Αφορά το κλασσικό δίλημμα που βιώνουν οι ΗΠΑ μετά το ’91: «κυριαρχία ως μόνη δύναμη στον κόσμο ή ηγεμονία σε ένα ευρύτερο μπλοκ δυνάμεων;». Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν έχει δοθεί ακόμα. Συνδέεται τόσο με τις σχέσεις με τους παραδοσιακούς συμμάχους της ΕΕ, όσο και με το ζήτημα της Κίνας, στο οποίο θα αναφερθούμε ξεχωριστά.

Η πολιτική Ομπάμα συνίσταντο στο κλείσιμο κάποιων ρηγμάτων που επέφερε η πολιτική Μπους. Επίμονα ο Ομπάμα προσπάθησε να μαζέψει την μπουγάδα που άφησε σκόρπια ο πόλεμος στο Ιράκ. Από την μία πλευρά στη Μ. Ανατολή, όπου η θέση των ΗΠΑ εξ’ αιτίας των πολέμων σε Ιράκ και Αφγανιστάν, και κάτω από την πίεση της Αντίστασης σε αυτές τις χώρες, έγινε πολύ δύσκολη. Ο Ομπάμα ακολούθησε το δόγμα του στρατηγού Πετρέους, προσπαθώντας να αναδιαμορφώσει συνολικά την Μ. Ανατολή. Έγιναν σημαντικές κινήσεις, όπως η αποχώρηση από το Ιράκ. Η πολιτική αυτή κλιμακώθηκε με την επέμβαση στη Λιβύη (τη οποία ξεκίνησαν πρώτοι οι Αγγλογάλλοι). Ακολούθησε το χάος στη Συρία και η εισβολή της Ρωσίας που ανέτρεψε τους συσχετισμούς.

Ταυτόχρονα, ο Ομπάμα ακολούθησε μια πολιτική επαναπροσέγγισης των Ευρωπαίων, που έφτασε μέχρι και την Συμφωνία για το Διατλαντικό Εμπόριο, το λεγόμενο «οικονομικό ΝΑΤΟ». Επιδίωξε έτσι την αναστήλωση της Δυτικής Συμμαχίας, που είχε πληγεί σημαντικά από την εισβολή στο Ιράκ χωρίς τους Ευρωπαίους, και τις δηλώσεις Μπους περί «γερασμένης Ευρώπης» και για το ότι «όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίων μας». Εδώ όμως πρέπει να σημειωθεί κάτι: ο Ομπάμα έκανε συγκεκριμένες κινήσεις για να μπει οικονομικό φίμωτρο στη Γερμανία, και για να κοπεί η ενεργειακή σύνδεση με τη Ρωσία –βλέπε και Ουκρανικό. Εδώ η πολιτική των ΗΠΑ έχει συνέχεια και συνέπεια.

Η πολιτική Τραμπ διαρρηγνύει την ισορροπία όλων αυτών των σχέσεων, όμως δεν διαρρηγνύει συνολικά αυτές της σχέσεις. Η αναδιαπραγμάτευση όλων των οικονομικών και πολιτικών συμφωνιών (NAFTA, Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, οικονομικές δεσμεύσεις των μελών του ΝΑΤΟ, κυρώσεις στην ΕΕ για το Ιράν και ακύρωση της συμφωνίας με το Ιράν) έχουν συγκεκριμένο και όχι αλλοπρόσαλλο πολιτικό περιεχόμενο: να μεταβάλλουν τις εσωτερικές ισορροπίες προς όφελος των ΗΠΑ. Να σφίξουν τα λουριά του δυτικού άρματος. Να συγκεντρώσουν οι ΗΠΑ σε συντομότερο χρονικό διάστημα, ακόμα και με τον κίνδυνο εντάσεων, όρους για μια νέα «πολεμική φυγή προς τα εμπρός». Γιατί εκτός από το κίνδυνο των εντάσεων και αντισυσπειρώσεων που αναπόφευκτα προκύπτουν, υπάρχει και η αμείλικτη κλεψύδρα του χρόνου. Οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές  βλέπουν την άμμο να ρέει και μαζί με αυτή να χάνεται χρυσή ευκαιρία της παγκόσμιας κυριαρχίας.

Όπως είναι φυσικό, οι άλλες τάσεις, τόσο μέσα στους Δημοκρατικούς αλλά και στους Ρεπουμπλικάνους, δεν κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια. Έτσι, η ενδοαστική διαμάχη στις ΗΠΑ πήρε πρωτοφανέρωτη διάσταση. Για πρώτη φορά (ίσως μετά τον Κένεντι) ένα επιτελείο έχει δεχθεί τόσο συντονισμένες και έντονες επιθέσεις. Δικαστικές διώξεις έχουν ασκηθεί σε όλο το προσωπικό περιβάλλον του Τραμπ. Το επιτελείο του έχει ξηλωθεί δύο φορές. Διατυπώθηκαν μέχρι και φωνές για την καθαίρεση του προέδρου πριν τη λήξη της θητείας του. Αλλά ας μην ξεχνάμε και ότι οι οπαδοί του Τραμπ ζητούσαν προεκλογικά εν χορό από τον ίδιο «να κλειδώσει» την Χίλαρυ. Οι διώξεις αυτές κορυφώνονται με αφορμή τον θρυλούμενο καθορισμό των Αμερικανικών εκλογών από την Ρωσία –επηρεασμός δεν είναι απίθανο να υπήρξε, σε καμία περίπτωση καθορισμός. Αποκαλύπτεται η έντονη κόντρα σε όλο τον μηχανισμό των ΗΠΑ που επεκτείνεται στο στρατιωτικό σύμπλεγμα, τις μυστικές υπηρεσίες, τα δύο κόμματα, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Στοιχεία αυτής της κόντρας εμφανίστηκαν ακόμα και στο συριακό μέτωπο, όπου πάρθηκαν κατά καιρούς μονομερείς πρωτοβουλίες.

