Πληθωρισμός και δημόσιο χρέος

Το κύμα επιτάχυνσης του πληθωρισμού που αναμένεται το επόμενο διάστημα (που ενισχύεται φυσικά από την υψηλή φορολογία αλλά όχι μόνο) επανέφερε τη συζήτηση κατά πόσο η αύξηση του πληθωρισμού, δηλαδή η τάση αύξησης των τιμών (αλλά και των μισθών καθώς εξακολουθούν υπό αυτές τις συνθήκες να υπολογίζουν σε κάποια επίπεδα την επίδραση των μισθών στον πληθωρισμό!) μειώνει το δημόσιο χρέος αφού αυξάνει ονομαστικά το ΑΕΠ. Άρα στο λόγο χρέους προς ΑΕΠ αυξάνεται ο παρονομαστής.

Στην Ευρώπη, τον 20ό αιώνα, αποτέλεσε τον βασικό τρόπο μείωσης του δημοσίου χρέους διαφόρων κρατών. Ειδικά αυτό συνέβη στη Γαλλία και στη Γερμανία καθώς ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός την περίοδο λίγο πριν και λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο κυμάνθηκε στο 13,0% και στο 17,0% αντίστοιχα. Ο πληθωρισμός ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που επέτρεψε στις δύο χώρες να εισέλθουν στη διαδικασία αναδιάρθρωσης των οικονομιών τους τη δεκαετία του 1950, με πολύ χαμηλό δημόσιο χρέος και συνεπώς με μικρό βάρος για τις οικονομίες τους. Ένας επίσης λόγος μείωσης του χρέους είναι η αύξηση των εσόδων από φόρους που υπολογίζονται έτσι σε πιο διευρυμένη, πληθωριστική βάση.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε ότι για τις Κεντρικές Τράπεζες της Ιαπωνίας, των ΗΠΑ και της Βρετανίας η… μείωση του δημόσιου χρέους μέσω της αύξησης του πληθωρισμού από τη λεγόμενη πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης αποτελεί βασικό μοχλό της νομισματικής τους πολιτικής.

Η ΕΚΤ, αν και ακολουθεί πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης, απέχει πολύ από τέτοια αποτελέσματα καθώς το χρέος της ευρωζώνης δεν αντιμετωπίζεται ως ενιαίο  (αλλά χρέος κατά χώρες) αλλά και γιατί υπάρχει η έντονη αντίθεση της Γερμανίας. Η Ευρωζώνη –παρά την αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης που διαπιστώνεται τελευταία- εξακολουθεί να «κατέχεται» από τον αποπληθωρισμό.

Τελείως διαφορετική είναι η κατάσταση με την Ελλάδα και θα λέγαμε πως η γενική αυτή αρχή από ουσιαστική άποψη απλά δεν την… αφορά.

Το ουσιαστικό στοιχείο –πέρα από τις οικονομικές και λογιστικές συσχετίσεις και αποτιμήσεις- είναι ότι η ροή αξιών κατευθύνεται έξω από τη χώρα και όλα τα μέτρα που στη διάρκεια αυτής της μνημονιακής επταετίας έχουν εφαρμοστεί κατοχυρώνουν και ενισχύουν αυτή τη βασική σχέση πραγμάτων.

Αλλιώς, και ο υπολογισμός του ελληνικού δημόσιου χρέους ύστερα από τέσσερις (τυπικά) αναδιαρθρώσεις θα έπρεπε να είναι σε άλλη βάση, καθώς δεν εφαρμόστηκαν λογιστικά πρότυπα (οι υποστηρικτές της λογιστικής επανεκτίμησης του χρέους τυπικά έχουν δίκιο, αλλού, στην πολιτική, γι” αυτούς βρίσκεται το πρόβλημα) που να διαχωρίζουν τη στιγμή δημιουργίας μίας χρηματοδοτικής ανάγκης, τη στιγμή της έκδοσής της ως υποχρέωση και τη στιγμή της τελικής αποπληρωμής της. Η ελάχιστη εκτιμώμενη διαφορά μεταξύ παρούσας και ονομαστικής αξίας του δημοσιονομικού μας χρέους κυμαίνεται στις 80 ποσοστιαίες μονάδες (180% έναντι 100% του ΑΕΠ).