Έτσι λοιπόν μπορούμε να δούμε ότι με αφορμή την όντως αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα του κ. Τραμπ, βρίσκεται σε παροξυσμό μια πολύ παλιά διαμάχη μέσα στην αστική τάξη των ΗΠΑ. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ πηγαίνουν στο κενό, ή σε κάποιου είδους απομονωτισμό. Παρά τις αντιφάσεις της η πολιτική Τραμπ έχει συγκεκριμένα όρια και στοχεύσεις. Δεν έχει σκοπό να διαρρήξει την Δυτική Συμμαχία ως σύνολο (άλλο αν ο σταθμάρχης κατεβάσει κάποιους από το τρένο). Αλλά να φέρει τα συμφέρονται της «Αμερικής μπροστά», κάτι το οποίο η προηγουμένη Διοίκηση δεν κατάφερε να κάνει. Το αν όντως αυτό θα γίνει κατορθωτό με τη νέα τακτική μένει να το δούμε στην πράξη. Η επιδίωξη όμως αυτή δε σημαίνει ότι οι ΗΠΑ συνολικά ως ιμπεριαλιστική δύναμη δεν έχουν συνεκτική πολιτική. Πάντα θα υπάρχουν «ενήλικες στο δωμάτιο». Και δυστυχώς από αυτούς οι λαοί κινδυνεύουν περισσότερο!

Για την υποτιθέμενη δυνατότητα προσέγγισης ΗΠΑ-Ρωσίας

Αμέσως μετά την εκλογή Τραμπ, τα ΜΜΕ παγκόσμια μίλησαν για μια νέα προσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας, εκτίμηση που δήθεν επιβεβαιώθηκε μετά την συνάντηση στο Ελσίνκι. Μάλιστα, πολλοί αναλυτές έφτασαν στο σημείο να αναρωτιούνται μήπως η προσέγγιση αυτή στοχοποιεί την Κίνα, που προβάλλει ως ο κύριος ανταγωνιστής σε διεθνές επίπεδο. Το χειρότερο είναι ότι κάποιοι από αυτούς τους αναλυτές ανήκουν στην Αριστερά. Το όλο αυτό αφήγημα φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την αποχώρηση(;) των Αμερικάνων από τη Συρία. Η άποψη μας είναι ότι όλες αυτές οι αναλύσεις είναι απλώς ηλιθιότητες –εάν δεν είναι προσπάθεια συσκότισης.

Κατ’ αρχάς πρέπει να ορίσουμε πολιτικά τι θα πει προσέγγιση, συμφωνία ή μια συνθήκη (π.χ. συνθήκη τερματισμού ενός πολέμου). Συνθήκες και συμφωνίες συνάπτουν συχνά τόσο οι σύμμαχοι, όσο και οι αντίπαλοι. Συνεπώς  πρώτα πρέπει να προσδιορίσουμε τον πολιτικό στόχο μιας ενδεχόμενης προσέγγισης, και ύστερα να αναρωτηθούμε αν μπορεί να συμβεί. Ας υποθέσουμε ότι ΗΠΑ και Ρωσία προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον. Για να εναντιωθούν άραγε σε ποιον; ΗΠΑ και Ρωσία δεν είναι οι κύριοι ανταγωνιστές στο Ουκρανικό, στη Συρία, στα Βαλκάνια και αλλού; Οι Αμερικάνικες βάσεις παγκόσμια δεν έχουν συγκεκριμένη διάταξη περικύκλωσης της Ρωσίας; Η αντιπυραυλική ασπίδα δεν έχει στηθεί γύρω από τη Ρωσία; Ενδεχόμενη «προσέγγιση» θα σήμαινε γεωστρατηγική αναδιάταξη των προτεραιοτήτων από το 1945 και δόθε. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί. Η αντίθεση ΗΠΑ-Ρωσίας είναι πρωτεύσας σημασίας σε σχέση με τις υπόλοιπες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Η αντίθεση αυτή δεν μπορεί να λυθεί με συνεννοήσεις, παρά μόνο με δύο ενδεχόμενα: είτε θα καταστραφεί ολοσχερώς η Ρωσία και θα υποταχθεί, είτε η Αμερική θα παραδεχθεί ότι ο στόχος της παγκόσμιας κυριαρχίας απέτυχε και θα παραιτηθεί από αυτόν.

Σημαίνει αυτό ότι δεν μπορεί ενδεχόμενα να υπάρξουν συμφωνίες με συγκεκριμένο ορίζοντα που προσωρινά να βάζουν όρια στην σύγκρουση; Φυσικά και αυτό μπορεί να συμβεί σε κάποιες περιοχές, όπως ήδη συνέβη σε Ουκρανία και Κορέα. Ακόμα και αυτές οι συμφωνίες όμως, είναι πάνω από σαφές ότι έχουν μικρό ορίζοντα και ότι κυρίως πηγάζουν από την αδυναμία των ιμπεριαλιστών να προχωρήσουν πέρα από το όριο που βάζει η κόκκινη γραμμή του απ’ ευθείας μεταξύ τους πολέμου. Και όχι επειδή τα όποια μεταξύ τους ζητήματα έχουν επιλυθεί. Ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας, 20 χρόνια πριν, είχε ως αποτέλεσμα μια συμφωνία διαρκείας, αλλά όχι οριστική. Είναι κοντά στο ορίζοντα έστω μια τέτοια «συμφωνία 20ετίας» στην Ουκρανία, τη Συρία ή την Κορέα; Σε καμία περίπτωση. Μέχρι και στην Αρκτική όπου λιώνουν οι πάγοι έχει επεκταθεί ο ανταγωνισμός. Ρωσικά ειδικά πλοία έχουν καταλάβει θέσεις προλαβαίνοντας τις άλλες δυνάμεις. Που βλέπουν όλοι αυτοί οι αναλυτές την αποκλιμάκωση; Ποιο μέτωπο είναι κοντά στο να κλείσει;

Η ίδια η φύση της παγκόσμιας καπιταλιστική κρίσης επιβάλλει τις εξελίξεις, σπρώχνει τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον ανταγωνισμό μέχρι τα άκρα, ρίχνει νερό στις μυλόπετρες που αλέθουν λαούς και χώρες. Σπρώχνει τους ιμπεριαλιστές να κάνουν ακόμα και εκείνο το επικίνδυνο «βήμα παραπάνω». Αυτή η εξέλιξη έχει οδηγήσει στην εκτίναξη των στρατιωτικών προϋπολογισμών, στην δημιουργία νέων βάσεων, στην παραβίαση συμφωνιών κτλ. Αν γίνει η οποιαδήποτε συμφωνία σε κάποιο επιμέρους ζήτημα, θα έχει πολύ εύθραυστο και περιορισμένο χαρακτήρα, και θα είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να καταρρεύσει όταν η κάποια δύναμη νιώσει την δυνατότητα να την προσβάλλει. Συνεπώς, υπάρχον δύο λόγοι που κάποιος να βλέπει μέσα σε αυτόν τον παροξυσμό μια ενδεχόμενη πραγματική και όχι πρόσκαιρη εξομάλυνση: είτε έχει χάσει την ικανότητα ανάλυσης των εξελίξεων, είτε συνειδητά αποπροσανατολίζει.

Για το ζήτημα του πυρηνικού ανταγωνισμού

Σε άμεση σύνδεση με τα παραπάνω βρίσκεται το ιδιαίτερο ζήτημα του πυρηνικού ανταγωνισμού, του στρατηγικού πυρηνικού οπλοστασίου. Πρώτα από όλα να επαναλάβουμε ότι το ζήτημα αυτό υπάρχει και είναι πολύ σοβαρό, έχουν συμβεί μάλιστα σημαντικές εξελίξεις. Το λέμε αυτό γιατί παλιότερα έπρεπε να καταβάλουμε προσπάθεια ώστε να πείσουμε ότι αυτό το ζήτημα όντως υφίσταται. Δυστυχώς, σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο να πείσουμε, αφού πλέον ο ανταγωνισμός αυτός εξελίσσεται απροκάλυπτα, μπροστά στα μάτια όλων.

Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ αποχώρησαν το 2002 από την Συμφωνία  ABMT, για την μη ανάπτυξη των αντιβαλλιστικών πυραυλικών συστημάτων. Ήτανε μια ακραία επιθετική ενέργεια, που συνοδεύτηκε από την εξαγγελία του προγράμματος για την αντιπυραυλική ασπίδα -πρόγραμμα «Aegis». Το πρόγραμμα αυτό φιλοδοξεί να ακυρώσει την δυνατότητα της Ρωσίας να επιφέρει στρατηγικό πυρηνικό χτύπημα στις ΗΠΑ. Αν ολοκληρωθεί, τότε θα δώσει στις ΗΠΑ το μονοπώλιο της στρατηγικής πυρηνικής απειλής, δηλαδή θα δώσει την δυνατότητα να εκβιάσουν οι ΗΠΑ όχι μόνο την Ρωσία, αλλά και τους υπόλοιπους ιμπεριαλιστές.

Αυτή η επισήμανση έχει ιδιαίτερη αξία. Αυτή την στιγμή η Ρωσία είναι η μόνη χώρα που μπορεί επί ίσοις όροις να απαντήσει σε ένα τέτοιο πλήγμα. Ούτε οι ευρωπαϊκές χώρες, ούτε μέχρι στιγμής η Κίνα έχουν την δυνατότητα ενός διηπειρωτικού στρατηγικού πλήγματος, ακόμα και εάν έχουν πυρηνικά όπλα στην κατοχή τους. Μια δραματική αλλαγή των συσχετισμών σε αυτόν τον ευαίσθητο τομέα, θα μπορούσε να γύρει συνολικά την πλάστιγγα υπέρ των ΗΠΑ, ακόμα και απέναντι στους συμμάχους της.

Το ζήτημα αυτό δεν είναι ξεκομμένο από τις συνολικότερες εξελίξεις. Η οικονομική, διπλωματική, στρατιωτική ικανότητα των ΗΠΑ να εγκαθιστούν και να προστατεύουν όλο αυτό το σύστημα στην Ευρώπη (Τσεχία, Πολωνία, Ρουμανία, στο μέλλον Κορέα κτλ), σχετίζεται με τις εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα. Και αντίστροφα: η επίτευξη μιας καθοριστικής υπεροχής σε αυτόν τον τομέα, μπορεί σε συνδυασμό με την γενικότερη πολιτική, οικονομική και στρατιωτική περικύκλωση να αποτελέσει τον καθοριστικό παράγονται για μια άνευ όρων συνθηκολόγηση της Ρωσίας. Ή έτσι ελπίζουν.