Το χαρακτηριστικό αυτό αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα καθώς στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης η διαφορά μεταξύ ονομαστικής και παρούσας αξίας του χρέους είναι σχεδόν αμελητέα. Μόνο για την Ελλάδα ισχύει αυτή η μεγάλη διαφορά που, όπως είδαμε, στον λεκτικό «πόλεμο των επιτοκίων» μεταξύ ΔΝΤ και Σόιμπλε μπορεί να αλλάξει τις βάσεις και το προφίλ του ελληνικού δημόσιου χρέους μόνο και μόνο αν θα πρέπει να υπολογιστεί με σταθερά ή κυμαινόμενα επιτόκια στο μέλλον!

Για την ακρίβεια, μάλιστα, αλλά και την ουσία των όρων, κανένα κράτος πουθενά στον κόσμο δεν αποπληρώνει τελικά τα χρέη. Απλά τα «εξυπηρετεί» πληρώνοντας τόκους που αφορούν την κάθε φορά ετήσια χρήση. Υπάρχει μάλιστα το παράδειγμα της Ιαπωνίας, που συνεχίζει να έχει διατηρήσιμο χρέος παρότι αυτό υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ!

Ένας άλλος παράγοντας βέβαια που μειώνει τον παρονομαστή της σχέσης χρέους-ΑΕΠ είναι η τεράστια μείωση της παραγωγικής δυνατότητας του τομέα της μεταποίησης και της πρωτογενούς παραγωγής. Πράγμα φυσικά που δεν ισχύει για την… Ιαπωνία ή, πολύ περισσότερο, τις ΗΠΑ.

Ένας τρίτος παράγοντας που διαφοροποιεί τα πράγματα με το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι ότι η τρομακτική αύξηση των φόρων –κατά 800 δισ. σύμφωνα με το νέο μνημόνιο- δεν λειτουργεί, στη βάση της σχέσης που αναφέραμε, ενισχυτικά της εξυπηρέτησης του χρέους αλλά μόνο βραχυπρόθεσμα. Στην ουσία η δαγκάνα αυξημένων φόρων-αυξημένων πλεονασμάτων υποσκάπτει το ΑΕΠ της χώρας. Δεν είναι τυχαίο πως όλες οι ανατιμήσεις των βασικών προϊόντων που διαπιστώνει η ΕΛΣΤΑΤ εδράζονται στην αύξηση της φορολογίας (ή έχουν την αυξημένη –υπαρκτή- φορολογία ως… δικαιολογία).

Σύμφωνα με τον Πολ Καζαριάν, τον μεγαλύτερο αμερικανό επενδυτή ελληνικών ομολόγων, ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της Japonica Partners, «αυτό το οποίο συζητούν σήμερα οι θεσμοί είναι μια πολιτική επινόηση», τονίζει στην Süddeutsche Zeitung του Μονάχου ο αμερικανός επενδυτής, ο οποίος έλαβε μέρος στο συνέδριο το οποίο συνδιοργάνωσαν το βρετανικό περιοδικό Economist και το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο στη Φρανκφούρτη. Και συνεχίζει: «Αν το ελληνικό χρέος υπολογιστεί βάσει των διεθνών στάνταρ, τότε δεν φθάνει το 180, αλλά μόλις το 91% του ΑΕΠ. Ο υπολογισμός δεν πρέπει να γίνεται πλέον με βάση την ονομαστική αξία του δημόσιου χρέους, αλλά με βάση τη χρονική αξία των δανείων με την οποία λαμβάνονται υπόψη οι μέχρι τώρα ελαφρύνσεις, δηλαδή τα χαμηλότερα επιτόκια, η μεγαλύτερη διάρκεια εξόφλησης του χρέους και η μετάθεση του χρόνου έναρξης της αποπληρωμής των δανείων».

Καλά όλα αυτά, αλλά όχι για χώρες σαν τη δική μας…

Αναζήτηση

Κατηγορίες