Αρχικά οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι το αντιπυραυλικό του σύστημα αφορά άλλες, τρίτες χώρες, όμως αυτό φυσικά ήτανε ένα χοντροειδές ψέμα. Όλοι γνωρίζουν ότι καμία άλλη χώρα δεν έχει τέτοιες δυνατότητες. Χώρες όπως η Β. Κορέα αποτελούν περισσότερο πρόσχημα παρά σημαντική πηγή ανησυχίας. Μάλιστα, οι ΗΠΑ πρόσφατα δήλωσαν την πρόθεση τους να αποχωρήσουν και από την συμφωνία πυρηνικών μέσου βεληνεκούς INF (συμφωνία που τους περιορίζει στο να γεμίσουν την Ευρώπη πυρηνικά). Τέλος, ερώτημα αποτελεί η ανανέωση της συμφωνίας START που λήγει το 2021, και αφορά τον περιορισμό του ήδη υπάρχοντος πυρηνικού οπλοστασίου. Αν συμβούν οι παραπάνω εξελίξεις, σημαίνει ότι δεν θα υφίσταται πλέον καμία συμφωνία από αυτές που υπογράφηκαν μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ για τα πυρηνικά. Αυτό που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, είναι ότι αυτή η ισορροπία του τρόμου εμποδίζει τις δύο δυνάμεις να εμπλακούν σε έναν άμεσο πόλεμο μεταξύ τους. Ενδεχόμενη αποτροπή αυτής της ισορροπίας θα είχε καταλυτικά αποτελέσματα και στα επιμέρους πολεμικά μέτωπα.

Η απάντηση του ρωσικού ιμπεριαλισμού ήτανε δυναμική, αποδεικνύοντας γιατί οι ΗΠΑ έχουν εκεί στραμμένες τις ενέργειες τους. Πριν τις τελευταίες εκλογές ο Πούτιν ανακοίνωσε τρία νέα στρατηγικά πυραυλικά συστήματα, ένα βαλλιστικό διηπειρωτικό, ένα τηλεκατευθυνόμενο μεγάλης ταχύτητας και μεταβλητής τροχιάς, και ένα υποβρύχιο σύστημα, που παρακάμπτουν την Αμερικάνικη ασπίδα, η οποία ακόμα δεν έχει καν ολοκληρωθεί. Ο υπουργός Άμυνας της Ρωσίας μίλησε για «τρύπια ομπρέλλα».  Επίσης, απειλήθηκαν ανοιχτά και οι χώρες που φιλοξενούν πυρηνικά και θεωρούνται απειλή. Οι εξελίξεις αυτές , συνδυασμένες με τις δηλώσεις Τραμπ για επανεξοπλισμό του… διαστήματος για την ασφάλεια των δορυφόρων («διαστημικό πρόγραμμα»), δείχνουν ότι ο παροξυσμός θα συνεχιστεί. Απειλώντας την ίδια την ύπαρξη του πλανήτη.

Η κρίσιμη σχέση ΗΠΑ-Κίνας

Γίνεται κατανοητό σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι η σχέση ΗΠΑ-Κίνας έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό γιατί το ειδικό βάρος της Κίνας στα παγκόσμια πράγματα έχει αυξηθεί, σε τέτοιο σημείο που να έχει κομβική σημασία η μελλοντική της στάση στο ζήτημα των συμμαχιών. Μην ξεχνάμε ότι η Κίνα είναι και η λιγότερο δεσμευμένη πολιτικά χώρα, με βάση τα σημερινά δεδομένα.

Εδώ χρειάζονται παραπάνω προσδιορισμοί. Είναι γεγονός ότι η εμπορική άνοδος της Κίνας έχει θορυβήσει τόσο τις ΗΠΑ, όσο και τη Ρωσία. Η Κίνα όχι απλώς πετυχαίνει συνεχώς αύξηση των οικονομικών της δεικτών, αλλά και εισβάλλει σε αγορές που πριν από μερικά χρόνια ήτανε προνομιακές για τη Δύση και την Ιαπωνία. Για παράδειγμα, οι Αμερικάνοι έχουν εκνευριστεί με την αλματώδη ανάπτυξη των κινέζικων εταιριών στο πεδίο της κινητής τηλεφωνίας, κατηγορώντας τους κινέζους για κλοπή τεχνολογίας -κοίτα ποιος μιλάει. Δεν είναι όμως μόνο αυτά.

Ο κινέζικος ιμπεριαλισμός έχει επεκταθεί αθόρυβα στο αθέατο κομμάτι του κόσμου, μέσω της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων, αλλά και στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική (ο… «τρίτος κόσμος» των κινέζων σοσιαλιμπεριαλιστών). Επιπρόσθετα, με το σχέδιο «Ένας Δρόμος, Μία Ζώνη» προσπαθεί να εισβάλλει μέσω Ιράν και Κεντρικής Ασίας στην αγορά της Ευρώπης και όχι μόνο. Τέλος, η κινέζικη βιομηχανία παράγει όλο και συχνότερα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Αυτό το τελευταίο έχει ενοχλήσει έντονα τους Αμερικάνους, καθώς φοβούνται μήπως η Κίνα, ακολουθώντας την Ρωσία, μεταφέρει το οικονομικό της πλεόνασμα στον στρατηγικό στρατιωτικό τομέα. Υπάρχουν σημάδια που υποδεικνύουν μια τέτοια επιδίωξη: σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, οι κινέζοι έχουν τους μισούς από τους 500 πιο ισχυρούς υπολογιστές στον κόσμο, και ταυτόχρονα 2 στους 10 ισχυρότερους (οι ΗΠΑ έχουν 5 στους 10). Στον υπερσύγχρονο τομέα των κβαντικών υπολογιστών, οι κινέζοι εμφανίζονται να ξεπερνούν προσωρινά τις ΗΠΑ!

Όλα αυτά όμως δεν μπορούν να θολώσουν την κρίση μας. Εντυπωσιακή οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη γνώρισαν και άλλες ασιατικές χώρες κατά καιρούς. Δεν είναι μόνο οικονομικοί δείκτες και η τεχνολογία που καθορίζουν αυτά τα ζητήματα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε το πολιτικό πεδίο. Η Κίνα όντας σε μια διαδικασία μετάβασης από τον σοσιαλισμό στον καπιταλισμό, και έχοντας δει το παράδειγμα της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, φρόντισε επιμελώς να διατηρήσει το σφικτό πολιτικό έλεγχο του ΚΚΚ. Όμως αυτή η φροντίδα δεν είναι αρκετή για να εξασφαλίζει αέναα την πολιτική σταθερότητα όταν μεταβαίνεις από ένα κοινωνικό-πολιτικό σύστημα σε ένα άλλο.

Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τώρα η Κίνα μετατρέπεται σε «κανονική» ιμπεριαλιστική δύναμη. Η Κίνα δεν έχει δοκιμαστεί ούτε στρατιωτικά, ούτε κυρίως πολιτικά, για το αν μπορεί να επέμβει εκτός συνόρων για να διατηρήσει το δίκτυο της. Επαναλαμβάνουμε το παράδειγμα της Λιβύης, όπου η ΝΑΤΟϊκή επέμβαση μετέτρεψε σε στάχτες τις κινέζικες επενδύσεις δεκαετιών. Να υπενθυμίσουμε ότι ποτέ στην μακραίωνη ιστορία της η Κίνα δεν αποτόλμησε μια μαζική επέκταση εκτός συνόρων, εκτός των άμεσων ορίων της. Τρίτον, αξίζει να διαβάσουν όλοι αυτοί που αναγόρευσαν την Κίνα «νέα υπερδύναμη», τις αποφάσεις του τελευταίου συνεδρίου του ΚΚΚ. Οι στόχοι που τίθεται για παγκόσμια επιρροή αφορούν έναν ορίζοντα με βάση το 2050, όχι το 2020. Αυτές οι χρονολογίες είναι σημειολογικές, όμως έχουν πολιτική σημασία. Τέταρτο και ίσως το σημαντικότερο: η Κίνα αναπτύχθηκε εμπορικά κάτω από την ανοχή των ΗΠΑ και όχι με βάση τις πραγματικές της δυνατότητες. Τώρα που ξεπερνά κάποια επιθυμητά όρια, αναπόφευκτα θα περιοριστεί η ασυλία της.

Συμπερασματικά: είναι άλλης ποιότητας η αντίθεση ΗΠΑ-Ρωσίας και άλλης ποιότητας η αντίθεση ΗΠΑ-Κίνας. Ο σκοπός της περικύκλωσης που επιχειρείται ενάντια στην Ρωσία δεν είναι άλλος από την ολοσχερή καταστροφή ή υποταγή της. Και είναι άλλος ο σκοπός της περίσφιξης της Κίνας με τον δακτύλιο Κορέα-Ταϊβάν-Νότια Κινέζικη Θάλασσα. Ο σκοπός αυτής της πίεσης είναι ο εμπορικός περιορισμός της και το σύρσιμο της σε μια πιο ευνοϊκή για τις ΗΠΑ μεταξύ τους σχέση. Ειδικότερα: αν οι ΗΠΑ δεν μπορέσουν να σύρουν την Κίνα πίσω τους, τουλάχιστον θέλουν να εξασφαλίσουν την αποτροπή της σύμπηξης ευρύτερης συμμαχίας Ρωσίας-Κίνας. Κάτι που προς στιγμήν γνωρίζουν οι ΗΠΑ, ότι δεν αποτελεί άμεση επιδίωξη της Κίνας –ίσως ούτε της ίδιας της Ρωσίας. Γι’ αυτό τον λόγο, όσο και αν εντείνονται οι κινήσεις του εμπορικού πολέμου, ή ακόμα και αν υπάρξουν νέες περιφερειακές συγκρούσεις με την Κίνα, είναι άλλη η φύση αυτών των συγκρούσεων από τις κεντρικές, και άλλη η όποια δυνατότητα αμοιβαίων υποχωρήσεων και συμβιβασμών.

Κλείνοντας, βρίσκουμε το λιγότερο αποπροσανατολιστική, αν όχι δείγμα πολιτικής τύφλωσης, της αναλύσεις των διάφορων δυνάμεων της Αριστεράς που έχουν ανακαλύψει ξαφνικά ότι η αντίθεση ΗΠΑ-Κίνας έχει πάρει κυρίαρχο χαρακτήρα.

Πόσο αντιφατικές είναι οι εξελίξεις στο συριακό μέτωπο;

Αν όλα αυτά ίσως φαντάζουν σε ένα βαθμό εξηγήσιμα, εκεί όπου φαινομενικά επικρατεί το απόλυτο χάος είναι το συριακό μέτωπο. Η πρόσφατη δήλωση για αποχώρηση των Αμερικάνικων στρατευμάτων ίσως δημιούργησε επιπρόσθετα ερωτηματικά σε ένα αριστερό δυναμικό, που μην έχοντας τα κατάλληλα ερμηνευτικά εργαλεία, αδυνατεί να κατανοήσει αυτό που συμβαίνει. Για εμάς όμως οι εξελίξεις αυτές, όπως και οι προηγούμενες, δεν είναι ολότελα αντιφατικές. Υπάρχει μια συγκεκριμένη πορεία πολιτικών γεγονότων που οδήγησε εδώ. Χωρίς να επαναλάβουμε όλη την ιστορία του συριακού πολέμου, θα αναφερθούμε σε ένα βασικό ζήτημα: την πολιτική των ΗΠΑ.

Αρχικά, οι ΗΠΑ ήλπιζαν η ισλαμιστική σουνιτική εξέγερση στην Ανατολική Συρία να ρίξει το καθεστώς Άσαντ. Ήτανε η εποχή που οι ΗΠΑ εξόπλιζαν ομάδες όπως αυτές που έφτιαξαν το ISIS. Ήτανε η εποχή που απειλούσαν με επέμβαση ευρείας κλίμακας και χρειάστηκε η συμφωνία Κέρι-Λαβρόφ για να αποτραπεί. Τα χημικά όπλα του Άσαντ συμφωνήθηκε να υδρολυθούν κοντά στην Κρήτη. Η πολιτική αυτή των ΗΠΑ έπιασε τα όρια της από δύο πλευρές. Πρώτο και κύριο, η επέμβαση των Ρώσων έκανε αδύνατη την οποιαδήποτε σκέψη για άμεση ιμπεριαλιστική επέμβαση ευρείας κλίμακας. Πρέπει να τονιστεί εδώ ότι είναι τελείως διαφορετικό το Ισραήλ ή οι ΗΠΑ να βομβαρδίζουν ελεγχόμενα κάποιες περιοχές, προειδοποιώντας τους Ρώσους, και εντελώς διαφορετικό το να κάνουν επέμβαση ευρείας κλίμακας για την ανατροπή του Άσαντ. Μια τέτοια επέμβαση ευρείας κλίμακας, δεδομένης της παρουσίας του ρωσικού στρατού, θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε αμερικανό-ρωσικό πόλεμο, κάτι που είναι εκτός συζήτησης αυτή την στιγμή. Δεύτερη πλευρά, οι ισλαμιστές είχανε καταστεί ανεξέλεγκτοι και απειλούσαν να πάρουν την Βαγδάτη, κάτι που ίσως οδηγούσε σε διάλυση του Ιράκ. Οπότε έπρεπε να βρεθεί ένα άλλο, έμμεσο όχημα παρέμβασης στον συριακό πόλεμο.

Την στιγμή εκείνη η Τουρκία σήκωσε το χέρι και ζήτησε «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων», δηλαδή την κατάληψη της βόρειας Συρία από τον τούρκικο στρατό και τους συμμάχους του (τουρκμένους αντάρτες και άλλους). Η όλη επιχείρηση θα έπρεπε να γίνει στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και με τη στήριξη των ΗΠΑ. Ήτανε η εποχή που η Τουρκία κατέρριψε το ρωσικό αεροσκάφος. Οι ΗΠΑ επέλεξαν να παίξουν με τον κουρδικό παράγοντα, προκαλώντας την οργή της Τουρκίας. Έτσι, έγινε εφικτή η προσωρινή προσέγγιση Τουρκίας-Ρωσίας, και μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα. Εδώ χρειάζεται να τονιστεί ακόμα ένα σημείο: η επιρροή του κουρδικού παράγοντα είναι σχετικά περιορισμένη. Είναι χρήσιμη για να αποσταθεροποιείται το καθεστώς, για έναν χαλαρό έλεγχο μέρους της σουνίτικης περιοχής, αλλά μέχρι εκεί. Με τους Κούρδους οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ανατρέψουν τον Άσαντ. Τονίσαμε ξανά και ξανά τον προσωρινό χαρακτήρα αυτών των ετερόκλητων συμμαχιών. Εξηγήσαμε ξανά και ξανά ότι μπορούν να ανατραπούν από στιγμή σε στιγμή. Τονίσαμε ότι η κουρδική ανεξαρτησία δεν μπορεί να είναι έργο των φονιάδων των λαών. Ότι η Τουρκία δεν «πήγε με τη Ρωσία», αλλά αναδιαπραγματεύται μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Ότι η συμφωνία της Αστάνα (μεταξύ Ρωσίας-Συρίας-Τουρκίας-Ιράν) δεν είναι σταθερή, και ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με την κατοχή συριακών εδαφών από τον τούρκικο στρατό, που δεν μπορεί να παραβλέπεται αιώνια.

Συνολικά, οι ΗΠΑ δεν μπόρεσαν ποτέ να απαντήσουν πραγματικά το πρόβλημα του ποιες είναι οι «δυνάμεις τους στο έδαφος» της Συρίας. Η σταδιακή ισχυροποίηση του Άσαντ, σε βαθμό που η ανατροπή του να είναι πλέον μακρινό όνειρο και όχι ζήτημα μηνών, άλλαξε και την ίδια την αξία του συριακού μετώπου για τις ΗΠΑ. Όχι σε τέτοιο βαθμό που να σκοπεύουν να αφήσουν τους Ρώσους να παίξουν μόνοι τους. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι της, όπως το Ισραήλ, θα κάνουν τα πάντα για να αποσταθεροποιήσουν τη Συρία και να δυσκολέψουν την τελική νίκη των Ρώσων, που είναι ακόμα μακριά. Όμως είναι άλλης τάξης υπόθεση η παρενόχληση και η αποσταθεροποίηση, και άλλης τάξης υπόθεση η ανατροπή του Άσαντ και η ολική εκδίωξη των Ρώσων από την Μ. Ανατολή. Αυτή η σχέση εξηγεί τον «περιορισμένο» χαρακτήρα των Αμερικάνικων και Ισραηλινών βομβαρδισμών, που γίνονται σε συνεννόηση με το ρωσικό επιτελείο.  Αυτό δε σημαίνει ότι αυτοί οι βομβαρδισμοί είναι «ασφαλείας», «εικονικοί» ή πάντα εντός ορίων. Βλέπε τον βομβαρδισμό των Ρώσων μισθοφόρων, ή την πτώση του ρωσικού κατασκοπευτικού αεροσκάφους. Οι βομβαρδισμοί αυτοί όμως δεν είναι ίδιας ποιότητας και έκτασης με αυτούς στην Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, στη Λιβύη και αλλού. Οι βομβαρδισμοί αυτοί έχουν, ας το πούμε έτσι, «περιορισμένο» χαρακτήρα και δεν μπορούν να καθορίσουν τον πόλεμο στη Συρία.

Προκύπτει λοιπόν το πραγματικό ερώτημα. Όχι «γιατί και εάν όντως αποχωρούν οι Αμερικάνοι από τη Συρία». Αλλά τι στα αλήθεια κάνανε οι Αμερικάνοι στρατιώτες στη Συρία; Ποιος ήτανε ο απώτερος σκοπός τους; Είχανε τα μέσα για να τον πετύχουν; Άξιζε αυτός ο σκοπός το κόστος που επέφερε η παρόξυνση των σχέσεων με την Τουρκία; Αυτά είναι πολύ ουσιαστικά ερωτήματα, τα οποία απασχόλησαν και την προεκλογική κόντρα Χίλαρυ-Τραμπ. Στο επίσημο debate των εκλογών, η Χίλαρυ πρότεινε τη «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» στη Συρία, δηλαδή μια άμεση στρατιωτική επέμβαση σε ένα τμήμα της (ποιο, άραγε;). Και ο Τραμπ απάντησε (όχι αβάσιμα) ότι η συριακή κρίση δεν μπορεί να κλιμακωθεί, ότι οι ΗΠΑ πρέπει να απεμπλακούν από αυτό το μέτωπο και όχι να ρισκάρουν έναν πυρηνικό πόλεμο. Μάλιστα, ο Τραμπ δήλωσε ότι πρέπει να στραφεί η προσοχή των ΗΠΑ στο Ιράν, και διαμήνυσε ότι θα αποχωρήσει από την συμφωνία για τα πυρηνικά. Άραγε γιατί εκπλήσσονται όλοι τώρα που ο δήθεν «αλλοπρόσαλλος» κ. Τραμπ υλοποίησε την πολιτική που έχει εξαγγείλει με σαφήνεια προεκλογικά;

Καμαρέτσος Κώστας

Κ.Ο. Θεσσαλονίκης

………………………………..

Σχόλιο του Π.Γ.

Αρχικά θα θέλαμε να επισημάνουμε πως πρόκειται για μια τοποθέτηση που αντιμετωπίζει με εποικοδομητικό τρόπο τις θέσεις της Οργάνωσης, αλλά και ότι τα ερωτήματα που θέτει ο ΚΚ, είναι πράγματι ερωτήματα που βάζει η ίδια η πορεία των εξελίξεων αλλά και η φύση και τα χαρακτηριστικά των δυνάμεων στις οποίες αναφέρεται η τοποθέτηση του. Όσον αφορά στα ζητήματα που ανοίγει η τοποθέτηση, πριν  αναφερθούμε στα ερωτήματα που θέτει, θα θέλαμε και εμείς να επιχειρήσουμε δύο- τρεις βασικές επισημάνσεις.

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την απότομη όξυνση του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Πρωτεργάτης της αποτελεί η ηγεσία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, που έχει βαλθεί να αντιμετωπίσει την σχετική της αποδυνάμωση με κινήσεις έως και πλήρους ανατροπής των μέχρι τώρα δεδομένων. Γεγονός που έχει οξύνει και την αντιπαράθεση στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης των ΗΠΑ. Φυσικά και παρά την αποπροσανατολιστική φιλολογία που κατά καιρούς διογκώνεται, βασική παράμετρος και στις κινήσεις της διοίκησης Τραμπ αποτελεί η κλιμάκωση της περικύκλωσης του ρώσικου ιμπεριαλισμού και της αντιμετώπισης των κινήσεών ανασυγκρότησης της κυριαρχίας του στο εγγύς εξωτερικό. Γιατί όντως η αμερικανορωσική αντιπαράθεση είναι μιας άλλης ποιότητας και αποτελεί την πιο κρίσιμη ενδοιμπεριαλιστική αντίθεση αυτή τη στιγμή στον κόσμο. Από την άλλη η Κίνα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από τις ΗΠΑ με «διπλό τρόπο» ακριβώς γιατί αποτελεί στρατηγική τους στόχευση η αποτροπή σύμπτυξης μια ευρασιατικής στρατηγικής συμμαχίας Ρωσίας-Κίνας που θα ήταν ικανή –έστω σε μια πορεία- να ανατρέψει τον παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης. Αλλά και γιατί υπάρχει αρκετός δρόμος για να μετασχηματιστεί η Κίνα σε ιμπεριαλιστική δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας ενώ η έως τώρα ανάπτυξή της έγινε υπό καθεστώς σχετικής ασυλίας οπότε δεν έχει δοκιμαστεί σε συνθήκες πίεσης και ανταγωνισμού. Ωστόσο, όπως γράφουμε και στις ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ, «ενώ η πολιτική των ΗΠΑ δεν περιλαμβάνει ολομέτωπη αντιπαράθεση με την Κίνα, είναι φανερό πως η αμερικανική πολιτική κινείται ολοένα και περισσότερο στην κατεύθυνση πιέσεων προς την κινέζικη πλευρά, με στόχο τον περιορισμό των φιλοδοξιών της και γενικότερα το οικονομικό και γεωπολιτικό «συμμάζεμά της». Ενώ επιπλέον φαίνεται πως στα αμερικανικά επιτελεία υπάρχει έκδηλος προβληματισμός εάν οι πιέσεις που ασκούνται προς την Κίνα αρκούν πια για να συγκρατήσουν μια πορεία μετατροπής της από ιμπεριαλιστική δύναμη περιφερειακής εμβέλειας σε δύναμη παγκόσμιας επιρροής». Από κει και πέρα αποτελεί θέμα μιας άλλης μεγάλης συζήτησης οι σχέσεις ΗΠΑ- Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών καθώς και των αναμεταξύ τους σχέσεων σε μια φάση που το Brexit έχει μεγαλώσει τις ανισορροπίες και τις εγγενείς αντιφάσεις της ΕΕ.

Όσον αφορά τώρα τα ερωτήματα που θέτει ο ΚΚ,  συμφωνούμε πως η «αποχώρηση» των ΗΠΑ από τη Συρία, δεν συνιστά κίνηση απόσυρσης των ΗΠΑ ούτε από το συριακό μέτωπο ούτε πολύ περισσότερο από το κρίσιμο πεδίο της Μέσης Ανατολής. Αποτελεί, άρα, ερωτηματικό εάν η εξαγγελλόμενη  «απόσυρση» είναι απόδειξη του γεγονότος ότι  «αξία του συριακού μετώπου άλλαξε για τις ΗΠΑ»  ή αν πρόκειται για κίνηση  διαμόρφωσης όρων για μια «ολική επαναφορά» τους. Φυσικά είναι σωστές οι επισημάνσεις του ΚΚ για τα σοβαρά προβλήματα που συναντούσε και συναντά το ξεδίπλωμα της αμερικανικής πολιτικής στη Συρία και ειδικά το γεγονός πως οι εσωτερικοί συσχετισμοί δύναμης έχουν ανατραπεί σε τέτοιο βαθμό που το παραλίγο καταρρέον καθεστώς  Άσαντ (καλοκαίρι 2015) σήμερα (Γενάρης 2019) να είναι ο κυρίαρχος στη Συρία. Ωστόσο στρατηγικά, αποτελεί αχώνευτη για τις ΗΠΑ, η επιτυχία της Ρωσίας στη Συρία και αυτό το μέτωπο δεν πρόκειται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να αφεθεί (άλλωστε και ο ΚΚ δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο). Επιπλέον στην κίνηση «αποχώρησης» των ΗΠΑ πρέπει οπωσδήποτε να προσμετρηθεί η ανάγκη των ΗΠΑ να επιλύσουν προς όφελός τους το βραχυκύκλωμα που έχει δημιουργηθεί στις σχέσεις τους με την Τουρκία (η οποία θα προσέδιδε και άλλες δυνατότητες στο εν εξελίξει αντιιρανικό μέτωπο). Φυσικά και σ’ αυτό το πεδίο τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Έτσι το προφανές από αυτή την κίνηση «άδειασμα» των Κούρδων του YPG αλλά και των SDF, συνάντησε ήδη τόσες αντιδράσεις από το εσωτερικό των ΗΠΑ που ανάγκασαν την ηγεσία των ΗΠΑ –μέσω Πομπέο- να δηλώσουν πως εξακολουθούν να τους στηρίζουν και «δεν θα αφήσουν τους Τούρκους να τους σφάξουν»! Δήλωση που έφερε ξανά στο προσκήνιο την αμοιβαία καχυποψία που έχει δημιουργηθεί μεταξύ ΗΠΑ-Τουρκίας, μέσω και της οργισμένης τοποθέτησης Τσαβούσογλου έναντι του αμερικανού ΥΠΕΞ Πομπέο.

Πάντως όπως επισημαίνει και η πρόσφατη ανακοίνωση της οργάνωσης «παρά το γεγονός πως δεν έχουν διαφανεί όλες οι πλευρές της κίνησης αυτής, η επιτάχυνση των εξελίξεων προς την κατεύθυνση να μπει για τα καλά στο στόχαστρο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού το Ιράν (και μέσω αυτού η Ρωσία), με σκοπό την κατάχτηση της κυριαρχίας και του ελέγχου της Μέσης Ανατολής, συγκεντρώνει σ’ αυτή τη φάση τις μεγαλύτερες πιθανότητες, χωρίς να μπορούν να αποκλειστούν κάποιες άλλες – όπως η χρησιμοποίηση αυτής της κίνησης για το παραπέρα ξεδίπλωμα των επιθετικής τους κίνησης στα Βαλκάνια ή την Ουκρανία».

«Τέλος», όπως αναδεικνύει με τον δικό του τρόπο ο ΚΚ, μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους ότι απαιτείται από όλους μας η μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια στην ανάλυση και εκτίμηση των εξελίξεων (διεθνών και εσωτερικών), διότι από αυτή καθορίζονται τα μέτωπα και οι αναγκαιότητες που οφείλουμε να παλέψουμε μέσα στο εργατικό-λαϊκό κίνημα. Και τα ερωτήματα μας αποτελούν και αυτά αναγκαίο τμήμα της κίνησής μας για μια πιο αποτελεσματική παρέμβαση στο λαό για την αντιμετώπιση των κινδύνων και των ζητημάτων που του θέτει το καπιταλιστικό – ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Αναζήτηση

Κατηγορίες